1300/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1300/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως για το ορισμένο του λόγου, κατά το συνδυασμό των άρθρων 118 αριθμ. 4, 559 αριθ. 19 και 566 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης και οι αιτιολογίες που λείπουν καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του λόγου.
Full text
Απόφαση 1300 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1300/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ....και 2. ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ναούμ Τζίφρα.
Της αναιρεσίβλητης: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 260/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1061/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-7-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 20-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προκύπτει ότι λογικώς η έλλειψη νόμιμης βάσης σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της υπάρξεως ακολουθίας της δικανικής κρίσεως ως προς την εφαρμογή διατάξεως ουσιαστικού νόμου, βάσει της διαπιστουμένης εμπειρικής πραγματικότητας ιδίως λόγω ελλείψεως αιτιολογιών ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως για το ορισμένο του λόγου, κατά το συνδυασμό των άρθρων 118 αριθμ. 4, 559 αριθ. 19 και 566 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης και οι αιτιολογίες που λείπουν καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του λόγου.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. ΑΠ 32/1996). Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναιρέσεως, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτή ως απαραδέκτου (577 παρ. 1,2 ΚΠολΔ), δεν μπορεί όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δίκης δικογράφου να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση, διότι εκτός των άλλων ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μη το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.
Η θέση αυτή είναι απολύτως σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ διότι διασφαλίζει την από αυτό αξιουμένη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητά του και συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης του καθενός στο δικαστήριο, το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης σύμφωνα με το νόμο προσφυγής οιασδήποτε μορφής, η οποία θα επιτρέπει ως εκ του ορισμένου περιεχομένου της, την από το δικαστήριο έρευνα και γιαυτό τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για το ορισμένο της εν γένει προσφυγής στα δικαστήρια, μορφή της οποίας είναι και το ένδικο μέσο της αναίρεσης, δεν δυσχεραίνουν αλλά μάλλον διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού με αυτά συγκεκριμενοποιείται το είδος αυτής.
Εν προκειμένω με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, χωρίς όμως να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια, εκτός των άλλων όπως ανωτέρω αναφέρθηκαν, οι παραδοχές του Εφετείου ως θεμελιωτικές της κρίσεώς του για την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό. Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος.
Για τους λόγους αυτούς
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 1061/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ