Legislator Case Law & Legislation
12/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding labor court's reasonable compensation award.

Case Number 12/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the labor court's final judgment awarding 4,000 euros in damages. The appellant argued the amount was insufficient and the court failed to consider specific circumstances, but the court found the award reasonable based on established criteria. Consequently, the appeal was rejected as the labor court's discretionary assessment of damages was not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, and the court of first instance's free evaluation of evidence regarding damages in labor disputes is not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
labor dispute damages free evaluation of evidence appellate review limitation reasonable compensation substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 1/2016
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 12 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 12/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ... (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευριπίδη Κωνσταντίνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Β. Σ. του Κ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Ανδρεόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-11-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... Εκδόθηκαν η 81/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 439/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά το αναιρεσείον με την από 14-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 14-5-2021 (αριθ. εκθ. καταθέσεως 31/17-5-2021) αίτηση αναιρέσεως του εναγομένου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "..." και ήδη αναιρεσείοντος κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Β. Σ., με την οποία προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 439/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της από το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπομένης προθεσμίας, αφού αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν επιδόθηκε στο αναιρεσείον. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων αναιρέσεως (άρθ. 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, 3/2020, 28/1998). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ.

στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ιδρύεται έτσι αυτός ο λόγος μόνο όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. (ΑΠ ολ. 1/1999,ΑΠ ολ. 30/1997, ΑΠ 109/2020). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης ή ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης κ.λπ. (ΑΠ Ολομ. 8/2013, 14/2004, ΑΠ 237/2019, 71/2019 ).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την προαναφερόμενη έννοια, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία, καθώς και εκείνοι οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους, στη βαρύτητα ενός αποδεικτικού μέσου και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου πορίσματος, που διατυπώθηκε στην απόφαση σαφώς, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. (ΑΠ 1193/2020).

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι: "Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως "αρχή της αναλογικότητας". Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλ.

να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν δεν αναφέρεται τούτο ρητά σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς τον σκοπό, δηλ.

το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλ. του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθ. 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Το αντικειμενικό αυτό μέτρο συνάγεται από τον ανωτέρω σκοπό του άρθ. 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (καταρχήν αναιρετικά ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα) τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο) το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στην διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθ. 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, σε σχέση με το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, ως προς την ευθεία ή εκ πλαγίου (άρθ. 559 αριθμ. 1 ή 19 ΚΠολΔ) παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (άρθ. 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 160/2021, 367/2020, 15/2018, 2029/2017, 327/2017, 221/2016, 76/2016).

Με τους δύο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, Α) (1ος λόγος) τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 932 ΑΚ εύλογης αποζημιώσεως κατά παράβαση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας, που επιβάλλει το άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος, άλλως καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντας στους αναιρεσιβλήτους τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση χρηματικά ποσά, μη λαμβάνοντας επίσης υπόψη, κατά παράβαση του νόμου πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εκθέτοντας ειδικότερα ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του όλα τα περιστατικά που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, για την έκταση της προσβολής της επαγγελματικής φήμης, της πίστης και της υπόληψης του από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αντιδίκου του στα οποία θεμελιώνεται το αίτημα του για την εύλογη χρηματική ικανοποίηση ποσού 50.000 ευρώ, κατά την αγωγή του και 10.000 ευρώ, κατά την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ούτε παρατίθενται στοιχεία του αποδεικτικού υλικού που να δικαιολογούν την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση στο ύψος των 4.000 ευρώ ως συνάρτηση της οικονομικής κατάστασης των μερών, ούτε στάθμισε καθόλου την ένταση της συμπεριφοράς του αντιδίκου του, τους όρους τέλεσης της αδικοπραξίας αυτού και τον τρόπο μεθόδευσης των πράξεων της υπεξαίρεσης, ούτε αξιολόγησε την οικονομική θέση των μερών και Β) (2ος λόγος) την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (πράγματι όμως κατά τη νοηματική του απόδοση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες προσδιόρισε το ποσό της χρηματικής του ικανοποίησης, χωρίς να αναφέρει επαρκώς το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης και να αιτιολογεί επαρκώς την σχετική κρίση του και χωρίς να μνημονεύει επαρκώς την οικονομική και προσωπική κατάσταση των μερών.

Από την επισκόπηση κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο ..., ως προς το κεφάλαιο αυτό, δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι συνεπεία της ανωτέρω αδικοπραξίας του εναγομένου, και της εν γένει συμπεριφορά του όπως προεκτέθηκε, προσβλήθηκε, το κύρος και η φήμη του ενάγοντος διότι εμφανίζεται σε τρίτους ότι οι υπάλληλοι του διαπράττουν υπεξαιρέσεις καθώς και η αξιοπιστία της ανωτέρω δημοτικής επιχείρησης, με αποτέλεσμα παρουσιάζει εικόνα, κακής λειτουργίας και οργάνωσης και πλημμελούς ελέγχου να δημιουργούνται και μάλιστα ευλόγως στους συναλλασσόμενους με αυτήν πελάτες της, υπόνοιες για εκ μέρους της αφερεγγυότητα και επομένως το ενάγον δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, το είδος της προσβολής,- την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος, την επαναληπτικότητα της αξιόμεμπτης συμπεριφοράς του εναγομένου, αλλά και την οικονομική, και προσωπική κατάσταση των μερών, κρίνει ότι προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 4.000 ευρώ από το οποίο έχει ήδη αφαιρεθεί το ποσό των 44 ευρώ που επιφυλάχθηκε το ενάγον να ζητήσει παριστάμενος ως πολιτική ανωγή ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου.

Το ως άνω ποσό αξιολογείται ως εύλογο, ανάλογο προς την επελθούσα θετική ζημία που υπέστη το ενάγον και επαρκές να αποκαταστήσει πλήρως την επίδικη ηθική βλάβη του ενάγοντος από την ανωτέρω αιτία αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρα 25 παρ. 1 Συντ. 2,9 παρ.2 και 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ ...). Ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που προσδιόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης στο ποσό των 10.000 ευρώ έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου, δεκτού γενομένου εν μέρει ως βάσιμου και κατ' ουσίαν του σχετικού λόγου της έφεσης του εναγόμενου.".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την αρχή της αναλογικότητας, ούτε τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά την εφαρμογή του άρθρου 932 του ΑΚ, των άρθρων 2 παρ.1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθότι υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, και με βάση τα κριτήρια καθορισμού εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 του ΑΚ, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη, το εν λόγω ποσό των 4.000 ευρώ, κατά τη κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων ποσών σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο του σκέλος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με το προεκτεθέν περιεχόμενο, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προαναφερόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αφορούν ουσιαστικά εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων με συνέπεια την μερική μόνον παραδοχή της αγωγής του ως προς το επιδικασθέν ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, και πρέπει να απορριφθούν, διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας καθώς και η ουσία της υπόθεσης και δη το ύψος της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης που επίσης δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Περαιτέρω και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, οι συνθήκες της αδικοπραξίας, το μέγεθος της προσβολής, η έκταση της βλάβης, όπως επίσης η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, λαμβάνονται υπόψη για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος, δεν αποτελούν αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση αυτών ή κάποιας απ' αυτές ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της, όπως υποστηρίζει το αναιρεσείον, αλλά το Δικαστήριο της ουσίας αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με την αρχή που απορρέει από το άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Τέλος, δεν γίνεται λόγος για καταδίκη του αναιρεσείοντος, που νικήθηκε στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, αφού δεν υπάρχει σχετικό αίτημά του (άρθρ. 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-5-2021 αίτηση για αναίρεση της με αρ. 439/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ... ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ