Legislator Case Law & Legislation
1300/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to prove facts supporting the claim.

Case Number 1300/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal and supplementary argument against the second-instance judgment. The appellant argued that the lower court erred in finding she had lost possession of the property, which would have interrupted her acquisitive prescription period. The court rejected this claim as inadmissible because the appellant failed to provide specific facts demonstrating how the lower court's decision contradicted the historical basis of her original lawsuit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 246, 569, 974, 980, 1045, 559(8a) of the Code of Civil Procedure and Articles 974, 980, 1045 of the Civil Code; An appeal is inadmissible if it relies on facts not presented in the original suit or fails to specify how the lower court's decision contradicts the historical basis of the claim.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal historical basis of claim acquisitive prescription loss of possession specific facts required contradiction of lower court Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 974 of the Civil Code
Article 980 of the Civil Code
Article 1045 of the Civil Code
Article 559(8a) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1300 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1300/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παρασκευή Καλαϊτζή, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη- Εισηγήτρια, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Κ. Ν., το γένος Π. και Χ. Γ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: Ε. χήρας Π. Τ., το γένος Α. Π., 2) Ε. Τ. του Π., 3) Χ. Τ. του Π., 4) Α. Τ. του Π. ή Π., κατοίκων … , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασιλική Αγγελίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-08-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 153/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 28/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 08-03-2019 αίτηση και τον από 11-02-2020 πρόσθετο λόγο αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να συνεκδικασθεί με το εμπροθέσμως ως ασκηθέν δικόγραφο πρόσθετου λόγου, που αφορά σε κεφάλαιο αναγκαίως συνεχόμενο (άρθρ. 246, 569 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 974 και 980 ΑΚ, όποιος (ο ίδιος αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου) απέκτησε και ασκεί φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα με διάνοια κυρίου, είναι νομέας του και εφόσον η νομή ανάγεται σε βάθος χρόνου εικοσαετίας, σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, ο, κατά τα ως άνω, νομέας γίνεται (με έκτακτη χρησικτησία) κύριος του πράγματος, κινητού ή ακινήτου.

ΙΙΙ. Κατ' άρθρ. 559 αρ. 8α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη προταθέντα πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ως "πράγματα" που ιδρύουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης νοούνται και οι λόγοι έφεσης. Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του αρ. 19 του ίδιου άρθρου, η απόφαση, στερείται νόμιμης βάσης και καθίσταται αναιρετέα, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ο λόγος απ' τον αριθμό αυτό (19) είναι δυνατό υπό την επίφαση της αντίστοιχης πλημμέλειας να πλήττει στην πραγματικότητα την περί τα πράγματα (εκτίμηση αποδείξεων) αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οπότε ο λόγος είναι απαράδεκτος.

IV. Οι παραδοχές της προσβαλλομένης έχουν ως εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κωνσταντινιάς Σταυρακάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου, η ενάγουσα απέκτησε από αγορά από τον Ι. Τ. την υπό στοιχείο Β' κάθετη ιδιοκτησία εκτάσεως 184 τ.μ., η οποία συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Π.

Τ. (εναγομένων) και με ιδιοκτησία Ρ., νότια με την υπό στοιχείο Α' διηρημένη κάθετη ιδιοκτησία, ανατολικά με την οδό ... και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Τ. (εναγομένων), συσταθείσα δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου συστάσεως καθέτου ιδιοκτησίας της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως.

Το εν λόγω ακίνητο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Ηρακλείου, ... της πολεοδομικής ενότητας ... και επί της οδού .... Η κάθετη αυτή ιδιοκτησία (υπό στοιχείο Β) αποτελεί το βόρειο τμήμα του ακινήτου εκτάσεως 368 τ.μ., μείζονος ακινήτου εκτάσεως 781,14 τ.μ., το οποίο ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας Ι. Τ.

είχε αποκτήσει από άτυπη αγορά το έτος 1946 από τον Β. Γ. Β., κατέστη δε κύριος του μείζονος ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον νεμόταν το μείζον ακίνητο με διάνοια κυρίου από το χρόνο που περιήλθε σ' αυτόν και για χρονικό διάστημα άνω της εικοσαετίας, ασκώντας επ' αυτού όλες τις πράξεις νομής που -μ προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του.

Η κυριότητά του δε επί του μείζονος ακινήτου αναγνωρίσθηκε με την υπ'αρ. 826/1987 αμετάκλητη απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου, μετά την άσκηση εκ μέρους του αναγνωριστικής αγωγής που συνομολόγησε ο αντίδικος του Ι.

Μ.. Το ακίνητο ιδιοκτησίας της ενάγουσας απεικονίζεται υπό στοιχεία … στο με ημερομηνίας Σεπτέμβριος 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Γ. Φ., το οποίο συνετάχθη κατ' εντολή του δικαιοπαρόχου της Ι. Τ., όσο και με τα ίδια στοιχεία, στο από Γενάρης 1991 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού Μ.

Κ. - Φ., που συνετάχθη κατ' εντολή της ενάγουσας. Τα τοπογραφικά αυτά διαγράμματα αποτελούν αναπόσπαστα τμήματα των προαναφερομένων συμβολαιογραφικών πράξεων συστάσεως καθέτου ιδιοκτησίας και αγοραπωλησίας, αντιστοίχως. Στην δυτική πλευρά της ανωτέρω καθέτου ιδιοκτησίας της ενάγουσας και μεταξύ αυτής και της δυτικά ευρισκόμενης ιδιοκτησίας των εναγομένων βρίσκεται μια εδαφική έκταση (επίδικη), εμβαδού 38,23 τ.μ., η οποία συνορεύει ανατολικά σε πλευρά μήκους 10,20 μέτρων και σε πλευρά μήκους 0,60 του μέτρου με την υπό στοιχείο Β' κάθετη ιδιοκτησία της ενάγουσας, δυτικά σε πλευρά μήκους 10,80 μέτρων με την ιδιοκτησία κληρονόμων Π.

Τ., βόρεια σε πλευρά μήκους 4 μέτρων με την ιδιοκτησία Ρ. και νότια σε πλευρά μήκους 1,00 μέτρου με την υπό στοιχείο Β' κάθετη ιδιοκτησία της ενάγουσας και σε πλευρά μήκους 3,00 μέτρων με την ιδιοκτησία της Μ. Τ.. Η εδαφική αυτή έκταση διαχωρίζεται σε όλο το μήκος των 10,80 μέτρων της δυτικής της πλευρά από το ακίνητο των εναγομένων με παλαιό πετρόκτιστο τοίχο, αποτυπώνεται δε στα ανωτέρω αναφερόμενα τοπογραφικά διαγράμματα ως τμήμα της ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, πλην όμως, δεν περιελήφθη στην πράξη συστάσεως καθέτων ιδιοκτησιών, ούτε στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο της καθέτου ιδιοκτησίας της ενάγουσας.

Η τελευταία ισχυρίζεται ότι το επίδικο τμήμα δεν συμπεριελήφθη στο τίτλο κτήσεώς της καθέτου ιδιοκτησίας της από παραδρομή και ότι ο δικαιοπάροχος της παραχώρησε σ' αυτήν την νομή του με σκοπό να προβούν άμεσα στην διόρθωση των συμβολαιογραφικών πράξεων, ώστε να περιληφθεί το τμήμα αυτό στο μείζον ακίνητο επί του οποίου συνεστήθησαν οι Α' και Β' κάθετες ιδιοκτησίες, πλην όμως δεν πρόλαβαν διότι ο δικαιοπάροχος της απεβίωσε την 25-06-1991.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο. Επιπλέον, η σύνταξη του τοπογραφικού διαγράμματος που συνόδευε την μεταβίβαση του ακινήτου στην ενάγουσα, αλλά και την σύσταση των καθέτων ιδιοκτησιών, έγινε κατόπιν υποδείξεως του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατόν το επίδικο τμήμα που απεικονίζεται σ' αυτό, από παραδρομή, να μην περιλαμβάνεται στην μεταβιβασθείσα στην ενάγουσα κάθετη ιδιοκτησία.

Να σημειωθεί ότι στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα φέρεται η εδαφική (επίδικη) λωρίδα, να εκτείνεται και κατά μήκος, της δυτικής πλευράς της υπό στοιχείο Α' καθέτου ιδιοκτησίας, χωρίς επίσης να συμπεριλαμβάνεται σ' αυτή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα μετά την αγορά της καθέτου ιδιοκτησίας και κατά την ανέγερση της οικοδομής επ' αυτής το έτος 1991, έκτισε σε όλο το μήκος της νότιας πλευράς της καθέτου ιδιοκτησίας της τοίχο ύψους 2,5 μέτρων και πλάτους 0,40 μ., τον οποίο συνένωσε στην δυτική πλευρά με τον υπάρχοντα παλαιό πετρόκτιστο τοίχο.

Έτσι, η επίδικη έκταση κατέστη σχεδόν περίκλειστη με μοναδική πρόσβαση από την ιδιοκτησία Ρ., όπου υπήρχαν πλίνθοι που αφαιρούνταν εύκολα. Έκτοτε, στο επίδικο αυτό τμήμα είχε πρόσβαση μόνον η ενάγουσα, αφού αυτό αποτελούσε την συνέχεια της δυτικής πλευράς της καθέτου ιδιοκτησίας της και το χρησιμοποιούσε ως αυλή της οικίας της, ενώ ο σύζυγος της εναπόθετε σ' αυτό εργαλεία και διάφορα ανταλλακτικά από την εργασία του ως μηχανικός αυτοκινήτων χωρίς να υπάρξει καμία αμφισβήτηση σχετική με τα όρια του ή τα δικαιώματά της επ' αυτού από τους εναγόμενους έως και το έτος 1997 που φύτευσε στο επίδικο δύο λεμονιές και μία ροδιά, προκαλώντας τις αντιδράσεις τους.

Τα ανωτέρω αποδεικνύονται και από την κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Φ. Δ., η οποία κατέθεσε τις πράξεις νομής που άσκησε η ενάγουσα στην επίδικη έκταση, καθώς και την κατασκευή του τοιχίου εκ μέρους της.

Οι εναγόμενοι εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο δεν αποδείχθηκε ότι άσκησαν από το έτος 1990 που η ενάγουσα αγόρασε την κάθετη ιδιοκτησία της έως και το έτος 1997. Η πρώτη εναγόμενη εξεταζόμενη ανωμοτί στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατέθεσε ότι στην επίδικη έκταση, όταν η ενάγουσα αγόρασε το ακίνητο της υπήρχε αποθήκη, η οποία ανήκε στον σύζυγο της, ο οποίος απεβίωσε το έτος 1985, η οποία "έπεφτε σιγά - σιγά" και ότι δεν προέβησαν σε καμιά ενέργεια αποκαταστάσεώς της, απλά ότι "βλέπαμε τον χώρο και λέγαμε κάποια στιγμή θα τον τακτοποιήσουμε...".

Σε άλλο σημείο δε της καταθέσεώς της επιβεβαιώνει την ανέγερση του τοίχου από την ενάγουσα στην νότια πλευρά. Το έτος, όμως, 2001 οι εναγόμενοι ανέθεσαν στον τοπογράφο μηχανικό Κ. Χ. να τοπογραφήσει το επίδικο τμήμα, το οποίο συμπεριέλαβαν στην όμορη ιδιοκτησία τους με σκοπό να αποτυπωθεί η ιδιοκτησία τους, την οποία απέκτησαν ως κληρονόμοι από τον Π.

Τ. (αδελφό του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας), για την σύνταξη της σχετικής συμβολαιογραφικής αποδοχής κληρονομιάς (βλ. το από Οκτώβριο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει το υπ' αρ. ... δηλωτικό αποδοχής κληρονομίας και το έτος 2010 υπέβαλαν αίτηση εκδόσεως διορθωτικής πράξεως της υπ' αρ. … πράξης εφαρμογής, αιτούμενοι αφενός την καταχώριση του ακινήτου τους στο όνομα των ιδίων ως κληρονόμων του Π.

Τ., αντί του τελευταίου, ως αποβιώσαντος σε χρόνο μεταγενέστερο της συντάξεως της πράξης εφαρμογής και αφετέρου την διόρθωση του εμβαδού της αρχικής ιδιοκτησίας τους από 263 τ.μ., σε 252,88 τ.μ. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την υπ'αριθ. ... απόφαση της Δ/νσης Πολεοδομίας Ηρακλείου, η οποία εκδόθηκε αφού έλαβε υπ' όψιν και την υποβολή του σχετικού υπομνήματος της ενάγουσας ως ιδιοκτήτριας της επηρεαζόμενης όμορης ιδιοκτησίας, απορριπτομένων των ισχυρισμών της και δεχόμενη ότι μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών (της ενάγουσας με κωδικό ...

και των εναγομένων με κωδ. ...) δεν υπάρχει υλοποιημένο όριο στο έδαφος, ήτοι μη αποδεχόμενη (η απόφαση) τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι ο παλαιός πετρόχτιστος τοίχος αποτελεί το δυτικό όριο της ιδιοκτησίας της, ενώ στις 22-23/08/2014 οι εναγόμενοι προέβησαν στην κατεδάφιση του πετρόχτιστου τοίχου και ακολούθησαν αντεγκλήσεις και διαπληκτισμοί των διαδίκων.

Σημειώνεται ότι η ενάγουσα έλαβε γνώση της υποβληθείσας από τους εναγόμενους αιτήσεως διορθώσεως της πράξεως εφαρμογής, αφού υπέβαλε σχετικό υπόμνημα με τους ισχυρισμούς της, γεγονός που επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι σε κάθε επιχειρούμενη εκ μέρους της ενάγουσας επεμβάσεως στην επίδικη έκταση, εξέφραζαν τις αντιρρήσεις τους και προσπαθούσαν να την αποτρέψουν.

Μετά την κατεδάφιση του τοίχου, η ενάγουσα άσκησε ασφαλιστικά μέτρα νομής και με την υπ'αρ. 1221/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την υπ'αρ. 412/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η ενάγουσα αναγνωρίστηκε προσωρινή νομέας του επιδίκου και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να παύσουν κάθε διατάραξη της νομής της επ' αυτού.

Όμως, από τα ανωτέρω εκτιθέμενα προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν είχε την συνεχή απόλυτη φυσική εξουσία στο επίδικο τμήμα για χρονικό διάστημα άνω της εικοσαετίας ώστε να καταστεί κυρία αυτού με τα προσόντα της εκτάκτου χρησικτησίας, αφού αποδείχθηκε ότι και οι εναγόμενοι άσκησαν πράξεις φυσικής εξουσιάσεως στο επίδικο ακίνητο, όπως η ανάθεση της συντάξεως τοπογραφικού διαγράμματος, οι ενέργεια τους για την διόρθωση της πράξεως εφαρμογής, και η αποδοχή κληρονομιάς και η μεταγραφής της.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά την κτηματογράφηση της περιοχής που βρίσκεται το ακίνητο ιδιοκτησίας της ενάγουσας, το ακίνητο καταχωρήθηκε ως η υπό στοιχεία … κάθετη ιδιοκτησία επί του γεωτεμαχίου με αριθμό ΚΑΕΚ ... με έκταση 368 τ.μ. Η εγγραφή αυτή είναι ακριβής και ανταποκρίνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας της ενάγουσας.

Κατόπιν των ανωτέρω, η εκκαλούμενη απόφαση που δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων". Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε στην ουσία τις εφέσεις της αναιρεσείουσας κατά της 153/17, όπως διορθώθηκε με την 968/17, οριστικής απόφασης του ΜΠρΗρακλείου που απέρριψε αγωγή αναγνωριστική της αναιρεσείουσας για κυριότητα και διόρθωση κτηματολογικής εγγραφής, επί του επιδίκου.

V. Με το (μοναδικό) λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης με την προσβαλλόμενη 28/2019 απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 19 του ως άνω άρθρου, διότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, αλλά και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αντιμετωπίζεται στο πόρισμα της προσβαλλομένης το ζήτημα για μη κτήση εκ μέρους της (αναιρεσείουσας) της κυριότητας του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη ότι οι παραδοχές της πάσχουν διότι:

α) Δεν διαλαμβάνεται σαφώς, εάν οι πράξεις (φυσικής εξουσίασης του επιδίκου) των διαδίκων θεμελιώνουν νομή υπέρ αυτής (αναιρεσείουσας) ή και υπέρ των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, και για ποιο χρονικό διάστημα ακριβώς. Τούτο δε, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, για να είναι δυνατό να κριθεί

(1) εάν αυτή απέκτησε και κατόπιν απώλεσε τη νομή του επιδίκου συνεπεία αποβολής της απ' τους αναιρεσίβλητους, με δομένο ότι, (όπως περαιτέρω αναφέρεται στο αναιρετήριο), κατά τις παραδοχές, απέκτησε τη φυσική εξουσία του επιδίκου με αγορά το 1990 ή το αργότερο το 1991 με την ανέγερση τοίχου, οι δε αναιρεσίβλητοι δεν προέβησαν σε πράξεις νομής μέχρι το 1997 ή

(2) εάν οι πράξεις των αναιρεσιβλήτων είχαν απλώς χαρακτήρα διατάραξης της δικής της νομής. Τα ανωτέρω, κατά την αναιρεσείουσα, είναι απαραίτητα για να κριθεί εάν πριν απ' την άσκηση της αγωγής (2015) είχε ήδη καταστεί κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία που άρχισε το 1990 ή το 1991.

β) Το Εφετείο δεν διευκρινίζει πως είναι δυνατό σε ένα ακίνητο, στο οποίο, κατά τις παραδοχές, είχε μόνο αυτή (αναιρεσείουσα) πρόσβαση απ' το 1991, οι δε αναιρεσίβλητοι δεν είχαν, να είναι εφικτό αυτοί να ασκούν πράξεις φυσικής εξουσίασης του επιδίκου.

γ) Οι πράξεις αυτές των αναιρεσιβλήτων δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν ως εμφανείς υλικές πράξεις νομής.

δ) Η έκδοση διορθωτικής πράξης της … πράξης εφαρμογής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υλική ενέργεια.

ε) Η αποδοχή κληρονομίας και η μεταγραφή της δεν συνιστούν εμφανή υλική πράξη νομής και ούτε γίνεται δεκτό ότι ο κληρονομούμενος Π. Τ. ήταν κατά το θάνατό του νομέας του επιδίκου, ώστε οι αναιρεσίβλητοι να τον διαδεχθούν στη νομή αυτού.

στ) Το Εφετείο δέχθηκε ότι το 1997, όταν αυτή (αναιρεσείουσα), φύτευσε στο επίδικο ακίνητο δύο λεμονιές και μία ροδιά, οι αναιρεσίβλητοι αντέδρασαν, πλην όμως δεν διευκρινίζει σε τι συνίστατο η αντίδρασή τους, ώστε να μπορεί να κριθεί, εάν επήλθε έκτοτε απώλεια της νομής του επιδίκου εκ μέρους της (αναιρεσείουσας) ή διακόπηκε με άλλο τρόπο η υπέρ αυτής διαδρομή του χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας, και

ζ) το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς μνεία συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, δηλαδή αναιτιολόγητα, ότι οι αναιρεσίβλητοι εξέφραζαν αντιρρήσεις και προσπαθούσαν να αποτρέψουν κάθε επιχειρούμενη εκ μέρους της (αναιρεσείουσας) επέμβαση στην επίδικη έκταση. Ακόμη, δεν διευκρινίζεται, εάν οι αντιρρήσεις αυτές ήταν προφορικές και με ποιο τρόπο προσπάθησαν να την αποτρέψουν, ήτοι, εάν άσκησαν οποιοδήποτε νόμιμο δικαίωμά τους ως φερόμενοι νομείς του επιδίκου με αποτέλεσμα της απώλεια της νομής αυτού εκ μέρους της (αναιρεσείουσας) ή την κατ' άλλο τρόπο διακοπή της διαδρομής του δικού της (αναιρεσείουσας) χρόνου χρησικτησίας. Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της επικαλούμενης πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Προσέτι, με το (μοναδικό) πρόσθετο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα καταλογίζει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την υπ' αρ. 8α του ίδιου άρθρου πλημμέλεια, διότι, όπως διατείνεται: Το Εφετείο δέχθηκε ότι απ' το 1991 στο επίδικο τμήμα πρόσβαση είχε μόνον αυτή (αναιρεσείουσα), ενώ οι αναιρεσίβλητοι δεν αποδείχθηκε ότι άσκησαν επ' αυτού εμφανείς πράξεις νομής απ' το έτος 1990 έως και το έτος 1997, ότι αυτή δεν είχε τη συνεχή φυσική εξουσία του επιδίκου άνω της εικοσαετίας, ότι από τα παραπάνω συνάγεται ότι (το Εφετείο) δέχεται πως άρχισε τουλάχιστον απ' το 1991 να χρησιδεσπόζει το επίδικο, ότι συνεπώς για να διακοπεί η διαδρομή της χρησικτησίας, ενόψει και των πιο πάνω παραδοχών, (το Εφετείο) δέχθηκε (εμμέσως πλην σαφώς) την απώλεια της νομής εκ μέρους της (αναιρεσείουσας) επί του επιδίκου.

Πλην όμως, όπως επίσης αιτιάται η αναιρεσείουσα, η απώλεια της νομής συνιστά ένσταση και τέτοιος ισχυρισμός των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) δεν προβλήθηκε από αυτούς, ούτε πρωτόδικα, ούτε στο δεύτερο βαθμό, ενώ αντίθετα ισχυρίσθηκαν ότι ουδέποτε αυτή (αναιρεσείουσα) απέκτησε τη νομή του επιδίκου. Ο πρόσθετος αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ενέχει αοριστία, αφού για το ορισμένο του περιεχομένου του δεν αρκεί η προειπωθείσα γενικολογία, αλλά έπρεπε να αναπτυσσόταν ο ισχυρισμός στα επί μέρους σημεία του, ήτοι, έπρεπε να εκτεθεί με συγκεκριμένο περιεχόμενο ο λόγος αναίρεσης και αυτό το συγκεκριμένο περιεχόμενο να είχε αποτελέσει το περιεχόμενο συγκεκριμένου λόγου έφεσης (ή πρόσθετου λόγου έφεσης), ώστε να αξιολογηθεί η δυνατότητα υπαγωγής του στην πρόβλεψη του άρθρου 559 αρ. 8α ΚΠολΔ, σύμφωνα με την αντίστοιχη νομική σκέψη.

VI. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου ή πρόσθετου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει:

1) Να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο προσθέτου λόγου και

2) να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (495§3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

Τέλος σημειώνεται, ότι οι αναιρεσίβλητοι, που δεν κατέθεσαν προτάσεις, εκπροσωπήθηκαν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 ΚΠολΔ και δεν υποβλήθηκε από αυτούς αίτημα επιδίκασης δικαστικών εξόδων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 8-3-2019 αίτηση αναίρεσης και το από 11-02-2020 δικόγραφο πρόσθετου λόγου.

Απορρίπτει την από 08-03-2019 αίτηση και το από 11-2-2020 δικόγραφο πρόσθετου λόγου της Μ. Ν. για αναίρεση της 28/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ