Supreme Court partially allows appeal against land expropriation compensation, remanding case for further trial on specific parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially accepted the appeal against the Third Chamber of the Western Greece Court of Appeal regarding land expropriation compensation. While the appeal was declared inadmissible for ten appellants due to procedural defects, it was accepted for the remaining parties. The court remanded the case for retrial before a new panel of judges to address the valid grounds raised by the State.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 104, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 6(1) of the ECHR: The Supreme Court may partially admit an appeal when specific grounds are valid, requiring remittal for retrial while dismissing inadmissible claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 12 / 2026 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 12/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Κ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., 3) Κ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 4) Κ. Δ. χας Σ., κατοίκου ..., 5) Κ. Φ. του Δ., κατοίκου ..., 6) Κ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 7) Κ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 8) Β. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 9) Β. Β. του Γ., κατοίκου ..., 10) Β. Α. του Π., κατοίκου ..., 11) Β. Λ. χας Π., κατοίκου ..., 12) Σ. Φ. του Δ., κατοίκου ..., 13) Σ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 14) Σ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 15) Σ. Ε. χας Δ., 16) Σ. ή Κ. Θ. του Δ., κατοίκου ..., 17) Σ. ή Κ. Θ. του Δ., κατοίκου ..., 18) Β. Α. χας Κ., κατοίκου ... και 19) Β. Α. του Χ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των Σ. Ε. χας Δ. (15η), Σ. ή Κ. Θ. του Δ. (16ος) και Σ. ή Κ. Θ. του Δ. (17η) που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 17-10-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε ότι:
1) Η υπό στοιχ. 15η των αναιρεσειόντων, Σ. Ε. χα Δ., απεβίωσε στις ...-2021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι της: α) Σ. Φ. του Δ. (12ος), β) Σ. Β. του Δ. (13ος) και γ) Σ. Γ. του Δ. (14ος), εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2017 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 61/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και συνεκδικάστηκε με τις από 6-3-2017 και 10-12-2017 αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων, με τις αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 24/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-7-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του Κ.Πολ.Δ. ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων. γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1- 3 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (Α.Π. 73/2021, Α.Π. 683/2021, Α.Π. 762/2020, Α.Π. 342/2020, Α.Π. 96/2020, Α.Π. 93/2020) και 2) σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στο φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νομίμως παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (Α.Π.
Ολομ. 4/1994, Α.Π. Ολομ. 2/1992, Α.Π. 683/2021, Α.Π. 342/2020, Α.Π. 762/2020, Α.Π.172/2020).
Στην αντίθετη περίπτωση, η υπόθεση χωρίζεται για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, που δεν κλητεύθηκαν νόμιμα (Α.Π. 1434/2022, Α.Π. 1293/2021, Α.Π. 1093/2021, Α.Π. 1258/2020, Α.Π. 685/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα πρακτικά της παρούσας απόφασης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (18-10-2024), οι 16ος και 17η των αναιρεσειόντων (Θ. Σ. ή Κ. και Θ. Σ. ή Κ.), δεν παραστάθηκαν στο δικαστήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της. Όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης η από 2-7-2020 (αριθμ. έκθ. καταθ. 22/3-7-2020) ένδικη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 19-11-2021, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τη δικάσιμο της 27-1-2023, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (18-10-2024). Κατά την ορισθείσα πρώτη δικάσιμο (της 19-11-2021) οι 16ος και 17η των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Αλέξανδρο Κανδαράκη, ενώ κατά τη δικάσιμο της 27-1-2023 δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, δοθέντος ότι η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες, πλην όμως ο παριστάμενος για τους αναιρεσείοντες πληρεξούσιος δικηγόρος, ο οποίος άσκησε και προσδιόρισε αυτήν, δεν αποδεικνύει την, εκ μέρους των απολειπομένων δέκατου έκτου και δέκατης έβδομης των αναιρεσειόντων, χορήγηση πληρεξουσιότητας προς αυτόν για επίσπευση της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης και εκπροσώπησής τους κατά τη δικάσιμο της 19-11-2021, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ούτε προκύπτει, άλλωστε, ότι οι τελευταίοι κλήθηκαν από το αναιρεσίβλητο ή από τους ομόδικούς τους, αναιρεσείοντες, προκειμένου να παραστούν στη συζήτηση της αίτησης κατά την αρχικώς ορισθείσα ή κατά την μετ' αναβολή και την παρούσα ως άνω δικάσιμο, πρέπει, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς τους 16ο και 17η των αναιρεσειόντων, οι οποίοι συνδέονται με τους λοιπούς αναιρεσείοντες με σχέση απλής ομοδικίας, και να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290, 291 και 292 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά είτε με επίδοση δικογράφου είτε με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.
Αν δε ο θάνατος έλαβε χώρα μετά το πέρας της συζήτησης εκείνης, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ' αυτής απόφασης, τότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται ή αναλόγως να ασκούνται, σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ.
ή 556 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος (Α.Π. 1199/2023, Α.Π. 644/2014, Α.Π. 728/2014) ή αναλόγως να ασκούνται από τους κληρονόμους αυτού (Α.Π. 1646/2022, Α.Π. 988/2018). Εντούτοις, στην ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί βίαιης διακοπής της δίκης των άρθρων 286 έως 297 του ΚΠολΔ, αλλά η δίκη συνεχίζεται με τους κληρονόμους, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2882/2001, η οποία ως ειδική κατισχύει των γενικών ως άνω διατάξεων του ΚΠολΔ (ΑΠ 1667/2023, ΑΠ 895/2020, ΑΠ 1144/2019, ΑΠ 1259/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων δήλωσε στο ακροατήριο ότι η 15η των αναιρεσειόντων Ε. χήρα Δ. Σ. απεβίωσε μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης (3-7-2020), στις ...-2021, και οι νόμιμοι κληρονόμοι της α) Σ. Φ. του Δ., 12ος αναιρεσείων, β) Σ. Β. του Δ., 13ος αναιρεσείων και γ)Σ. Γ. του Δ. 14ος αναιρεσείων (βλ. το με αριθμ. πρωτ. ...-2021 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Άκτιου-Βόνιτσας του Ν. Αιτωλοακαρνανίας), με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Αλέξανδρου Κανδαράκη, που έγινε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε το γεγονός του θανάτου της δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα (γνωστοποίησε) ότι συνεχίζουν και για εκείνη τη διακοπείσα δίκη. Ενόψει αυτών, νομίμως επαναλαμβάνεται ως προς την αναιρεσείουσα αυτή η προκειμένη δίκη από τους κληρονόμους της, αφού ουδείς εκ των παρισταμένων διαδίκων αντιλέγει περί αυτού (άρθρ. 261 Κ.Πολ.Δ. ΑΠ.Ολ. 17/1989, Α.Π. 709/2011).
Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 αρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει, ότι η από 2-7-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 22/2020) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 24/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων του ν. 2882/2001-Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ)-, νόμιμα ασκήθηκε από τον 1ο αναιρεσείοντα Κ. Κ. του Δ., με την ιδιότητά του ως εκ διαθήκης κληρονόμου επί της κληρονομίας του αρχικού 1ου αιτούντος της από 6-3-2017 αίτησης πατέρα του Δ. Κ. του Γ., ο οποίος απεβίωσε στις 11-11-2018. Ο θάνατος και η συγγενική σχέση του ανωτέρω αναιρεσείοντος προς τον αρχικό διάδικο, στα δικαιώματα του οποίου υπεισήλθε νόμιμα με κληρονομική εκ διαθήκης διαδοχή, αποδεικνύεται από 1) το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2019 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Ακτίου- Βόνιτσας 2) το υπ'αριθμ. πρωτ. .../2020 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας και 3) την υπ' αριθμ. ...-2011 δημόσια διαθήκη της συμ/φου Βόνιτσας Μ. Λ.-Μ., η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 107/2019 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Βόνιτσας και δεν αμφισβητείται από κανέναν από τους παρισταμένους διαδίκους.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και είναι εμπρόθεσμη (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται παραδεκτά κατά το άρθρο 561 αριθ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει, ότι, μετά από αίτηση προς το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των αναφερόμενων σ` αυτή (αίτηση) απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεων και των επικειμένων τους. Επί της αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, των παρεμβάσεων, των ανταιτήσεων, των αυτοτελών αιτήσεων των καθών η αίτηση-φερόμενων ιδιοκτητών, μεταξύ των οποίων και των από 6-3-2017 (αριθμ. έκθ. κατ. 5/2017) και από 10-12-2017 (αριθμ. έκθ. κατ. 37/2017) αυτοτελών αιτήσεων των ήδη αναιρεσειόντων, η συζήτηση των οποίων έλαβε χώρα στις 17-9-2019, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 24/2020, απόφαση, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν οι αιτήσεις, οι ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις και καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθεισών εκτάσεων και των (συν)απαλλοτριούμενων επικειμένων τους, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης και καταψήφισης της αποζημίωσης, που ενδιαφέρουν στην ερευνώμενη υπόθεση και προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη με τους αναιρετικούς λόγους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μη καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 1056/2023, Α.Π. 809/2023, Α.Π. 15/2021, Α.Π. 872/2020). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται μόνον ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας δεν ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, λόγο αναίρεσης, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων προσδίδει ασαφές ή αντιφατικό περιεχόμενο στο αποδεικτικό πόρισμα (Α.Π. 1138/2021, Α.Π. 1001/2021).
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων, συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού ή παρέλευσης έτους από τη συζήτηση για προσωρινό καθορισμό) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου. Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. α` και β` του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), στο οποίο περαιτέρω ορίζεται, στο εδάφιο γ`, ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως πρόσοδος νοείται η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ως εκ του είδους, της θέσης, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης, αποτελεί, επί αγροτικού ακινήτου, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και επί αστικού ακινήτου, αν είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποίοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση, πάντως, με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο (Α.Π. 1001/2021, Α.Π. 212/2016, Α.Π. 1175/2015).
Όμως, η εν λόγω διάταξη δεν καθιερώνει αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο κριτήρια, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει άλλα τέτοια, αλλά παρέχει μόνο οδηγίες για το πώς πρέπει να καθορίζεται η πραγματική αξία.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην παραπάνω λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση των πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1056/2023, Α.Π. 1138/2021, Α.Π. 174/2021, Α.Π .596/2020, Α.Π. 751/2018, Α.Π. 635/2017).
Επίσης, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 15 του ιδίου νόμου 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013 (ΦΕΚ Α`90/18.4.2013) και εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως (άρθρο 76 παρ. 8 του ν. 4146/2013) "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζομένης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του, όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου" Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής (ή του ανεξάρτητου εκτιμητή), εφόσον καταρτίστηκε, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ακόμη και αν η αναγραφόμενη αξία είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία δεν δεσμεύει υποχρεωτικά την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, πλην όμως αν το Δικαστήριο αποκλίνει από την αντικειμενική αξία ή από την τιμή της αρμόδιας Επιτροπής ή του ανεξάρτητου εκτιμητή, τότε θα πρέπει να αιτιολογεί ειδικά τους παράγοντες που το οδήγησαν στην εκτίμηση της ανώτερης αυτής πραγματικής αξίας (Α.Π. 1056/2023, Α.Π. 108/2023, Α.Π. 1138/2021, ΑΠ 872/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως προς το ουσιώδες ζήτημα του καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Με την υπ' αρ.1038999/1663/Δ0010/21-7-2010 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 345/2-9-2010 (τ.
Α.Α.Π.) και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Βόνιτσας (τ. 273, αρ. 62), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Οδική σύνδεση περιοχής Ακτίου με το Δυτικό άξονα Βορρά - Νότου, τμήμα χθ 22+500 έως χθ 26+800", έκτασης συνολικής επιφάνειας 362.309,20 τμ, που βρίσκεται στα ΔΔ Θυρίου και ΔΔ Παλιάμπελων του Δήμου Ανακτορίου Ν.
Αιτωλ/νίας και εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα από Ιανουάριου 2009 ακριβή αντίγραφα διαγραμμάτων και του αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα της ΓΓΔΕ, Ειδική Υπηρεσία Δημ. Έργων Μεγάλων Έργων Δυτικής Ελλάδος (ΕΥΔΕ/ΜΕΔΕ) του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία έχει συντάξει η ΑΞΩΝ ΜΕΛΕΤΑΙ ΑΤΕ και έχει θεωρήσει ο Δ/ντής της Δ12 Δ/νσης του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων I.
Σαραντινός στις 27-1-2009. Επακολούθησε διόρθωση του κτηματολογίου της απαλλοτρίωσης με την αρ. Πρωτ. ...-2014 απόφαση του Δ/ντή της Δ12 Δ/νσης του ανωτέρω Υπουργείου, που καταχωρήθηκε στα προαναφερόμενα βιβλία (τ.284, αρ.2), προκειμένου να συμπεριληφθούν στο εγκεκριμένο κτηματολόγιο οι διορθώσεις που προέκυψαν με βάση τον πίνακα εκτίμησης αποζημιώσεων και έγιναν εντός του κηρυγμένου ορίου απαλλοτρίωσης και αφορούν σε όρια ιδιοκτησιών, ονοματεπώνυμα ιδιοκτητών, χρήσεις γης και σε επικείμενα.
Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσίβλητου) που θα αντιμετωπιστεί με δαπάνες του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για έργα αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων και ειδικότερα σε βάρος του έργου ... Στην απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνονται οι ιδιοκτησίες των αιτούντων (ή καθ' ων η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου) και των κυρίως παρεμβαινόντων και με βάση τους κτηματολογικούς πίνακες και τα κτηματολογικά διαγράμματα δημιουργούνται υποχρεώσεις και δικαιώματα αποζημίωσης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των ιδιοκτητών των απαλλοτριουμένων ακινήτων.
Α) ΑΞΙΑ ΕΔΑΦΟΥΣ - ΣΥΣΤΑΤΙΚΩΝ - ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΩΝ: Το προς εκτέλεση επίδικο έργο (αυτοκινητόδρομος μήκους 4,3 χλμ), εντός του οποίου βρίσκονται οι απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες, αποτελεί τμήμα της οδικής σύνδεσης του Ακτίου με το Δυτικό Άξονα Β-Ν και εκτείνεται νοτιανατολικά του οικισμού Παλιάμπελα μέχρι βορειοανατολικά του οικισμού Δρυμού.
Η περιοχή πολεοδομικά είναι μη χωροθετημένη και στο κτηματολογικό διάγραμμα δεν αποτυπώνονται οικισμοί που να τέμνουν τα όρια της απαλλοτρίωσης. Έτσι, ως εκτός σχεδίου περιοχή, έχει όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου πόλης και οικισμών χρήσεις. Στην ευρύτερη περιοχή οι ιδιοκτησίες έχουν αξιοποιηθεί με γεωργική, βιοτεχνική και οικιστική χρήση και υπάρχουν ελαιοκαλλιέργειες και θερμοκήπια.
Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα εξυπηρετούνται από την υπάρχουσα οδό ... - Ακτίου, από ασφαλτοστρωμένους επαρχιακούς δρόμους παράλληλα και κάθετα προς αυτή και με αγροτικές οδούς και από τα δίκτυα οργανισμών Κοινής Ωφέλειας. Από πολεοδομική κατάσταση τα τμήματα που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλης και οικισμών έχουν αρτιότητα 4.000 τμ (ή κατά παρέκκλιση 2.000 τμ, 750 τμ, 1.200 τμ, όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 1 του ΠΔ 24/31-5-1985) και συντελεστή δόμησης ανάλογα με τη χρήση με μέγιστη επιτρεπόμενη δόμηση 400 τμ.
Η κτηματαγορά στην ευρύτερη περιοχή των εκτιμωμένων βρίσκεται σε κατάσταση στασιμότητας, όμως, επειδή πρόκειται για περιοχή ιδιαίτερα εύφορη και παραγωγική, πραγματοποιούνται κάποιες μεταβιβάσεις ή μισθώσεις ακινήτων ιδίως κοντά στα παράλια, διότι η ευρύτερη παράκτια ζώνη του Ν. Αιτωλ/νίας αποτελεί περιοχή μόνιμης αλλά και ήπιας παραθεριστικής κατοικίας.
Οι μάρτυρες προσδιορίζουν την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων σε 40.000 € το στρέμμα, για όσα έχουν μια όψη στην εθνική οδό και σε 70.000 € περίπου το στρέμμα για τα γωνιακά αγροτεμάχια. Η Επιτροπή του άρθρου 15 ΚΑΑΑ αναφέρεται στις τιμές του κτηματολογικού πίνακα. Η αποτίμηση της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων τους από τον Ανεξάρτητο Πιστοποιημένο Εκτιμητή (ΑΠΕ) πραγματοποιήθηκε με βάση έρευνα της τοπικής κτηματαγοράς, από όπου συνελέγησαν στοιχεία προσόδου, παραγωγής και ετήσιας απόδοσης των ακινήτων, περαιτέρω δε αντλήθηκαν στοιχεία από μηχανικούς, μεσίτες, συμβ/φους, ΔΟΥ, υπηρεσίες της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (Πολεοδομία, Δ/νση Γεωργίας, Δασική Υπηρεσία) κλπ.
Ο ΑΠΕ χώρησε την περιοχή των απαλλοτριουμένων σε 2 κατηγορίες ανάλογα με τα χαρακτηριστικά κάθε κατηγορίας ακινήτων και προσδιόρισε την αξία τους ως εξής: α) 1η κατηγορία - αγροτεμάχιο πεδινό, καλλιεργήσιμο, αρδευόμενο, μεσαίου μεγέθους, χωρίς δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης και με πρόσβαση (προσπελάσιμο σε οχήματα) σε 5-10 €/τμ ανάλογα με τη θέση, τη θέα και το πρόσωπο και β) 2η κατηγορία - αγροτεμάχιο πεδινό, καλλιεργήσιμο, αρδευόμενο, μεσαίου μεγέθους, χωρίς δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης, με πρόσωπο στην υφιστάμενη εθνική οδό ...
σε 12-14 €/τμ. Τα στοιχεία του συστήματος "αντικειμενικού προσδιορισμού" του ΥΠΟΙΚ προσδιορίζουν τη φορολογητέα αξία των ακινήτων και η μέθοδος αυτή δεν χρησιμοποιείται ως μέθοδος εκτίμησης της αγοραίας αξίας, διότι, κατά κανόνα, οδηγούν σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Η τιμή των απαλλοτριουμένων ακινήτων με τα επικείμενά τους, όπως προσδιόρισε αυτή ο ΑΠΕ στην από μηνός Μαρτίου 2014 έκθεσή του, είναι μικρότερη από την πραγματική, διότι η εκτίμηση έλαβε χώρα την 1-3-2014, ήτοι χρονικό διάστημα 4,5 ετών πριν από την παρούσα συζήτηση.
Όμως επανήλθε με νεότερη (εκτίμηση που έγινε στις 31-1-2019 (βλ. την από μηνός Ιανουάριου 2019 έκθεση επανεκτίμησης) και καθόρισε νέες τιμές πολύ μικρότερες από την εκτίμησή του τον Μάρτιο 2014, χωρίς να δικαιολογεί που οφείλεται η απόκλιση αυτή. Το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας με την υπ' αρ. 61/2016 απόφαση καθόρισε την προσωρινή αξία των επίδικων ακινήτων με εύρος 0,60-34 €/τμ ανάλογα με τη μορφή και τη χρήση κάθε ιδιοκτησίας χωριστά.
Περαιτέρω, με τις δικαστικές αποφάσεις που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αλλά και τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια, η αξία των απαλλοτριουμένων είναι λίγο μεγαλύτερη από αυτή που προσδιορίστηκε με την προαναφερόμενη 61/2016 απόφαση και συγκεκριμένα κυμαίνεται από 5 μέχρι 35 ευρώ/τ.μ. Με τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο κρίνει ότι κατά το χρόνο που συζητήθηκε η αίτηση (17-9-2019) η πραγματική αξία των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν με τα επικείμενα και τα συστατικά τους, με τις σημερινές οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογιστεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους λόγω της εξαγγελίας ή της κήρυξης της απαλλοτρίωσης ή της εκτέλεσης του έργου, για το οποίο έγινε, και συνεπώς η πλήρης αποζημίωση, δηλ.
εκείνη με την οποία μπορεί να αντικατασταθούν τα απαλλοτριούμενα με άλλα ισάξια, ανέρχεται στα ποσά που αναφέρονται στο διατακτικό της απόφασης. Για τους απολειπόμενους διαδίκους, που δικάστηκαν σαν να ήταν παρόντες, ήτοι ιδιοκτησίες με ΚΑ-15025, 15028, 078011, 078021, 078018, 078027, 078029, 078030, 078040, 078043, 078062, 078063, 078068, 078073, 078081, 078099 και 078110, δεν πρέπει να προσδιοριστεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα ακίνητά τους με τα επικείμενα μεγαλύτερη από αυτή που όρισε προσωρινά το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας με την προαναφερόμενη απόφασή του, αλλά ούτε και μικρότερη από αυτή που ζητεί το Ελληνικό Δημόσιο...".
Περαιτέρω, ως προς την από 10-12-2017 αυτοτελή αίτηση του Α. Β., ήδη 19ου αναιρεσείοντος δέχθηκε τα ακόλουθα: " Ο Α. Χ. Β. (διάδικος της 13ης αίτησης) ζητεί να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημίωσης για τμήμα της ιδιοκτησίας με ΚΑ-078026 (ή 078124 του 2ου διορθωτικού κτηματολογίου), για την οποία ισχυρίζεται ότι την απέκτησε το έτος 1987 από άτυπη γονική παροχή...
Στον κτηματολογικό πίνακα η ιδιοκτησία 078026 φέρεται να έχει έκταση 3.328,02 τ.μ. με ιδιοκτήτη τον Π. Δ. Β. και στον 2ο διορθωμένο κτηματολογικό πίνακα προστίθεται ιδιοκτησία με αριθμό 078124 με απαλλοτριούμενη έκταση 1.350,20 τμ με ιδιοκτήτη τον αιτούντα Α. Χ. Β., με τη σημείωση ότι το τελευταίο αυτό ακίνητο αποτελεί τμήμα του απαλλοτριουμένου με αριθμό 078026, ήτοι πρόκειται περί δύο διακριτών απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών.
Στο ανωτέρω ακίνητο (078124) αποδεικνύεται ότι ο αιτών ασκούσε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, ήτοι το καλλιεργούσε με σιτηρά, το καθάριζε, το φρόντιζε κλπ. συνεχώς και ανεπίληπτα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών από το 1987 μέχρι σήμερα, γενόμενος έτσι κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία και συνεπώς πρέπει να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα έκταση του ακινήτου του...".
Ακολούθως, το Εφετείο, αφού δέχθηκε εν μέρει τις αιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου, ήδη αναιρεσίβλητου, και τις από 6-3-2017 (αριθμ. έκθ. κατ. 5/2017) και 10-12-2017 (αριθμ. έκθ. κατ. 37/2017) αυτοτελείς αιτήσεις των αιτούντων, ήδη αναιρεσειόντων, καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων των αναιρεσειόντων, και ειδικότερα την αξία εδάφους, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της, ως εξής: 1) Για τα ακίνητα με ΑΚΠ 078007, 078008 (ιδιοκτησίας του 1ου αναιρεσείοντος) σε 1 ευρώ ανά τ.μ., 2) για το ακίνητο με ΑΚΠ 078009 (ιδιοκτησίας του 1ου αναιρεσείοντος) σε 14 ευρώ ανά τ.μ., 3) για το ακίνητο με ΑΚΠ 078012 (ιδιοκτησίας του 1ου αναιρεσείοντος) σε 23 ευρώ ανά τ.μ., 4) για το ακίνητο με ΑΚΠ 078022 (ιδοκτησίας του 1ου, 2ου, 3ου , 4ης των αναιρεσειόντων) σε 18 ευρώ ανά τ.μ., 5) για το ακίνητο με ΑΚΠ 078013 (ιδιοκτησίας των 2ου, 3ου και 4ης των αναιρεσειόντων) σε 23 ευρώ ανά τ.μ., 6) για το ακίνητο με ΑΚΠ 078122 (ιδιοκτησίας του 5ου ,6ου και 7ου των αναιρεσειόντων) σε 11 ευρώ ανά τ.μ., 7) για το ακίνητο με ΑΚΠ 078011 (ιδιοκτησίας του 5ου αναιρεσείοντος) σε 12 ευρώ ανά τ.μ., 8)για το ακίνητο με ΑΚΠ 078027 (ιδιοκτησίας των 8ου και 9ης των αναιρεσειόντων ) σε 23 ευρώ ανά τ.μ., 9) για το ακίνητο με ΑΚΠ 78030 (ιδιοκτησίας των 8ου και 9ης των αναιρεσειόντων) σε 24 ευρώ ανά τ.μ., 10) για το ακίνητο με ΑΚΠ 078033 (ιδιοκτησίας των 10ου και 11ης των αναιρεσειόντων) σε 23 ευρώ ανά τ.μ., 11) για το ακίνητο με ΑΚΠ 078034 (ιδιοκτησίας της 11ης των αναιρεσειόντων) σε 36 ευρώ ανά τ.μ., 12) για το ακίνητο με ΑΚΠ 078037 (ιδιοκτησίας των 12ου και 13ου των αναιρεσειόντων) σε 18 ευρώ ανά τ.μ., 13) για το ακίνητο με ΑΚΠ 078038 (ιδιοκτησίας των 12ου, 13ου και 14ου των αναιρεσειόντων) σε 23 ευρώ ανά τ.μ., 14) για το ακίνητο με ΑΚΠ 078040 ακίνητο (ιδιοκτησίας 12ου και 13ου των αναιρεσειόντων) σε 23 ευρώ ανά τ.μ., 15) για το ακίνητο με ΑΚΠ 078105 (ιδιοκτησίας 12ου, 13ου, 14ου των αναιρεσειόντων) σε 24 ευρώ ανά τ.μ., 16) για το ακίνητο με ΑΚΠ 078078 (ιδιοκτησίας 18ης αναιρεσείουσας) σε 23 ευρώ ανά τ.μ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως την ανωτέρω μνημονευόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, καθώς και αυτές του άρθρου 17 του Συντάγματος περί προστασίας της ιδιοκτησίας, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αλλά και εκ πλαγίου, καθώς διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, όσον αφορά στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης ενώπιον του Εφετείου και του προσδιορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης αυτών και έτσι υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλειες, όπως βάσιμα διατείνονται οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού. Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ, σύμφωνα με τις παραδοχές, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι: α) η περιοχή, όπου βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, πολεοδομικά είναι μη χωροθετημένη και στο κτηματολογικό διάγραμμα δεν αποτυπώνονται οικισμοί που να τέμνουν τα όρια της απαλλοτρίωσης, β) ως εκτός σχεδίου περιοχή έχει όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου πόλης και οικισμών χρήσεις, γ) στην ευρύτερη περιοχή οι ιδιοκτησίες έχουν αξιοποιηθεί με γεωργική, βιοτεχνική και οικιστική χρήση και υπάρχουν ελαιοκαλλιέργειες και θερμοκήπια, δ) τα απαλλοτριούμενα ακίνητα εξυπηρετούνται από την υπάρχουσα οδό ..., από ασφαλτοστρωμένους επαρχιακούς δρόμους, παράλληλα και κάθετα προς αυτή και με αγροτικές οδούς και από τα δίκτυα οργανισμών κοινής ωφελείας, ε) από πολεοδομική κατάσταση τα τμήματα που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλης και οικισμών έχουν αρτιότητα 4.000 τ.μ. (ή κατά παρέκκλιση 2.000 τ.μ., όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 1 του ΠΔ 24/31-5-1985) και συντελεστή δόμησης ανάλογη με τη χρήση με μέγιστη επιτρεπόμενη δόμηση 400 τ.μ., και στ) επειδή πρόκειται για περιοχή ιδιαίτερα εύφορη και παραγωγική, πραγματοποιούνται κάποιες μεταβιβάσεις ή μισθώσεις ακινήτων, ιδίως κοντά στα παράλια, διότι η ευρύτερη παράκτια ζώνη της Ν.
Αιτωλ/νίας αποτελεί περιοχή μόνιμης αλλά και ήπιας παραθεριστικής κατοικίας, εν συνεχεία, δε δέχεται ότι ο Ανεξάρτητος Πιστοποιημένος Εκτιμητής (ΑΠΕ) χώρισε την περιοχή των απαλλοτριουμένων σε 2 κατηγορίες ανάλογα με τα χαρακτηριστικά κάθε κατηγορίας ακινήτων ως εξής : α) 1η κατηγορία- αγροτεμάχιο πεδινό, καλλιεργήσιμο, αρδευόμενο, μεσαίου μεγέθους, χωρίς δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης και με πρόσβαση (προσπελάσιμο σε οχήματα) και β) 2η κατηγορία- αγροτεμάχιο πεδινό, καλλιεργήσιμο, αρδευόμενο, μεσαίου μεγέθους, χωρίς δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης, με πρόσωπο στην υφιστάμενη εθνική οδό ..., ακολούθως, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προσδιόρισε τις οριστικές τιμές μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα των αναιρεσειόντων, στα ποσά που προαναφέρθηκαν, χωρίς οποιαδήποτε εξατομίκευση των χαρακτηριστικών κάθε απαλλοτριούμενου ακινήτου και αναφορά των κριτηρίων διαφοροποίησης και στοιχείων αξιολόγησης αυτού, ήτοι της θέσης, της έκτασης, του οικονομικού προορισμού κάθε ακινήτου, της πλεονεκτικότητας ή μη της θέσης του, της μοναδικότητάς του και της χρησιμότητάς του, της χιλιομετρικής θέσης του σε σχέση με την υφιστάμενη εθνική οδό ...
ή της εξυπηρέτησής του από επαρχιακούς δρόμους ή αγροτικές οδούς, και εντέλει της αξιολόγησης των θετικών στοιχείων κάθε ακινήτου ή των αρνητικών και, συνεπώς, μειωτικών της αξίας του και ειδικά τους παράγοντες που το οδήγησαν στην εκτίμηση της πραγματικής αξίας των ακινήτων, ώστε να αιτιολογείται η διαφοροποίηση της τιμής μονάδας αποζημίωσης που προσδιόρισε για κάθε ακίνητο.
Επίσης, για τα ακίνητα με ΑΚΠ 078027 και 078030, που φέρονται να ανήκουν στην (συν)ιδιοκτησία των ήδη 8ου και 9ης των αναιρεσειόντων, Γ. Β. και Β. Β. αντίστοιχα, ως νομίμων κληρονόμων του αιτούντος στην υπ' αριθμ. κατ. .../2017 αίτηση Γ. Β., που απεβίωσε στις ...-2017, οι οποίοι παραστάθηκαν και δήλωσαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, κατά την εκδίκαση των αιτήσεων, ανταιτήσεων και παρεμβάσεων, ότι συνεχίζουν την αρξαμένη στο όνομα του δικαιοπαρόχου τους δίκη, δεν καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης μεγαλύτερη από αυτή που όρισε προσωρινά το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, καθώς κρίθηκε, εσφαλμένα, ότι δεν παραστάθηκαν.
Επομένως, με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου σκέλους του ίδιου λόγου από τους αριθμούς 8 και 11 περ.
γ'του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου, που έγινε δεκτός για το ίδιο κεφάλαιο καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους. Πρέπει να σημειωθεί, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση κηρύχθηκαν άκυρες η από 6-3-2017 αίτηση των αναιρεσειόντων και η από 15-2-1017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, ως προς τον αιτούντα και καθ' ου, αντίστοιχα, Σ.
Κ. του Γ., φερόμενο ιδιοκτήτη (και) της με ΑΚΠ 078013, διότι αυτός είχε αποβιώσει πριν την κατάθεσή τους, στις 15-6-2016, και μετά από άσκηση κύριας παρέμβασης των κληρονόμων του, ήδη 2ος, 3ος και 4η των αναιρεσειόντων, καθορίστηκε για την ιδιοκτησία αυτή οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως, αβάσιμα, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες αυτοί, ότι το Εφετείο παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ).
Επίσης, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, δεν προκύπτει ότι οι ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 078037 και 078040, για τις οποίες καθορίστηκε διαφορετική τιμή μονάδας αποζημίωσης και δεν ήρθη το τεκμήριο ωφελείας ως προς την ΑΚΠ 078040 ιδιοκτησία, αποτελούν μετά από διόρθωση των κτηματολογικών πινάκων, μία ενιαία ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 078037, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες των εν λόγω ιδιοκτησιών με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση), εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης", δηλαδή εκείνης που, κατ' αρχήν, παρέχει στον ιδιοκτήτη τη δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριούμενου με άλλο ισάξιο, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού ή παρέλευσης έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη - ζημία του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου, η οποία είναι συνέπεια της απαλλοτρίωσης (Α.Π.Ολ 8/2006, 7/2006, 8/1999, Α.Π. 78/2018, Α.Π. 328/2016).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 ν. 2882/2001, η αναγκαστική απαλλοτρίωση της κυριότητας του ακινήτου επιφέρει αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, κατασκευής και δέντρου που υπάρχει πάνω σε αυτό και κάθε άλλου συστατικού του πράγματος, κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του Αστικού Κώδικα, ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα (Α.Π.Ολ. 5/2002, Α.Π. 209/2019, Α.Π. 388/2018).
Ειδικότερα, η αποζημίωση, για να είναι πλήρης, κατά τη διάταξη 17 παρ.2 του Συντάγματος, πρέπει να περιλαμβάνει και την αξία όχι μόνο του εδάφους, αλλά και των συστατικών του, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως. Κατά μεν το άρθρο 953 ΑΚ, συστατικό μέρος πράγματος, που δεν μπορεί να αποχωριστεί από το κύριο πράγμα χωρίς βλάβη αυτού του ίδιου ή του κύριου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού τους, δεν μπορεί να είναι χωριστά αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, κατά δε το άρθρο 954 του αυτού Κώδικα, συστατικά του ακινήτου με την έννοια του προηγούμενου άρθρου είναι και τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως οικοδομήματα. Το τελευταίο εδάφιο της ίδιας διάταξης προβλέπει ότι συστατικά του οικοδομήματος είναι όλα τα κινητά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερσή του ή συναρμόστηκαν σ' αυτό για σκοπό μόνιμο και όχι παροδικό (Α.Π. 78/2018, Α.Π. 157/2017, Α.Π. 653/2014). Ως συστατικά, κατά την έννοια του άρθρου 4 ν.2882/2001, είναι δυνατό να θεωρηθούν και οι μηχανολογικές εγκαταστάσεις κτηρίου, καθώς και οι υδραυλικές και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις αυτού, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 953 ΑΚ, δηλαδή να είναι σταθερά συνδεδεμένες με το κτήριο και να μην μπορούν να αποχωριστούν από αυτό χωρίς αλλοίωση του προορισμού και της λειτουργικότητάς τους (Α.Π. 326/2014, Α.Π. 868/2012).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 956 του ίδιου πιο πάνω Κώδικα, παράρτημα είναι το κινητό πράγμα που, χωρίς να είναι συστατικό του κύριου πράγματος, έχει προοριστεί να εξυπηρετεί διαρκώς τον οικονομικό του σκοπό και έχει τεθεί ήδη σε τοπική σχέση προς το κύριο πράγμα, αντίστοιχη προς αυτόν το σκοπό. Για τα συστατικά αυτά μέρη (που είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με το έδαφος και δεν μπορούν να αποχωριστούν χωρίς πλήρη καταστροφή τους ή, έστω, ουσιώδη χειροτέρευση - βλάβη τους), καθώς και για τα παραρτήματα, σε περίπτωση που ο αποχωρισμός τους από το ακίνητο αναιρεί την οικονομική ενότητα αυτού ή την αξία του ίδιου του παραρτήματος, πρέπει να καθορίζεται ιδιαίτερη τιμή μονάδας αποζημίωσης, ώστε η αποζημίωση να είναι "πλήρης" και δεν αρκεί η λήψη αυτών υπόψη και η αξιολόγησή τους κατά τον προσδιορισμό της αξίας των κτισμάτων του απαλλοτριωμένου ακινήτου (Α.Π. 94/2020, Α.Π. 326/2014, Α.Π. 868/2012).
Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 9 εδάφ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΑΠ.Ολ. 25/2003, Α.Π. 1004/2015), όπως και η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης σχετικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους ή της ιδιαίτερης, κατ' άρθρ. 13 παρ.4 ν.2882/2001, αποζημίωσης (Α.Π. 209/2019, Α.Π. 365/2018, Α.Π. 2062/2017). Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (Α.Π. 365/2018, Α.Π. 209/2017, Α.Π. 850/2009).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι φέρονται ως (συν)ιδιοκτήτες των απαλλοτριωμένων ακινήτων με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα (ΑΚΠ) 078027, 078034, 078037, 078078, 078124 αποδίδουν, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, στην αναιρεσιβαλλόμενη 24/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτ. Στερ. Ελλάδας αιτιάσεις, από τον αριθμό 9 εδάφ.
γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που συνίστανται στο ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστα τα αιτήματά τους για καθορισμό οριστικής αποζημίωσης και ειδικότερα: 1) για την με ΑΚΠ 078027 ιδιοκτησία το αίτημα αποζημίωσης για δύο θερμοκήπια, εμβαδού 120 τ.μ. του πρώτου και 20 τ.μ. του δεύτερου, αξίας 150 ευρώ το τ.μ., 2) για την με ΑΚΠ 078034 ιδιοκτησία το αίτημα αποζημίωσης για διώροφη οικοδομή ανεγερθείσα με την υπ' αριθμ. 610/1983 πολεοδομική άδεια, όγκου 370 κ.μ.
και 80 κ.μ. του ισογείου, με κεραμοσκεπή ύψους 1,50 μ. και 80 κ.μ., συνολικού όγκου 900 κ.μ., αξίας 300 ευρώ το κ.μ., 3) για την με ΑΚΠ 078037 ιδιοκτησία το αίτημα αποζημίωσης για διώροφη οικοδομή και αποθήκη που ανεγέρθηκε με την υπ' αριθμ. 78/1986 πολεοδομική άδεια, συνολικού όγκου της κατοικίας 823 κ.μ., αξίας 350 ευρώ το κ.μ. και της αποθήκης 260 κ.μ.
αξίας 200 ευρώ το κ.μ., 4) για την με ΑΚΠ 078078 ιδιοκτησία το αίτημα αποζημίωσης για την ανεγερθείσα με την υπ' αριθμ. 77/1983 πολεοδομική άδεια διώροφη οικοδομή, συνολικού όγκου 1.358,07 κ.μ., αξίας 300 ευρώ το κ.μ. και 5) για την με ΑΚΠ 078124 ιδιοκτησία το αίτημα για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας, ιδιαίτερης αποζημίωσης και άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας.
Τα αιτήματα υπό αριθμητικά στοιχεία 1,2,3 και 4 που προπαρατέθηκαν, είχαν πράγματι υποβληθεί από τους φερόμενους ως ιδιοκτήτες αναιρεσείοντες με τις ένδικες από 6-3-2017 και 10-12-2017 αιτήσεις τους. Το Εφετείο, ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 49η -50ο), για την με ΑΚΠ 078027 ιδιοκτησία ενώ αναφέρει θερμοκήπιο (σκελετός απλός μεταλλικός, πλαστικό) 18 μ., δεν προσδιόρισε την καταβλητέα αποζημίωση, για την με ΑΚΠ 078037 ιδιοκτησία δεν προσδιόρισε οριστική αποζημίωση για κτίσμα, αλλά μόνο για σιδερένια κρεβατίνα, υπόγειο αγωγό ύδρευσης πλαστικό, υπόγειο αγωγό άδρευσης, για την με την ΑΚΠ 078078 ιδιοκτησία καθόρισε αποζημίωση για μεταλλική πόρτα περίφραξης συρόμενη με μηχανισμό, μεταλλική πόρτα περίφραξης, κολώνες-τοιχεία από σκυρόδεμα έως Η=2,50 μ., κατασκευές από άοπλο συρόδεμα και ασφαλτοστρωμένη επιφάνεια, χωρίς να αναφέρει διώροφη οικοδομή και αποθήκη και για την με ΑΚΠ 078034 ιδιοκτησία προδιόρισε αποζημίωση για μονόροφο πλακοσκεπές πετρόκτιστο (φούρνος), χωρίς να αναφέρει διώροφη οικοδομή.
Όσον αφορά στο πιο πάνω, υπό αριθμητικό στοιχείο 5 αίτημα, που υποβλήθηκε με την ένδικη, από 10-12-2017 του ήδη 19ου αναιρεσείοντος και αφορά την με ΑΚΠ 078124 ιδιοκτησία, με απαλλοτριούμενη έκταση 1.350,20 τ.μ., η οποία προστέθηκε, κατά τις παραδοχές, στον 2ο διορθωμένο κτηματολογικό πίνακα και αποτελεί τμήμα του απαλλοτριούμενου με ΑΚΠ 078026 ακινήτου, αλλά πρόκειται περί δύο διακριτών απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών, το Εφετείο, αναγνώρισε δικαιούχο της αποζημίωσης τον ως άνω αναιρεσείοντα, πλην όμως δεν προσδιόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα, ενώ δεν αποφάνθηκε για το αίτημα προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομένον τμήμα αυτού.
Το τεκμήριο ωφέλειας, ωστόσο, ήρθη για όλες τις ιδιοκτησίες (σελ. 42η και 51η), συνεπώς και για την προαναφερθείσα ιδιοκτησία.
Επομένως, εφόσον το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί για τα σχετικά αιτήματα των φερομένων ως ιδιοκτητών-αναιρεσειόντων των ως άνω ιδιοκτησιών για καθορισμό οριστικής αποζημίωσης (και) για τα προαναφερόμενα επικείμενα, που συναπαλλοτριώθηκαν και που, κατ' εκτίμηση των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με το έδαφος και δεν μπορούν να αποχωριστούν χωρίς πλήρη καταστροφή τους ή, έστω, ουσιώδη βλάβη τους, το αίτημα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη με ΑΚΠ 078124 ιδιοκτησία, ο παρών λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 9 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι κατά ένα μέρος βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 του Ν 2882/2001 ["Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" ΚΑΑΑ], "4.Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".
Εξάλλου, στο άρθρο 18 παρ. 6 αυτού, όπως τα τελευταία εδάφιά της προστέθηκαν με το άρθρο 130 παρ.3 του Ν.4070/2012 (ΦΕΚ Α 82/10.4.2012) και εφαρμόζονται, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 146 του αυτού νόμου και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του χρόνου κήρυξης της ένδικης απαλλοτρίωσης, προβλέπεται ειδική προδικασία για το παραδεκτό του αιτήματος καταβολής ιδιαίτερης, κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 του Ν. 2882/2001, αποζημίωσης για το εναπομένον, εκτός της απαλλοτρίωσης, τμήμα του απαλλοτριωμένου ακινήτου.
Ειδικότερα, ορίζεται: "6. Αίτημα για τον προσδιορισμό της κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 13 ιδιαίτερης αποζημίωσης είναι απαράδεκτο αν ο ιδιοκτήτης δεν έχει υποβάλλει την κατά το άρθρο 15 παράγραφος 2 αίτηση. Η αίτηση για την ιδιαίτερη αποζημίωση υποβάλλεται στην οικεία Κτηματική Υπηρεσία ή στην αρμόδια για την εκτέλεση του έργου υπηρεσία, εφόσον η προεκτίμηση διενεργείται ή διενεργήθηκε από ανεξάρτητο Εκτιμητή, εξήντα (60) τουλάχιστον ημέρες πριν την εκδίκαση του αιτήματος από το αρμόδιο για τον καθορισμό της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης δικαστήριο.
Με την αίτηση, συνυποβάλλονται υποχρεωτικά α) απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος, επί του οποίου εμφαίνεται το απομένον εδαφικό τμήμα του ακινήτου μετά την απαλλοτρίωση και επισημειωματική δήλωση, ύστερα από έλεγχο των τίτλων του ακινήτου, την οποία υπογράφει διπλωματούχος μηχανικός, ο οποίος βεβαιώνει περί της πολεοδομικής κατάστασης του ακινήτου, των ισχυόντων όρων δόμησης, της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας του ακινήτου, πριν και μετά την απαλλοτρίωση, με ρητή αναφορά περί της τυχόν ισχύουσας παρέκκλισης, β) πλήρεις τίτλοι ιδιοκτησίας και σε περίπτωση έκτακτης χρησικτησίας κάθε δημόσιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει το ακριβές εμβαδό και η θέση του ακινήτου.
Αν δεν συνυποβληθούν τα παραπάνω στοιχεία, η αρμόδια Υπηρεσία εκδίδει σχετική βεβαίωση και το δικαστήριο ελέγχει, στην περίπτωση αυτή, κατά τη συζήτηση του αιτήματος επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης, τα στοιχεία που επικαλείται ο καθ' ου η απαλλοτρίωση, για την απόδειξη της μείωσης της αξίας των απομενόντων τμημάτων, όπως, ιδίως, του εμβαδού και των λοιπών προσδιοριστικών στοιχείων τους και του όγκου των κτισμάτων".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 13 παρ.4 του ΚΑΑΑ, δυνάμενο να υποβληθεί και στη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε με αυτοτελή αίτηση του καθ' ου η απαλλοτρίωση - δικαιούχου, είτε με παραδεκτώς ασκηθείσα ανταίτησή του, είναι απαράδεκτο αν ο υποβάλλων αυτό και αξιώνων την ιδιαίτερη αποζημίωση δεν υποβάλει, προ 60 τουλάχιστον ημερών από την εκδίκαση του αιτήματος, στην ως άνω αρχή - Κτηματική Υπηρεσία- αίτηση, στην οποία υποχρεωτικώς πρέπει να συνυποβάλλονται τα ειδικώς αναφερόμενα στο εδάφιο 3 της ως άνω παρ. 6 του άρθρου 18 του ΚΑΑΑ στοιχεία, χωρίς τη συνυποβολή των οποίων η αίτηση είναι απαράδεκτη και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ακολουθηθεί η ως άνω ειδικώς προβλεπόμενη διαδικασία.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ)" προκύπτει ότι μετά την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, επιτροπή, συγκροτούμενη από τα αναφερόμενα πρόσωπα, προβαίνει στην εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, οίκοθεν ή ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερόμενου και καταρτίζει αιτιολογημένη έκθεση, στην οποία περιγράφει λεπτομερώς την κατάσταση του απαλλοτριωμένου και των συστατικών του και τις τυχόν ιδιαίτερες συνθήκες αυτού.
Η έκθεση υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο, ως στοιχείο της προδικασίας της δίκης για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης και συνεκτιμάται ως συμβουλευτική γνωμοδότηση. Στην παράγραφο δε 6 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Η εκτίμηση παραλείπεται για ακίνητα που εμπίπτουν στο κατά τις ισχύουσες διατάξεις σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους".
Στο δεύτερο όμως εδάφιο της ως άνω παραγράφου 6, που προστέθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 1 του Ν. 2985/2002, ΦΕΚ Α` 18/4-2-2002 (με έναρξη ισχύος την 01.01.2002), ορίζεται ότι: "προκειμένου ειδικώς για τον προσδιορισμό της κατά το άρθρο 13 παρ. 4 αποζημίωσης, η εκτίμηση γίνεται σε κάθε περίπτωση".
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.ΑΠ 1/2019, Ολ.ΑΠ 25/2008, Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.ΑΠ 2/2001, Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.ΑΠ 2/2001, Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 480/2020, Α.Π. 175/2019, Α.Π. 1496/2017).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στην δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ` αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 927/2019, Α.Π. 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής, των ενδίκων μέσων (Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 του ΚΠολΔ) και των πρόσθετων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 1206/2019, Α.Π. 2081/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλεια από τον αριθμό 14 (και όχι και από τον αριθμό 11, που αναφέρουν στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημά τους για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, όσον αφορά τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των ιδιοκτησιών τους, κρίνοντας ειδικότερα ότι "οι ιδιοκτήτες αυτοί, πριν την άσκηση της εν λόγω αξίωσή τους, δεν υπέβαλαν αίτηση στην αρμόδια εκτιμητική επιτροπή του άρθρου 15 παρ. 2 ΚΑΑΑ, την οποία άλλωστε ούτε επικαλούνται ούτε προσκομίζουν", ενώ, όπως ισχυρίζονται, από το υποβληθέν ενώπιον του Εφετείου υπόμνημά τους, την 19-7-2017 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόσθεσμα η από 6-3-2016 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης ενώπιον του Τριμ.
Εφετείου Δυτ. Στερ. Ελλάδας, με πράξη ορισμού δικασίμου 10-10-20017 στον Προϊστάμενο της κτηματικής Υπηρεσίας Πατρών, Π. Κ., όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ. ...-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών Γ. Α. Τ. Ωστόσο, από την επισκόπηση των προαναφερθέντων, από ...-2019 υπομνήματος των αναιρεσειόντων ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου και της υπ' αριθμ. .../2017 έκθεσης επίδοσης, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες επέδωσαν αντίγραφο της από 6-3-2017 αίτησής τους στον Π.
Κ., ως Προϊστάμενο και νόμιμο εκπρόσωπο του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Περιφερειακή Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας Πελοποννήσου Δυτικής Ελλάδος και Ιονίων Νήσων" και όχι στην προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 6 και 15 παρ. 2 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), οικεία Κτηματική Υπηρεσία ή στην αρμόδια για την εκτέλεση του έργου υπηρεσία, συνυποβάλλοντας, μάλιστα, υποχρεωτικά, τα προβλεπόμενα από τις ως άνω διατάξεις έγγραφα, ήτοι:
α) απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος για τα εναπομείναντα, μετά την απαλλοτρίωση, εδαφικά τμήματα των ακινήτων τους και β) πλήρεις τίτλους ιδιοκτησίας και σε περίπτωση έκτακτης χρησικτησίας κάθε δημόσιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει το ακριβές εμβαδό και η θέση των ακινήτων. Επομένως, ορθά απέρριψε το Εφετείο το σχετικό αίτημα των αναιρεσειόντων για προσδιορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών τους, ως απαράδεκτο, και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2882/2001, ήτοι του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), η αποζημίωση του απαλλοτριωμένου, καθώς και η τυχόν κατά τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 13 ιδιαίτερη αποζημίωση, προσδιορίζεται κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου και των αμέσως επομένων 19 έως 20.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ερμηνευόμενης σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 17 του Συντάγματος καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη, έναντι των κοινών νόμων, ισχύ, ορίζει δε ότι "πάν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του ...", αντικείμενο της δίκης προσδιορισμού αποζημίωσης είναι η αποζημίωση συνολικά λαμβανομένη, δηλαδή η χορήγηση αποζημίωσης σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφελείας του ιδιοκτήτη αυτού, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις αξιώσεις του από την απαλλοτρίωση, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και τη δικαστική δαπάνη.
Ο δε προβλεπόμενος στη διάταξη αυτή περιορισμός της αρμοδιότητας του Εφετείου σε μόνο τον προσδιορισμό της αποζημίωσης είναι ανίσχυρος ως προσκρούων στην ως άνω διάταξη του άρθρου 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, από την άποψη ότι οι δυσμενείς για τον καθ' ού η απαλλοτρίωση συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο της ενιαίας διαδικασίας.
Επομένως, το Εφετείο στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής είναι αρμόδιο να εξετάσει: α) το προσδιορισμό της αποζημίωσης σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, β) την ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, γ) την αναγνώριση δικαιούχων της αποζημίωσης, δ) την ύπαρξη ή όχι ωφελείας του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό και ε) το αίτημα περί δικαστικής δαπάνης.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 7, 9, 11 και 12 παρ. 1 του ΚΑΑΑ, προκύπτει ότι, με την κήρυξη της απαλλοτρίωσης γεννάται απευθείας από το νόμο η ενοχή (άρθρο 287 ΑΚ) από την απαλλοτρίωση μεταξύ του υπερ ού η απαλλοτρίωση και του καθ' ού, δυνάμει της οποίας ο καθ' ού δανειστής δικαιούται να απαιτήσει από τον οφειλέτη υπέρ ού η απαλλοτρίωση, την καταβολή της πλήρους αποζημίωσής του. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγονται και τα ακόλουθα: Μετά τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιοκτησίας για δημόσια ωφέλεια και την αναγνώριση του δικαιούχου της αποζημίωσης αυτής, είναι επιτρεπτή η άσκηση από αυτόν της αγωγής επιδίκασης της αποζημίωσης από την ανωτέρω αιτία και μάλιστα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η απαίτηση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος είναι γεννημένη και απαιτητή αμέσως από τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημίωσης δικαστικής απόφασης και δεν τελεί υπό την προθεσμία των δέκα οκτώ (18) μηνών, η οποία αναφέρεται στη μη συντέλεση της απαλλοτρίωσης από τη μη καταβολή ή τη μη παρακατάθεση της προσωρινώς ή οριστικώς προσδιορισθείσας αποζημίωσης και την εκ του λόγου αυτού αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης.
Συνεπώς, ο αναγνωρισθείς δικαιούχος της αποζημίωσης, η οποία προσδιορίσθηκε τελεσιδίκως για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου του, μπορεί με καταψηφιστική αγωγή, η οποία δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το αρμόδιο καθ' ύλην, λόγω ποσού, δικαστήριο, να ζητήσει από τον υπόχρεο την καταβολή της, καθώς και τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.
Για τη νομιμοποίηση του δικαιούχου ως ενάγοντος έναντι του υποχρέου για καταβολή της αποζημίωσης δεν ερευνάται ούτε η δυνατότητα ολοκλήρωσης του έργου, το οποίο αφορά η απαλλοτρίωση, ούτε η υπαιτιότητα του υπόχρεου προς καταβολή. Ενόψει τούτων και εφόσον η άσκηση της καταψηφιστικής αγωγής είναι παραδεκτή μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημίωσης δικαστικής απόφασης, οπότε είναι γεννημένη και απαιτητή η απαίτηση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος για την καταβολή της προσδιορισθείσας αποζημίωσης, η εκδίκαση αυτής εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Εφετείου στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου, καθόσον δεν περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα ως άνω αιτήματα των οποίων η εκδίκασή τους γίνεται με την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων και έτσι σωρευόμενη με τα ως άνω αιτήματα, για τα οποία επιβάλλεται η προαναφερόμενη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (Α.Π. 782/2022, Α.Π. 1028/2017, Α.Π. 153/2012).
Η ως άνω ρύθμιση δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΔΔΑ, με τις οποίες θεσπίζεται η ως άνω αρχή, κατά την οποία οι συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θα πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας, με το κριτήριο της "εύλογης και δίκαιης ισορροπίας" μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου, της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών και την εναρμονισμένη με τον εν λόγω κανόνα αρχή, που διέπει τη νομολογία του ΕΔΔΑ (Α.Π. 782/2022, Α.Π. 178/2017, Α.Π. 153/2012).
Η επιβαλλόμενη δε, σύμφωνα με τα ανωτέρω ενιαία εκδίκαση των ως άνω θεμάτων της απαλλοτρίωσης, προϋποθέτει αναγκαίως, ότι τα εν λόγω αιτήματα θα υποβληθούν ενώπιον του Εφετείου κατά τρόπο παραδεκτό και σύμφωνα με τους ισχύοντες δικονομικούς κανόνες.
Και τούτο διότι, το ΕΣΔΑ δεν υποκαθιστά τον εθνικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, αλλά μόνο ελέγχει, με τα προβλεπόμενα μέσα, αν οι κανόνες αυτού ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κοινοτικής έννομης τάξης. Έτσι εφόσον το δικαίωμα του δικαιούχου της αποζημίωσης καθίσταται υπαρκτό με την τελεσιδικία της απόφασης προσδιορισμού της αποζημίωσης της απαλλοτρίωσης, δεν μπορεί να εισαχθεί ενώπιον του Εφετείου στα πλαίσια της ως άνω ενιαίας διαδικασίας προσδιορισμού της οριστικής τιμής αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων παραδεκτού αυτού.
Εξ άλλου, η ως άνω ρύθμιση, που καθιστά παραδεκτή την άσκηση της καταψηφιστικής αγωγής από τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημίωσης δικαστικής απόφασης, οπότε είναι γεννημένη και απαιτητή η σχετική απαίτηση, δεν δύναται εκ των πραγμάτων να επηρεάσει την ουσία του δικαιώματος αποζημίωσης, αλλά αντίθετα αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει την ασφαλή διάγνωση αυτού, εναρμονιζόμενη, έτσι, απολύτως με τις προαναφερόμενες σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ.
Περαιτέρω, η προαναφερόμενη ρύθμιση, δεν πλήττει, ούτε την αρχή της εκδίκασης των συνεπειών της απαλλοτρίωσης εντός ευλόγου χρόνου στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας, διότι δεν πρόκειται για παραπομπή, ως αποτέλεσμα θεσμικών δυσλειτουργιών του ισχύοντος δικονομικού συστήματος, που επιτρέπουν παρελκυστικές συμπεριφορές των διαδίκων ή ανοχής φαινομένων καθυστερήσεων, που υποβάλλουν πρακτικές αρνησιδικίας, αλλά έρχεται ως συνέπεια νομοθετικών επιλογών με σκοπό την πληρέστερη και ασφαλέστερη διερεύνηση της διαφοράς (Α.Π. 153/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με την από 6-3-2017 αυτοτελή αίτησή τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος για τον οριστικό προσδιορισμό αποζημίωσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το αίτημα αυτής συμπληρώθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, ζήτησαν, μεταξύ των άλλων, να υποχρεωθεί το καθ' ού Ελληνικό Δημόσιο στην καταβολή της καθορισθησόμενης οριστικής τιμής αποζημίωσης.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 24/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε το προεκτιθέμενο αίτημα των αναιρεσειόντων, δεχόμενο ότι το αίτημα για καταψήφιση της καθοριζόμενης αποζημίωσης, δεν εμπίπτει στο αντικείμενο της ειδικής διαδικασίας της απαλλοτρίωσης, το οποίο είναι ο καθορισμός της αποζημίωσης.
Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο το καταψηφιστικό αίτημά τους να υποχρεωθεί το καθ' ού η αίτησή τους Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει την καθορισθησόμενη αποζημίωση για την απαλλοτρίωση του ακινήτου τους και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 14 Κ.Πολ.Δ.
Με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, η απαίτηση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου για την καταβολή της προσδιορισθείσας αποζημίωσης, καθίσταται υπαρκτή, γεννημένη και απαιτητή μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και δεν μπορεί να εισαχθεί ενώπιον του Εφετείου στα πλαίσια της ως άνω διαδικασίας προσδιορισμού της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων του παραδεκτού αυτής, αφού η εκδίκασή της εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Εφετείου στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου, καθόσον δεν περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα ως άνω αιτήματα των οποίων η εκδίκασή τους γίνεται με την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων και έτσι σωρευόμενη με τα ως άνω αιτήματα, για τα οποία επιβάλλεται η προαναφερόμενη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ενώ το δικαίωμα αυτό του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου μπορεί να ασκηθεί με καταψηφιστική αγωγή, η οποία δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το αρμόδιο καθ' ύλην, λόγω ποσού, δικαστήριο, χωρίς η ρύθμιση αυτή να προσκρούει, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, στη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΔΔΑ, γιατί αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει την ασφαλή διάγνωση αυτού και έτσι εναρμονίζεται απολύτως με τις προαναφερόμενες σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και της υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ.
Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο κρινόμενος τέταρτος αναιρετικός λόγος, αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι και από τον αριθμό 1 που αναφέρουν οι αναιρεσείοντες) κρίνεται αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Μετά από αυτά, αφού η αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγων της, που αφορούν στα κεφάλαια προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα και τα επικείμενα των προεκτιθέμενων ιδιοκτησιών αντίστοιχα, παρελκομένης της έρευνας του πέμπτου λόγου της, που αναφέρεται στο κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης, καθώς η αναιρετική εμβέλεια των λόγων, που έγιναν δεκτοί, καταλαμβάνει και το κεφάλαιο τούτο και καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του που διατυπώνεται με την ερευνώμενη αίτηση αναίρεσης και οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά τους παρισταμένους αναιρεσείοντες και το αναιρεσίβλητο και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, σε αυτούς (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλήτο στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζονται μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 2-7-2020 (αριθμ. έκθ. κατ. 22/2020) αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 24/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας ως προς τους δέκατο έκτο (Θ. Σ. ή Κ.) και δέκατη έβδομη (Θ. Σ. ή Κ.) των αναιρεσειόντων.
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθςσης ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες.
Δέχεται εν μέρει την ως άνω αίτηση αναίρεσης ως προς τους παρισταμένους αναιρεσείοντες.
Αναιρεί την ως άνω απόφαση ως προς τους παραπάνω αναιρεσείοντες και κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της και ως προς τους παρισταμένους αναιρεσείοντες, στο πιο πάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ