Legislator Case Law & Legislation
12/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor dispute judgment, remanding case for retrial by different judge.

Case Number 12/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a labor dispute judgment, ordering a retrial by a different judge. The appellant argued that the lower court incorrectly extended the statute of limitations from five to twenty years without proper procedural grounds. The court found the appeal admissible because the appellant had previously raised the limitation issue in the appeal brief, satisfying the requirement for re-argument. Consequently, the decision was remanded for further examination while the respondent was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561(2) and 527(6) of the Code of Civil Procedure; The court must examine an appeal if the appellant has previously raised the relevant claim in the appeal brief, thereby waiving the need for a new oral presentation.

Keywords

AI generated
labor dispute statute of limitations appeal admissibility retrial by different judge procedural waiver legal costs Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 83(2) and (3) of Law 4790/2021
Article 568(2) of the Code of Civil Procedure
Article 26 of Law 4792/2021
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 527(6) of the Code of Civil Procedure
Article 1(3) of Law 4335/2015
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 12 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 12/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Πετρόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιορλίδα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/1/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1596/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4438/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/06/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 15-6-2020 και με αριθ. κατ. 3968/473/2-7-2020 αίτηση αναίρεσης, η οποία φέρεται προς συζήτηση αυτεπαγγέλτως με την από 10-5-2021 πράξη της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Νικολακέα, μετά από ματαίωση της συζήτησης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23-2-2021, λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού COVID 19 (άρθρα 83 παρ. 2 και 3 ν. 4790/2021 σε συνδ.

με άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ και άρθρο 26 ν. 4792/2021) προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 4438/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 12-3-2018 και με αριθ.

κατ. 27429/1871/2018 έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθ. 1596/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 28-1-2016 και με αριθ. κατ. 5827/126/2016 αγωγή αυτού κατά της εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... και ήδη αναιρεσίβλητη.

Με την εν λόγω αγωγή ο ενάγων ισχυριζόμενος ότι απασχολείται στην εναγομένη τράπεζα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι η τελευταία, διά των αρμοδίων οργάνων της, καταχρηστικά και κατά παράβαση του οικείου Κανονισμού παρέλειψε να τον προαγάγει στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α', καθώς και ότι με την εκδοθείσα μεταξύ τους με αριθ. 1895/2014, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αναγνωρίσθηκε ότι η τελευταία όφειλε να τον προαγάγει στον παραπάνω βαθμό από 1-7-2004 και ότι έκτοτε υποχρεούτο να του καταβάλλει τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ των βαθμών του Υποδιευθυντή Β' και του υποδιευθυντή Α', ζήτησε να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 71.128,79 ευρώ για μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1-7-2004 έως 23-3-2014 νομιμοτόκως, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή ως νόμιμης και βάσιμης κατ' ουσίαν της προταθείσας από την εναγομένη ένστασης παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.

Κατά το άρθρο 12 ν. 1082/1980, η αναγνώριση με τελεσίδικη δικαστική απόφαση του δικαιώματος προαγωγής υπαλλήλου τράπεζας με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο βαθμό που εδικαιούτο να προαχθεί με βάση τον διέποντα αυτόν κανονισμό ή οργανισμό βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης, λογίζεται ότι έχει πραγματοποιηθεί από το χρόνο που έπρεπε να είχε γίνει η προαγωγή του.

Η αξίωση του μη προαχθέντος υπαλλήλου για καταβολή των μισθολογικών διαφορών που θα ελάμβανε μέχρι την τελεσίδικη αναγνώριση του δικαιώματος του να προαχθεί στον επόμενο βαθμό δεν αποτελεί αξίωση για καταβολή της διαφοράς αυτού τούτου του μισθού του ανώτερου βαθμού, αφού τέτοια αξίωση δεν είχε γεννηθεί μέχρι την αναγνώριση του άνω δικαιώματος του, αλλά αξίωση καταβολής αποζημίωσης, διότι στερήθηκε τις ανωτέρω μισθολογικές διαφορές εξαιτίας της παράβασης της υποχρέωσης της τράπεζας να τον προαγάγει από τότε που συνέτρεξαν οι συμφωνηθείσες προϋποθέσεις, αντίθετα προς τις αρχές της καλής πίστης.

Με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 12 ν. 1082/1980 σκοπήθηκε μόνο η καθιέρωση πλάσματος δικαίου για την προαγωγή του παραλειφθέντος υπαλλήλου και όχι, επιπλέον, ο χαρακτηρισμός του μισθού ως παρεπόμενης αξίωσης του τελευταίου για χρηματική αποζημίωση ίση προς τις μισθολογικές διαφορές χρονικού διαστήματος προγενέστερου της έκδοσης της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης (ΑΠ 1465/2019, ΑΠ 230/2006, ΑΠ 59/2005).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 και 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων υπό την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή νομική και ιστορική αιτία. Το δεδικασμένο καλύπτει ως ενιαίο σύνολο ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.

Ειδικότερα, καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε στην έννομη σχέση που αναγνωρίσθηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη διάταξη νόμου που εφαρμόσθηκε και γ) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή (ΑΠ 767/2016). Εξάλλου, τα καθ' υπέρβαση του αντικειμένου της δίκης (αιτήματος ή ιστορικής αιτίας της αγωγής) κριθέντα, εφόσον και αυτά περιλαμβάνονται στον κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, καλύπτονται επίσης από το δεδικασμένο που παράγεται από την απόφαση, ανεξάρτητα από το δικονομικό σφάλμα αυτής (ΑΠ 1137/2006, ΑΠ 1069/2006, ΑΠ 369/2004), καθόσον το δεδικασμένο κρίνεται από την τελεσίδικη δικαστική απόφαση και όχι από το περιεχόμενο ή το αίτημα της αγωγής , επί της οποίας αυτή εκδόθηκε (ΑΠ 1358/2010, ΑΠ 691/2008).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα και μέλλουσα, αν ήταν προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες, επελθούσες και μέλλουσες, ενιαία, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση.

Ως γνώση της ζημίας νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας, χωρίς ωστόσο να είναι απαραίτητη η γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 674/2013, ΑΠ 666/2010). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' του ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθ' εαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή προκύπτει ότι εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση, εφόσον εξαρχής μπορούσε να προβλεφθεί.

Στην περίπτωση αυτή (της αξίωσης για αποκατάσταση ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση) η νέα εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξίωσης που δεν είχε υποκύψει στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η, μετά την τελεσιδικία, ασκούμενη αξίωση, με αφετηρία το χρόνο της αδικοπραξίας απέχει από εκείνον χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας όχι όμως και της εικοσαετίας, που ρυθμίζει πλέον, μετά την τελεσιδικία, αυτοτελώς την παραγραφή των επιμέρους αξιώσεων (ΑΠ 401/2020, ΑΠ 52/2018, ΑΠ 767/2016).

Η ρύθμιση του άρθρου 263 εδ.α του Α.Κ. έχει ως δικαιολογητικό λόγο ότι μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, η αξίωση δεν μπορεί πλέον ν' αμφισβητηθεί σε συνδυασμό και με τη λειτουργία του δεδικασμένου, υπάρχει δε πλήρης βεβαιότητα γι αυτήν και ουδεμία δυσχέρεια απόδειξης υφίσταται πλέον, με συνέπεια να εκλείπει ο λόγος καθιέρωσης της βραχείας παραγραφής.

Και ναι μεν κατά το εδ. β της ιδίας διάταξης του άρθρου 268 του ΑΚ αξιώσεις παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και που βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στη συντομότερη παραγραφή, τούτο δε ισχύει και επί ζημίας, λόγω απώλειας εισοδημάτων περιοδικώς επαναλαμβανομένων συνεπεία αδικοπραξίας (ΑΠ 322/1975), πλην όμως εάν κάποιες από τις ως άνω επαναλαμβανόμενες περιοδικά παροχές τελεσιδίκως βεβαιωθείσες έχουν ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές κατά το χρόνο της τελεσιδικίας, ως αναγόμενες σε προηγούμενο αυτής χρονικό διάστημα, το εδ.

β της πιο πάνω διάταξης δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής και εφαρμόζεται το εδ. α της ιδίας διάταξης για επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής σε εικοσαετή. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1163/2019.

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 22-12-2009 και με αριθ. κατ. 6854/2009 αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας απασχολήθηκε ως υπάλληλος στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα, κατέχων από 11-1-1999 το βαθμό του Υποδιευθυντή Β', καθώς και ότι η τελευταία, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1.1.2004, άλλως της 1-7-2004, κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος, παρέλειψε παρανόμως και υπαιτίως να τον προαγάγει στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α', αν και υπερτερούσε καταφανώς έναντι των αναφερομένων προς σύγκριση προαχθέντων συναδέλφων του.

Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη: α) όφειλε να τον προαγάγει στον παραπάνω βαθμό από 1.1.2004, άλλω της 1-7-2004 και β) οφείλει να του καταβάλλει τις προκύπτουσες από την παράλειψη προαγωγής του μισθολογικές διαφορές από 1.1.2004, άλλω της 1-7-2004 μέχρι την επίδοση της αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθμό 645/2012 οριστική απόφαση απέρριψε την αγωγή, κατά την παραπάνω νομική βάση αυτής, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Επί της ασκηθείσας από τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα από 9-7-2012 και με αριθ. κατ. 5011/2012 έφεσης εκδόθηκε, στις 24-3-2014, η με αριθμό 1895/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε εν μέρει την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε την αγωγή κατά την παραπάνω επικουρική βάση αυτής και αναγνώρισε ότι η εναγομένη:

α) όφειλε να προαγάγει τον ενάγοντα στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1-7-2004 και β) υποχρεούται να του καταβάλει, νομιμοτόκως, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν μεταξύ του βαθμού του Υποδιευθυντή Β' και του βαθμού του Υποδιευθυντή Α' για το χρονικό διάστημα από 1-7-2004 και εφεξής:

Η εν λόγω απόφαση κατέστη αμετάκλητη, καθόσον η ασκηθείσα κατ' αυτής από την αναιρεσίβλητη από 21- 7-2014 αίτηση αναίρεσης απερρίφθη με την με αριθμό 246/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ακολούθως, ο αναιρεσείων άσκησε κατά της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την ένδικη από 28-1-2016 και με αριθ.

κατ. 5827/126/2016 αγωγή, με την οποία εκθέτοντας τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που εξέθετε στην προηγούμενη από 22-12-2009 αγωγή, προς θεμελίωση της ίδιας με αυτήν ιστορικής και νομικής αιτίας και επικαλούμενος την εκδοθείσα επ' αυτής, ήδη αμετάκλητη, με αριθμό 1895/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν μεταξύ του βαθμού του Υποδιευθυντή Β' και του Υποδιευθυντή Α' για το χρονικό διάστημα από 1-7-2004 έως 23-3-2014, συνολικού ποσού 71.128,79 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την με αριθμό 1596/2017 οριστική απόφαση κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης περί παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Επί της ασκηθείσας κατ' αυτής από 12-3-2018 έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. 4438/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, με τις ακόλουθες παραδοχές: "Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη, κατόπιν διαγωνισμού, στις 6-3-1978, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει την εργασία του σ' αυτήν με το βαθμό του δόκιμου υπαλλήλου του "κλάδου κύριου προσωπικού".

Αυτός έχοντας τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, καθόλο το χρονικό διάστημα παροχής της εργασίας του, στην υπηρεσία της εναγομένης, εξελίχθηκε υπηρεσιακά, καθόσον διήλθε σταδιακά από όλους τους προβλεπόμενους υπηρεσιακούς βαθμούς έως και εκείνο του Υποδιευθυντή Β', την 1-1- 1999. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του συναδέλφου του Α.

Τ., παραλείφθηκε από τα αρμόδια όργανα του ΔΣ της εναγομένης η προαγωγή του ενάγοντος στο βαθμό Υποδιευθυντή Α', αν και τούτος υπερείχε καταφανώς έναντι του ανωτέρω συναδέλφου του, που προήχθη και ως εκ τούτου η παράλειψη αυτή των αρμοδίων οργάνων του ΔΣ της εναγομένης τυγχάνει παράνομη, κατ' άρθρο του 281 ΑΚ και επομένως άκυρη.

Κατόπιν τούτων, ο ενάγων κατέθεσε την από 22-12- 2009 αγωγή του κατά της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αξίωσε μεταξύ άλλων: α) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να τον προαγάγει στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1-1-2004, άλλως από 1-7-2004 και ακολούθως να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη, ως καταχρηστική, κατ' άρθρο 281 του ΑΚ, η παράλειψη των αρμοδίων οργάνων του ΔΣ της εναγομένης να τον προαγάγει στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1-1-2004, άλλως από 1-7-2004, β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλλει τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ των βαθμών του Υποδιευθυντή Β' και του Υποδιευθυντή Α', ήτοι στο βαθμό , που έπρεπε να προαχθεί για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 άλλως από 1-7-2004 μέχρι την επίδοση της αγωγής και γ) να καταδικασθεί η εναγομένη να του καταβάλει για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 27.000 ευρώ....

Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 645/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε αυτή ως προς όλα τα αιτήματά της.... Ακολούθως, κατά της ανωτέρω απόφασης ο ενάγων άσκησε την από 9-7-2012 έφεσή του ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1895/2014 οριστική απόφαση.

Το δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και ακολούθως έκρινε ως νόμω και ουσία βάσιμη την από 22-2-2009 αγωγή, ως προς τα ανωτέρω αιτήματά της και αναγνώρισε ότι η εναγομένη όφειλε να προαγάγει τον ενάγοντα στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1-7-2004 και ότι υποχρεούται να καταβάλλει στον ενάγοντα τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν μεταξύ των βαθμών του Υποδιευθυντή Β' και του Υποδιευθυντή Α', για το χρονικό διάστημα από 1-7-2004 και εφεξής.

Κατά της ως άνω απόφασης η εναγομένη άσκησε την από 21-7-2-14 αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου. Επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 246/2015 οριστική απόφαση με την οποία απορρίφθηκε αυτή. Παρά δε την έκδοση της ως άνω με αριθμό 1895/2014 τελεσίδικης (από 24-3-2014) και ήδη αμετάκλητης απόφασης, η εναγομένη δεν προέβη στην προαγωγή του ενάγοντος στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1-7-2004 και εντεύθεν και δεν του κατέβαλε τις οφειλόμενες μισθολογικές διαφορές, που προκύπτουν μεταξύ των βαθμών του Υποδιευθυντή Β' και του Υποδιευθυντή Α' για το χρονικό διάστημα από 1- 7-2004 έως και 23-3-2014.

Αντ' αυτών, η εναγομένη προέβη στην προαγωγή του ενάγοντος στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 24-3-2014 και του κατέβαλε το συνολικό ποσό των 8.201,67 ευρώ, ως μισθολογικές διαφορές μεταξύ των βαθμών του Υποδιευθυντή Β' και του Υποδιευθυντή Α', για το χρονικό διάστημα από 24-3-2014 έως και 5-8-2015. Ειδικότερα, με τη με αριθμό 1895/2014 αμετάκλητη ήδη απόφαση, κρίθηκε ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς έναντι του συναδέλφου του Α.

Τ., ως προς τον οποίο υπερτερούσε καταφανώς, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-7-2004. Ως εκ τούτου αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη οφείλει να προαγάγει τον ενάγοντα στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1-7-2004, αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλλει στον ενάγοντα τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές μεταξύ των βαθμών του Υποδιευθυντή Β' και του Υποδιευθυντή Α' από 1-7-2004 και εφεξής με το νόμιμο τόκο για κάθε μηνιαία διαφορά από την πρώτη του επόμενου μήνα εκείνου κατά τον οποίο προέκυψε και τέλος αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη...Ολα δε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου με τη με αριθμό 1895/2014 αμετάκλητη ήδη απόφαση, στα πλαίσια της πρώτης ανοιγείσας δίκης με την άσκηση της από 22-12-2009 αγωγής του ενάγοντος και δεσμεύουν και το παρόν δικαστήριο, ως τούτο προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ....

Ειδικότερα, η με αριθμό 1895/2014 τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε επί της πρώτης αγωγής του ενάγοντος περί αποζημίωσής του, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα (παρούσα) δίκη αποζημίωσης, που έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία (παράλειψη προαγωγής του ενάγοντος, παράνομη ως καταχρηστική κατ' άρθρο 281 του ΑΚ και υπαίτια εκ μέρους των οργάνων του ΔΣ της εναγομένης), την ευθύνη της υπαίτιας εναγομένης και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων (αυτούσια, αποθετική και μη περιουσιακή) για το χρονικό διάστημα, που αναφέρεται στην πρώτη ως άνω αγωγή, ήτοι από 1-7-2004 και εντεύθεν.

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων, με την υπό κρίση αγωγή του, ζητεί, ως προαναφέρθηκε: α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τον προαγάγει στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1-7-2004 και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 71.128,79 ευρώ, για οφειλόμενες μισθολογικές διαφορές, μεταξύ των βαθμών του Υποδιευθυντή Β' και του Υποδιευθυντή Α' και για το χρονικό διάστημα από 1-7-2004 έως 23-3-2014.

Οι παραπάνω αξιώσεις του ενάγοντος ως γενεσιουργό αιτία έχουν την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων του ΔΣ της εναγομένης, τα οποία παράνομα και υπαίτια παρέλειψαν αυτόν από την προαγωγή του στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α'. Εξάλλου, η εναγομένη, αμυνόμενη κατά της αγωγής του ενάγοντος, προέβαλε παραδεκτά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου....την ένσταση περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος.

Η παραδεκτά προταθείσα πρωτοδίκως ένσταση της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος και εκκαλούντος, η οποία επαναφέρεται παραδεκτά και με τις έγγραφες προτάσεις που αυτή κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (άρθρο 240 του ΚΠολΔ), είναι νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ.

Περαιτέρω, προς απόκρουση της ως άνω ένστασης παραγραφής της εναγομένης, ο ενάγων καταρχάς αρνήθηκε την ένσταση παραγραφής, ισχυριζόμενος ότι δεν γνώριζε την έκταση της ζημίας του κατά την άσκηση της από 22-9-2009 αγωγής του, ούτως ώστε να αξιώσει την αποκατάσταση αυτής. Και τούτο διότι ήταν αντικειμενικά αδύνατο διά της από 22-12-2009 αγωγής του να εκτίθενται συγκεκριμένα κατά ποσό, κονδύλια βασικού μισθού και εκάστου επιδόματος για το διάστημα μετά την 1-7-2004, καθώς αυτά συνδέονται με μελλοντικές αξιώσεις μεταξύ της Ομοσπονδίας Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων (ΟΤΟΕ) και των τραπεζών.

Περαιτέρω ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι έχει βεβαιωθεί με τη με αριθμό 1895/2014 τελεσίδικη απόφαση ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλλει σ' αυτόν, για το χρονικό διάστημα από 1-7- 2004 και εφεξής τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ των βαθμών του Υποδιευθυντή Β' και του Υποδιευθυντή Α' και ότι επομένως η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεών του έχει επεκταθεί σε είκοσι (20) χρόνια, από πέντε (5), που ήταν προ της δημοσίευσης της ως άνω τελεσίδικης απόφασης, επί της αρχικής από 22-12-2009 αγωγής του κατά της εναγομένης, σύμφωνα με το άρθρο 268 εδ.

α' του ΑΚ. Και τούτο διότι, με την ως άνω με αριθμό 1895/2014 τελεσίδικη απόφαση αναγνωρίσθηκε τόσο η ουσιαστική έννομη σχέση, από την οποία απορρέει η αξίωσή του, όσο και η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλλει για το χρονικό διάστημα από 1-7-2004 και εντεύθεν, ήτοι μελλοντικά, τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ των βαθμών του Υποδιευθυντή Β' και του Υποδιευθυντή Α' και ότι σε συνάφεια με τα ανωτέρω η ένσταση παραγραφής κρίνεται απορριπτέα, καθόσον από της ασκήσεως, την 22-12-2009, της αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διακόπηκε, κατά νόμο, η αρχική πενταετής παραγραφή της αξίωσής του και μετά την τελεσίδικη βεβαίωσή της διά της με αριθμό 1895/2014 απόφασης.

Ο ως άνω ισχυρισμός του ενάγοντος, ο οποίος αποτελεί αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής, και ο οποίος επαναφέρεται με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της υπό κρίση έφεσής του, προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καίτοι δεν προτάθηκε επιγραμματικά στο ακροατήριο του κατά τη συνεδρίαση της υπόθεσης, με σχετική καταχώρηση στα πρακτικά, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω αντένσταση πραγματικά περιστατικά εκτίθενται, καθ' υποφοράν στο κείμενο της ένδικης αγωγής και μάλιστα με αναφορά σε όλες τις αποφάσεις.

Είναι δε νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' του ΑΚ....Ως προς την ένσταση παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων και την αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής των τελευταίων λεκτέα και τα ακόλουθα: Ο ενάγων έλαβε γνώση της παράλειψης προαγωγής του την 22-12-2004, οπότε και ανακοινώθηκαν στο προσωπικό της εναγομένης οι γενόμενες με την εγκύκλιο της Διοίκησης της εναγομένης προαγωγικές κρίσεις των προς σύγκριση συναδέλφων του, ως ζημιογόνων γι' αυτόν γεγονότων, καθώς και του υπόχρεου προς αποζημίωσή του (ήτοι της εναγομένης), αλλά και των επιζήμιων συνεπειών της (αποθετική και μη περιουσιακή ζημία).

Επομένως, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης υπό κρίση αγωγής, είχαν παραγραφεί οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος, που αφορούσαν τις μισθολογικές διαφορές για τα επίδικα με την υπό κρίση αγωγή έτη 2004 έως 2014 (ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1-7-2004 έως 23-3-2014), αφού, από του χρονικού σημείου αφετηρίας της πενταετούς παραγραφής αυτών, ήτοι της ημεροχρονολογίας γνώσης της παράλειψης προαγωγής του (22-12-2004) μέχρι την ημεροχρονολογία δημοσίευσης της με αριθμό 1895/2014 τελεσίδικης απόφασης την 24-3-2014, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας (ήτοι έναρξη της πενταετούς παραγραφής από την 22-12-2004 και συμπλήρωσή της την 22-12-2009) και επομένως οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος έχουν παραγραφεί, χωρίς να ανασταλεί ή να διακοπεί η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος, για οποιονδήποτε λόγο, ως θα αναφερθεί στο οικείο μέρος της παρούσας.

Εξάλλου, δέον να λεχθεί ότι ο ενάγων θα μπορούσε να προβλέψει και να προσδιορίσει το ύψος της αποθετικής ζημίας του, δηλαδή το ύψος των μισθολογικών διαφορών μεταξύ των βαθμών του Υποδιευθυντή Β' και του Υποδιευθυντή Α' για το χρονικό διάστημα από 1- 7-2004 και εντεύθεν ήδη από 22-12-2004, όπως βάσιμα ισχυρίζεται και απέδειξε η εναγομένη, καθόσον για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των πρώτων συνεπειών της πράξεως, όχι δε και η γνώση της ακριβούς εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως....Επομένως, ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του ενάγοντος κρίνεται απορριπτέος.

Κατόπιν τούτων, δεν επήλθε επέκταση της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος, από πέντε (5) σε είκοσι (20) έτη, ως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος". Ωστόσο, με την εκδοθείσα επί της προηγούμενης από 22-12-2009 αγωγής, ήδη αμετάκλητη, με αριθμό 1895/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που προαναφέρθηκε, βεβαιώθηκε η ύπαρξη αξίωσης του ενάγοντος κατά της εναγομένης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της τελευταίας, συνιστάμενη στην κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος παράνομη και υπαίτια παράλειψη προαγωγής του στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1-7-2004.

Ειδικότερα, βεβαιώθηκε η ύπαρξη της εξ αρχής προβλεπτής αξίωσής του κατ' αυτής, για αποζημίωση, ίση με τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ του βαθμού του Υποδιευθυντή Β' και του βαθμού του Υποδιευθυντή Α' για το χρονικό διάστημα από 1-7-2004 και "εφεξής", δηλαδή και για το μέλλον. Επομένως, το δεδικασμένο που παράγεται με την εν λόγω απόφαση καλύπτει το σύνολο των αξιώσεων του ενάγοντος κατά της εναγομένης από την παραπάνω αιτία για τις μετά την 1-7-2004 μισθολογικές διαφορές, παρά το γεγονός ότι το δικαστήριο προέβη στην αναγνώριση της σχετικής υποχρέωσης της εναγομένης για καταβολή στον ενάγοντα και των μετά την επίδοση της από 22-12-2009 αγωγής μισθολογικών διαφορών (που πάντως περιλαμβάνονται στους κανόνες δικαίου που εφαρμόσθηκαν) καθ' υπέρβαση του αιτήματος αυτής, που, όπως προεκτέθηκε, αφορούσε τις μέχρι την επίδοσή της μισθολογικές διαφορές.

Τούτο δε διότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, το δεδικασμένο κρίνεται από την τελεσίδικη δικαστική απόφαση και όχι από την αγωγή, επί της οποίας αυτή εκδόθηκε . Κατ' επέκταση των παραπάνω, το δεδικασμένο από την εν λόγω απόφαση καλύπτει και τις ένδικες αξιώσεις για επιδίκαση μισθολογικών διαφορών του χρονικού διαστήματος από 1-7-2004 έως 23-3-2014, που ασκήθηκαν με τη, θεμελιούμενη στην ίδια ιστορική και νομική αιτία από 28-12-2016 αγωγή, οι οποίες (αξιώσεις) δεν είναι διαφορετικές ούτε μεταγενέστερες από τις επιδικασθείσες (υπό την έννοια της αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης προς καταβολή τους) με την εν λόγω με αριθμό 1895/2014 απόφαση.

Ενώ αυτές, κατά το χρόνο τελεσιδικίας, ήτοι έκδοσης της υπ' αριθμ 1895/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (24.3.2014) είχαν ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, με συνέπεια να μην ευρίσκει έδαφος εφαρμογής το εδάφιο β του άρθρου 268 του ΑΚ. Ετσι, εφόσον οι ένδικες αξιώσεις από την 24-3-2014, οπότε δημοσιεύθηκε η με αριθμό 1895/2014 απόφαση, βεβαιώθηκαν με δύναμη δεδικασμένου, υπόκεινται από την τελεσιδικία αυτής στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 268 εδ.

α του ΑΚ, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της από 28-12-2016 αγωγής και όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπό τις παραπάνω παραδοχές, τις ένδικες αξιώσεις παραγεγραμμένες, ως υποκείμενες στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 268 εδ.

α' του ΑΚ και 937 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών και, ειδικότερα, του μεν πρώτου με την εσφαλμένη ερμηνεία και τη μη εφαρμογή του, ενώ συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις, του δε δεύτερου με την εφαρμογή του, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το αντίστοιχο μέρος του, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης Τράπεζας περί απαραδέκτου του δευτέρου αναιρετικού λόγου σχετικά με την επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής σε εικοσαετή κατά το άρθρο 268 του ΑΚ, για το λόγο ότι δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε παραδεκτώς ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας με προφορική δήλωση κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου συζήτηση και του τρόπου επαναφοράς του στο Εφετείο, είναι αβάσιμος.

Και τούτο διότι στο αναιρετήριο (σελ. 18-20) γίνεται σαφής μνεία της προβολής σχετικού ισχυρισμού με αναφορά των πραγματικών περιστατικών που τον συγκροτούν με το δικόγραφο της από 28.1.2016 ένδικης αγωγής καθ' υποφορά [με συνέπεια να μην ήταν αναγκαία η εκ νέου προφορική προβολή σχετικού ισχυρισμού κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως άλλωστε κρίθηκε και με την προσβαλλόμενη απόφαση] και αναφορά της επαναπροβολής αυτού με το δικόγραφο της από 12.3.2018 έφεσης, όπου η μνεία της υπ' αριθ. 1895/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και του διατακτικού της.

Επισημαίνεται δε ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), πλην της μνείας στις σελ. 2-4 της από 28.1.2016 ένδικης αγωγής της με αριθ. 1895/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και του διατακτικού αυτής ως και της μνείας περί αμετακλήτου αυτής, στην από 12.3.2018 έφεση προβάλλεται ο υπό στοιχείο 3.2 λόγος έφεσης, με την οποία ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων παραπονείται ρητά για την παρά το νόμο μη εφαρμογή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του άρθρου 268 του ΑΚ σχετικά με την επιμήκυνση της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων από πενταετή σε εικοσαετή, ενώ σε κάθε περίπτωση ήταν κατά νόμο επιτρεπτή η προβολή του σχετικού ισχυρισμού το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αφού η βασιμότητα αυτού αποδεικνυόταν εγγράφως, ήτοι από το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 1895/2014 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών (άρθ. 527 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015).

Κατόπιν δε της παραδοχής ως βάσιμου του παραπάνω λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλόμενης υπόθεσης και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθ. 4438/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ