1300/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2982/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5339/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-11-2009 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1300/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, ον ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1300 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1300/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων :1.Ε. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Πατρινού και κατέθεσε προτάσεις, 2. Φ. θυγ. Ν. Γ. συζ. Π. Κ., ( ενεργούσα ατομικώς αλλά και ως καθολικής διαδόχου του θανόντος συζύγου της Π. Κ.) κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πατρινό, και κατέθεσε προτάσεις
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Γ. του Δ., κατοίκου ... και 2. Δ. Π. του Ι., συζ. Κ. Γ. , κατοίκου ..., οι οποίοι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2982/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5339/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-11-2009 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 331/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, που έκρινε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 23-12-2013 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός, ανέγνωσε την από 26-1-2011 έκθεσή της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ιωάννας Λούκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως αναφορικώς με τον πρώτο αναιρεσείοντα και την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως για τους λοιπούς.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως τους και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, ον ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 11405Β και 11406Β/27-1-2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θ. Π., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, η δεύτερη των οποίων συνεχίζει τη δίκη και ως υπεισελθούσα στη δικονομική θέση του αποβιώσαντος συζύγου της Π.
Κ., τρίτου των αρχικώς αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο της από 23- 12-2013 αίτησης- κλήσης των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων για επανάληψη της δίκης επί της 1235/20-11-2009 αίτησης αναίρεσης, που διακόπηκε βιαίως με τον θάνατο του προαναφερθέντος τρίτου αναιρεσείοντος, και ορισμό νέας δικασίμου, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού ως δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους με την επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα πληρεξούσιου δικηγόρου των ως άνω καλούντων αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν την συζήτηση.
Επίσης, από τις υπ' αρ. 7730 και 7731/9-4-2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Κ. προκύπτει ότι επιδόθηκε στους εν λόγω αναιρεσίβλητους η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης. Οι αναιρεσίβλητοι όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο.
Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών.
Με την κρινόμενη 1235/20-11-2009 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5339/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, αλλά και η πρωτόδικη 2982/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την 3614/2007 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν, ότι αυτοί και οι εναγόμενοι - αρχικοί αναιρεσείοντες είναι κύριοι οριζόντιων ιδιοκτησιών πολυώροφης οικοδομής, που διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3741/1929, και ότι σι τελευταίοι έχουν προβεί στις διαλαμβανόμενες στην αγωγή αυθαίρετες μεταβολές και προσθήκες σε κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους του ακινήτου, που παρακωλύουν τη χρήση τους από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες. Ζήτησαν δε την άρση της προσβολής των δικαιωμάτων τους και την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 2982/2008 απόφασή του, που εκδόθηκε ερήμην των εναγομένων, δέχθηκε την αγωγή, πλην του αιτήματος για καταδίκη των εναγομένων στην προκαταβολή ποσού 6.000 ευρώ, που απαιτείται για την επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση, το οποίο απορρίφθηκε ως αόριστο.
Κατ' αυτής άσκησαν οι τρεις αναιρεσείοντες την 11953/2008 έφεση. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, αφού έκρινε ότι, ως προς τους δεύτερη και τρίτο των εκκαλούντων (Φ. Γ. και Π. Κ.) και ως προς τα κεφάλαια, κατά τα οποία η αγωγή στρεφόταν κατ' αυτών και έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που τους υποχρέωσε να απομακρύνουν κινητά πράγματα από την κεντρική είσοδο του κλιμακοστασίου και από το δώμα, δεν περιέχεται στο δικόγραφο της έφεσης οποιαδήποτε αιτίαση για νομικό ή πραγματικό σφάλμα, με συνέπεια την αοριστία αυτής, στη συνέχεια εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ως προς τον πρώτο εκκαλούντα - ήδη πρώτο αναιρεσείοντα και κατά τα εκκληθέντα κεφάλαια αυτής, και περαιτέρω δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως προς αυτόν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: < Οι διάδικοι είναι κύριοι χωριστών οριζοντίων ιδιοκτησιών στην τριώροφη οικοδομή, που βρίσκεται στη ..., επί της οδού ..., αποτελούμενη από ισόγειο, πρώτο, δεύτερο πάνω από το ισόγειο ορόφους και δώμα.
Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. της υπ' αριθμ 1 οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) του Β' ορόφου κα του 1/3 εξ αδιαιρέτου μιας αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας του δώματος (αποθήκης), επιφανείας 5,00 τμ, τις οποίες οριζόντιες ιδιοκτησίες) απέκτησαν, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, με το υπ' αριθμ ...
πωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Μαρίας Κλωνάρη-Χατζησταύρου, που νόμιμα μεταγράφτηκε, κατόπιν αγοράς από την αδελφή του εναγομένου, Ι. Γ., συζ. Β. Π.. Με το ίδιο συμβόλαιο οι ενάγοντες απέκτησαν, κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου και το 1/3 του δικαιώματος ανέγερσης μελλοντικών ορόφων πάνω από το δώμα. Ο εναγόμενος είναι κύριος της υπ' αριθμ 1 αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισογείου.
μιας αποθήκης στον ακάλυπτο χώρο, που αποτελεί και αυτή οριζόντια ιδιοκτησία, μικτής επιφανείας 20τμ και του 1/3 εξ αδιαιρέτου της αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας του δώματος. Οι ιδιοκτησίες αυτές. καθώς και ποσοστό 1/3 του δικαιώματος ανέγερσης περαιτέρω ορόφων πάνω από το δώμα του δευτέρου ορόφου, περιήλθαν στον εναγόμενο, κατά δικαίωμα ψιλής κυριότητας, λόγω γονικής παροχής της μητέρας του, Α.
Τ., με το υπ' αριθμ ... συμβόλαιο της συμ/φου Περιστερίου Αικατερίνης Παπασπυροπούλου, που νόμιμα μεταγράφτηκε, κατά δε πλήρη κυριότητα, λόγω θανάτου, στις 6.10.1989, της επικαρπώτριας μητέρας του. Η ως άνω τριώροφη οικοδομή υπήχθη νόμιμα στο καθεστώς της κάθετης και οριζόντιας ιδιοκτησίας, με την υπ' αριθμ ...
πράξη σύστασης συνιδιοκτησίας του συμβ/φου Αθηνών Ε. Ζ. που νόμιμα μεταγράφηκε και την υπ' αριθμ ... πράξη τροποποίησης και σύστασης μερικότερων οριζοντίων ιδιοκτησιών της συμβ/φου Αθηνών Αικατερίνης Παπασπυροπούλου, που νόμιμα επίσης μεταγράφτηκε. Τα ανωτέρω συνομολογούνται από τους διαδίκους. Η τριώροφη οικοδομή, η οποία αποτελεί κάθετη ιδιοκτησία, δυνάμει της ως άνω υπ' αριθμ ...
πράξης σύστασης συνιδιοκτησίας, οικοδομήθηκε από τη μητέρα του εναγομένου και δικαιοπάροχο αυτού, σύμφωνά με την υπ' αριθμ. ... άδεια της Πολεοδομίας Γλυφάδας και τα συνημμένα σ' αυτή διαγράμματα και επ' αυτής συνέστησε, με την υπ' αριθμ ... συμβολαιογραφική πράξη, τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, καθώς και την οριζόντια.
ιδιοκτησία του πρώτου ορόφου, που ανήκει, κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου, στη Φ. Γ. και το• σύζυγό της Π. Κ. (αδελφή και γαμβρό του εναγομένου, αντίστοιχα). Η οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου από τη συστατική πράξη, αλλά και την πολεοδομική άδεια και τα συνημμένα σ' αυτές διαγράμματα, προβλέπεται ως κατάστημα και ως τέτοιο αναφέρεται και στον τίτλο κτήσεως του εναγομένου.
Έχει μικτή επιφάνεια 76,70 τμ και αποτελείται από έναν ενιαίο χώρο,wc, κουζίνα και πατάρι, επιφανείας 40 τμ. Έμπροσθεν αυτού (καταστήματος), στην πρόσοψη του ακινήτου στην οδό ... (δυτικά) και στο ίδιο επίπεδο με το δάπεδό του, υπάρχει ακάλυπτος χώρος, που αποτελεί την πρασιά της οικοδομής, επιφανείας 40 τμ, περίπου.
Στην πρόσοψη επί της ως άνω οδού υπάρχουν δύο είσοδοι, μία προς τον ανωτέρω ακάλυπτο χώρο (πρασιά) και την κύρια είσοδο του καταστήματος και άλλη προς τη νότια πλευρά του οικοπέδου, που οδηγεί, μέσω νοητού διαδρόμου που ξεκινά από την πρόσοψη του ακινήτου στην οδό διασχίζει κάθετα την πρασιά και συνεχίζει στον προς νότο πλαϊνό ακάλυπτο χώρο, στην κεντρική είσοδο της οικοδομής, αλλά και προς τον, πίσω ακάλυπτο χώρο.
όπου βρίσκεται η οριζόντια ιδιοκτησία (αποθήκη) του εναγομένου. Από 1.12.1988 μέχρι 26.5.1998 το κατάστημα ήταν μισθωμένο στην Α. Μ., η οποία το χρησιμοποίησε για την εγκατάσταση και λειτουργία παιδικού σταθμού με τον διακριτικό τίτλο "Χ." (βλ υπ' αριθμ ... βεβαίωση του Τμήματος Εποπτείας και Ελέγχου, Τομέα Νότιας Αθήνας, Δ /νση Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχίας Αθηνών.
Μετά τη λύση της μίσθωσης και την μετεγκατάσταση της επιχείρησης της μισθώτριας σε άλλο μίσθιο επί της οδού ..., στην ίδια περιοχή της Γλυφάδας, αλλά και μετά την αγορά και την εγκατάσταση, στις 15.3.1998, των εναγόντων στο διαμέρισμά τους. ο εναγόμενος μετέβαλε τη χρήση της ισόγειας οριζόντιας ιδιοκτησίας του από κατάστημα σε διαμέρισμα και την χρησιμοποιεί έκτοτε ως κατοικία του.
Στα πλαίσια της ως άνω αλλαγής χρήσης της ιδιοκτησίας του (που δεν αποτελεί εν προκειμένω αντικείμενο της δίκης) και για την εξυπηρέτηση των αναγκών του, προέβη στις ακόλουθες επεμβάσεις σε κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής. Συγκεκριμένα, στον πίσω ακάλυπτο χώρο και στο ύψος του παταριού του καταστήματος, σε πρωτότοιχο της οικοδομής.
μετέτρεψε δύο παράθυρα του καταστήματος σε μπαλκονόθυρες, ύψους 2,70μ Περίπου και πλάτους 1,40 μ και μπροστά απ' αυτές και σε ύψος 3,00 μ περίπου από το έδαφος, κατασκεύασε ξύλινο εξώστη, διαστάσεων 3,ΟΟμ Χ 1,60 μ, ο οποίος εφάπτεται της οικοδομής και στηρίζεται σε ξύλινες κολόνες, στερεωμένες στο έδαφος. Στην εμπρόσθια όψη του καταστήματος, επί της οδού ..., καθώς και στην πλαϊνή νότια πλευρά του και σε ύψος 3,00μ περίπου από το έδαφός, κατασκεύασε κεραμοσκεπή ξύλινα στέγαστρα, τα οποία εφάπτονται των εξωτερικών τοίχων του καταστήματος και στηρίζονται σε ξύλινες κολόνες που είναι στερεωμένες στο έδαφος του ακαλύπτου χώρου.
Το μπροστινό στέγαστρο εκτείνεται σε όλο το μήκος της πρόσοψης του καταστήματος και έχει διαστάσεις 695 μ Χ 2,00 μ, ενώ οι διαστάσεις του πλαϊνού στεγάστρου είναι 3,90 μ Χ 1,50μ και φθάνει μέχρι την κεντρική είσοδο της οικοδομής. Στον πλάγιο ακάλυπτο χώρο, όπου βρίσκεται η κεντρική είσοδος της οικοδομής, έχει κατασκευάσει απέναντι απ' αυτή , σε χαμηλό ύψος, χαμηλότερο από το ύψος της κεντρικής εισόδου και σ' απόσταση 1,50 μ περίπου απ' αυτή, πέργκολα με ξύλινες και μεταλλικές διατομές στραντζαριστής λαμαρίνας, διαστάσεων 8,20μ.
Χ2,2Ομ, που παρεμποδίζει την ασφαλή διέλευση προσώπων και πραγμάτων προς την κύρια είσοδο και τους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους της οικοδομής. Στον πίσω ακάλυπτο χώρο, όπου κατά τα προεκτεθέντα, έχει κατασκευάσει ξύλινο εξώστη και όπου βρίσκεται βοηθητικό κτίσμα (αποθήκη), ιδιοκτησίας του, κατασκεύασε μπροστά από τον ξύλινο εξώστη και σε επαφή με το βοηθητικό κτίσμα, μεταλλικό σταθερό στέγαστρο, με τέντα, διαστάσεων 2,80μ Χ 3,10 μ και χρησιμοποιεί τον κάτω από το στέγαστρο χώρο για την τοποθέτηση άχρηστων υλικών (ξύλινες ρόδες άχρηστα πλαστικά δοχεία, ξύλα κλπ).
Οι ως άνω κατασκευές εμφαίνονται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, αλλά προκύπτουν και από την υπ' αριθμ ... έκθεση αυτοψίας των αρμοδίων υπαλλήλων της Δ/νσης Πολεοδομίας του Δήμου Γλυφάδας, καθώς και από την από Φεβρουαρίου 2007 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Σ. Χ.. Αλλωστε και ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί την κατασκευή τους, αλλά αντιλέγει μόνο ως προς το χρόνο που αυτές έγιναν.
Οι παραπάνω κατασκευές παραβλάπτουν ουσιωδώς το δικαίωμα των εναγόντων στη χρήση των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, αλλά και το δικαίωμά τους για εμφάνιση του όλου οικοδομήματος κατά τρόπο που προσήκει στην αισθητική και αρχιτεκτονική κατασκευή του. Ειδικότερα. ο εναγόμενος με την κατασκευή του ξύλινου εξώστη και του στεγάστρου στον πίσω ακάλυπτο χώρο, τα κεραμοσκεπή στέγαστρα προς την πρασιά και τον πλαϊνό ακάλυπτο χώρο, κατέλαβε κοινόχρηστους χώρους, καθ' υπέρβαση των ορίων της συνιδιοκτησίας και μετέβαλε τον προορισμό τους από ακάλυπτο χώρο σε στεγασμένο, αποκλείοντας έτσι τους ενάγοντες από την κατά προορισμός χρήση τους.
Παράλληλα, δε, οι κατασκευές αυτές, καθώς και η μετατροπή των δύο παραθύρων στο μεσοπάτωμα (πατάρι) της ιδιοκτησίας του σε μπαλκονόθυρες, διαταράσσουν την αισθητική ισορροπία του όλου κτιρίου, διότι βρίσκονται σε δυσαρμονία με την αρχιτεκτονική κατασκευή του και τον περιβάλλοντα χώρο του και προκαλούν την υποβάθμισή του.
Περαιτέρω, η μεταλλική πέργκολα στον πλάγιο ακάλυπτο χώρο, λόγω της θέσης της πλησίον της κεντρικής εισόδου της πολυκατοικίας και του χαμηλού ύψους της παρεμποδίζει ουσιωδώς την ασφαλή διέλευση και χρήση του ακαλύπτου αυτού χώρου. Επομένως, οι ανωτέρω επεμβάσεις, ως βλαπτικές για τα δικαιώματα των εναγόντων, είναι παράνομες και οφείλει ο εναγόμενος να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση, με την καθαίρεσή τους και την επαναφορά των μπαλκονοθυρών σε παράθυρα.
Ο εναγόμενος. πέραν των ανωτέρω, στον πλάγιο ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, πλησίον της κεντρικής εισόδου, διατηρεί μόνιμα σταθμευμένο ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, χωρίς πινακίδες κυκλοφορίας, σκεπασμένο με κουκούλα, ενώ στον ίδιο ακάλυπτο χώρο σταθμεύει, συστηματικά και μόνιμα, την υπ' αριθμ. ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα του, έτσι ώστε μόνιμα να καταλαμβάνει κοινόχρηστο χώρο, αποκλείοντας τους ενάγοντες από τη χρήση του. Στα διαγράμματα, με βάση τα οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ ... οικοδομική άδεια του κτιρίου, προβλέπεται μεν η δημιουργία τριών θέσεων στάθμευσης στον ανωτέρω πλάγιο ακάλυπτο χώρο, πλην όμως δεν περιλήφθηκε τέτοια ρύθμιση στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο εναγόμενος δέχεται, επικαλούμενος μόνο την πρόβλεψη των θέσεων στάθμευσης στα σχέδια που κατατέθηκαν στην Πολεοδομία Γλυφάδας και επομένως, ο εναγόμενος δεν αντλεί δικαίωμα στάθμευσης στον ακάλυπτο χώρο από τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Ως προς τις προεκτεθείσες μεταβολές και προσθήκες, οι οποίες κρίθηκαν πολεοδομικά αυθαίρετες, ο εναγόμενος ισχυρίζεται με την έφεσή του, προς αντίκρουση της αγωγής, ότι έχουν νομιμοποιηθεί και κατά συνέπεια είναι νόμιμες, αλλά και ότι υπήρχαν ήδη από παλιά, όταν η ισόγεια ιδιοκτησία του χρησιμοποιείτο ως παιδικός σταθμός, για τις ανάγκες του οποίου και έγιναν και ότι, όταν οι ενάγοντες αγόρασαν το διαμέρισμά τους, υπήρχαν ήδη αυτές και τις αποδέχθηκαν. 'Οπως όμως, έχει ήδη προαναφερθεί, οι ανωτέρω κατασκευές έγιναν μετά τη μετεγκατάσταση του λειτουργούντος στο ισόγειο παιδικού σταθμού Χ., αλλά και μετά την εγκατάσταση των εναγόντων στο διαμέρισμά τους.
Όσο λειτουργούσε στο ισόγειο ο παιδικός σταθμός, πέρα ενδεχομένως από την τοποθέτηση στον μπροστινό ακάλυπτο χώρο κάποιων κατάλληλων για νήπια εγκαταστάσεων (όπως κούνιες. κλπ), δεν είχε γίνει καμία από τις ανωτέρω επεμβάσεις, πράγμα που προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες που απεικονίζουν το ισόγειο και τον περιβάλλοντα χώρο όταν σ' αυτό λειτουργούσε ο παιδικός σταθμός Χ..
Οι ως άνω κατασκευές έγιναν από τον εναγόμενο όταν, κατά τα άνω, μετέβαλε τη χρήση του ισογείου από κατάστημα σε κατοικία. για την εξυπηρέτηση της χρήσης αυτής. Επομένως. δεν υπήρχαν όταν οι ενάγοντες αγόρασαν το διαμέρισμά τους. Σε κάθε δε περίσταση, οι ενάγοντες δεν συναίνεσαν στην κατασκευή τους ή στη διατήρησή τους, αφού αμέσως μετά την αγορά, κατ' επανάληψη, ζήτησαν από τον εναγόμενο την καθαίρεσή τους και την απόδοση στην κοινή χρήση των ανωτέρω κοινοχρήστων χώρων, πράγμα που είχε ως συνέπεια να εκτραχυνθούν οι σχέσεις τους, οποίες μέχρι σήμερα παραμένουν οξυμένες, όχι μόνο λόγω της ένδικης διαφοράς, αλλά και για άλλες διαφορές από τη σχέση της οροφοκτησίας (κεντρική θέρμανση, μόνωση ταράτσας κλπ).
Περαιτέρω, οι ανωτέρω αυθαίρετες κατασκευές (κεραμοσκεπή στέγαστρα, μπαλκονόπορτες, εξώστης και πέργκολες), αντίθετα με τα όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος στην έφεσή του, δεν έχουν νομιμοποιηθεί (βλ. υπ' αριθμ ... και ... έγραφα της Πολεοδομίας Γλυφάδας). Εξάλλου, η από πολεοδομική άποψη νομιμοποίηση ή μη των κατασκευών αυτών δεν ασκεί έννομη επιρροή και αλυσιτελώς προβάλλεται σε κάθε περίπτωση, από τον εναγόμενο η νομιμοποίησή τους, διότι η απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, να ενεργεί κατασκευές στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής που είναι αντίθετες στο ν. 3741/1929, στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον κανονισμό (όταν υπάρχει), δεν αίρεται από την κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις νομιμοποίηση των κατασκευών και ούτε νομιμοποιούνται, οι κατασκευές αυτές έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, όταν με αυτές βλάπτονται, όπως εν προκειμένω, τα δικαιώματα των τελευταίων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος, μετά. τη διενέργεια αυτοψίας από την πολεοδομία στο ακίνητο και την κοινοποίηση σ' αυτόν της υπ' αριθμ. 61/18.10.2007 έκθεσης αυτοψίας, με την από 14.11.2007 εξώδικη δήλωσή του προς τους ενάγοντες, δήλωσε σ' αυτούς ότι συμφωνεί στην κατεδάφιση τους, και ότι δεν προτίθεται να καταβάλει οποιοδήποτε πρόστιμο για τη διατήρησή τους, αποδεχόμενος έτσι ότι είναι παράνομες (βλ.
προσκομιζόμενη εξώδικη δήλωση με τη σχετική επισημείωση επίδοσης προς τους ενάγοντες του δικ. επιμελητή Β. Κ.). Στη συνέχεια, από τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3741/1929 προκύπτει ότι αν δεν υπάρχει κανονισμός που να ρυθμίζει τις σχέσεις των συνιδιοκτητών, η διοίκηση και διαχείριση της κοινωνίας ανήκει σε όλους από κοινού τους συνιδιοκτήτες (παμψηφία) και δεν εφαρμόζεται το άρθρο 789 εδ α ΑΚ.
που ορίζει ότι η διοίκηση και διαχείριση του κοινού μπορεί να γίνει από την πλειοψηφία, καθόσον οι διατάξεις του ν. 3741 /1929 ως ειδικότερες κατισχύουν των άρθρων 785 επομ ΑΚ.
Συνεπώς, οι ανωτέρω επεμβάσεις στα κοινόχρηστα μέρη, εφόσον δεν υπάρχει κανονισμός, μπορούσαν να γίνουν μόνο με τη συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών και όχι με απόφαση της πλειοψηφίας αυτών, τα δε αντίθετα που υποστηρίζει ο εναγόμενος με την έφεσή του, ότι, δηλαδή, αυτός και οι συνεναγόμενοί του (Φ. Γ. κα.
Π. Κ.) αποτελούν πλειοψηφία και συμφωνούν μεταξύ τους ως προς τις ανωτέρω επεμβάσεις, είναι αβάσιμα. Επομένως. η αγωγή κατά τα σχετικά με τα ως άνω αιτήματα είναι κατ' ουσία βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή. Περαιτέρω, αποδείχθηκαν και τα εξής: Ο εναγόμενος πλακόστρωσε τμήμα της προς την οδό πρασιάς, που βρίσκεται έμπροσθεν του καταστήματός του.
κάτω από το κεραμοσκεπές στέγαστρο της πρόσοψης, επιφανείας 13,90 τμ (6,95μ Χ 2,ΟΟμ), όση είναι και η επιφάνεια του στεγάστρου. ενώ μεταξύ του έμπροσθεν του καταστήματος ακαλύπτου χώρου (πρασιάς) και του πλαϊνού προς νότο μέρος του, μέσω του οποίου γίνεται η προσπέλαση προς την κεντρική είσοδο και τον πίσω ακάλυπτο χώρο, φύτεψε σε συστοιχία διάφορα φυτά.
Οι ενέργειες αυτές δεν παραβλάπτουν τα δικαιώματα των εναγόντων, διότι η πλακόστρωση του ως άνω τμήματος του ακάλυπτου χώρου δεν παρεμποδίζει τους ενάγοντες από τη χρήση του. όπως αυτοί υποστηρίζουν ούτε παραβλάπτει, λαμβάνοντας υπόψη και τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. κάποιο άλλο δικαίωμα των εναγόντων, αφού πρόκειται για μικρή επιφάνεια στην πρόσοψη της οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισογείου.
η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είναι στο ίδιο ύψος με το έδαφος και με αυτή προστατεύεται όχι μόνο η ιδιοκτησία του, αλλά και τα θεμέλια όλου του κτιρίου από την υγρασία που μπορεί ναι προκληθεί από νερά της βροχής ή από το πότισμα του κήπου. Η συστοιχία, δε, των φυτών δεν καλύπτει όλη την πλευρά προς τον πλαϊνό ακάλυπτο χώρο, αλλά στο σημείο που πλησιάζει στο κτίριο υπάρχει άνοιγμα, ικανού πλάτους, μέσω του οποίου οι ενάγοντες έχουν τη δυνατότητα να εισέρχονται στον μπροστινό ακάλυπτο χώρο (πρασιά).
Εξάλλου, πρόσβαση έχουν οι ενάγοντες και από την είσοδο στην πρόσοψη του οικοπέδου, που οδηγεί, κατά τα προαναφερθέντα, απευθείας στο χώρο αυτό.
Συνεπώς, η συστοιχία των φυτών δεν τους παρεμποδίζει στη χρήση του μπροστινού ακαλύπτου χώρου, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν, πέραν του ότι η ύπαρξη των φυτών αναβαθμίζει και αισθητικά την οικοδομή. Επομένως, η αγωγή κατά τα σχετικά αιτήματα, ήτοι της καθαίρεσης της ανωτέρω πλακόστρωσης και απομάκρυνσης των φυτών είναι κατ' ουσία αβάσιμη".
Και υπό τις παραδοχές αυτές δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο- πρώτο αναιρεσίβλητο 1) να επαναφέρει τα δύο προς τον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής ανοίγματα της υπ' αρ. 1 ισόγειος οριζόντιας ιδιοκτησίας του στην επίδικη πολυώροφη οικοδομή στην προηγούμενη κατάσταση (από μπαλκονόθυρες σε παράθυρα), σύμφωνα με τις κατόψεις της πολεοδομικής άδειας και τις κατόψεις που προσαρτήθηκαν στην ...
πράξη της συμβ/φου Αθηνών Αικατερίνης Παπασπυροπούλου, 2) να καθαιρέσει τον ξύλινο εξώστη, που βρίσκεται στον Πίσω ακάλυπτο χώρο της ανωτέρω οικοδομής, σε συνέχεια της ιδιοκτησίας του, διαστάσεων 1,60 μ. Χ 3,00 μ., 3) να καθαιρέσει τα ξύλινα κεραμοσκεπή στέγαστρα, που βρίσκονται στην πρόσοψη της οικοδομής και στον προς νότο πλάγιο ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, διαστάσεων 6,95 μ.
Χ 2,00 μ. και 3,90 μ. Χ 1,50 μ., αντίστοιχα, 4) να απομακρύνει την πέργκολα που βρίσκεται στον νότιο πλάγιο ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, απέναντι από την κεντρική είσοδό της, διαστάσεων 8,20 μ. Χ 2,20 μ., καθώς και το μεταλλικό σταθερό στέγαστρο, διαστάσεων 2,80 μ. Χ 3,10 μ., που βρίσκεται στον πίσω ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, μπροστά από τον ξύλινο εξώστη, σε επαφή με την εκεί υπάρχουσα αποθήκη του, επιτρέποντας στους ενάγοντες να προβούν, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του εναγομένου προς τις ως άνω διατάξεις, στις ανωτέρω πράξεις με δαπάνες του τελευταίου, και 5) να παραλείπει να σταθμεύει το χωρίς πινακίδες Ι.Χ.Ε αυτοκίνητό του και την μοτοσικλέτα του στον πλαϊνό ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, απειλώντας κατ' αυτού για την περίπτωση παράβασης της τελευταίας διάταξης προσωπική κράτηση 10 ημερών και χρηματική ποινή 500 ευρώ.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία δεν κάνει καμία διάκριση, σαφώς προκύπτει ότι αναίρεση συγχωρείται αδιαφόρως εάν το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αποφάσισε για την ουσία της υπόθεσης ή δεν εισήλθε στην εξέταση αυτής για τυπικούς λόγους, επιτρεπόμενη σε κάθε μια περίπτωση, εφόσον συντρέχει κάποιος νόμιμος λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 559 ή 560 ΚΠολΔ, ο οποίος αφορά το περιεχόμενο της εκάστοτε, αντιστοίχως, απόφασης.
Συνεπώς, εάν η κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους, όπως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας αυτής, σε αναίρεση υπόκειται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμοι όροι για το παραδεκτό αυτής, τόσον η απόφαση του Εφετείου, αλλά μόνον ως προς την από αυτήν απόρριψη της έφεσης για τυπικούς λόγους, εφόσον υπάρχει σύμφωνα με το νόμο προβλητή ως προς αυτήν πλημμέλεια, όσον και η πρωτόδικη οριστική απόφαση ως προς τα από αυτή κριθέντα στην ουσία, καθόσον αυτή καθίσταται τελεσίδικη ως προς αυτά, με την έκδοση της απορρίπτουσας γιο τυπικούς λόγους την έφεση απόφασης (Α.Π. 1000/2009, Α.Π. 1687/2010, Α.Π. 1158/1980).
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δικ. τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση γιο να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως ( Α.Π. 1373/2009).
Εξάλλου, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 577 ΚΠολΔ "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Τέλος, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και να αναφέρει, εκτός άλλων, και τους λόγους της αναίρεσης.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναγράφεται ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, ή αν πρόκειται για προσβολή απόφασης του ειρηνοδικείου ή του πρωτοδικείου που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης από τους επίσης περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Διαφορετικά, ον δηλαδή δεν περιέχεται στο αναιρετήριο ένας τουλάχιστον τέτοιος λόγος αναίρεσης, υπάρχει αοριστία του αναιρετηρίου, η οποία καθιστά την αίτηση αναίρεσης απαράδεκτη και εξαιτίας τούτου απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως (Α.Π. 1172/2008). Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης στο μέρας που πλήττει την πρωτόδικη 2982/2008 απόφαση, ασκηθείσα από τους δεύτερη και τρίτο των αναιρεσειόντων, ως προς τους οποίους η έφεση έχει απορριφθεί για τυπικό λόγο, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη.
Και τούτο, διότι αφενός το δικόγραφο αυτής δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών και αφετέρου δεν περιέχει έστω και ένα λόγο αναίρεσης, που να αναφέρεται σε πλημμέλεια αυτής. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και ον το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν η δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά των. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. (Α.Π. 2166/2009).
Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, ον το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ.
για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (Α.Π. 273/2011, 148/1991, 311/1985).
Στην προκειμένη περίπτωση με τις πρώτη και δεύτερη αιτιάσεις του δεύτερου λόγου αναίρεσης και υπό την επίκληση των αριθμών 8 και 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι υπέπεσε στις προβλεπόμενες από τις ανωτέρω διατάξεις αναιρετικές πλημμέλειες. Ο λόγος από τον αριθ. 8, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη ότι η όλη οικοδομή βρισκόταν Κατά το χρόνο της αγοράς παρά των αναιρεσιβλήτων της οριζόντιας ιδιοκτησίας που τους ανήκει στην κατάσταση, στην οποία είναι και σήμερα, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό, σε κάθε περίπτωση δε είναι αβάσιμος, αφού ο εν λόγω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε, ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε χωρίς απόδειξη μερικώς την αγωγή, ο δε αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε γιο την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. (Ολ.
Α.Π. 2/2088). Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον ον το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά τον νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσο.
Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσο λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα για τα οποίο δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 14 17/2009 Α.Π. 1396/2003). Όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσο εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο κατά τον κανόνα που Θέτει το άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ., δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση (άρθρο 561 παρ.
Ι του Κ.Πολ.Δ. και δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης (Α.Π. 109/2008). Με τους πρώτο, τρίτο και έκτο λόγο αναίρεσης (τον τελευταίο κατά την β' αιτίαση αυτού) αποδίδεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο στρέβλωσε τη δύναμη των προσκομισθέντων σ' αυτό αποδεικτικών μέσων, και ιδίως των συμβολαίων και των φωτογραφιών και απέρριψε, ως αβάσιμο, τον λόγο έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, στρέβλωσε το περιεχόμενο και την αποδεικτική δύναμη των σχεδιαγραμμάτων της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής του Δήμου Γλυφάδας και απέρριψε, ως αβάσιμο, το σχετικό λόγο έφεσης και στρέβλωσε το περιεχόμενο και την αποδεικτική δύναμη του σχεδιαγράμματος της Πολεοδομίας Γλυφάδας, αντιστοίχως, με αποτέλεσμα να απορρίψει την έφεση του πρώτου αναιρεσείοντος.
Οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι οι αιτιάσεις τους, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, δεν ιδρύουν ούτε τον από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, εφόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται καν διαγνωστικό σφάλμα στην ανάγνωση των εν λόγω εγγράφων, αλλά ούτε και τον λόγο από τον αρ. 12 του ίδιου άρθρου, ο οποίος εκτιμάται ως αόριστος δοθέντος ότι δεν συνδέεται με ισχυρισμό που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα το στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν σι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.
Α.Π. 9/2013). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια Πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικό μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999, Α.Π. 9/2013). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ.,2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 εδ. α' και 13 παρ. 1 και 3 του Ν. 3741/1989 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 54 Εισ.ΝΑΚ σαφώς προκύπτει ότι επί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ο ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος αυτού έχει όλα τα κατά το άρθρ. 1000 ΑΚ δικαιώματα που ανήκουν στον Κύριο πράγματος, εφόσον η άσκηση αυτών δεν παρακωλύει τη χρήση των άλλων ιδιοκτητών ή δεν μειώνει την ασφάλεια των άλλων ιδιοκτησιών ή του όλου οικοδομήματος, καθώς και την αισθητική αυτού.
Η χρήση για την οποία προορίζεται κάθε όροφος ή διαμέρισμα αυτού καθορίζεται στον ιδρυτικό τίτλο ή στον Κανονισμό των αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της οροφοκτησίας. Σε περίπτωση έλλειψης παρόμοιας συμφωνίας ο τρόπος χρήσης πρέπει να είναι σύμφωνος με το συνήθη προορισμό, που προκύπτει από τις λειτουργικές συνθήκες του οικοδομήματος, την τοποθεσία αυτού, τις συνθήκες της περιοχής που βρίσκεται η οικοδομή και να μη αντιβαίνει στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών.
Περαιτέρω κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, καθώς και να ενεργεί επισκευές σ' αυτά υπό τον όρο όμως ότι δεν θα παραβλάπτει τον συνήθη προορισμό τους, δεν Θα παρακωλύει τη χρήση τους από τους λοιπούς ιδιοκτήτες και δεν Θα μειώνει την ασφάλεια της οικοδομής (Α.Π. 36/2005).
Οσάκις ο συγκύριος υποστεί προσβολή στα δικαιώματα πού απορρέουν από την αναγκαστική συγκυριότητα στα κοινά μέρη από άλλο συγκύριο, μπορεί να ζητήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον. Επίσης, σι συνιδιοκτήτες μπορούν, σύμφωνα με την άνω διάταξη του άρθρου 4 παρ. Ι του Ν. 3741/1929 με ομόφωνη απόφαση τους, η οποία πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να συμφωνήσουν ότι κάποιος από τους ιδιοκτήτες οριζόντιων ιδιοκτησιών θα έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης στα παραπάνω μέρη και γενικώτερα να κανονίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας, να καθορίσουν γενικές συνελεύσεις και να δώσουν σε καθορισμένη πλειοψηφία, που μπορεί να μεταβληθεί αναλόγως της σοβαρότητας των αποφάσεων που πρόκειται να ληφθούν, το δικαίωμα να λαμβάνει, προς το κοινό συμφέρον πάντοτε, κάθε απόφαση που είναι σχετική με την συντήρηση, βελτίωση και χρήση των κοινών μερών.
Η μεταβολή δε των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και των περιορισμών της κυριότητας που έχουν κανονιστεί με τον παραπάνω τρόπο, δεν είναι δυνατό να γίνει παρά κατά τον ίδιο τρόπο, όπως τούτο σαφώς προκύπτει ιδία από τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του Νόμου 3741/1929. Οι παραπάνω συμφωνίες με τις οποίες κανονίζονται κατά διαφορετικό τρόπο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ιδιοκτητών οριζοντίων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα πράγματα, δημιουργούν περιορισμούς της αναγκαστικής συγκυριότητας επί των πραγμάτων αυτών, από την οποία και απορρέει το δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση τους.
Οι κατ' αυτόν τον τρόπο δημιουργούμενοι Περιορισμοί "έχουν χαρακτήρα δουλείας", δηλαδή, χωρίς να είναι δουλείες, κατά την έννοια των άρθρων 1118 και 1142 επ. και 1188 επ. ΑΚ, δεσμεύουν τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των ιδιοκτητών των οριζόντιων ιδιοκτησιών που τους συνομολόγησαν και αντιτάσσονται κατά τρίτων.
Εξάλλου η ρύθμιση που εισάγεται με το Νόμο 3741/1929, σε σχέση με την απόκτηση και την κατάργηση ιδιαίτερων δικαιωμάτων χρήσης στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της υπαγόμενης στη ρύθμιση του ιδιοκτησίας, εναρμονίζεται προς την ιδιαιτερότητα που δεσμεύει τις κατ' όροφον ιδιοκτησίες και προπαντός εξυπηρετεί την ανάγκη δημιουργίας κατάστασης σταθερότητας και ασφάλειας, σε σχέση προς τα δικαιώματα, των ιδιόκτητων οριζόντιων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της κατ' ορόφους ιδιοκτησίας.
Από αυτά παρέπεται ότι οι διατάξεις αυτές, ως ειδικές κατισχύουν των γενικών διατάξεων των άρθρων 785 επ. ΑΚ, περί κοινωνίας (Α.Π. 689/1997). Τέλος, η εκ των ως άνω άρθρων του νόμου 3741/1929 απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου πολυωρόφου οικοδομής, υπαγομένης στο σύστημα της οριζοντίου ιδιοκτησίας του ανωτέρω νόμου και των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, να ενεργεί κατασκευές στους κοινοχρήστους χώρους της οικοδομής, οι οποίες παρεμποδίζουν τη σύγχρηση των κοινοχρήστων αυτών χώρων από τους κυρίους των λοιπών αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών, δεν αίρεται από την, κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις, νομιμοποίηση των κατασκευών αυτών και την εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση, με την πληρωμή των σχετικών προστίμων της πολεοδομικής αρχής.
Διότι, με τον τρόπο αυτόν, σι ανωτέρω κατασκευές ούτε νομιμοποιούνται έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, ούτε παύει η εξ αυτών παρακώλυση της ελεύθερης και απρόσκοπτης χρήσης των κοινοχρήστων πραγμάτων από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες, (Α.Π. 462/77). Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ.
και του ν. 3741/1929, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, προσδιόρισε πλήρως και με σαφήνεια τη βλάβη που υφίστανται οι αναιρεσίβλητοι στα απορρέοντα από τη συγκυριότητά τους δικαιώματα στη χρήση των κοινόχρηστων χώρων της ένδικης οικοδομής, από καθεμία των επεμβάσεων του αναιρεσείοντος επί των χώρων αυτών, ενώ απέρριψε ορθώς τους ισχυρισμούς του τελευταίου Περί νομιμοποίησης από πολεοδομική άποψη των επίδικων κατασκευών στους κοινόχρηστους χώρους της εν λόγω οικοδομής, οι οποίες βλάπτουν τα δικαιώματα των αναιρεσιβλήτων, καθώς και περί δικαιώματος διαχείρισης και διοίκησης της κοινής οικοδομής από την πλειοψηφία των συνιδιοκτητών.
Επομένως, όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθμό 559 Κ.Πολ.Δ., με τον τέταρτο, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 19 και όχι από τους αριθμούς 11 και 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., και με τον πέμπτο (2ο και 3ο μέρος αυτού), κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 19 και όχι από τους αριθμούς 12 και 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση περί έλλειψης αιτιολογίας, άλλως περί ανεπαρκούς αιτιολογίας, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Επίσης είναι απορριπτέοι οι πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος αυτών, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. Ι του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 1235/2009 αίτηση για αναίρεση της 5339/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 30 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ