Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to insufficient factual reasoning and violation of tort law principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a lower court's traffic accident verdict, remanding the case for retrial. The appellants argued the appellate court failed to provide sufficient reasoning regarding the driver's negligence and the pedestrian's right of way, violating substantive law. The court agreed that the lower judgment lacked necessary factual clarification on key issues like braking, speed adjustment, and the purpose of parking, constituting a violation of Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; A violation of substantive law occurs when a court fails to apply a legal rule under specific conditions or applies it incorrectly, and an appeal is admissible if the lower judgment's reasoning is insufficient regarding the factual prerequisites for the legal rule's application.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1300 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1300/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κέμο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Σταθόπουλου και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρίστο Καραμπάγια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/2/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5391/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5417/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/5/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης ανέγνωσε την από 15/1/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των 1α και 2β λόγων της αναίρεσης από τα άρθρα 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παράβαση εκδηλώνεται με ψευδή ερμηνεία ή με κακή εφαρμογή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια της περιπτώσεως με αρίθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ, ανεπαρκής η αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της αποφάσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι, όμως, και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από την νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 , 298 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι για να υπάρχει υποχρέωση αποζημίωσης του παθόντος από αδικοπραξία απαιτείται α) η ύπαρξη ζημίας, β) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παρανόμως, γ) ο ζημιώσας να βρίσκεται σε υπαιτιότητα, δ) η παράνομη συμπεριφορά του δράστη να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και ε) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας που επήλθε .
Η μεταξύ κάποιας ενέργειας ή παραλείψεως και ζημιογόνου αποτελέσματος ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, οπότε ιδρύεται σε βάρος εκείνου, που υπαιτίως και παρανόμως έπραξε ή παρέλειψε, ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος, εξαρτάται από το εάν η πράξη ή παράλειψη αφενός μεν αποτέλεσε έναν από αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, που αν αυτός έλειπε το αποτέλεσμα δεν θα επέρχονταν, αφετέρου δε μόνη της και αντικειμενικά λαμβανόμενη ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνηθισμένη και την κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το πιο πάνω αποτέλεσμα.
Και η μεν κρίση περί του υπό τα φερόμενα ως διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα υπόψη, επιτρέπει το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος, που επήλθε, ως υπαγόμενη, με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, στην αόριστη έννοια της αιτιώδους συνάφειας, που υπόκειται στον έλεγχα του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρίθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ, δεν υπόκειται όμως στον έλεγχο του Αρείου Πάγου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα : < Την 1η Νοεμβρίου 2005 και περί ώρα 17.30 ο Ζ ηλικίας 73 ετών, σύζυγος της πρώτης των εναγόντων και πατέρας των υπολοίπων βάδιζε στο πεζοδρόμιο του προς πλατεία ... ρεύματος κυκλοφορίας της οδού ...
των .... Όταν έφθασε στο ύψος της οδού αυτής με την οδό ..., η οποία καταλήγει στο αντίθετο προς την οδό ... ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ... (σχηματίζει με αυτήν Τ), θέλησε να διασχίσει κάθετα τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της οδού ... και να μεταβεί απέναντι στη γωνία που σχηματίζουν τα πεζοδρόμια των εν λόγω οδών. Η οδός ...
είναι μία από τις κεντρικότερες οδούς της πόλης των ... με συνεχή κυκλοφορία οχημάτων και με διπλή συνεχή διαχωριστική- γραμμή χωρίζεται σε δύο ρεύματα κυκλοφορίας. Το κάθε ρεύμα έχει μια λωρίδα κυκλοφορίας πλάτους πέντε (5) μέτρων και η ταχύτητα των οχημάτων περιορίζεται στα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα γιατί η περιοχή είναι κατοικημένη.
Δεν υπάρχει διάβαση πεζών στο σημείο εκείνο, και η πλησιέστερη διάβαση από εκεί βρίσκεται σε απόσταση 5Όμ. περίπου, όπου υπάρχουν και φωτεινοί σηματοδότες πεζών. Σκοπεύοντας, λοιπόν, ο πεζός Ζ να περάσει απέναντι, διέσχισε κάθετα το προς πλατεία ... ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ... αφού ήλεγξε την κίνηση των οχημάτων σε αυτό.
Κινήθηκε όμως πίσω από ακινητοποιημένο προσωρινά, λόγω κυκλοφοριακής συμφόρησης, αστικό λεωφορείο, το οποίο τον έκρυβε από τους οδηγούς που εκινούντο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ... ενώ και ο ίδιος δεν μπορούσε να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων σε αυτό. Αφού πέρασε πίσω από το λεωφορείο και έφθασε στον άξονα της οδού, επιχείρησε βιαστικά και με γρήγορο βηματισμό να διασχίσει και το αντίθετο προς την οδό ...
ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ..., χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων σε αυτό. Την ίδια στιγμή ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, η οποία ήταν ασφαλισμένη για ζημιές σε τρίτους από τη λειτουργία της στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ" και κινούμενος με κανονική ταχύτητα (κατώτερη των 50 χιλ. / ώρα) στο προς οδό ...
ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ..., έφθασε στο ύψος της οδού που βρισκόταν ο ως άνω πεζός και τη διέσχιζε κάθετα. Ο εν λόγω οδηγός δεν αντιλήφθηκε τον πεζό γιατί τον έκρυβε το λεωφορείο, και συνέχισε την πορεία του κατευθείαν εμπρός με την ίδια ταχύτητα. Αποτέλεσμα ήταν να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας στον πεζό, που εκείνη τη στιγμή, διασχίζοντας το οδόστρωμα, βγήκε πίσω από το ακινητοποιημένο λεωφορείο, εισήλθε βιαστικά και ανεξέλεγκτα στο προς την οδό ...
ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ... και παρενεβλήθηκε ξαφνικά στην πορεία της μοτοσυκλέτας. Η μοτοσυκλέτα αμέσως μετά την πτώση της στον πεζό ανατράπηκε στο ίδιο σημείο και ο αναβάτης της έπεσε στο οδόστρωμα χωρίς να τραυματισθεί. Αντίθετα ο πεζός έπεσε στο οδόστρωμα σοβαρά τραυματισμένος. Μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Κοργιαλένειο - Μπενάκειο Ε.Ε.Σ." όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση, νοσηλεύθηκε δε σε αυτό μέχρι τις 9-11-2005, οπότε εξήλθε με βελτιωμένη την κατάσταση της υγείας του και με οδηγίες.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας παρουσίασε δύσπνοια και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος Αθηνών "Η Σωτηρία", όπου διαπιστώθηκε ότι έπασχε από οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, την επομένη δε και περί ώρα 14.00 απεβίωσε. Η νεκροτομία που έγινε από τον ιατροδικαστή .. έδειξε ότι ο θανών, εκτός από κακώσεις στο κεφάλι, είχε υποστεί κατάγματα από τη 2η έως 6η πλευρά του δεξιού ημιθωρακίου και ότι παρουσίαζε βαρείες αρτηριοσκληρυντικές αλλοιώσεις των στεφανιαίων αρτηριών, ενώ παρατηρήθηκε εικόνα πνευμονικού οιδήματος και ισχαιμίας, κατέληξε δε στο συμπέρασμα ο ως άνω ιατροδικαστής με την από 11-11-2005 έκθεση του ότι ο θάνατος επήλθε από τις κακώσεις κεφαλής και θώρακος και από λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος, οι οποίες είναι συμβατές με το αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα.
Το εν λόγω ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανατωθέντος πεζού, ο οποίος δεν κατέβαλε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή προκειμένου να διασχίσει το οδόστρωμα. Ειδικότερα αν και οι πεζοί πρέπει υποχρεωτικά, αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεως πεζών, να τις χρησιμοποιούν (άρθρο 38 παρ. 4α' ΚΟΚ), ο ως άνω πεζός δεν συμμορφώθηκε προς τη διάταξη αυτή μολονότι είχε τη δυνατότητα.
Αντίθετα επιχείρησε να διασχίσει τη συνεχούς και μεγάλης κυκλοφορίας οχημάτων οδό ..., εκτός διαβάσεων και συγκεκριμένα από σημείο που απείχε 50 μέτρα περίπου από τη διάβαση πεζών. Επίσης, ενώ επρόκειτο να διασχίσει το οδόστρωμα από σημείο που δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών και έπρεπε προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων (άρθρο 38 παρ. 48 ΚΟΚ), αυτός κατέβηκε στο οδόστρωμα και επιχείρησε να το διασχίσει χωρίς να ελέγξει σχολαστικά την κίνηση των οχημάτων και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας και μάλιστα κινήθηκε πίσω από μεγάλο όχημα (ακινητοποιημένο αστικό λεωφορείο), που εμπόδιζε τόσο στον ίδιο να έχει ορατότητα προς τα δεξιά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όσο και στους οδηγούς των οχημάτων, που εκινούντο στο ρεύμα αυτό, να τον δουν έγκαιρα και να εκτελέσουν τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος.
Αντίθετα ο οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα γιατί οδηγούσε αυτή κανονικά στο ρεύμα πορείας του και με κανονική ταχύτητα, δεν μπορούσε όμως να αποφύγει το ατύχημα οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε, καθόσον ο πεζός πετάχτηκε αιφνιδιαστικά πίσω από το λεωφορείο και στην προσπάθεια του να φθάσει γρήγορα στο απέναντι πεζοδρόμιο , παρενεβλήθηκε ξαφνικά και απρόβλεπτα από ελάχιστη απόσταση στην πορεία της μοτοσυκλέτας.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της συνδρομής των προϋποθέσεων για την υπαιτιότητα, την συνυπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και του θανατωθέντος πεζού και της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος του ατυχήματος, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ειδικότερα : α) αναφέρεται μεν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας εκινείτο με ταχύτητα μικρότερη των 50 χιλ/ω, δεν γίνεται όμως ειδικότερος προσδιορισμός, έστω και κατά προσέγγιση. Ο προσδιορισμός δε αυτός είναι αναγκαίος, δεδομένου ότι όπως γίνεται περαιτέρω δεκτό, συνέχισε να κινείται με την ίδια ταχύτητα και όταν πλησίασε τον τόπο του ατυχήματος.
β) Ενώ γίνεται δεκτό ότι το κάθε ρεύμα πορείας των οχημάτων στην οδό ... έχει πλάτος 5 μέτρων, ότι ο πεζός διέσχισε ολόκληρο το ρεύμα πορείας, το αντίθετο από εκείνο στο οποίο εκινείτο ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, δεν εξηγείται με επάρκεια γιατί δεν υπήρχε η δυνατότητα του οδηγού να αποφύγει την παράσυρση του πεζού .
Δεν εξηγείται, δηλαδή, γιατί δεν πραγματοποίησε πέδηση ή άλλο αποφευκτικό ελιγμό. γ)Δεν διασαφηνίζεται ποιος ήταν ο σκοπός στάθμευσης των Λεωφορείων στο αντίθετο ρεύμα της πορείας του και αν για το λόγο αυτό επικρατούσαν ή όχι ειδικές συνθήκες κυκλοφορίας, από τις οποίες επιβάλλονταν η προσαρμογή της ταχύτητας της μοτοσυκλέττας στις εν λόγω συνθήκες , ούτε και αν ρύθμισε την ταχύτητα με την οποία εκινείτο και ποιος ήταν ο λόγος για τον οποίο δεν εκινείτο στο δεξιό άκρο της οδού και αν το γεγονός αυτό συνετέλεσε ή όχι στην πρόκληση του ατυχήματος Επιπλέον, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο χρησιμοποίησε και τα διδάγματα της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, τα οποία δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, εφόσον οι παραδοχές ότι το ατύχημα συνέβη αφού ο πεζός είχε διασχίσει ολόκληρο το αντίθετο ρεύμα πορείας εκείνου στο οποίο εκινείτο ο οδηγός της μοτοσυκλέτας σύμφωνα και με τα ως άνω, διδάγματα είχε τη δυνατότητα να αποφύγει τον πεζό εάν είχε προσαρμόσει την ταχύτητα του και εκινείτο στο άκρο δεξιό της οδού είτε με αποφευκτικό ελιγμό είτε με πέδηση .
Με όλες τις παραπάνω ελλείψεις και ασάφειες είναι αδύνατο να κριθεί αν υπο τα, ως άνω, πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχτηκαν, οι άνω πράξεις και παραλείψεις του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος ήταν παράνομες και υπαίτιες και αποτέλεσαν πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος και συνεπώς, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ορθή ή όχι υπαγωγή των περιστατικών αυτών, από το δικαστήριο της ουσίας στην αόριστη νομική έννοια της αμέλειας και της αιτιώδους συνάφειας, κρίση η οποία υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Επομένως, το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, που επικαλούνται και οι αναιρεσειοντες, όπως και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχτηκε, στους, ως άνω, κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και άρα υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρίθμ 1 και 19 Κ.Πολ.Δ , που αποδίδονται με το πρώτο μέρος του πρώτου και δεύτερου λόγου της αναίρεσης, οι οποίοι είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Μετά την παραδοχή των ανωτέρω λόγων της αναίρεσης παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους ( αρθρ. 176 , 183 Κ.Πολ.Δ ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5417/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Εφετείου Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων ( 3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ