Legislator Case Law & Legislation
1300/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, returning advance fee and ordering costs against appellant.

Case Number 1300/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a First Instance Court decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the lower court ignored specific facts and witness testimony concerning overtime work, but the court found these arguments inadmissible as they did not constitute 'things' proposed in the appeal. Consequently, the court ordered the return of the advance fee paid for the appeal and awarded the respondent the litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 495(3) para. 3 of the Code of Civil Procedure; Art. 560(5) of the Code of Civil Procedure: In labor disputes, the advance fee for appeal is refundable regardless of the appeal's outcome, and an appeal based on unproposed facts is inadmissible.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal inadmissibility advance fee refund unproposed facts litigation costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 495(3) para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 560(5) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1300 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1300/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπεληγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαιωάννου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 587/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 7442/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/10/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 (εργατικές διαφορές). Στη προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 26.10.2020 με αριθ. κατάθ. 79024/132/27.10.2020 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 7442/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αντικείμενο εργατική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθ. 357178843950 1228 0015 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.

Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 484/2019). Με την κρινόμενη από 26 Οκτωβρίου 2020 με αριθ.

κατάθ. 79024/132/27.10.2020 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 7442/5.5.2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, με την οποία έγινε δεκτή η από 10.2.2012 με αριθ.

καταθ. 129/17.2.2012 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 587/31.3.2011 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την οριστική του απόφαση δικάζοντας την από 22.3.2009 και με αριθ. κατάθ. 245/10.4.2009 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία η ενάγουσα ζητούσε για αμοιβές για υπερεργασία, νόμιμη και κατ' εξαίρεση υπερωρία και εργασία για τέσσερα (4) Σάββατα, ως έκτη ημέρα εβδομαδιαίας απασχόλησης υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, κατά την κυρία βάση της από τη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και κατά την επικουρική της βάση από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το συνολικό ποσό των 3.782,13 ευρώ με το νόμιμο τόκο, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς την κυρία βάση της και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 10.2.2012 έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την από 22.3.2009 αγωγή, απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη ως προς την επικουρική, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, βάση της και ως κατ' ουσία αβάσιμη ως προς την κυρία βάση της.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (που ισχύει από 1.1.2016) και εφαρμόζεται ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (27.10.2020) ορίζεται ότι "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης απαριθμούνται περιοριστικά στη διάταξη αυτή, όπως συνάγεται από τη χρήση της λέξης "μόνο" και συνεπώς είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, ερειδόμενοι στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 1147/2020, ΑΠ 366/2019, ΑΠ 147/2019), όπως η περίπτωση του αριθμού 11 του ως άνω άρθρου με το οποίο ορίζεται ότι επιτρέπεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 147/2019, ΑΠ 380/2017, ΑΠ 594/2015, ΑΠ 557/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη της την υπ' αριθμ. 79/2011 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Μ. Ρ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Έλενας Μαρκουλάκου, αιτίαση που επιχειρεί να θεμελιώσει στην εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Η επικαλούμενη, όμως, στο λόγο αυτό αναιρετική πλημμέλεια αφορά κατά το περιεχόμενό της ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δέχθηκε ως αποδεικτικό μέσο ένορκη βεβαίωση που δεν ελήφθη νόμιμα, ήτοι αναιρετικό λόγο περί του οποίου προβλέπει η ρύθμιση του αριθμού 11 στοιχ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Όμως ο αντίστοιχος αναιρετικός λόγος δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση.

Επομένως ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ.α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 24/2021, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 120/2017, ΑΠ 113/2011), όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Περαιτέρω με τη διάταξη του εδ. β της παρ. 1 του ως άνω άρθρου (560 ΚΠολΔ) ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 109/2020).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1106/2020., ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 550/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις: α) ότι με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε ότι αυτή (αναιρεσείουσα) κατά το χρονικό διάστημα της εργασίας της δεν πραγματοποίησε υπερεργασία και υπερωριακή εργασία και απέρριψε τα σχετικά αγωγικά κονδύλια ως αβάσιμα και πιο συγκεκριμένα αα) ενώ δέχθηκε ότι ο μάρτυράς της κατέθεσε ότι έβλεπε στις λίστες της αναιρεσίβλητης εταιρείας με τις έρευνες το όνομα αυτής (αναιρεσείουσας) στη συνέχεια δέχθηκε αντιφατικά ότι αυτός κατέθεσε ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο της εργασίας της, ββ) ενώ δέχθηκε ότι ο μάρτυράς της, στην υπ' αριθ. 898/2011 ένορκη βεβαίωσή του, κατέθεσε ότι αυτή (αναιρεσείουσα) ελάμβανε μέρος στις ποιοτικές έρευνες και ειδικότερα στην επεξεργασία στοιχείων ποιοτικής έρευνας και της προετοιμασίας παρουσίασης των αποτελεσμάτων αυτής στους πελάτες, ακολούθως δέχθηκε ότι αυτή δεν πραγματοποιούσε τις εργασίες αυτές, και γγ) ενώ δέχθηκε ότι αυτή (αναιρεσείουσα) απέδειξε με λίγα emails ότι εργάσθηκε μετά την 19.00 ώρα, που ήταν η ώρα λήξης του ωραρίου της, στη συνέχεια δέχθηκε αντιφατικά ότι δεν απέδειξε ότι αποχωρούσε μετά την 19.00 ώρα και ότι δεν πραγματοποίησε υπερεργασιακή ή υπερωριακή εργασία, β) ότι χωρίς αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκή αιτιολογία έκρινε ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν εργάσθηκε τα τέσσερα (4) Σάββατα και απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο το αγωγικό της κονδύλιο από την ως άνω αιτία, αν και η ως άνω εργασία της αποδείχθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων της.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και το περιεχόμενο αυτών που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν προκειμένου να ερευνηθεί από το σύνολο των επί της ουσίας παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης αν υπάρχουν, σχετικά με την εφαρμογή τους, οι κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα δεν πραγματοποίησε κατά το διάστημα των είκοσι δύο (22) μηνών εργασίας της στην αναιρεσίβλητη εταιρεία υπερεργασία και υπερωριακή εργασία και ότι δεν εργάσθηκε Σάββατα, υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη της αναιρετικής εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλειας.

Κατά το μέρος δε που με το λόγο αυτό και υπό την επίκληση της διάταξης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα (κατάθεση μάρτυρος ενάγουσας, ένορκη βεβαίωση μάρτυρος ενάγουσας, emails) πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Ακολούθως, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο εκ του αριθμού 1 περ. β του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, με τις παραδοχές α) ότι ο μάρτυράς της είχε αντιδικία με την εναγόμενη καθότι είχε στραφεί κατ' αυτής για την απόλυσή του, για να καταστήσει ανίσχυρη τη μαρτυρία του β) ότι η εναγόμενη απασχολούσε προσωπικό από 60 άτομα και ότι κατά την κοινή λογική δεν ήταν αναγκαία υπερεργασιακή ή υπερωριακή απασχόληση της ενάγουσας, γ) ότι ο μηνιαίος μισθός της προϊσταμένης αναλύτριας έρευνας της εναγομένης εταιρείας ήταν 4.350 ευρώ μηνιαίως και ότι αυτό είναι ένα ακόμα στοιχείο που καταδεικνύει το βοηθητικό χαρακτήρα της εργασίας αυτής (αναιρεσείουσας) που δεν μπορούσε να έχει τα καθήκοντα που είχε η προϊσταμένη του τμήματος, ότι οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν στηρίζονται σε κανένα δίδαγμα της κοινής πείρας και ότι αν είχε υιοθετήσει τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής δεν θα απέρριπτε αλλά αντίθετα θα επιδίκασε τα αγωγικά κονδύλια για υπερεργασιακή και υπερωριακή απασχόληση.

Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ποιος είναι ο αντίστοιχος κανόνας (ή οι αντίστοιχοι κανόνες) ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου (ή των οποίων) δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα αυτό (ή στους κανόνες αυτούς), αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις, κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο, αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Ακόμη, με τον τέταρτο εκ του αριθμού 1 εδ. α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με την παραδοχή της "Επίσης, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ανάθεση γραπτώς άλλων καθηκόντων της ενάγουσας ή αλλαγή του ωραρίου της από το αρχικώς συμφωνηθέν, ούτε ότι είχε κάποια εντολή παραμονής της για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα της ημέρας στην εναγόμενη" παραβίασε τους κανόνες περί δικαιοπραξιών και συμβάσεων του ΑΚ και άλλων ειδικών νόμων καθώς και τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, δεδομένου ότι δεν απαιτείται γραπτή σύμβαση, ούτε γραπτή ανάθεση άλλων καθηκόντων ή αλλαγή ωραρίου από το συμφωνηθέν αλλά ούτε και έγγραφη εντολή παραμονής στην εργασία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα αφού αρκεί προφορική συμφωνία ή και πραγματική εκτέλεση άλλων καθηκόντων ή και ωραρίου.

Ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος γιατί δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες διατάξεις και το περιεχόμενο των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, ούτε εξειδικεύονται τα συγκεκριμένα νομικά σφάλματα, στα οποία κατά την αναιρεσείουσα υπέπεσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την εφαρμογή των εφαρμοστέων κανόνων, ώστε να μπορεί ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 εδ.

α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης. Σε κάθε δε περίπτωση πρόκειται περί πραγματικού επιχειρήματος της προσβαλλόμενης απόφασης για την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και καθό μέρος με τον οικείο αναιρετικό λόγο υπό την επίκληση της διάταξης του αριθμού 1 εδ. α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ως προς το ωράριο εργασίας της αναιρεσείουσας, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016) η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 2086/2017, ΑΠ 1455/2009),αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 179/2019).

Για την πληρότητα του λόγου αν το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποιά ήταν τα "πράγματα" που προτάθηκαν και ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο (ΑΠ 401/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με την παραδοχή της "Ειρήσθω δε εν παρόδω ότι η ενάγουσα κατά τη διάρκεια του εργασιακού της βίου δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ προς τους εκπροσώπους της ενάγουσας ή έστω προς κάποιον συνάδελφό της, κανείς εκ των μαρτύρων της δεν αναφέρει κάτι τέτοιο, για το γεγονός ότι εργαζόταν καθ' υπέρβαση του ωραρίου της και δεν λάβαινε για αυτό τις νόμιμες αποδοχές" κατ' αντίθεση με την κατάθεση του μάρτυρα της από την οποία αποδείχθηκε η διαμαρτυρία της προς τους εκπροσώπους της εναγομένης για την εκτέλεση υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας, δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν από αυτή και δεν προτάθηκαν από την άλλη πλευρά.

Ο ως άνω τρίτος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο ποιος ισχυρισμός που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης προτάθηκε από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα και δεν έγινε δεκτός από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η δε αιτίαση της αναιρεσείουσας στον οικείο λόγο αναίρεσης ότι το ως άνω δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς (πράγματα) που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη είναι αλυσιτελής, αφού δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη από αυτό ισχυρισμοί της εναγομένης - αναιρεσίβλητης που δεν προτάθηκαν.

Σε κάθε, δε, περίπτωση η ως άνω παραδοχή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι η ενάγουσα δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ στους εκπροσώπους της εναγομένης δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά συμπέρασμα του δικαστηρίου της ουσίας που προέκυψε από τις αποδείξεις με συνέπεια κατά τα προεκτεθέντα να μην ιδρύεται ο από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Κατά το μέρος δε που με τον οικείο αναιρετικό λόγο, υπό την επίκληση της εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλειας και με αναφορά στην κατάθεση του μάρτυρος της ενάγουσας, πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του ως άνω δικαστηρίου, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης.

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους τριακοσίων (300) ευρώ στην αναιρεσείουσα.

Απορρίπτει την από 26 Οκτωβρίου 2020 και με αριθ. κατάθ. 79024/132/27.10.2020 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 7442/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως εφετείου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ