Supreme Court dismisses appeal against property ownership ruling regarding Ionian Islands historical land laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a Patras Court of Appeal decision confirming a private individual's ownership of land in the Ionian Islands. The State argued the lower court violated specific 19th-century Ionian Code provisions regarding forested land and public ownership. The court ruled that the lower court correctly interpreted these historical statutes and rejected the State's claim that the land was inherently public due to its forested nature.
Legislator headnote
AI generatedArticles 423, 424, 425, 426 of the Ionian Code; The Supreme Court held that a lower court's rejection of a private ownership claim based on historical Ionian statutes regarding forested land does not constitute a violation of law if the court correctly applied the requirement to prove acquisition under the specific code.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1300 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1300/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Τραυλό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/4/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 321/2015 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9/11/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 9-11-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της• υπ' αριθ. 321/2015 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
-Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας από 27-4-2009 και με αριθ. κατ. δικ. 84/2009 αγωγή του κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου, επικαλούμενος παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας του, επ' αυτού, την οποία αμφισβητούσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον.
Επί της αγωγής αυτής, το Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, αφού δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε αντιμωλία των διαδίκων την υπ' αριθ. 1/2011 οριστική απόφαση του, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 22-2-2011 έφεσή, με την οποία επανέφερε τον προβληθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρισμό του, περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, ως αδέσποτου περιελθόντος στην κυριότητα του λόγω του δασικού του χαρακτήρα ως κατά τεκμήριο δημοσίου και λόγω έλλειψης τίτλων του ενάγοντος πριν το 2001.
Το Εφετείο, εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων την υπ' αριθ. 321/2015 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, με την οποία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την ως άνω έφεση, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του εναγομένου ήδη αναιρεσιβλήτου.
II. Από το συνδυασμό των ορισμών του από 13/29 Δεκεμβρίου 1817 "Συντάγματος του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων" (Κεφ. Α', άρθρο 2 Κεφ. Δ', τμήμα α', άρθρα 1, 2, 4 και 6 και τμήμα β' άρθρο 6), των από 6 Ιουνίου 1830 και 7 Ιουλίου 1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, του ν. ΡΝ/1866 "περί εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ βασιλείω ισχυούσης νομοθεσίας" (άρθρα 10, 11, 13 και 14), του ν. ΣΟΕ/1868 και του ν. ΑΦΙ/1887, συνάγεται ότι επί των δασών της Επτανήσου το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαιώματα κυριότητας, αφού κατά την ένωση αυτής με την Ελλάδα, ουδέν έλαβε, ούτε ως διάδοχο του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, το οποίο δεν είχε δημόσια κτήματα και μάλιστα δάση στην ιδιοκτησία του, ούτε στη συνέχεια από την επιχώριο (ή εγχώρια ή κοινή) καθεμιάς νήσου περιουσία, δεδομένου ότι αυτή διανεμήθηκε μεταξύ των δήμων καθεμιάς νήσου. Πράγματι δε, περί της διανομής των εγχώριων περιουσιών του ν. ΡΝ/1866 μερίμνησαν ακολούθως ο ν. ΥΙΓ/1871 για τη Ζάκυνθο, ο ν. ΨΙ/1878 για την Κεφαλληνία, ο ν. Ψ Ξ ΣΤ/1879 για τη Λευκάδα, ο ν. ΑΦΙ/1887 για την Κέρκυρα (η διαχείριση της εγχώριας περιουσίας της οποίας είχε ρυθμισθεί ειδικότερα με το ν. ΣΟΕ/1868 "περί της διαχειριστικής επιτροπής της κοινής της νήσου Κερκύρας περιουσίας") και ο ν. 2355/1920 για τα Κύθηρα.
Συνεπώς, επί των δασών της Επτανήσου, δεν έχει εφαρμογή το υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας, που θεσπίστηκε από το β. δ. της 16-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", με το άρθρο 1 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 του οποίου αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των αποτελουσών δάση εκτάσεων, από την έναρξη της ισχύος του, με εξαίρεση τα δάση, τα οποία προ της ενάρξεως του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες βάσει έγγραφης απόδειξης της τουρκικής Αρχής, ή σε ιδιωτικά χωριά, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν υπό της επί των Οικονομικών Γραμματείας, στην οποία έπρεπε να υποβληθούν εντός έτους από της δημοσιεύσεως του ως άνω β.
δ/τος (Α.Π. 701/1978). Αυτό, άλλωστε, καθιερώθηκε νομοθετικά με το άρθρο 62 παρ. 1 εδ. β' του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση και συμπλήρωση του με το άρθρο 37 παρ.1 του Ν. 4280/2014 και 110 του Ν. 4821/2021 αντίστοιχα, σύμφωνα με το οποίο "Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων, ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου είτε ως αιτούντος είτε ως καθού ή αίτησις, και φυσικού ή νομικού προσώπου όπερ επικαλείται ή αξιοί οιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματον ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων ή των εις το άρθρον 74 του παρόντος νόμου αναφερομένων εδαφών, το ως άνω φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον οφείλει να απόδειξη την παρ αυτώ ύπαρξιν του δικαιώματος του.
Κατ' εξαίρεσιν η διάταξις αύτη δεν ισχύει εις τας περιφερείας των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Σάμου και Χίου και των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων και Κυκλάδων". Συνακόλουθα, προκειμένου περί δασών στην Επτάνησο, μόνη η υπό του Δημοσίου επίκληση και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης δεν αρκεί προς θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας τούτου επ' αυτής, αλλά απαιτείται προς κατάφαση τέτοιας κυριότητας του Δημοσίου η επίκληση και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, απόδειξη της κτήσεώς της με έναν από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή από τον Αστικό Κώδικα (μετά την 23-2-1946) ή ενδεχομένως από κάποιον ειδικό νόμο κτήσεως κυριότητας (Α.Π. 21/2019, 929/2015).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αυτό, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 1635/2018).
III. Με την υπό κρίση αναίρεση και κατά παραδεκτή εκτίμηση του δικογράφου αυτής, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 1α του Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε τις διατάξεις του ειδικού νομικού καθεστώτος που ίσχυε στα Ιόνια Νησιά πριν από την κατά το έτος 1864 ένωσή τους με την υπόλοιπη Ελλάδα, δηλαδή των άρθρων 423, 424, 425, 426 Ιονίου Α.Κ., που ίσχυσε στην περιοχή από 1/12-5-1841, της υπ' αριθμ. 10 πράξης της Η Ιονίου Γερουσίας αρ. 1 και 10 "περί επιχωρίων προσόδων" και της ΞΗ από Μαΐου 1845 πράξης της Ζ Ιονίου Γερουσίας "περί της χρήσεως των επιχωρίων προσόδων", σε κάθε δε περίπτωση, του νόμου ΡΝ/1866 "Περί Εισαγωγής εν Επτανήσω της εν των λοιπών τότε Βασιλείω ισχυούσης Νομοθεσίας Γ Κωδ.
Ε 457, -άρθρα 1 και 2 - και του από 21.6.1837 Νόμου περί διακρίσεως κτημάτων του οποίου οι διατάξεις ίσχυσαν εφεξής, αντί των διατάξεων των άρθρων 422-429 του Ιόνιου Κώδικα, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό του περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, λόγω του δασικού χαρακτήρα του, ως χορτολιβαδική έκταση με την παραδοχή ότι "προκειμένου περί δασών κειμένων στα Επτάνησα, μόνη η επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο της δασικής μορφής της διεκδικούμενης εκτάσεως δεν αρκεί να θεμελιώσει το δικαίωμα κυριότητας του επ' αυτής, αλλά πρέπει αυτό σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδεικνύει ότι κατέστη κύριο με έναν από τους τρόπους κτήσεως κυριότητας που προβλέπεται από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή τον Αστικό Κώδικα ή από ειδικούς νόμους...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα και με όσα στη νομική σκέψη περιλαμβάνονται, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρονται σ' αυτήν και δεν παραβίασε καμία από αυτές ούτε τις διατάξεις των άρθρων 422-429 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα, της υπ' αριθμ.10 πράξης της Η Ιονίου Γερουσίας αρ. 1 και 10 "περί επιχωρίων προσόδων" και της ΞΗ από Μαΐου 1845 πράξης της Ζ Ιονίου Γερουσίας "περί της χρήσεως των επιχωρίων προσόδων" και το ν. 21-6-/10-7-1837 περί διακρίσεως κτημάτων.
Συνεπώς ο παραπάνω μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και συνακόλουθα πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-11-2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 321/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ