Legislator Case Law & Legislation
1300/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding of mutual liability in mutual fund investment fraud case.

Case Number 1300/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by ALICO AIG against the Patras Court of Appeal's judgment. The lower court found that a former employee (Δ1) and the fund manager (defendant) were jointly liable for damages caused by the employee's fraudulent collection of investment funds, exploiting the investor's inexperience. The court held that the defendant could not claim exemption based on a disclaimer clause because the employee lacked the authority to collect cash, establishing a causal link between the service assignment and the fraud. Consequently, the Supreme Court ruled that the lower court correctly applied Article 922 of the Civil Code regarding joint liability and rejected the appeal arguments.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appeal based on erroneous assessment of evidence is inadmissible if the lower court provided clear, consistent reasoning for its findings of fact and application of law regarding joint liability.

Keywords

AI generated
mutual fund fraud joint liability exemption clause causal link appeal dismissal employee authority civil code

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10), (11), (12) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) and (19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 922 of the Civil Code
Article 300 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 9/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1300 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1300/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ALICO - EUROBANK Ανώνυμη εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων" ήδη "ALICO A.I.G. Ανώνυμη Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αλεξίου.

Της αναιρεσιβλήτου: ..., το γένος ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αρτέμιο Νικολακάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Ιουλίου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 763/1997, 157/200 μη οριστικές ,738/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 431/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Ιουνίου 2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 10 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.

ΑΠ 9/1997). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Εξάλλου, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 10, 11 και 12 Κ.Πολ.Δ, λόγοι αναιρέσεως, ιδρύονται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αν έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Στην προκειμένη περίπτωση, πλήττεται η προσβαλλομένη ως προς τις παραδοχές της σχετικά με την ημερομηνία παραδόσεως χρηματικού ποσού, από την ενάγουσα στον πρώτο εναγόμενο, προστηθέντα από τη δεύτερη από αυτούς, για την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων (α/κ) και ειδικώτερα αν το ποσό αυτό κατέβαλε η ενάγουσα πριν, κατά ή μετά την υπογραφή της σχετικής από 26-12-1994 αιτήσεώς της.

Το γεγονός όμως αυτό δεν αποτελεί πράγμα υπό την προεκτεθείσα έννοια, αφού η αγωγή έχει βάση την αδικοπραξία (απάτη), συνεπεία της οποίας η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό αυτό, ώστε η μη λήψη υπόψη, η μη διάταξη αποδείξεων γι' αυτό ή η μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων γι' αυτό και μάλιστα με συγκεκριμένη αποδεικτική δύναμη, δεν στοιχειοθετούν λόγο αναιρέσεως.

Επομένως οι χωρίς αρίθμηση, εκ του άρθρου 559 αρ. 8, 10, 11 και 12, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διατάξεως προϋποθέτει: 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία η εξ αφόρμης της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και επί ζημίας από αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επομ. ΑΚ, προκύπτει, ότι αν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν αυτής.

Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, για την επίτευξη του σκοπού της, που συνίσταται στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων με τρίτους, είχε ιδρύσει από ετών γραφεία στην ...

και επί της ..., τη διεύθυνση των οποίων είχε αναθέσει από το μήνα Μάρτιο περίπου του έτους 1993 στον Δ1, στον οποίο, εκτός των άλλων, είχε αναθέσει την εξουσία να εξευρίσκει πελάτες προς σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων με την εντολέα του ασφαλιστική εταιρία, να την αντιπροσωπεύει κατά τη σύνοψη των συμβάσεων αυτών, να εισπράττει το ποσό των ασφαλίστρων και να εποπτεύει, καθοδηγεί και εκπαιδεύει τους παραγωγούς ασφαλίσεων της ευρύτερης περιοχής των ....

Το έτος 1992, μεταξύ της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας ALICO και της εταιρίας EUROBANK συστήθηκε νομίμως η εφεσίβλητη εταιρία, στο κεφάλαιο της οποίας συμμετείχε η πρώτη κατά ποσοστό 10 % και η δεύτερη κατά ποσοστά 50%, με αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1969/1991 "εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου, αμοιβαία κεφάλαια κλπ".

Η εταιρία αυτή (εναγομένη -εφεσίβλητη) έλαβε ακολούθως άδεια ως ΑΕ διαχειριστής του αμοιβαίου κεφαλαίου με τον τίτλο "Αμοιβαίο κεφάλαιο Ευρωπαϊκό Μικτό" και με θεματοφύλακα την "Ευρωεπενδυτική Τράπεζα ΑΕ". Για την προώθηση των πωλήσεων των μεριδίων του παραπάνω αμοιβαίου κεφαλαίου (α/κ) η εφεσίβλητη εταιρία, ως διαχειρίστρια αυτού (προσέλκυση επενδυτών, υποβολή αιτήσεων, είσπραξη της αξίας των μεριδίων, ενημέρωση των υποψηφίων επενδυτών κλπ), χρησιμοποίησε το δίκτυο των γραφείων της ασφαλιστικής εταιρίας ALICO και της προαναφερόμενης τραπεζικής εταιρίας EUROBANK, καθώς και διάφορες άλλες εταιρίες λήψης και διαβίβασης χρηματιστηριακών εντολών.

Για το σκοπό αυτό η εφεσίβλητη ανέθεσε και στον προαναφερθέντα Δ1 την εντολή και την εξουσία να την αντιπροσωπεύσει στην ευρύτερη περιοχή των..., αφού τον εκπαίδευσε σχετικώς για το σκοπό αυτό και τον ενημέρωσε σχετικά με τη διεκπεραίωση της εντολής, προμηθεύοντας αυτόν με έντυπα αιτήσεων και διαφημιστικό έντυπο υλικό.

Έτσι, ο ως άνω Δ1, πέραν της σχέσης που τον συνέδεε με την ασφαλιστική εταιρία ALICO, τελούσε και σε σχέση πρόστησης με την εφεσίβλητη εταιρία διαχείρισης α/κ, υποκείμενος στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές κα οδηγίες των οργάνων της ως προς τον τρόπο ενημέρωσης των επενδυτών για τα αμοιβαία κεφάλαια που αυτή διαχειρίζονταν και κυρίως ως προς τον τρόπο της καταβολής της αξίας των αγοραζόμενων από αυτούς (επενδυτές) μεριδίων του α/κ, που ήταν σαφώς καθορισμένος, αναγράφονταν δε στα έντυπα των αιτήσεων αγοράς μεριδίων που είχαν τεθεί στη διάθεσή του προς ενημέρωση των υποψηφίων επενδυτών.

Συγκεκριμένα, γνώριζε, με βάση τις εντολές και οδηγίες που είχε λάβει από τα αρμόδια καταστατικά όργανα της εφεσίβλητης εταιρίας, ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να εισπράξει χρήματα ή να δεχθεί τέτοιες καταβολές από τους ενδιαφερομένους να αγοράσουν μερίδια του παραπάνω αμοιβαίου κεφαλαίου (Ευρωπαϊκό μικτό) και ότι μοναδικός τρόπος καταβολής της αξίας των αγοραζομένων μεριδίων ήταν 1) επιταγή στον πωλητή στο όνομα της εφεσίβλητης και 2) κατάθεση μετρητών στο όνομα της εφεσίβλητης στις τράπεζες Ευρωεπενδυτική, Εθνική και Ιονική.

Στα πλαίσια της ως άνω σχέσης πρόστησης ο Δ1, εργαζόμενος και αναπτύσσοντας εν προκειμένω τη δραστηριότητά του για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της προστήσασας αυτόν εφεσίβλητης αλλά και του ιδίου δευτερευόντως, δοθέντος ότι η διαμεσολάβησή του για τη διάθεση μεριδίων του παραπάνω κεφαλαίου συνεπάγονταν και γι' αυτόν οικονομικό όφελος, λόγω των εισπραττόμενων από αυτόν προμηθειών, προσπάθησε να διευρύνει τον κύκλο των πωλήσεων μεριδίων του παραπάνω α/κ (Ευρωπαϊκό Μικτό) με την προσέλκυση περισσοτέρων κατά το δυνατόν επενδυτών.

Έτσι απευθύνθηκε και στην εκκαλούσα, ιδιωτική υπάλληλο με γραμματικές γνώσεις Λυκείου και χωρίς καμία εμπειρία σε συναλλαγές αμοιβαίου κεφαλαίου, χρηματιστηριακές ή άλλου είδους επενδυτικές δραστηριότητες, με την οποία ήταν γνωστός, διατηρώντας μαζί της και φιλική σχέση, δοθέντος ότι αυτός (Δ1), στις αρχές του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 1994, είχε μεσολαβήσει για την πώληση ενός διαμερίσματός της στην ...

το οποίο και αγόρασε η ανώνυμη εταιρία "AMERICAN LIFE INSURANCE COMPANY" την 12 Δεκεμβρίου 1994, αντί τιμήματος 22.000.000 δρχ. Από την 13 Δεκεμβρίου 1994 και μέχρι την 24 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους, που ο προστηθείς της εφεσίβλητης Δ1 απέσπασε με εξαπάτηση από την εκκαλούσα το ποσό των 15.000.000 δρχ. κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας, η τελευταία επισκέφθηκε αρκετές φορές στο γραφείο του, στο υποκατάστημα της Ασφαλιστικής εταιρίας ALICO, τον Δ1 με πρόσκληση του ίδιου, ο οποίος, γνωρίζοντας ότι αυτή (εκκαλούσα), προ ολίγων ημερών, είχε εισπράξει από την πώληση του διαμερίσματός της, με τη δική του μεσολάβηση, το ποσό των 22.000.000 δραχμών, της υπέδειξε να επενδύσει ολόκληρο το ως άνω ποσό στην αγορά μεριδίων του συγκεκριμένου αμοιβαίου κεφαλαίου, εκθειάζοντας τα οικονομικά οφέλη που αυτή θα είχε από την επένδυση.

Κατά το χρονικό αυτό διάστημα ο Δ1 δεν έθεσε υπόψη της εκκαλούσας ούτε τον κανονισμό με το ενημερωτικό δελτίο του συγκεκριμένου αμοιβαίου κεφαλαίου, ενώ σκοπίμως της απέκρυψε ότι δεν μπορεί να εισπράξει χρήματα προσωπικώς ο ίδιος για την αγορά των μεριδίων, παραλείποντας ηθελημένα να ενημερώσει αυτήν για τον τρόπο καταβολής της αξίας των αγοραζομένων μεριδίων, θέτοντας στη διάθεσή της και επεξηγώντας του όρους της έντυπης αίτησης εν όψει και του γεγονότος ότι η εκκαλούσα, η οποία μέχρι τότε δεν είχε κανένα λόγο να "αμφιβάλλει" για τις προθέσεις του, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του, δεν είχε καμία απολύτως εμπειρία σε χρηματιστηριακές ή άλλου είδους επενδυτικές δραστηριότητες.

Η εκκαλούσα, πεισθείσα στην παραπάνω ψευδή διαβεβαίωση του Δ1, προστηθέντος της εφεσίβλητης, ότι με την καταβολή προσωπικώς σε αυτόν της αξίας των αγοραζομένων μεριδίων σε μετρητά συμμετέχει πλέον αυτή κανονικά στην αγορά των μεριδίων του παραπάνω αμοιβαίου κεφαλαίου, κατέβαλε στον τελευταίο, την 24 Δεκεμβρίου 1994, σε μετρητά, το ποσό των 15.000.000 δραχμών, το οποίο αυτός ενσωμάτωσε στην περιουσία του, ζημιώνοντας αντίστοιχα την εκκαλούσα με την ως άνω παράνομη και δόλια συμπεριφορά του (εξαπάτηση).

Την 26 Δεκεμβρίου 1994 ή και αργότερα και ενώ ο Δ1 με την ιδιότητα του προστηθέντος της εφεσίβλητης εταιρίας έχει ήδη εισπράξει από την εκκαλούσα, με τον ως άνω απατηλό τρόπο, το ποσό των 15.00.000 δρχ, η εκκαλούσα φέρεται να υπογράφει την υπ' αριθ. ... έντυπη αίτηση αγοράς μεριδίων, χωρίς να εγκύψει ειδικότερα στο περιεχόμενό της, η οποία για πρώτη φορά τότε εμφανίσθηκε από τον ως άνω προστηθέντα προς υπογραφή, ως τυπικό δήθεν διεκπεραιωτικό έγγραφο χωρίς ουσιαστική σημασία, ενώ αντίγραφο της έντυπης αυτής αίτησης η εκκαλούσα έλαβε από τον Δ1 οκτώ (8) περίπου μήνες αργότερα, όταν ο τελευταίος οχλήθηκε σχετικώς, Ως εκ τούτου η περιεχόμενη στην έντυπη αυτή αίτηση απαλλακτική για την εφεσίβλητη ρήτρα δεν ασκεί εν προκειμένω καμμία έννομη επιρροή, αφού γνώση της απαλλακτικής αυτής ρήτρας λαμβάνει η ζημιωθείσα εκκαλούσα για πρώτη φορά μετά την τέλεση της εις βάρος της αδικοπραξίας, από τον προστηθέντα της εφεσίβλητης, αγνοώντας την ύπαρξή της κατά το χρόνο της αδικοπραξίας.

Για να λειτουργήσει καταλυτικά σε βάρος του ζημιωθέντος η οποιαδήποτε απαλλακτική της ευθύνης του υπόχρεου σε αποζημίωση ρήτρα, είναι απαραίτητο ο συνομολογών την απαλλακτική ρήτρα ζημιωθείς να γνωρίζει εκ των προτέρων το ακριβές περιεχόμενό της, έχοντας συνείδηση από τί παραιτείται και ποιόν κίνδυνο με αυτήν (ρήτρα) αναλαμβάνει και δεν αρκεί το γεγονός ότι ο αντισυμβαλλόμενος του απαλλασσόμενου, καταβάλλοντος την επιμέλεια του μέσου συνετού συναλλασσόμενου επενδυτή στο συγκεκριμένο τομέα δραστηριότητας, έπρεπε να διαγνώσει την ύπαρξη της, αναζητώντας το περιεχόμενο της, μέσω των εντύπων αιτήσεων αγοράς μεριδίων, τις οποίες ωστόσο σκοπίμως αποκρύπτει από τον αδαή και άπειρο επενδυτή ο υπερού η απαλλακτική ρήτρα μέσω του προστηθέντος του.

Για τον ίδιο συναφώς λόγο είναι αβάσιμος στην ουσία του και ο περαιτέρω ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι και η εκκαλούσα από δικό της πταίσμα (αμέλεια) συνετέλεσε και αυτή στην πρόκληση της περιουσιακής της ζημίας, αφ' ενός μεν διότι, όταν η εκκαλούσα έλαβε για πρώτη φορά γνώση, μετά την 26 Δεκεμβρίου 1994, με την υπογραφή της έντυπης αίτησης, του τρόπου καταβολής από τον επενδυτή της αξίας των αγοραζομένων μεριδίων του α/κ "Ευρωπαϊκό Μικτό", είχε ήδη επέλθει, με την απατηλή συμπεριφορά του προστηθέντος Δ1, η περιουσιακή της ζημία, αφ' ετέρου δε διότι, καταβάλλοντας στον τελευταίο το ποσό των 15.000.000 δρχ., πίστευε συγγνωστώς ότι με την καταβολή του ποσού αυτού συμμετέχει κανονικά πλέον στην αγορά των μεριδίων του παραπάνω α/κ, δίδοντας πίστη στην ψευδή διαβεβαίωση του ως άνω Δ1 ότι αυτός είχε την εξουσία να εισπράττει προσωπικά ο ίδιος σε μετρητά, από τον επενδυτή, την αξία των αγοραζομένων μεριδίων, εκμεταλλευόμενος την παντελή απειρία της εκκαλούσας, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, στο παρελθόν δεν είχε καθόλου ασχοληθεί με χρηματιστηριακές ή άλλου είδους επενδυτικές δραστηριότητες.

Εν όψει όλων αυτών είναι προφανές, με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι για την περιουσιακή ζημία που προκάλεσε παρανόμως και υπαιτίως (από δόλο) στην ενάγουσα - εκκαλούσα ο Δ1 επ' ευκαιρία της ανατεθειμένης σε αυτόν από την εφεσίβλητη εναγομένη ως άνω υπηρεσίας (πρόστησης) και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας αυτής, αφού πράγματι ο ίδιος ως προστηθείς δεν είχε τη δυνατότητα βάσει της εντολής της προστήσασας αυτόν εφεσίβλητης να παραλαμβάνει χρήματα για λογαριασμό της τελευταίας, μεταξύ δε της ζημιογόνου συμπεριφοράς τούτου (προστηθέντος) και της ανατεθειμένης σε αυτόν υπηρεσίας υφίσταται εσωτερική συνάφεια υπό την έννοια ότι η συμπεριφορά αυτή δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ανάθεση της υπηρεσίας, υπέχει ευθύνη προς αποζημίωση, εκτός του ζημιώσαντος προστηθέντος Δ1, και η προστήσασα τούτον εφεσίβλητη-εναγομένη, χωρίς η ευθύνη της τελευταίας να αποκλείεται από την περιεχόμενη στην υπ' αριθ. ...

έντυπη αίτηση αγοράς μεριδίων, που φέρεται να έχει υπογράψει η ζημιωθείσα ενάγουσα, μετά την επέλευση της ζημίας της, κατά τα προεκτεθέντα, απαλλακτική ρήτρα ή να περιορίζεται λόγω συντρέχοντος πταίσματος αυτής (ζημιωθείσας).Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο, που απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή αποζημιώσεως της εκκαλούσας, διότι όπως εκείνο έκρινε, η τελευταία εγνώριζε κατά την επαγωγή της ζημίας της, άλλως όφειλε να γνωρίζει την περιεχόμενη στην ως άνω έντυπη αίτηση απαλλακτική της ευθύνης της εφεσίβλητης ρήτρα, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο εφέσεως, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε τις ως άνω παρατιθέμενες σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, καθώς και περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 300 ΑΚ.

Επομένως, οι αναγόμενοι στα θέματα αυτά λοιποί (χωρίς αρίθμηση), εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Ακολούθως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-6-2007 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ALICO EUROBANK Α.Ε.Δ.Α.Κ" και ήδη "ALICO AIE Ανώνυμη Εταιρεία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων", περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 431/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ