Legislator Case Law & Legislation
1300/2017 AI generated

1300/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1300/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κ. Φ. - Χ., Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1300/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σημειώνεται ότι στους πρώτη, δεύτερο, τέταρτο και έκτη των αναιρεσιβλήτων η επίδοση του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως έγινε διά θυροκολλήσεως, αντίγραφα δε του επιδοθέντος, διά θυροκολλήσεως, εγγράφου παραδόθηκε για μεν τους πρώτη, δεύτερο και έκτη των αναιρεσιβλήτων στα χέρια της Μ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1300 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1300/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κ. Φ. - Χ., Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Λ. του Ν., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Χ. του Ε., χας Σ. Χ. του Φ., ατομικά και ως κληρονόμου του ήδη θανόντος και αρχικά ενάγοντος Σ. Χ. του Φ., 2) Σ. Χ. του Σ. ατομικά και ως κληρονόμου του ήδη θανόντος και αρχικά ενάγοντος Σ. Χ. του Φ., κατοίκων ..., 3) Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Κ. Α. του Θ., κατοίκου ..., 5) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως υπεισελθόντος στις υποχρεώσεις της τέως ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", 6) Μ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., 7) Κ. Ι. του Ε., κατοίκου ... και 8) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 5ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 8η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2008 αγωγή των ήδη 1ης, 2ου και 3ου των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Σ. Χ. του Φ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και συνεκδικάστηκε με την από 20-9-2008 αγωγή της Ά. Σ. του Θ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, με την από 4-11-2008 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσείοντος και του Θ. Σ. του Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, καθώς και την από 4-1-2009 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2015 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-5-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και το 5ο και η 8η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κ. Φ. - Χ. διάβασε την από 11-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε α) την απόρριψη της από 10-5-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. …/2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 20/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου ως απαράδεκτης ως προς τους 4ο, 5ο, 6η, 7ο και 8η των αναιρεσιβλήτων και ως προς τους 1η και 2ο τούτων (αναιρεσιβλήτων) μόνον κατά το μέρος που στρέφεται κατ' αυτών ως κληρονόμων του αρχικώς πρώτου ενάγοντος Σ. Χ. και β) την παραδοχή του δευτέρου λόγου της κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων (υπό την αναφερόμενη παραπάνω διάκριση για τους δύο πρώτους εξ αυτών).

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για την συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. ... και .../9.9.2015, .../9.7.2015, .../7.7.2015, .../9.9.2015 και .../2.9.2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μυτιλήνης Ι. Γ., προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης από 10.5.2015 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκαν, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση, νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πρώτη, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, έκτη και έβδομο των αναιρεσιβλήτων για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 19.2.2016, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4.11.2016).

Σημειώνεται ότι στους πρώτη, δεύτερο, τέταρτο και έκτη των αναιρεσιβλήτων η επίδοση του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως έγινε διά θυροκολλήσεως, αντίγραφα δε του επιδοθέντος, διά θυροκολλήσεως, εγγράφου παραδόθηκε για μεν τους πρώτη, δεύτερο και έκτη των αναιρεσιβλήτων στα χέρια της Μ.

Χ., Υπαξιωματικού Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Μυτιλήνης, για δε τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων στα χέρια του Ι. Λ., Υπαξιωματικού Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Μήθυμνας Λέσβου (άρθρο 128 παρ. 4 περ. β' του Κ.Πολ.Δικ.), προσέτι δε έγγραφη ειδοποίηση απεστάλη, νομότυπα και εμπρόθεσμα, διά του ταχυδρομείου, από τον παραπάνω δικαστικό επιμελητή προς τους ως άνω αναιρεσιβλήτους (άρθρο 128 παρ. 4 περ.

γ' του Κ.Πολ.Δικ.). Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., δήλωση και εφόσον για την σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή τους, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ.

α' και γ' του Κ.Πολ.Δικ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδαφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/ 2014, ΑΠ 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/ 2014, ΑΠ 1715/2010). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ.

Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 849/2007). Εξ άλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, 1266/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου, με την πληττόμενη 20/2015 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 17-9-2007 και περί ώρα 17.00, ο Φ.

Χ., υιός των δύο πρώτων εναγόντων της πρώτης συνεκδικαζόμενης αγωγής, αδελφός του δεύτερου και εγγονός του τρίτου, οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του, μάρκας SUZUKI και με αυτή έβαινε επί της Εθνικής οδού Μυτιλήνης - Καλλονής με κατεύθυνση προς Καλλονή. Η ως άνω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 9,20 μέτρων, είναι ευθεία και άσφαλτος, ενώ την προαναφερόμενη χρονική στιγμή ήταν ξηρά, υπήρχε φωτισμός ημέρας, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και η ορατότητα και οι καιρικές συνθήκες καλές.

Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος των εναγομένων της ίδιας ως άνω αγωγής, Κ. Α., οδηγώντας το με αριθ. κυκλοφορίας ... ΕΙΧ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας, νομής και κατοχής του, το οποίο κατά το χρόνο του ατυχήματος ετύγχανε ασφαλισμένο για τις προς τρίτους αστική του ευθύνη στην δεύτερη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ...

στη θέση της οποίας υπεισήλθε λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, μετά την επέλευση του επιδίκου ατυχήματος, το ΝΠΙΔ με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, εκινείτο επί ανωνύμου παρόδου που οδηγεί προς το Κέντρο Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων και συνεργεία αυτοκινήτων, κάθετης στην ίδια ως άνω Εθνική Οδό, εξερχόμενος από αυτήν, είχε δε ο τελευταίος αυτός πρόθεση να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Καλλονή.

Στο σημείο όπου διασταυρώνεται με την ανωτέρω Ε.Ο. και στο δεξί άκρο της ανωτέρω οδού στην οποία κινείτο ο εναγόμενος υπάρχει δύο φορές σήμανση Ρ-2 (STOP) για υποχρεωτική διακοπή της πορείας σε οχήματα που σκοπεύουν να εισέλθουν στην ανωτέρω Ε.Ο. Σε κάθε περίπτωση, στις διασταυρώσεις εθνικών οδών με τις άλλες οδούς, προτεραιότητα ανήκει στους κινούμενους επί των εθνικών οδών.

Εν προκειμένω όμως επί της διασταυρώσεως της ως άνω Εθνικής οδού με ανώνυμη πάροδο, υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (ΣΤΟΠ) που υποχρεώνει τους επί της ανωνύμου παρόδου κινούμενους να διακόψουν την κίνηση του οχήματός τους πριν από την είσοδό τους στην ανωτέρω εθνική οδό και να παραχωρήσουν προτεραιότητα στα οχήματα τα οποία κινούνται σ' αυτήν.

Ο πρώτος των εναγομένων, αφού ακινητοποίησε αρχικά το όχημά του προ της ανωτέρω διασταυρώσεως, κατόπιν εισήλθε σιγά-σιγά στην Εθνική οδό, χωρίς επαρκή έλεγχο, προκειμένου να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Καλλονή, παραβιάζοντας την πινακίδα Ρ-2 (STOP) και καταλαμβάνοντας σχεδόν ολόκληρο το ρεύμα κυκλοφορίας προς Καλλονή δοθέντος ότι το πλάτος της Ε.Ο.

είναι 9,20 μέτρων με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση πλάτους 4,60 μέτρων και το όχημα είχε εισέλθει κάθετα σε μήκος 3,10 μέτρων εντός της διασταύρωσης, όπως προκύπτει από το από 17-9-2007 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του αρμοδίου Ανθυπαστυνόμου Τροχαίας Μυτιλήνης, τη στιγμή ακριβώς που είχε φτάσει ο Φ. Χ. στο ύψος της προμνησθείσας διασταυρώσεως, φράσσοντας κατ' αυτό τον τρόπο την πορεία του, με αποτέλεσμα η ως άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα να επιπέσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα της στο πλάγιο τμήμα του αυτοκινήτου και ειδικότερα στο ύψος της κολώνας της εμπρόσθιας αριστερής πόρτας του οδηγού, ο οδηγός αυτής δε να εκτοξευθεί και να πέσει βίαια στο οδόστρωμα στο ρεύμα πορείας από Καλλονή προς Μυτιλήνη.

Λόγω της σύγκρουσης η μοτοσυκλέτα εξετράπη προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούσθηκε με την αντιθέτως κινούμενη με αριθμό ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε η ενάγουσα Ά. Σ., η οποία εκτοξεύθηκε και επέπεσε στο οδόστρωμα. Όπισθεν της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε η Ά. Σ. εκινείτο το με αριθμό ...

ΕΙΧ αυτοκίνητο που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... ΑΕ", οδηγούμενο από τον Χ. Λ., με κατεύθυνση προς Μυτιλήνη, ο οποίος πρόλαβε και ακινητοποίησε το όχημά του, στη συνέχεια δε, το με αριθμό ... ΕΙΧ αυτοκίνητο που οδηγούσε η Μ. Λ. και εκινείτο όπισθεν του Χ.

Λ. με την ίδια κατεύθυνση προς Μυτιλήνη, επέπεσε επί του προπορευομένου οχήματος του Χ. Λ., το οποίο είχε στο μεταξύ ακινητοποιηθεί, όμως λόγω της ώθησης που δέχτηκε και λόγω του ότι δεν είχε ασφαλίσει το όχημά του με τη χρήση του χειρόφρενου, κινήθηκε εμπρός για περίπου δέκα μέτρα με αποτέλεσμα να πατήσει πάνω στο σώμα του Φ.

Χ. ο οποίος, ως προαναφέρθηκε, είχε εκτοξευθεί από τη μοτοσυκλέτα και κείτονταν επί του οδοστρώματος στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Μυτιλήνη και ο οποίος την ίδια ημέρα και ώρα 21.30 εξαιτίας των τραυμάτων που υπέστη, απεβίωσε.... Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά συνυπαίτιοι του εν λόγω ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του Φ.

Χ. είναι οι πρώτος και τρίτος εναγόμενοι της πρώτης αγωγής, οδηγοί των ζημιογόνων αυτοκινήτων, οι οποίοι δεν κατέβαλαν την προσοχή και την επιμέλεια που θα κατέβαλε κάθε συνετός οδηγός υπό τις ανάλογες περιστάσεις. Ειδικότερα, όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο, αυτός κινούμενος στην προαναφερομένη πάροδο, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή παραβιάζοντας την διπλή πινακίδα Ρ-2 (ΣΤΟΠ) που βρίσκονταν στην πορεία του στην οποία αρχικά ακινητοποίησε το όχημά του όμως κατόπιν ανεπαρκούς ελέγχου της κυκλοφορίας των κινουμένων οχημάτων επί της Ε.Ο.

εισήλθε σε αυτήν και κατέλαβε το ρεύμα κυκλοφορίας προς Καλλονή, στο οποίο εκινείτο η μοτοσυκλέτα χωρίς να ελέγξει επαρκώς και αποτελεσματικά εάν μπορούσε να πράξει αυτό με ασφάλεια και δίχως να αποτελέσει εμπόδιο για την κυκλοφορία των κανονικά κινουμένων οχημάτων από Μυτιλήνη προς Καλλονή, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνιδιαστικά στην πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, μη αφήνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο περιθώριο οποιασδήποτε αντίδρασης ή ενέργειας αποφευκτικού ελιγμού στον οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ο οποίος παρόλο που προέβη σε πέδηση του οχήματός του δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση, καθώς το όχημα του πρώτου εναγομένου, είχε εισέλθει κάθετα σε μήκος 3,10 μέτρων, όπως αποτυπώνεται στο από 17-9-2007 σχεδιάγραμμα του Ανθυπαστυνόμου Γ.

Α. και είχε καταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας από Μυτιλήνη προς Καλλονή. Περιστατικά οδηγούντα σε καταλογισμό συνυπαιτιότητας σε βάρος του θανόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας δεν αποδείχθηκαν, καθώς αυτός κινούμενος σύννομα στην ανωτέρω Ε.Ο. αντιλήφθηκε αιφνιδιαστικά το όχημα του πρώτου εναγομένου, το οποίο ήταν σε τέτοια θέση στο ρεύμα κυκλοφορίας του που δεν του επέτρεπε να αποφύγει τη σύγκρουση, παρά την πέδηση στην οποία προέβη, επιπλέον δε, δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών είχε αναπτύξει ταχύτητα ανώτερη της επιτρεπομένης στο σημείο σύγκρουσης, η οποία ενόψει του ως άνω αυτοκινητόδρομου ταχείας κυκλοφορίας προσδιορίζεται για επιβατηγά και μοτοσυκλέτες άνω των 125 κ.ε., ως εν προκειμένω, σε 120 χιλιόμετρα ανά ώρα.

Συνυπαίτιος είναι και ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος επέδειξε αμέλεια και έλλειψη προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και δεν ασφάλισε το όχημά του, το οποίο ήταν ακινητοποιημένο, με τη χρήση του χειρόφρενου, αφήνοντας δε το πεντάλ του φρένου, όπως ο ίδιος κατέθεσε εξεταζόμενος ανωμοτί ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ώστε όταν το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Μ.

Λ. επέπεσε στο οπίσθιο μέρος του οχήματός του, το τελευταίο τέθηκε σε κίνηση προς τα εμπρός για περίπου 10 μέτρα, με αποτέλεσμα να περάσει πάνω από το σώμα του Φ. Χ.. Ο ισχυρισμός που πρόβαλε ο εναγόμενος Χ. Λ. ότι ο θανών συνετέλεσε στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του διότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος (ένσταση 300 ΑΚ) και που επαναφέρεται με λόγο έφεσης είναι απορριπτέος, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο θανών φορούσε προστατευτικό κράνος.

Με την με αριθμ. 884/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης στην σχετική ποινική δίκη ο πρώτος εναγόμενος οδηγός Κ. Α. κηρύχθηκε ένοχος για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος της Ά. Σ.... και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 29 μηνών, την απόφαση δε αυτή το δικαστήριο κρίνει ελευθέρως, συνεκτιμώντας την με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ως δικαστικό τεκμήριο.

Το πρωτοβάθμιο, επομένως, δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε συνυπαίτιους της ένδικης σύγκρουσης τον πρώτο και τρίτο εναγόμενους Κ. Α. και Χ. Λ., ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον σχετικό λόγο της έφεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι αβάσιμα και απορριπτέα....

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένη Μ. Λ. οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου παρεμπιπτόντως εναγομένου, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και κινούμενη όπισθεν του με αριθμό κυκλοφορίας ...

αυτοκινήτου που οδηγούσε ο προσεπικαλών, δεν τηρούσε την αναγκαία και ικανή απόσταση για την αποφυγή σύγκρουσης από όχημα προπορευόμενο του δικού της, ούτως ώστε να είναι σε θέση να αποφύγει τη σύγκρουση σε περίπτωση κατά την οποία το προπορευόμενο όχημα μειώσει ξαφνικά την ταχύτητά του ή διακόψει την πορεία του, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να το ακινητοποιήσει και να επιπέσει επ' αυτού, κατόπιν τούτου αυτό ωθούμενο και μη έχοντας ασφαλίσει με τη χρήση χειρόφρενου, ως ανωτέρω αναπτύχθηκε, να τεθεί σε κίνηση επί 10 περίπου μέτρα και να παρασύρει περαιτέρω το σώμα του Φ.

Χ., τραυματίζοντάς τον πέραν των ήδη υφισταμένων τραυμάτων του. Η ευθύνη της παρεμπιπτόντως εναγομένης Μ. Λ. για την πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του Φ. Χ. είναι σε ποσοστό 75% στις μεταξύ τους σχέση με τον παρεμπιπτόντως ενάγοντα Χ. Λ.. Επομένως, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στους παρεμπιπτόντως ενάγοντες, εις ολόκληρον έκαστος, ποσοστό 75% κάθε ποσού, κεφαλαίου, τόκων και δικαστικής δαπάνης που θα υποχρεωθούν αυτοί να καταβάλουν στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, το ποσοστό δε υπαιτιότητας του παρεμπιπτόντως ενάγοντος Χ.

Λ. θα κριθεί στη δίκη περί αναγωγής μεταξύ αυτού του ιδίου και του Κ. Α., εναγομένων της από 23-7-2008 κύριας αγωγής...". Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., του ν. ΓΠΝ/1911 και του ν. 2696/1999 και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις και διέλαβε επαρκή αιτιολογία τόσο ως προς την συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των πρώτου και τρίτου των κυρίως εναγομένων της από 23.7.2008 κυρίας αγωγής Κ. Α. και Χ. Λ., αντίστοιχα, όσο και ως προς την, κατά ποσοστό 75%, ευθύνη της πρώτης παρεμπιπτόντως εναγομένης της από 4.1.2009 παρεμπίπτουσας αγωγής Μ.

Λ., εν σχέσει με τον πρώτο παρεμπιπτόντως ενάγοντα Χ. Λ., συνισταμένη σε ό,τι λεπτομερώς ανωτέρω περιγράφεται, αναγνωρίζοντας ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στους παρεμπιπτόντως ενάγοντες, έκαστος εις ολόκληρον, το 75% κάθε ποσού που θα υποχρεωθούν οι τελευταίοι να καταβάλουν στους ενάγοντες της κυρίας από 23.7.2008 αγωγής, κρίνοντας περαιτέρω ότι το ποσοστό υπαιτιότητας του πρώτου παρεμπιπτόντως ενάγοντος Χ.

Λ. θα κριθεί στην δίκη περί αναγωγής μεταξύ αυτού και του Κ. Α. (εναγομένων, κατά τα προεκτεθέντα, της από 23.7.2008 κυρίας αγωγής). Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, ότι δεν διευκρινίζεται, α) εάν ο πρώτος αναιρεσείων Χ. Λ. είχε το χρονικό περιθώριο να προβεί στην ασφάλιση του οχήματός του με την χρήση του χειρόφρενου, β) σε πόση απόσταση επί του οδοστρώματος ευρίσκετο το σώμα του ως άνω θανασίμως τραυματισθέντος όταν το όχημα του πρώτου αναιρεσείοντος ακινητοποιήθηκε χωρίς να τον κτυπήσει, γ) για ποιο λόγο ο πρώτος αναιρεσείων άφησε το πεντάλ του φρένου και δ) δεν αιτιολογείται η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι το όχημα του πρώτου αναιρεσείοντος, λόγω της ωθήσεως, κινήθηκε προς τα εμπρός σε απόσταση 10 μέτρων, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του Κ.Πολ.Δικ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Εξάλλου, ως έγγραφα, με την έννοια των αναφερόμενων στα άρθρα 339 και 432 του Κ.Πολ.Δικ. ως αποδεικτικών μέσων, δεν θεωρούνται τα διαδικαστικά, όπως είναι λ.χ. τα πρακτικά της δίκης ή οι εισηγητικές εκθέσεις, που περιέχουν τις μαρτυρικές καταθέσεις. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, κατ' ορθή εκτίμησή του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της χωρίς όρκο καταθέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκληθείσα (22/2012) πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του ως άνω δικαστηρίου. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον τα περιέχοντα την επίμαχη χωρίς όρκο κατάθεση πρακτικά είναι διαδικαστικό έγγραφο της παρούσας δίκης και δεν είναι έγγραφα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διατάξεως (ΑΠ 5/2011, ΑΠ 1412/2010).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, πέμπτου και όγδοης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ για τους υπόλοιπους αναιρεσιβλήτους που ερημοδίκησαν δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα, καθ' όσον δεν υποβλήθηκαν σ' αυτά, ούτε, βέβαια, υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016, ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.5.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2015 αίτηση για αναίρεση της 20/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων πέμπτου και όγδοης των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τον καθένα. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ