Supreme Court dismisses appeal on construction contract delay, ruling arguments irrelevant to main price revision denial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Fifth Chamber's decision rejecting its construction contract claims. The appellant argued the lower court erred on delay calculation and contract start dates, but the court found these points irrelevant. The court ruled that since the primary rejection of the price revision claim was legally sound, the appellant's supplementary arguments were inadmissible and did not affect the final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495 and 564 of the Code of Civil Procedure; Articles 173 and 200 of the Civil Code; The Supreme Court held that arguments attacking the reasoning of a judgment are inadmissible if they concern only the reasoning and do not affect the operative part, which is sufficiently supported by the main, unchallenged grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 12 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 12/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΚΟΚΚΙΝΟΣ Α.Τ.Ε.Ε.", που εδρεύει στα Γρεβενά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Κασιμάτη, που ανακάλεσε την από 18/1/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε." και ήδη "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπακταλιά και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2014 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας.
Εκδόθηκε η 1/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/11/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 1-11-2016 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 77 του ν. 36769/2008, και αντιμωλία των διαδίκων, 1/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία απορρίφθηκαν οι από 20-6-2014 και 23-6-2014 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, η πρώτη εν μέρει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας του δικογράφου της και κατά τα λοιπά ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και η δεύτερη ως απαράδεκτη, ασκηθείσα υπό αίρεση. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στο άρθρο 34 του, έχοντος ισχύ νόμου (ΑΠ 648/2011), Κανονισμού Ανάθεσης και Εκτέλεσης Έργων (ΚΑΕΕ) της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, ο οποίος διέπει και την ένδικη από 21-11-2003 σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, η οποία, ύστερα από διενεργηθέντα δημόσιο ανοικτό μειοδοτικό διαγωνισμό, ανακηρύχθηκε ανάδοχος της κατασκευής του έργου της πρώτης, με τον τίτλο "ΓΕΝΙΚΟ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ", ορίζεται ότι: <<34.1 Ο ανάδοχος κατά την υπογραφή της σύμβασης αναλαμβάνει την ευθύνη της έγκαιρης περάτωσης του έργου.
Δεν αποτελεί ανωτέρα βία η μετά την υπογραφή της σύμβασης μεταβολή της τιμής των υλικών που θα χρησιμοποιηθούν, του ύψους των ημερομισθίων, των φόρων προς το δημόσιο και των εισφορών σε ασφαλιστικούς οργανισμούς και γενικά των στοιχείων που επηρεάζουν το κόστος κατασκευής και επομένως δεν αποτελούν λόγους αναθεώρησης των τιμών του συμβατικού τιμήματος βάσει της κείμενης νομοθεσίας.
Για την αντιμετώπιση των τυχόν οικονομικών αναγκών που προκύπτουν από τις ανωτέρω αιτίες προκαταβάλλεται στον ανάδοχο ποσοστό έως και 25% του συμβατικού τιμήματος όπως ορίζεται στο άρθρο 31 του παρόντος κανονισμού. 34. 2 Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται αναθεώρηση τιμών μόνο σε περίπτωση καθυστέρησης του χρονοδιαγράμματος από αποκλειστική υπαιτιότητα του κυρίου του έργου ή της αναθέτουσας αρχής πέραν του τριμήνου>>.
Επίσης, κατά το άρθρο 10 της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, <<Η αναθεώρηση τιμών αποκλείεται. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας ή όταν η καθυστέρηση εφαρμογής του χρονοδιαγράμματος οφείλεται σε υπαιτιότητα του κυρίου του έργου ή της αναθέτουσας αρχής που διαρκεί πάνω από τρίμηνο.
Δεν αποτελεί ανωτέρα βία η μετά την υπογραφή της σύμβασης μεταβολή της τιμής των υλικών που θα χρησιμοποιηθούν, του ύψους των ημερομισθίων, των φόρων προς το δημόσιο και των εισφορών σε ασφαλιστικούς οργανισμούς και γενικά των στοιχείων που επηρεάζουν το κόστος κατασκευής>>. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, προκύπτουν τα εξής:
Η αναθεώρηση των τιμών του συμβατικού τιμήματος ενός έργου του οποίου η υλοποίηση έχει ανατεθεί στην εταιρεία <<ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.>>, σύμφωνα με τον ιδρυτικό της νόμο, και οι οποίες έχουν συμφωνηθεί με τη σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του ανάδοχου, που αναδείχθηκε ύστερα από τη διενέργεια σχετικού διαγωνισμού, αποκλείεται.
Κατ' εξαίρεση η αναθεώρηση αυτή επιτρέπεται μόνο όταν συντρέχουν, σωρευτικά, οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) αν υπάρξει καθυστέρηση του χρονοδιαγράμματος εκτέλεσης των εργασιών, το οποίο, κατά το άρθρο 24 του ΚΑΕΕ, υποχρεούται να συντάξει, με βάση την ολική ή τις τμηματικές προθεσμίες, ο ανάδοχος και να υποβάλει, μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται στα συμβατικά τεύχη, στο Τμήμα Διαχείρισης Έργων, και αποτελεί το αναλυτικό πρόγραμμα κατασκευής του έργου, είτε από λόγους ανώτερης βίας, είτε από αποκλειστική υπαιτιότητα της κυρίας του έργου ή της αναθέτουσας αρχής και β) η καθυστέρηση αυτή του χρονοδιαγράμματος να διαρκέσει πέραν του τριμήνου.
Εάν δεν συντρέχει μία εκ των δύο προϋποθέσεων δεν γεννάται δικαίωμα του αναδόχου να ζητήσει την αναθεώρηση των τιμών. Η καθυστέρηση, πρέπει να αφορά στην εκτέλεση των εργασιών κατασκευής του έργου σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα το οποίο συνέταξε ο ανάδοχος και το οποίο εγκρίθηκε από την κυρία του έργου και όχι σύμφωνα με τις τυχόν προθεσμίες που τίθενται από τη σύμβαση.
Αυτή η καθυστέρηση πρέπει να αποτελεί συνέπεια είτε γεγονότων ανώτερης βίας, είτε να οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της κυρίας του έργου ή της διευθύνουσας υπηρεσίας. Η, αποτελούσα υπαιτιότητα της κυρίας του έργου ή της διευθύνουσας υπηρεσίας, συμπεριφορά, μπορεί να εκδηλωθεί είτε κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του χρονοδιαγράμματος, είτε πριν από τη χρονική αφετηρία που ορίζεται απ' αυτό για την έναρξη της εκτέλεσης των εργασιών, που επιδρά, όμως, στην αδυναμία του αναδόχου τήρησης του χρονοδιαγράμματος που συνέταξε, γιατί εμποδίζεται η έναρξη της εκτέλεσης του έργου ή η συνέχιση της εκτέλεσης των εργασιών.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό αυτής, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).
Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 184/2017).
Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 360/2014, ΑΠ 1351/2011). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. (ΑΠ 793/2015, ΑΠ 360/2014).
Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 1376/2011, ΑΠ 700/1986). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 825/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, ύστερα από συνεκτίμηση των μνημονευόμενων στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Με την …/…-5-2003 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, η εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" αποφάσισε να προκηρύξει δημόσιο ανοικτό μειοδοτικό διαγωνισμό για να αναθέσει σε ανάδοχο την κατασκευή του έργου με τον τίτλο "ΓΕΝΙΚΟ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ", που της είχε ανατεθεί με την 3037/31-7-2002 (ΦΕΚ 1044 Β/8-8-2002) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με το σύστημα προσφοράς με επί μέρους ποσοστά έκπτωσης σε ακέραιες μονάδες και με έλεγχο ομαλότητας και με προβλεπόμενη δαπάνη το ποσό των 16.336.480 ευρώ, πλέον του ποσού των 1.633.648 ευρώ για απρόβλεπτες δαπάνες και του ποσού του ΦΠΑ των 3.234.623,04 ευρώ, συνολικού επομένως προϋπολογισμού 21.204.751,04 ευρώ.
Ο διαγωνισμός διενεργήθηκε και κατά την ολοκλήρωση της διαδικασίας του αναδείχθηκε μειοδότρια η ενάγουσα τεχνική εταιρία. Στις 21-11-2003 καταρτίσθηκε και υπογράφηκε η επίδικη σύμβαση για το παραπάνω δημόσιο έργο από την εναγόμενη ως κυρία του έργου και από την ανωτέρω αναδειχθείσα μειοδότρια κατασκευαστική εταιρεία ως ανάδοχο του έργου, η οποία (σύμβαση) όριζε το συνολικά οφειλόμενο εργολαβικό αντάλλαγμα στο ποσό των 15.127.470,40 ευρώ, πλέον του ποσού των απρόβλεπτων 1.512.747,04 ευρώ και του αναλογούντος ΦΠΑ, ποσοστού 18% και ποσού 2.995.239,14 ευρώ, με σύνολο επομένως δαπάνης 19.635.456,58 ευρώ.
Η εκτέλεση του έργου, του οποίου η διοίκηση, η παρακολούθηση και ο έλεγχος ασκούνται από το Τμήμα Διαχείρισης Έργων (ΤΔΕ ως κατωτέρω θα αναφέρεται) της εναγόμενης, που ορίζει ως εκπρόσωπο του επιβλέποντα μηχανικό (άρθρο 20 του ΚΑΕΕ), διέπεται από τον προαναφερθέντα Κανονισμό Ανάθεσης και Εκτέλεσης Έργων - ΚΑΕΕ της εναγόμενης, και τα συμβατικά τεύχη της εργολαβίας, δηλαδή τη Σύμβαση, τη Διακήρυξη, το έντυπο υποβολής προσφοράς, τον Προϋπολογισμό και το Τιμολόγιο του έργου, την Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων, την Γενική Συγγραφή Υποχρεώσεων, την Τεχνική Περιγραφή του έργου, τις Τεχνικές Προδιαγραφές, τα σχέδια των μελετών, που τέθηκαν στη διάθεση των συμμετεχόντων στο διαγωνισμό και επομένως και της αναδόχου, και το κατά το άρθρο 24 του ΚΑΕΕ χρονοδιάγραμμα του έργου που όφειλε να υποβάλλει η τελευταία, το οποίο αναλύει ανά μονάδα χρόνου και πάντως ανά ημερολογιακό εξάμηνο τις εργασίες που προβλέπεται να εκτελεστούν και εγκρίνεται από το ΤΔΕ της εναγόμενης, ενώ αναπροσαρμογές του εγκρίνονται όταν μεταβληθούν οι ποσότητες ή το είδος των εργασιών ή όταν υπαίτιος της καθυστέρησης είναι η εναγόμενη (άρθρο 24.3 του ΚΑΕΕ).
Η συμβατική προθεσμία του έργου ορίσθηκε σε 1080 ημερολογιακές ημέρες, οπότε η ολοκλήρωσή του ορίσθηκε συμβατικά μέχρι τις 6-11-2006. Παράλληλα, η ανάδοχος όφειλε να τηρεί το ημερολόγιο του έργου κατά το άρθρο 25 του ΚΑΕΕ, υπό την εποπτεία του ΤΔΕ της εναγόμενης, το οποίο συμπληρώνεται καθημερινά και αναγράφονται σ' αυτό οι καιρικές συνθήκες, τα στοιχεία για το απασχολούμενο προσωπικό κατά κατηγορίες, τα χρησιμοποιούμενα μηχανήματα και υλικά, οι εκτελούμενες εργασίες με συνοπτικό τρόπο, οι εντολές και παρατηρήσεις των οργάνων παρακολούθησης και επίβλεψης, τυχόν έκτακτα περιστατικά και κάθε άλλο σχετικό με το έργο σημαντικό πληροφοριακό στοιχείο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 26.2 του ΚΑΕΕ, ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένες να συμμορφώνεται με τις έγγραφες συμπληρώσεις ή τροποποιήσεις της μελέτης, ενώ με το άρθρο 3 της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων προβλέπεται ότι ο ανάδοχος με την υποβολή της προσφοράς του και μόνον, την οποία η ενάγουσα υπέβαλε για το επίδικο έργο με το από 16-7-2003 έντυπο υποβολής προσφοράς, δηλώνει ότι επισκέφθηκε και έχει ελέγξει τη φύση και τη θέση του έργου και έλαβε γνώση των γενικών και ειδικών τοπικών συνθηκών, ότι έχει μελετήσει και αποδέχεται στο σύνολό τους τα εγκεκριμένα σχέδια, τα διαγράμματα και όλα τα προαναφερθέντα συμβατικά τεύχη της εργολαβίας καθώς και όλες τις διατάξεις του ΚΑΕΕ της αντιδίκου του.
Εξάλλου, με το άρθρο 5 της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, ορίζεται ότι ο ανάδοχος υποχρεούται, άνευ ιδιαιτέρας αποζημίωσης, όπως με βάση τα χορηγούμενα από την εταιρεία σχέδια και προδιαγραφές, προβεί στην επί του εδάφους προσαρμογή των μελετών. Περαιτέρω, με σχετικό άρθρο της επίδικης, από 21-11-2003, σύμβασης ορίσθηκε ότι το αντικείμενό της "μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί ανάλογα με τις ανάγκες του έργου και κατά την απόλυτη κρίση του εργοδότη.
Μπορεί αφενός να μειωθεί με την κατάργηση ορισμένων εργασιών ή την ανάθεση εργασιών σε άλλο ανάδοχο αφετέρου να αυξηθεί το σύνολο των προς εκτέλεση εργασιών με νέες εντολές. Ο ανάδοχος υποχρεούται στην εκτέλεση κάθε νέας εργασίας που δεν προβλέπεται στο παρόν συμφωνητικό αλλά που τυχόν θα απαιτηθεί για την ολοκλήρωση του έργου".
Ο ΚΑΕΕ δε, στο άρθρο 35, προβλέπει τη διαδικασία για την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών που δεν περιλαμβάνονται στο αρχικώς ανατεθέν έργο, που κατέστησαν αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παρ.1, με τη σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης, τη σύνταξη Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών (ΑΠΕ) και, αν υπάρχουν εργασίες για τις οποίες στη σύμβαση δεν υπάρχουν τιμές μονάδας, με τη σύνταξη επιπρόσθετα και πρωτόκολλου που κανονίζει τις νέες τιμές για τις εργασίες αυτές (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε).
Σε σχέση εξάλλου με τις προθεσμίες εκτέλεσης του έργου προβλέπεται στο άρθρο 28 του ΚΑΕΕ ότι, σε κάθε σύμβαση πρέπει να ορίζεται η συνολική προθεσμία για την περάτωση του έργου, που, όπως ήδη λέχθηκε, για το επίδικο έργο ορίσθηκε σε 1080 ημερολογιακές ημέρες από τη σύναψη της σύμβασης, και στην παρ.6 ότι "παράταση αυτής ή των τμηματικών προθεσμιών εγκρίνεται ή όχι:
α) εφόσον ζητηθεί από τον ανάδοχο με τον επαναπροσδιορισμό του χρόνου περάτωσης, όταν η καθυστέρηση του συνόλου των εργασιών του έργου ή του αντίστοιχου τμήματος δεν οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του αναδόχου ή όταν υπάρχει αύξηση του συμβατικού αντικειμένου. Η έγκριση δίνεται από την Τεχνική Διεύθυνση (Τ.Δ), β) σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, η έγκριση ή μη, δίνεται από την Τεχνική Διεύθυνση (Τ.Δ.), ύστερα από εισήγηση του Τμήματος Διαχείρισης Έργων (Τ.Δ.Ε.)".
Σε σχέση, τέλος, με την αναθεώρηση τιμών, ορίζεται, όπως ήδη εκτενώς αναφέρθηκε στη θέση "4" της παρούσας, με το άρθρο 34 του ΚΑΕΕ που φέρει τον τίτλο "ΑΠΟΚΕΙΣΜΟΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΙΜΩΝ", ότι "Ο ανάδοχος κατά την υπογραφή της σύμβασης αναλαμβάνει την ευθύνη της έγκαιρης αποπεράτωσης του έργου. Δεν αποτελεί ανωτέρα βία η μετά την υπογραφή της σύμβασης μεταβολή της τιμής των υλικών που θα χρησιμοποιηθούν, του ύψους των ημερομισθίων, των φόρων προς το δημόσιο και των εισφορών σε ασφαλιστικούς οργανισμούς και γενικά των στοιχείων που επηρεάζουν το κόστος κατασκευής και επομένως δεν αποτελούν λόγους αναθεώρησης των τιμών του συμβατικού τιμήματος βάσει της κείμενης νομοθεσίας.
Για την αντιμετώπιση των τυχόν οικονομικών αναγκών που προκύπτουν από τις ανωτέρω αιτίες προκαταβάλλεται στον ανάδοχο ποσοστό έως και 25% του συμβατικού τιμήματος όπως ορίζεται στο άρθρο 31 του παρόντος Κανονισμού" (παρ.1) και "Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται αναθεώρηση τιμών μόνο σε περίπτωση καθυστέρησης του χρονοδιαγράμματος από αποκλειστική υπαιτιότητα του κυρίου του έργου ή της αναθέτουσας αρχής πέραν του τριμήνου" (παρ.2).
Όμοια διάταξη περιλαμβάνει το άρθρο 10 της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων που ορίζει "Η αναθεώρηση τιμών αποκλείεται. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας ή όταν η καθυστέρησης εφαρμογής του χρονοδιαγράμματος οφείλεται σε υπαιτιότητα του κυρίου του έργου ή της αναθέτουσας αρχής που διαρκεί πάνω από τρίμηνο.
Δεν αποτελεί ανωτέρα βία η μετά την υπογραφή της σύμβασης μεταβολή της τιμής των υλικών που θα χρησιμοποιηθούν, του ύψους των ημερομισθίων, των φόρων προς το δημόσιο και των εισφορών σε ασφαλιστικούς οργανισμούς και γενικά των στοιχείων που επηρεάζουν το κόστος κατασκευής.". Από τις ανωτέρω σχετικές διατάξεις συνάγεται, όπως ήδη λέχθηκε και στην ίδια παραπάνω θέση της παρούσας, ότι η αναθεώρηση τιμών στα εκτελούμενα έργα της εναγόμενης εταιρίας αποκλείεται γενικά και κατ' εξαίρεση επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση εκείνη που η εκτέλεση του χρονοδιαγράμματος του έργου καθυστερεί από αποκλειστική υπαιτιότητα της εταιρίας και η καθυστέρηση αυτή διαρκεί πέραν του τριμήνου.
Η ενάγουσα, με την ανεπιφύλακτη συμμετοχή της στον επίμαχο διαγωνισμό, αποδέχθηκε πλήρως τη νομιμότητα και την ισχύ όλων των όρων με βάση τους οποίους της ανατέθηκε η εκτέλεση του επίδικου έργου αλλά ειδικώς και τις επίμαχες περί αναθεώρησης των τιμών διατάξεις του ΚΑΕΕ και της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, με τις οποίες αποκλείεται κατά κανόνα ο θεσμός της αναθεώρησης και επιτρέπεται αυτή μόνο στην παραπάνω εξαιρετική περίπτωση, με αποτέλεσμα να μην είναι επιτρεπτή η εκ μέρους της παρεμπίπτουσα αμφισβήτηση του κύρους των όρων υπό τους οποίους διέπεται η ανάθεση του έργου και περιλαμβάνονται στον ΚΑΕΕ και στα συμβατικά τεύχη της εργολαβίας ή η αιτίαση περί ανίσχυρου των επίμαχων διατάξεων περί αναθεώρησης, με την αιτιολογία ότι η κατά κανόνα απαγόρευση αυτής αντίκειται σε κανόνες δημοσίας τάξεως (βλ.
σχετικά ΣτΕ 1251/2013 με τις εκεί παραπομπές σε ΣτΕ 1888/2007, ΣτΕ 1119/2006, ΣτΕ 2214/2005, αλλά και ΣτΕ 1323/2005 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά τη λήξη, στις 6-11-2006, της συμβατικής προθεσμίας για την εκτέλεση του έργου, η ανάδοχος με το από 6-11-2006 έγγραφο της, που λήφθηκε από την εναγόμενη στις 7-11-2006 με αριθμό πρωτοκόλλου …, επικαλούμενη α) ότι κατά το χρονικό διάστημα από τις 22-4-2004 έως και την 12-7-2004 δεν πραγματοποιήθηκαν εργασίες, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, χωρίς όμως να κάνει καμία αναφορά στην αιτία της φερόμενης μη πραγματοποίησης εργασιών ούτε αν αυτή οφείλεται στην κυρία του έργου, β) ότι με το …/...- 10-2006 έγγραφο της εναγόμενης, της δόθηκε εντολή για την κατασκευή του βιοτεχνικού κτιρίου, που δεν προβλέπονταν στην αρχική σύμβαση (παρά αυτήν την αναφορά της, που επιβεβαιώνει, όπως και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ότι το εν λόγω κτίριο δεν υπήρχε στην αρχική σύμβαση, εντούτοις η ενάγουσα στην αγωγή της αποκρύπτει ότι επρόκειτο για νέο κτίριο, αναφέροντας μόνο ότι κατά τον παραπάνω χρόνο της παραδόθηκαν τα σχέδια της μελέτης, σαν να επρόκειτο δηλαδή για τμήμα του συμβατικού αντικειμένου για το οποίο καθυστερημένα της παραδόθηκαν τα αντίστοιχα σχέδια) και γ) ότι με το …/…-10-2006 έγγραφο της εναγόμενης της δόθηκε εντολή για την εκτέλεση 105 νέων εργασιών που δεν προβλέπονταν στη σύμβαση, ζήτησε την παράταση της προθεσμίας περαίωσης των εργασιών μέχρι την 30-4-2007.
Η παράταση χορηγήθηκε, κατά το ήδη αναφερθέν άρθρο 28.6α του ΚΑΕΕ, μέχρι την 31-3-2007, με το …/…-11-2006 έγγραφο του ΤΔΕ της εναγόμενης. Πριν τη λήξη της πρώτης αυτής συμβατικής παράτασης, με το από 29-3-2007 έγγραφο της, που λήφθηκε από την εναγόμενη στις 30- 3-2007 με αριθμό πρωτοκόλλου …, η ανάδοχος ζήτησε νέα παράταση, αναφέροντας, πλην των ανωτέρω, ότι "κατά το χρονικό διάστημα από την υπογραφή της σύμβασης μέχρι και τις 12-7-2004 δεν πραγματοποιήθηκαν εργασίες χωρίς δική μας υπαιτιότητα.
Δηλαδή προκύπτει καθυστέρηση χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου κατά 234 ημερολογιακές ημέρες", αντιφάσκοντας έτσι με τον προηγούμενο ισχυρισμό της περί μη εκτελέσεως εργασιών μόνο κατά το διάστημα "από τις 22-4-2004 έως και την 12-7-2004" και χωρίς πάλι να κάνει καμία μνεία στην αιτία της μη πραγματοποίησης εργασιών ή να αποδίδει ευθύνη προς τούτο στην αντίδικο της.
Η αιτούμενη παράταση της χορηγείται, με το με αριθ. πρωτ. …/…-4-2007 έγγραφο της εναγόμενης, μέχρι την 10-6-2007, ωσαύτως κατά το άρθρο 28.6α του ΚΑΕΕ. Εν συνεχεία, με το από 22-6-2007 έγγραφο της, που λήφθηκε από την εναγόμενη στις 25- 6-2007 με αριθμό πρωτοκόλλου …., η ανάδοχος ζήτησε νέα παράταση μέχρι την 15-9-2007, αναφέροντας ως λόγο την προαναφερθείσα από 4-10- 2006 εντολή εκτέλεσης 105 νέων και το γεγονός ότι τμήμα αυτών έχει περιληφθεί στον 1° ΑΠΕ και οι υπόλοιπες αναμένεται να περιληφθούν στον 2° ΑΠΕ.
Της χορηγήθηκε δε παράταση, με το …/…-6-2007 έγγραφο του ΤΔΕ της εναγόμενης, μέχρι την 15-7-2007, με τη χρήση ωσαύτως του άρθρου 28.6° του ΚΑΕΕ, αλλά με την επισήμανση από την τελευταία ότι ήδη έχουν υπάρξει 11 μήνες συμβατικής παράτασης, ότι η σχετική εντολή της για τις 105 εργασίες έχει δοθεί στην ανάδοχο ήδη από τον Οκτώβριο του 2006 και ότι η επικείμενη σύνταξη 20u ΑΠΕ δεν δικαιολογεί παράταση περαίωσης των εργασιών "αφού οι εντολές σας έχουν δοθεί προ πολλού", όπως ειδικώς αναφέρεται.
Πλην της ανωτέρω αρχικής σύμβασης, μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε: α) στις 25-5-2007, η 1η συμπληρωματική σύμβαση για να συμπεριλάβει αυξομειώσεις εργασιών και νέες εργασίες, μετά από αποφάσεις του ΔΣ της εναγόμενης ή μετά από σχετικές εντολές του ΤΔΕ αυτής, που συνοδεύεται από τον 1° ΑΠΕ και το 1° Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε, με συμπληρωματική δαπάνη 1.462.345,35 και με ΦΠΑ 277.845,62 ευρώ, συνολικά δε 1.740.190,97 ευρώ, ενώ η λοιπή αύξηση του κόστους των εργασιών, ύψους 1.512.747,04 ευρώ, καλύφθηκε από το περιεχόμενο στη σύμβαση ποσό των απρόβλεπτων δαπανών (βλ.
σχετικώς τη Δ/876/20-6-2007 έγγραφο της εναγόμενης "ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΕΓΚΡΙΣΗΣ 1ου ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΤΙΚΟΥ ΠΙΝΑΚΑ ΕΡΓΑΣΙΩΝ, 1ου Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε ΚΑΙ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ 1ης ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ"), Με τη σύμβαση αυτή χορηγήθηκε νέα παράταση 55 ημερολογιακών ημερών επί της εγκεκριμένης προθεσμίας περάτωσης των εργασιών και β) στις 23-6-2008 η 2η συμπληρωματική σύμβαση για να συμπεριλάβει εργασίες που είχαν προεγκριθεί από το ΔΣ της εναγόμενης και εκτελεστεί με εντολές της Τεχνικής Διεύθυνσης καθώς και εργασίες των οποίων η έγκριση γίνεται με τον 2° ΑΠΕ, η οποία συνοδεύεται από αυτόν τον 2° ΑΠΕ και το 2° Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε, με συμπληρωματική δαπάνη 3.784.776,02, πλέον ΦΠΑ 719.107,44 ευρώ και συνολικά 4.503.883,46 ευρώ.
Ως προθεσμία δε για την εκτέλεση των πρόσθετων εργασιών που η συμπληρωματική σύμβαση αφορούσε, ορίσθηκε η 15-7-2008 (βλ. σχετικώς τη Δ/1227/15-4- 2008 έγγραφο της εναγόμενης "ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΕΓΚΡΙΣΗΣ 2ου ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΤΙΚΟΥ ΠΙΝΑΚΑ ΕΡΓΑΣΙΩΝ, 2ου Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε ΚΑΙ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ 2"? ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ"), Περαιτέρω, κατά την παρ. 7στ του άρθρου 5 του Ν 2408/1996, του ιδρυτικού δηλαδή νόμου της εναγόμενης, η κοινή υπουργική απόφαση που εκδίδεται για τους όρους δόμησης του κάθε έργου επέχει θέση οικοδομικής άδειας.
Για το επίδικο έργο εκδόθηκε αντίστοιχα η 20581/13-5-2004 απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Δικαιοσύνης "περί καθορισμού πολεοδομικών και κτιριοδομικών όρων" για το επίδικο έργο, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Δ 439/26-5-2004 και με τηλεομοιοτυπία χορηγήθηκε στην ενάγουσα την 10-6-2004.
Από τη σύναψη της σύμβασης η ανάδοχος εγκαταστάθηκε στο έργο και προέβη σε οργάνωση του εργοταξίου της, ενώ σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από την ίδια (σε απλό αντίγραφο) χρονοδιάγραμμα του έργου, που κατά το άρθρο 24 του ΚΑΕΕ υπέβαλε στην εναγόμενη μόλις στις 15-3-2004, με το ΦΓ 01/15-3-2004 έγγραφο της, παρελήφθη από την τελευταία στις 17-3-2004 με το με αριθμό πρωτ.
παραλαβής 20402 έγγραφο της και εγκρίθηκε από αυτήν, όπως δεν αμφισβητείται ειδικά από την τελευταία (οπότε το υποβαλλόμενο διά των προτάσεων της αναδόχου αίτημα επίδειξης θεωρημένου αντιγράφου του εγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος που έχει στην κατοχή της η αντίδικος της, το οποίο υποβάλλει υπό την αίρεση ότι η τελευταία θα αμφισβητήσει την ακρίβεια του προσκομιζόμενου απλού αντιγράφου, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, αφού καμία σχετική αμφισβήτηση δεν προβάλλεται από την εναγόμενη) οι εργασίες του έργου προγραμματίστηκαν να αρχίσουν το νωρίτερο τον Μάρτιο του 2004, δηλώνοντας επομένως η ίδια η ενάγουσα, με την έγκριση της αντιδίκου της, ότι οι εργασίες δεν επρόκειτο να αρχίσουν αμέσως μετά τη σύναψη της σύμβασης που έλαβε χώρα στις 21-11-2003 (οπότε καταρρίπτονται τόσο τα όσα αντίθετα διατείνεται στην αγωγή της όσο και τα όσα σχετικά καταθέτει, επιχειρώντας να προσδώσει βασιμότητα στους ισχυρισμούς της, ο ενόρκως καταθέτων μάρτυράς της, Κ.
Π., μηχανολόγος - μηχανικός ΤΕ, εργοταξιάρχης του έργου, στην 20081/2013 ένορκη βεβαίωσή του) αλλά τουλάχιστον από τον μήνα Μάρτιο του 2004 και μετά, στοιχείο που εξάλλου συνάγεται και από τον χρόνο υποβολής του χρονοδιαγράμματος μόλις στις 15-3-2004. Ειδικότερα με βάση το χρονοδιάγραμμα: σε σχέση με "τους επιβραδυντήρες- σκοπιές- περιμετρική τοιχοποιία-γενικοί χωματισμοί", μόνο η έναρξη των οικοδομικών εργασιών για τους "γενικούς χωματισμούς" και "τον εξωτερικό επιβραδυντήρα" προγραμματίστηκε για τον Μάρτιο του 2004 και "για τον εσωτερικό επιβραδυντήρα" τον Ιούλιο του 2004, ενώ των λοιπών εργασιών σε μεταγενέστερο χρόνο, σε σχέση με "την κυρίως φυλακή & πειθαρχικά κελιά", η έναρξη από την ομάδα "οικοδομικές εργασίες" μόνο των εργασιών "των εκσκαφών- μεταφορών, των σκυροδεμάτων, των μονώσεων - στεγανώσεων, των τοιχοποιών, των κουφωμάτων, των αρμών διαστολής, της θερμομόνωσης των τοίχων" και από την ομάδα "ηλεκτρολομηχανολογικές εργασίες" μόνο των εργασιών "της ύδρευσης, της αποχέτευσης, των ομβρίων, των ισχυρά - κίνηση, των ισχυρά- φωτισμός, της δομημένης καλωδίωσης, των μεγαφώνων" προγραμματίστηκε κατά το διάστημα των μηνών Μαρτίου - Ιουνίου 2004, ενώ των λοιπών εργασιών σε μεταγενέστερο χρόνο, σε σχέση με "το κτίριο διοίκησης" η έναρξη από την ομάδα οικοδομικές εργασίες μόνο των εργασιών "των σκυροδεμάτων, των μονώσεων - στεγανώσεων, των τοιχοποιών, των αρμών διαστολής, της αρμομόνωσης των τοίχων" και από την ομάδα "ηλεκτρολομηχανολογικές εργασίες" μόνο των εργασιών "της ύδρευσης, της αποχέτευσης, των ομβρίων, των ισχυρά - κίνηση, των ισχυρά- φωτισμός, του εξοπλισμού, της δομημένης καλωδίωσης, των μεγαφώνων, της κεραίας R/TV, του κεντρικού ελέγχου" προγραμματίστηκε κατά το διάστημα των μηνών Απριλίου - Ιουλίου 2004, ενώ των λοιπών εργασιών σε μεταγενέστερο χρόνο, σε σχέση με "το εξωτερικό θυρωρείο - φρουρά" η έναρξη από την ομάδα οικοδομικές εργασίες μόνο των εργασιών "των σκυροδεμάτων, των μονώσεων - στεγανώσεων" προγραμματίστηκε κατά τον Ιούνιο του 2004 ενώ των λοιπών εργασιών σε μεταγενέστερο χρόνο και σε σχέση με "περιβάλλοντα χώρο" η έναρξη από την ομάδα ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες μόνο των εργασιών "της αποχέτευσης, των ομβρίων" προγραμματίστηκε τον Απρίλιο του 2004 ενώ των λοιπών εργασιών σε μεταγενέστερο χρόνο.
Οι παραπάνω εργασίες θα συνεχίζονται στο σύνολό τους και μετά τον Ιούλιο του 2004, η σταδιακή δε εκτέλεσή τους θα καταλάμβανε τα επόμενα έτη 2005 και 2006 (έως τον Οκτώβριο) και μόνο αυτές των "γενικών χωματισμών", "των εκσκαφών - μεταφορών" από τις οικοδομικές εργασίες της "κυρίως φυλακής και των πειθαρχικών κελιών" και των "ομβρίων" από τις ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες "του κτιρίου διοίκησης" προγραμματίστηκε να ολοκληρωθούν το διάστημα Μαρτίου 2004 - Ιουνίου 2004 οι δύο πρώτες και το διάστημα Απριλίου 2004 - Μαΐου 2004 η τρίτη.
Το σύνολο δε των εργασιών που αφορούσαν όλα τα λοιπά κτίρια του όλου έργου και δη της βιβλιοθήκης, της εκκλησίας - διαδρόμου, του αντλιοστασίου λυμάτων, της υδατοδεξαμενής και του περιβάλλοντος χώρου προγραμματίστηκε να αρχίσουν σε χρόνους μεταγενέστερους του παραπάνω διαστήματος Μάρτιος 2004 - Ιούλιος 2004, με το σύνολο σχεδόν αυτών, πλην όσων αφορούσαν "την εκκλησία - διάδρομος", να προγραμματίζεται να αρχίσουν εντός του 2005.
Ο προγραμματισμός από την ενάγουσα να γίνει η έναρξη των εργασιών του έργου από τον Μάρτιο του 2004 και εφεξής επιβεβαιώνεται και από το ί τηρούμενο από την ανάδοχο, κατά το άρθρο 25 του ΚΑΕΕ, ημερολόγιο του έργου, όπου η έναρξη των εργασιών γίνεται την 1-3-2004, ενώ για το προηγούμενο διάστημα από την 22-11-2003 έως και την 28-2-2004 δεν πραγματοποιείται καμία εργασία με την αναγραφή ως αιτιολογία, "αδυναμία εκτέλεσης εργασιών λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών", των οποίων προδήλως ήταν γνώστης η ενάγουσα, τόσο λόγω του γεγονότος ότι εδρεύει στα Γρεβενά, στην περιοχή δηλαδή του έργου όσο και λόγω του γεγονότος ότι στο έντυπο υποβολής προσφοράς της δήλωνε, όπως ήδη λέχθηκε, ότι είχε λάβει γνώση όλων των τοπικών συνθηκών, προβαίνοντας κατά το ίδιο διάστημα στην οργάνωση του εργοταξίου της, όπως στο ως άνω ημερολόγιο καταγράφει.
Η ανάδοχος αρχίζει να εκτελεί εργασίες από την 1-3-2004, όπως δηλαδή προγραμμάτιζε η ίδια με το χρονοδιάγραμμα του έργου, με την προμήθεια υλικών και τη δημιουργία αποθήκης, με τη σήμανση του εργοταξίου και την τοποθέτηση των σχετικών πινακίδων και πινακίδων κυκλοφορίας, με την εκτέλεση τοπογραφικών εργασιών για την τοποθέτηση σημείων γενικών εκσκαφών, με την εκτέλεση των γενικών εκσκαφών που αναγκαίως προηγούνται οποιασδήποτε άλλης εργασίας, με τη διάνοιξη τάφρου για την προστασία του σκάμματος, με την άντληση υδάτων από αυτό, με τη διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου γηπέδου, με επιχώσεις, με διάνοιξη δρόμου πρόσβασης για το εργοτάξιο και επίχωση αυτού και του χώρου εγκατάστασης του εργοταξίου.
Αυτές τις εργασίες εκτελεί επί έξι ημέρες την εβδομάδα (πλην Κυριακής δηλαδή) όταν ο καιρός είναι αίθριος μέχρι και τις 27-4-2004, ενώ τις λοιπές, πλην Κυριακής, ημέρες αυτού του διαστήματος που επικρατούν δυσμενείς καιρικές συνθήκες, δεν εκτελούνται εργασίες εκ του λόγου αυτού, όπως στο ημερολόγιο σημειώνεται από την ίδια.
Στο μεταγενέστερο διάστημα και μέχρι την 11 Ιουλίου 2004, όπως καταγράφεται στο ημερολόγιο, εργασίες δεν εκτελούνται είτε, παρά τον αίθριο καιρό χωρίς την αναγραφή οποιασδήποτε αιτιολογίας, όπως από 28-4-2004 έως 3-5-2004 (εδώ μεσολαβεί η αργία της Πρωτομαγιάς που δεν εκτελούνται εργασίες για τον λόγο αυτό), από 6-5-2004 έως 16-5-2004, από 18-5-2004 έως 31-5-2004 (η τελευταία αυτή ημέρα είναι η αργία του Αγίου Πνεύματος και δεν εκτελούνται εργασίες για τον λόγο αυτό), την 1 και 4 Ιουνίου 2004 και συνεχώς από την 8 Ιουνίου έως την 11 Ιουλίου 2004 (πάντα χωρίς να υπολογίζονται οι ενδιάμεσες Κυριακές), είτε τις λοιπές ημέρες της 4,5 Μαΐου, 17 Μαΐου, 2, 3, 5 και 6 Ιουνίου λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών.
Το γεγονός της εκτέλεσης εργασιών και κυρίως αυτών των γενικών εκσκαφών και των επιχώσεων από 'τον προγραμματισμένο χρόνο του Μαρτίου του 2004 προκύπτει και από το Φ.Γ. 02/19-3-2004 έγγραφο της ίδιας της αναδόχου προς την αντίδικό της, που αναφέρεται στις διαπιστώσεις της σε σχέση με τη σύσταση του εδάφους, στις οποίες προέβη "κατά την εκσκαφή για τη θεμελίωση των κτιρίων", παραδεχόμενη επομένως τη διενέργεια αυτών των εργασιών και καταρρίπτοντας τόσο τον αγωγικό ισχυρισμό της όσο και τον διαλαμβανόμενο στο προαναφερθέν από 29-3-2007 έγγραφο της με το οποίο ζήτησε τη δεύτερη παράταση της προθεσμίας περαίωσης του έργου, ότι δεν πραγματοποιήθηκε καμία εργασία από την υπογραφή της σύμβασης μέχρι και την 12-7-2004.
Οι περιλαμβανόμενες στο έγγραφο αυτό διαπιστώσεις της που αφορούν το επιβαλλόμενο, με βάση τις συνθήκες του εδάφους που διαπίστωσε, βάθος θεμελίωσης των κτιρίων, οδηγούν στην τροποποίηση της μελέτης ως προς την αφετηρία μετρήσεων των υψών με το …/…-7-2004 έγγραφο της εναγόμενης, με το οποίο αυτή ορίζει το απόλυτο υψόμετρο 638.
Την ανάγκη όμως τροποποίησης του υψομέτρου είχε δεχθεί η εναγόμενη σχεδόν αμέσως μετά το ως άνω από 19-3-2004 έγγραφο της αναδόχου και είχε ήδη παράσχει την προφορική εντολή, που εκ των υστέρων απλώς επιβεβαιώθηκε εγγράφως, να συνεχίσει η ανάδοχος την εκσκαφή σε μεγαλύτερος από το συμβατικό βάθος, γεγονός που επιβεβαιώνουν οι ενόρκως καταθέτοντες μάρτυρες της εναγόμενης Π.
Π., πολιτικός μηχανικός, και Ν. Α., μηχανολόγος - μηχανικός ΤΕ, που είχαν οριστεί ως επιβλέποντες μηχανικοί (βλ. τις … και …/2015 ένορκες βεβαιώσεις τους). Περαιτέρω, δεν πιθανολογήθηκε ότι δεν είχε παραδοθεί στην ανάδοχο, μέχρι την 12-7-2004, "πλήρης σειρά σχεδίων", στοιχείο που καθυστερούσε, όπως διατείνεται στην αγωγή της, την έναρξη των εργασιών του έργου, αφού τούτο δεν επιβεβαιώνεται από τον μάρτυρά της, δοθέντος ότι ο τελευταίος, στην ως άνω …/2013 ένορκη βεβαίωσή του, αρκείται να επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της αγωγής (τόσο για το θέμα αυτό όσο και τα λοιπά) χωρίς ουδόλως να προσδιορίζει τα φερόμενα ως μη παραδοθέντα σχέδια.
Αντίθετα, οι επιβλέποντες μηχανικοί αναφέρουν στις ίδιες … και …./2015 ένορκες βεβαιώσεις τους ότι είχαν δοθεί όλα τα αναγκαία για την έναρξη των εργασιών σχέδια, ενώ, όπως αναφέρεται στο άρθρο 3 της διακήρυξης, η εναγόμενη είχε θέσει στη διάθεση των υποψηφίων να μετάσχουν στον διαγωνισμό και επομένως και στην ανάδοχο, τα τεύχη δημοπράτησης του έργου, μεταξύ των οποίων τεχνική περιγραφή του έργου, η αρχιτεκτονική, η στατική και η ηλεκτρομηχανολογική μελέτη του έργου, με βάση τα οποία και η τελευταία διαμόρφωσε την προσφορά της.
Συνακόλουθα όλων όσων αναφέρθηκαν, είναι δεδομένο ότι πριν τον Μάρτιο του 2004 δεν προγραμματίστηκε από την ανάδοχο, που κατά την υπογραφή της σύμβασης τελούσε σε γνώση της μη εκδόσεως ακόμη οικοδομικής άδειας, η έναρξη εκτέλεσης οποιασδήποτε από τις εργασίες του έργου και επομένως η μη έκδοση της οικοδομικής αδείας μέχρι τον χρόνο αυτό αλλά την 26-5-2004, οπότε δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ η σχετική κοινή υπουργική απόφαση, και η έγγραφη αποδοχή από την εναγόμενη, στις 12-7-2004, της αλλαγής του υψομέτρου θεμελίωσης, ουδόλως επηρέασαν ή καθυστέρησαν την έναρξη των εργασιών μέχρι τον χρόνο αυτό.
Κρίσιμο επομένως είναι μόνο αν αυτές οι δύο καταστάσεις, που πράγματι ανάγονται στη σφαίρα ευθύνης της εναγόμενης, καθυστέρησαν συνεχώς την έναρξη του συνόλου των εργασιών του έργου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του τριμήνου και, κατά δεύτερο λόγο, αν ευθύνονται και μάλιστα αποκλειστικώς για τούτο, όπως απαιτούν οι επίμαχες διατάξεις του άρθρου 34 παρ.2 του ΚΑΕ και 10 της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων.
Εφόσον όμως: 1) προγραμματισμένες εργασίες, όπως οι εκσκαφές και γενικοί χωματισμοί, εκτελούνται από την ανάδοχο, όταν ο καιρός είναι αίθριος, από τις 1-3-2004, από τον προγραμματισμένο δηλαδή χρόνο έναρξης, μέχρι και τις 27-4-2004 και 2) τις ημέρες αυτού του διαστήματος που επικρατούν δυσμενείς καιρικές συνθήκες, δεν εκτελούνται εργασίες εκ του λόγου αυτού όμως, όπως στο ημερολόγιο σημειώνεται και όχι επειδή δεν έχει εκδοθεί η επέχουσα θέση οικοδομικής άδειας υπουργική απόφαση ή δεν έχει τροποποιηθεί εγγράφως το υψόμετρο θεμελίωσης, δεν συντρέχει η προβλεπόμενη από τις παραπάνω εφαρμοζόμενες διατάξεις προϋπόθεση της συνεχούς καθυστέρησης εκτέλεσης του χρονοδιαγράμματος για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών.
Και τούτο διότι κατά το υπολειπόμενο διάστημα από την 28-4-2004 έως και την 11 Ιουλίου 2004, που όπως καταγράφεται στο ημερολόγιο, δεν εκτελούνται εργασίες, με αυτές να αρχίζουν, κατά την ενάγουσα, στις 12-7-2004, οπότε ισχυρίζεται ότι πραγματοποιείται η πρώτη εργασία της "Εκσκαφής πτέρυγας Γ1 από στάθμη γενικών εκσκαφών μέχρι τη στάθμη θεμελίωσης", ακόμα και υπό την εκδοχή (ότι η μη εκτέλεση οφείλεται αποκλειστικά στις ανωτέρω δύο αιτίες, δεν συμπληρώνεται διάστημα μεγαλύτερο του τριμήνου.
Σε κάθε περίπτωση όμως, η μη πραγματοποίηση εργασιών κατά το κρίσιμο, από 28-4-2004 έως 11-7-2004, διάστημα (πλην τις προαναφερόμενες ημέρες που αυτές δεν εκτελούνται είτε λόγω αργιών είτε λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών) δεν πιθανολογείται ότι οφείλεται στις ανωτέρω δύο αιτίες, ούτε πολύ περισσότερο ότι εξαιτίας αυτής επήλθε καθυστέρηση της εκτελέσεως του συνόλου των εργασιών του έργου, όπως η ενάγουσα διατείνεται, ακόμα δηλαδή και αυτών που η έναρξή τους προβλέπονταν σε μεταγενέστερους χρόνους ή των υπερσυμβατικών εργασιών που ανατέθηκαν στην ενάγουσα κυρίως με τη δεύτερη συμπληρωματική σύμβαση, αφού: 1) εφόσον η ενάγουσα το προηγούμενο διάστημα έχει αρχίσει, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα του έργου, την εκτέλεση των προγραμματισμένων εργασιών του έργου, χωρίς να παρεμποδίζεται από την έλλειψη της άδειας ή από την μη έγγραφη τροποποίηση της στάθμης θεμελίωσης, την ίδια δυνατότητα συνέχιζε να έχει και μεταγενέστερα, αφού ουδόλως πιθανολογήθηκε ότι η έλλειψη της άδειας γ για συγκεκριμένη αιτία ή η μη έγγραφη κατά τα ανωτέρω τροποποίηση κατέστησε απαγορευτική τη συνέχιση των αρξάμενων εργασιών, όταν μάλιστα, σε σχέση με το δεύτερο θέμα, προφορικά της είχε χορηγηθεί η εντολή για την εκσκαφή σε βάθος μεγαλύτερο από το συμβατικά προβλεπόμενο, 2) δεν γίνεται καμία αναφορά στο τηρούμενο ημερολόγιο του έργου ότι η μη πραγματοποίηση εργασιών κατά το επίμαχο διάστημα συνδέεται αιτιωδώς με την έλλειψη αδείας ή την ανωτέρω μη έγγραφη τροποποίηση, 3) ενώ κατά το άρθρο 24.3 του ΚΑΕΕ, η ανάδοχος είχε δικαίωμα να προβεί σε αναπροσαρμογές του χρονοδιαγράμματος, εγκρινόμενες βέβαια από την εναγόμενη, στην περίπτωση είτε μεταβολής των ποσοτήτων ή του είδους των εργασιών, είτε στην περίπτωση που υπαίτιος της καθυστέρησης είναι η τελευταία, σε καμία τέτοια ενέργεια δεν προχωρά καθ' όλη τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου, 4) στα ως άνω τρία, από 6-11-2006, 29-3-2007 και 22-6-2007, αιτήματά της για παράταση των προθεσμιών περαίωσης του έργου, η ενάγουσα δεν αποδίδει στην εναγόμενη, έστω και υπαινικτικά, μομφή και πολύ περισσότερο αποκλειστική υπαιτιότητα για τη μη ολοκλήρωση του έργου εντός της αρχικής συμβατικής προθεσμίας, 5) ενώ στις 24-8-2007, εντός δηλαδή της χορηγηθείσας με την 1η συμπληρωματική σύμβαση παράταση, γίνεται η παραλαβή προς χρήση του κυρίως έργου, κατά το άρθρο 45 του ΚΑΕΕ και συντάσσεται το σχετικό πρωτόκολλο στο οποίο συμβάλλονται οι διάδικοι, η ενάγουσα καμία επιφύλαξη δεν διατυπώνει που να υποδηλώνει τη θέση της ότι η καθυστέρηση παράδοσης του έργου εντός της αρχικής συμβατικής προθεσμίας οφείλεται σε υπαιτιότητα της αντιδίκου της.
Η μόνη φορά, πριν την υποβολή του αναφερόμενου και στην αγωγή, από 23-6-2011 αιτήματός της για την καταβολή της ένδικης σήμερα δαπάνης αναθεώρησης, που η ανάδοχος ομιλεί για την οικοδομική άδεια (και μόνο γι' αυτήν και όχι και τη μη έγγραφη τροποποίηση του υψομέτρου θεμελίωσης) είναι στο ΦΓ06/10-5-2004 έγγραφο της, όπου επ' ευκαιρία του θέματος της ασφάλισης του έργου και της σύναψης ασφαλιστηρίου συμβολαίου που αποτελούσε ευθύνη της αναδόχου, κάνει λόγο για τη μη χορήγηση της άδειας δόμησης, που "αποτελεί επίσης βασική προϋπόθεση για την τήρηση του χρονοδιαγράμματος", όπως αναφέρει.
Και στο έγγραφο της αυτό όμως δεν κάνει καμία μνεία για μη έναρξη της εκτελέσεως του έργου ή για μη πραγματοποίηση εργασιών του και μάλιστα από την 21-11-2003 όπως πράττει με την αγωγή της αλλά και με το ανωτέρω από 23-6-2011 αίτημά της, ούτε αποδίδει καθυστέρηση τήρησης του χρονοδιαγράμματος και μάλιστα για τις συγκεκριμένες αιτίες που μεταγενέστερα υποστηρίζει Στο σημείο αυτό δεν θα πρέπει να διαφύγει της προσοχής ότι δεν προσκομίζονται από την ανάδοχο (ούτε όμως και από την εναγόμενη) οι ενδιάμεσοι λογαριασμοί και πιστοποιήσεις με βάση τους οποίους, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 32 του ΚΑΕΕ και σχετικού όρου της σύμβασης, της καταβάλλονταν το εργολαβικό αντάλλαγμα, έτσι ώστε να διακριβωθεί αν κατά την υποβολή αυτών, δήλωνε οποιαδήποτε επιφύλαξη ότι πληρούνται οι ως άνω όροι του ΚΑΕΕ και της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων για τη λήψη δαπάνης αναθεώρησης (σημειώνεται ότι παρά την παρέλευση τόσων ετών από την αρχή λειτουργίας του έργου το καλοκαίρι του 2008 (βλ.
σχετικώς το …/…-1-2010 έγγραφο της εναγόμενης), το …/…-9-2007 έγγραφο της εναγόμενης για βεβαίωση περάτωσης εργασιών του έργου την 15-7-2007, το ήδη αναφερθέν από 24-8- 2007 πρωτόκολλο παραλαβής προς χρήση, το όμοιο νέο με αριθμό πρωτ. …/…-6-2009, πρωτόκολλο παραλαβής προς χρήση και το …/…-10- 2012 έγγραφο της εναγόμενης περί της προσωρινής παραλαβής του έργου, όπου αναφέρεται ότι λόγω των εκεί αναγραφόμενων ελλείψεων, το έργο μπορεί να παραληφθεί ποιοτικά μόνο μετά την έντεχνη αποκατάστασή τους, ούτε οι διάδικοι ισχυρίζονται ούτε όμως προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό, αν έχει υποβληθεί από την ανάδοχο τελική επιμέτρηση και τελικός λογαριασμός για το έργο κατά το άρθρο 32.9 του ΚΑΕΕ, που να ολοκληρώνει την καταβολή του συνόλου του εργολαβικού ανταλλάγματος, η ημερομηνία υποβολής του οποίου όπως και της τελικής επιμέτρησης που τον συνοδεύει, είναι το τελευταίο χρονικό σημείο, κατά το οποίο ο ανάδοχος του έργου μπορεί να υποβάλει τα κάθε μορφής αιτήματά του σχετικά με την εκτέλεση του έργου, είτε αυτά αναφέρονται σε συμφωνημένη ή άλλη αμοιβή του, είτε αφορούν σε αξιώσεις του απορρέουσες από την εκτέλεση του έργου και έχουσες σχέση με την κατά την διάρκεια της εκτέλεσης συμπεριφορά των μερών, εκτός βεβαίως των απαιτήσεων εκείνων που πηγάζουν από αιτίες γεννηθείσες ή εκδηλωθείσες μετά την υποβολή του τελικού λογαριασμού - βλ.
σχετικώς με το θέμα αυτό και το γεγονός ότι μετά το απώτατο χρονικό αυτό σημείο επέρχεται απώλεια των απαιτήσεων του αναδόχου, την ΑΠ 773/2009 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Υπό τις ανωτέρω πραγματικές παραδοχές, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι δεν πιθανολογήθηκε η ουσιαστική βασιμότητα της κρινόμενης από 20-6-2014 και με αριθμό κατάθεσης 81/2014 αγωγής, δοθέντος ότι δεν πιθανολογήθηκε οφειλόμενη σε αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης, ως κυρίας του έργου και αναθέτουσας αρχής, καθυστέρηση στην εκτέλεση του συνόλου των εργασιών του επίδικου έργου που εκτελέστηκαν στο πλαίσιο της αρχικής, αλλά και των δύο συμπληρωματικών συμβάσεων, η οποία να διήρκησε συνεχώς για χρονικό διάστημα πέραν του τριμήνου, έτσι ώστε να τύχουν εφαρμογής οι ειδικώς παραπάνω αναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 2 του ΚΑΕΕ που διέπει την εκτέλεση των έργων που εκτελούνται για λογαριασμό της και του άρθρου 10 της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων που αφορά το επίδικο έργο>>.
Η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά την εκτίμηση όσων ισχυρίζεται στα οικεία τμήματα αυτού, μέμφεται το Εφετείο, διότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στην απόφασή του, σχετικά με το, ουσιώδες, για την έκβαση της δίκης, ζήτημα της καθυστέρησης της εκτέλεσης του έργου από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, και συγκεκριμένα της παραδοχής του ότι, η καθυστέρηση αυτή, δεν οφείλεται στην καθυστερημένη έκδοση της οικοδομικής άδειας για το επίδικο έργο και στη μεταβολή του υψομέτρου θεμελίωσης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του ως άνω πόρισμα. Ειδικότερα, την κρίση αυτή στηρίζουν οι ακόλουθες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α) Ότι σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα του έργου, που, κατά το άρθρο 24 του ΚΑΕΕ, υπέβαλε η αναιρεσείουσα-ανάδοχος αυτού και μάλιστα μόλις στις 15-3-2004, στην αναιρεσίβλητη, κυρία του έργου και εγκρίθηκε από την τελευταία, οι εργασίες του έργου προγραμματίστηκαν να αρχίσουν το νωρίτερα το μήνα Μάρτιο του έτους 2004 και επομένως, η ίδια η ανάδοχος δηλώνει ότι οι εργασίες δεν επρόκειτο να αρχίσουν με την υπογραφή της σύμβασης (21-11-2003).
Διαλαμβάνει δε αναλυτικά η προσβαλλόμενη απόφαση τον προγραμματισμό στο χρονοδιάγραμμα, ανά μονάδα χρόνου, από το μήνα Μάρτιο 2004 και στο εξής, για τις εργασίες που προβλέπεται να εκτελεστούν. β) Ότι ο προγραμματισμός της έναρξης των εργασιών εκτέλεσης του έργου το μήνα Μάρτιο 2004, επιβεβαιώνεται και από το ημερολόγιο που, κατά το άρθρο 25 του ΚΑΕΕ, τηρούσε η ανάδοχος, σύμφωνα με το οποίο, η έναρξη των εργασιών γίνεται την 1-3-2004, ενώ για το προηγούμενο χρονικό διάστημα από την υπογραφή της σύμβασης μέχρι και 28-2-2004, δεν πραγματοποιείται καμία εργασία, με την αιτιολογία αδυναμίας εκτέλεσης αυτών λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών.
Με την προσβαλλόμενη εκτίθενται οι εργασίες που κατά το ημερολόγιο εκτελέστηκαν από τον ως άνω χρόνο έναρξής τους (1-3-2004) έως και τις 27-4-2004. Αναπτύσσεται δε η εκτέλεση συγκεκριμένων εργασιών του έργου, καθώς και η μη εκτέλεση εργασιών τις αναφερόμενες ημερομηνίες και διαστήματα, με την σημειούμενη αιτιολογία της επικράτησης δυσμενών καιρικών συνθηκών κατ' αυτά.
γ) Ότι από τις 28-4-2004 έως 11-7-2004 δεν εκτελούνται εργασίες, και ότι, για το χρονικό αυτό διάστημα, στο τηρούμενο ημερολόγιο, είτε δεν αναφέρεται αιτιολογία για τη μη εκτέλεση εργασιών, είτε γίνεται αναφορά στην ιδιότητα της ημέρας ως αργίας, είτε ως αιτιολογία σημειώνεται η ύπαρξη δυσμενών καιρικών συνθηκών.
δ) Ότι το γεγονός εκτέλεσης εργασιών το μήνα Μάρτιο 2004, σαφώς προκύπτει, εκτός από το ημερολόγιο, και από το Φ. Γ. 02/19-3-2004 έγγραφο της αναιρεσείουσας, στο οποίο αναφέρεται ότι, κατά την γενόμενη εκσκαφή της θεμελίωσης των κτιρίων διαπιστώθηκε συγκεκριμένη σύσταση του εδάφους. ε) Ότι, συνεπεία των διαπιστώσεων αυτών, παρέστη ανάγκη τροποποίησης του υψομέτρου θεμελίωσης, την οποία η ανάδοχος γνωστοποίησε στην αναιρεσίβλητη με το από 19-3-2004 έγγραφό της και η τελευταία αμέσως έδωσε προφορικά την συναίνεσή της και την εντολή της τροποποίησης του βάθους θεμελίωσης, την οποία (εντολή) ακολούθως, την 12-7-2004 επιβεβαίωσε εγγράφως.
στ) Ότι, εφόσον η ίδια η ανάδοχος δεν είχε προγραμματίσει εκτέλεση εργασιών πριν από το μήνα Μάρτιο 2004, κατά το διαρρεύσαν, μέχρι τότε, από την υπογραφή της σύμβασης, χρονικό διάστημα, η μη εκτέλεση εργασιών δεν οφείλεται στη μη έκδοση της οικοδομικής άδειας ή την τροποποίηση του υψομέτρου θεμελίωσης. ζ) Ότι κατά το, από 1-3-2004 έως και 27-4-2004, χρονικό διάστημα, εάν μεν ήταν αίθριος ο καιρός, εκτελέστηκαν από την αναιρεσείουσα οι προγραμματισμένες εργασίες, ενώ δεν εκτελούνταν εάν δεν επέτρεπαν τούτο οι καιρικές συνθήκες.
η) Ότι στο ημερολόγιο σημειώνονταν ως αιτιολογία της μη εκτέλεσης εργασιών οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες και όχι η μη έκδοση της οικοδομικής άδειας ή η μη τροποποίηση του υψομέτρου θεμελίωσης. θ) Ότι η ανάδοχος αρχίζει πάλι την εκτέλεση εργασιών στις 12-7-2004. ι) Ότι από τις 28-4-2004 μέχρι τις 12-7-2004, δεν συμπληρώνεται χρόνος τριμήνου μη εκτέλεσης εργασιών.
ια) Ότι, εφόσον το μήνα Μάρτιο 2004 η ανάδοχος είχε αρχίσει την εκτέλεση εργασιών, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα του έργου και δεν εμποδιζόταν για την εκτέλεσή τους από την μη έκδοση της οικοδομικής άδειας ή τη μη τροποποίηση του υψομέτρου θεμελίωσης, είχε τη δυνατότητα αυτή της εκτέλεσης των εργασιών και κατά το χρονικό διάστημα από τις 28-4-2004 έως 12-7-2004, χωρίς να εμποδίζεται από τη μη έκδοση της οικοδομικής άδειας ή τη μη τροποποίηση του υψομέτρου θεμελίωσης.
ιβ) Ότι στο ημερολόγιο του έργου, η μη πραγματοποίηση εργασιών δεν συνδέεται με την έλλειψη της οικοδομικής άδειας ή τη μη έγγραφη τροποποίηση του βάθους θεμελίωσης. ιγ) Ότι στα μεταγενέστερα από 6-11-2006, 29-3-2007 και 22-6-2007 έγγραφά της, με τα οποία η ανάδοχος υποβάλει αιτήματα για παράσταση των προθεσμιών περάτωσης του έργου, δεν αποδίδει, ούτε υπαινίσσεται, υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης για τη μη ολοκλήρωση του έργου εντός της συμβατικής προθεσμίας και ιδ) ότι, όταν στις 24-8-2007, γίνεται η παραλαβή προς χρήση του κυρίως έργου και συντάσσεται το σχετικό πρωτόκολλο, η αναιρεσείουσα δεν διατυπώνει οποιαδήποτε επιφύλαξη ούτε δηλώνει τη θέση της ότι η καθυστέρηση της παράδοσης αυτού οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης.
Σύμφωνα δε με τις ανωτέρω παραδοχές, είναι σαφής η κρίση του Δικαστηρίου, για τη μη εξάρτηση του, υποβληθέντος από την αναιρεσείουσα, χρονοδιαγράμματος του έργου, από την μη έκδοση της οικοδομικής άδειας, ενόψει των παραδοχών ότι και πάλι τούτο υποβλήθηκε και καθόρισε έναρξη εργασιών πριν από την έκδοσή της, που έγινε στις 26-5-2004, και επίσης, ότι είχαν εκτελεστεί το μήνα Μάρτιο 2004, ήτοι πριν από την έκδοση της οικοδομικής άδειας, εργασίες εκτέλεσης του έργου, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, καθώς, επίσης, η παραδοχή ότι δεν συνδέεται η τήρηση του χρονοδιαγράμματος από την γραπτή έγκριση της τροποποίησης του βάθους θεμελίωσης, καθόσον και πριν από αυτήν, που έγινε την 12-7-2004, εκτελέστηκαν σχετικές εργασίες.
Εξάλλου, το Εφετείο, δεν δέχεται ότι κατά το χρονικό διάστημα από την υπογραφή της σύμβασης μέχρι τις 28-2-2004, δεν εκτελούνταν εργασίες, εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά αναφέρεται στη σχετική σημείωση του τηρούμενου ημερολογίου, χωρίς να εξετάζει την αλήθεια αυτού του περιστατικού, καθόσον δεν ήταν ουσιώδες για τη κρίση του, με βάση το κριθέν περιεχόμενο του αγωγικού δικογράφου, ως προς τη θεμελίωση του δικαιώματος αναθεώρησης, δεχόμενο ότι το χρονοδιάγραμμα που υπέβαλε η αναιρεσείουσα, δεν προέβλεπε την εκτέλεση εργασιών πριν το μήνα Μάρτιο 2004 και προς ενίσχυση της κρίσης του ότι η μη έκδοση της οικοδομικής άδειας δεν ήταν η αιτία της μη εκτέλεσης εργασιών το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Ούτε η τελευταία κρίση του Εφετείου, ότι η έναρξη της εκτέλεσης του έργου δεν επηρεάστηκε από τη μη έκδοση της οικοδομικής άδειας ή τη μη έγγραφη μεταβολή του υψομέτρου θεμελίωσης, αποτελεί αντίφαση σε σχέση με την παραδοχή ότι η έναρξη των εργασιών είχε προσδιοριστεί με το χρονοδιάγραμμα για το Μάρτιο 2004.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά τα μέρη του με τα οποία αποδίδει την, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.
Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε, οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 2090/2017, ΑΠ 255/2010).
Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες, κύριες ή επικουρικές, αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, η μία αιτιολογία δεν πλήττεται καθόλου με λόγο αναίρεσης, ή πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού τυχόν αποδοχή τους, δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1190/2017, ΑΠ 1978/2017, ΑΠ 763/2016), το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στην μη πληγείσα ή μη πληγείσα αποτελεσματικά επάλληλη αιτιολογία (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1112/2018, ΑΠ 192/2017, ΑΠ 321/2017) και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΑΠ 420/2017, ΑΠ 21/2017, ΑΠ 516/2017).
Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστική αιτιολογία που εκφέρθηκε εκ περισσού, χωρίς να προταθεί σχετικός ισχυρισμός εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου και κάθε αιτιολογία που δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 363/2017, ΑΠ 189/2017, ΑΠ 1008/2007), αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς τους δεν οδηγούν στην ανατροπή (αναίρεση) της απόφασης.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με τις, εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 του Κανονισμού Ανάθεσης και Εκτέλεσης Έργων (ΚΑΕΕ) της αναιρεσίβλητης και του άρθρου 10 της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων (ΕΣΥ) της επίδικης σύμβασης.
Ειδικότερα, αποδίδει το σφάλμα επειδή δέχθηκε, ότι, αναθεώρηση των τιμών στο εκτελεσθέν έργο, της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης, επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση που η εκτέλεση του έργου καθυστερεί από αποκλειστική υπαιτιότητα της κυρίας του έργου ή της αναθέτουσας αρχής και εσφαλμένα αποκλείει αυτήν (αναθεώρηση), στην περίπτωση της καθυστέρησης εξαιτίας συνδρομής ανώτερης βίας.
Με το δεύτερο μέρος του ίδιου αναιρετικού λόγου, προσβάλλει την απόφαση, με τις, εκ των αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι, εσφαλμένα δέχθηκε ότι, η αναθεώρηση τιμών, για να επιτραπεί κατ' εξαίρεση και στην περίπτωση αποκλειστικής υπαιτιότητας στην καθυστέρηση της εκτέλεσης του έργου, της κυρίας αυτού ή της αναθέτουσας αρχής, πρέπει η καθυστέρηση αυτή να διαρκέσει για συνεχόμενο διάστημα τριών μηνών και αποκλείει την περίπτωση συμπλήρωσης του τριμήνου της καθυστέρησης σε διακοπτόμενα χρονικά διαστήματα.
Με το τρίτο μέρος του ίδιου λόγου, η αναιρεσείουσα, μέμφεται το Εφετείο, διότι, ενώ από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έμμεσα διαπιστώνεται αμφιβολία, ασάφεια και κενό, αν το τρίμηνο της καθυστέρησης στην εκτέλεση του έργου είναι ή όχι συνεχές, εσφαλμένα δεν κατέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους έπρεπε να εφαρμόσει και δεν εφάρμοσε για τη διαπίστωση του αληθινού περιεχόμενου της σύμβασης, ως προς το ζήτημα αυτό, αποδίδοντας τις, εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες.
Με το τέταρτο μέρος του παραπάνω πρώτου λόγου της αναίρεσης, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία υπαγορεύουν ότι, η αληθινή έννοια της αναφοράς στην ένδικη σύμβαση για γνώση από την ανάδοχο του έργου - αναιρεσείουσα <<των τοπικών συνθηκών>>, αναφέρεται και σχετίζεται αμιγώς με το χωρικό πεδίο εκτέλεσης του αναληφθέντος έργου (τόπος στον οποίο βρίσκεται, διαμόρφωση του εδάφους, επικλινές ή επίπεδο, σημείο πρόσβασης των μηχανημάτων, χώρος εγκατάστασης του εργοταξίου) και δεν έχει σχέση με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή.
Ισχυρίζεται ότι, το σφάλμα του Εφετείου συνίσταται στην παραδοχή του ότι, οι καιρικές συνθήκες της περιοχής ήταν γνωστές στην αναιρεσείουσα και δεν συνιστούν γεγονός ανώτερης βίας, και ακολούθως, στο μη συνυπολογισμό του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο δεν εκτελέστηκαν εργασίες, λόγω κακών καιρικών συνθηκών για την εκτίμηση της συμπλήρωσης του τριμήνου της καθυστέρησης, με αποτέλεσμα να κρίνει, εν τέλει, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναθεώρησης των τιμών, κατά το άρθρο 34 παρ. 2 του ΚΑΕΕ.
Με το πρώτο μέρος του δεύτερου αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα, προσβάλει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 2 του ΚΑΕΕ, κατά την οποία <<όλες οι προθεσμίες αρχίζουν από την υπογραφή της σύμβασης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σ' αυτή>>, δεχόμενη εσφαλμένα ότι ο χρόνος έναρξης των εργασιών εκτέλεσης του έργου, μεταφέρθηκε από το χρόνο υπογραφής της σύμβασης (21-11-2003), ο οποίος, με την ανωτέρω διάταξη, ορίζεται ως χρόνος έναρξης όλων των προθεσμιών, στο μήνα Μάρτιο του έτους 2004, δηλαδή για πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Με το δεύτερο μέρος του δεύτερου αναιρετικού λόγου, αποδίδει στο Εφετείο, ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, υποπίπτοντας στην, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, καθόσον ενώ δέχεται την κατά τον προηγούμενο λόγο αναίρεσης, μεταφορά της ημερομηνίας που είχε οριστεί για την έναρξη της εκτέλεσης των εργασιών, παραλείπει να αναφέρει αν για τη μεταβολή αυτή υπήρχε σχετική συμβατική πρόβλεψη, όπως απαιτείται κατά το άρθρο 28 παρ. 2 του ΚΑΕΕ.
Με το τρίτο μέρος του ίδιου λόγου της αναίρεσης, αιτιάται ότι το Εφετείο έσφαλε κρίνοντας ότι δεν συμπληρώθηκε η τρίμηνη καθυστέρηση του έργου, μολονότι έπρεπε να δεχθεί ότι το χρονικό διάστημα από 1-3-2004 έως 12-7-2004, υπερβαίνει το τρίμηνο και συνεπώς συνέτρεχε η προϋπόθεση της αναθεώρησης των τιμών και να δεχθεί την αγωγή, τούτο, δε, διότι, διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες, επί του τελευταίου ζητήματος, δεχόμενο ότι από την 1-3-2004 έως 27-4-2004 υπήρχε δυνατότητα εκτέλεσης εργασιών, όταν το επέτρεπαν οι καιρικές συνθήκες, χωρίς να προσδιορίζει πόσες ημέρες κατ' αυτό μπορούσαν να εκτελεστούν εργασίες, ώστε, να μπορεί να διαπιστωθεί, εάν οι υπόλοιπες, κατά τις οποίες οι καιρικές συνθήκες δεν επέτρεπαν την εκτέλεση εργασιών, προστιθέμενες στο μετά τις 28-4-2004 χρονικό διάστημα μη εκτέλεσης του έργου εξαιτίας υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης, επαρκούσαν ή όχι για τη συμπλήρωση του τριμήνου.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση που προσβάλλεται, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των εκτιθέμενων στην ένδικη αγωγή πραγματικών περιστατικών ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος της αναιρεσείουσας, περί αναθεώρησης των τιμών του συμβατικού τιμήματος του ένδικου έργου, κατά την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής, δέχθηκε ότι ιστορείται η, κατόπιν ανοιχτού μειοδοτικού διαγωνισμού, ανάδειξη αυτής (αναιρεσείουσας) ως αναδόχου του έργου <<ΓΕΝΙΚΟ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ>> και καταρτίστηκε η επίδικη σύμβαση έργου μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης, με συμβατική προθεσμία ολοκλήρωσης αυτού στις 6-11-2006 και η ίδια, αμέσως μετά την υπογραφή της σύμβασης, υπέβαλε το χρονοδιάγραμμα του έργου με έναρξη εργασιών την ημερομηνία κατάρτισης της σύμβασης.
Ακολούθως, δε, δέχθηκε, ως προς το περιεχόμενο της αγωγής, ότι ιστορούνται και τα εξής: <<Ότι: α) η απαιτούμενη για την έναρξη των εργασιών οικοδομική άδεια που αποτελούσε αποκλειστική ευθύνη της εναγόμενης ως κυρίας του έργου και έπρεπε να εκδοθεί τουλάχιστον κατά την υπογραφή της σύμβασης, καθυστέρησε να εκδοθεί και να της κοινοποιηθεί για διάστημα επτά μηνών, αφού εν τέλει εκδόθηκε στις 26-5-2004 και κοινοποιήθηκε στην ίδια την 10-6-2004, β) ότι έως τις 12-7-2004 δεν της είχε παραδοθεί πλήρης σειρά σχεδίων για την εκτέλεση των συμβατικών εργασιών και γ) ενόψει αστοχιών της μελέτης κυρίως όσον αφορά τη σύσταση του εδάφους του ακινήτου επί του οποίου θα ανεγείρονταν το έργο και μετά από δικές της ενέργειες, τροποποιήθηκε εγγράφως, μόλις την 12-7-2004, με το ίδιας ημερομηνίας σχετικό έγγραφο της εναγομένης, το υψόμετρο και η στάθμη θεμελίωσης των κτιρίων.
Ότι εξαιτίας αυτών των τριών παραγόντων που ανάγονται στη σφαίρα ευθύνης της εναγομένης ως κυρίας του έργου και αναθέτουσας αρχής, η έναρξη εκτέλεσης του συνόλου των εργασιών του κατέστη δυνατή μόλις την 12-7-2004 και έτσι ανατράπηκε αντιστοίχως χρονικά το χρονοδιάγραμμα εκτελέσεως του έργου και ειδικότερα από αποκλειστική υπαιτιότητά της, καθυστέρησε η εφαρμογή του για το σύνολο των εργασιών, για διάστημα που υπερβαίνει το τρίμηνο και δη για διάστημα 234 ημερολογιακών ημερών, δηλαδή περίπου επτά μηνών.
Ότι περαιτέρω, κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου, η εναγομένη, με την ανωτέρω ιδιότητά της, με αντίστοιχες έγγραφες εντολές της, Α) τροποποιούσε συνεχώς το συμβατικό αντικείμενο του έργου, ζητώντας μη προβλεπόμενες εργασίες, όπως εγκατάσταση θεμελιακής γείωσης, καταργώντας άλλες, όπως κατάργηση των αναφερόμενων παραθύρων ελέγχου, τροποποιώντας συνεχώς στοιχεία του έργου όπως αύξηση της χωρητικότητας της φυλακής αρχικά από 280 σε 400 κρατούμενους και μεταγενέστερα σε 600 κρατούμενους, τροποποίηση της στάθμης θεμελίωσης και των γεωμετρικών στοιχείων του επιβραδυντήρα, αποστολή αναθεωρημένων, τροποποιημένων σχεδίων των αναφερομένων επιμέρους μελετών και κατασκευαστικών σχεδίων, γεγονός που επέφερε τροποποιήσεις των προβλεπόμενων στη σύμβαση εργασιών και αύξηση του συμβατικού αντικειμένου, ενώ μόλις την 2-10-2006 της απέστειλε τα σχέδια κατασκευής του βιοτεχνικού κτιρίου και Β) της ανέθεσε με έγγραφες εντολές, την εκτέλεση υπερσυμβατικών εργασιών και συγκεκριμένα την 4-10-2006, την εκτέλεση 105 νέων εργασιών (τις οποίες δεν προσδιορίζει) που κρίθηκαν απαραίτητες για την άρτια ολοκλήρωση του έργου, για τις οποίες, όπως και για τις υπερσυμβατικές εργασίες για τη δημιουργία <<επισκεπτηρίων στον όροφο των modules και επικοινωνίας του χώρου των πτερύγων>> για τις οποίες δόθηκε έγγραφη εντολή την 30-4-2007, υπογράφηκε η 1η συμπληρωματική σύμβαση ποσού 1.462.345,04 ευρώ και στις 20-6-2007 εγκρίθηκε ο 1ος Ανακεφαλαιωτικός Πίνακας Εργασιών (ΑΠΕ) και το 1ο Πρωτόκολλο Κανονισμού Τιμών Μονάδας Νέων Εργασιών (1ο Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.), ενώ με έγγραφη εντολή της 4-9-2007 και ενώ είχε παραληφθεί προς χρήση, με το από 24-8-2007 σχετικό πρωτόκολλο που εγκρίθηκε αρμοδίως, το κυρίως κτίριο του σωφρονιστικού καταστήματος της ανέθεσε και άλλες υπερσυμβατικές εργασίες όπως τον αγωγό μεταφοράς νερού, αλλά και άλλες (τις οποίες δεν προσδιορίζει) για τις οποίες υπογράφηκε η 2η συμπληρωματική σύμβαση, ποσού 3.784.776,02 ευρώ, και στις 18-4-2008 εγκρίθηκε ο 2ος Ανακεφαλαιωτικός Πίνακας Εργασιών (ΑΠΕ) και το 2ο Πρωτόκολλο Κανονισμού Τιμών Μονάδας Νέων Εργασιών (1ο Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.).
Ότι λόγω της αύξησης του συμβατικού αντικειμένου αλλά και της εκτέλεσης υπερσυμβατικών εργασιών, για τις οποίες οι ανωτέρω δύο συμπληρωματικές συμβάσεις, οι δύο ΑΠΕ και τα δύο Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε., χορηγήθηκε από την εναγομένη παράταση του συμβατικού χρόνου περαίωσης αρχικά μέχρι 31-3-2007 και εν συνεχεία διαδοχικώς μέχρι τις 10-6-2007 και τις 15-7-2007.
Ότι εξαιτίας της κατά τα ανωτέρω αύξησης του συμβατικού αντικειμένου και της ανάθεσης εκτέλεσης νέων υπερσυμβατικών εργασιών καθυστέρησε, επίσης από αποκλειστική υπαιτιότητα της κυρίας του έργου, η εκτέλεσή του και ανατράπηκε το συμβατικό χρονοδιάγραμμα. Ότι για τις ανωτέρω δύο αιτίες, που οφείλονται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης και δη 1) για την καθυστέρηση έναρξης των εργασιών εκτέλεσης του όλου έργου επί 234 ημερολογιακές ημέρες συνεχώς, περίπου δηλαδή για συνεχόμενο διάστημα 7 μηνών, εξαιτίας της καθυστερημένης έκδοσης της οικοδομικής αδείας, της μη έγκαιρης αποστολής πλήρους σειράς σχεδίων και της τροποποίησης του υψομέτρου της θεμελίωσης του έργου, εξαιτίας των οποίων η έναρξη των εργασιών έλαβε χώρα μόλις την 12-7-2004, αντί του προβλεπόμενου στο χρονοδιάγραμμα χρόνου της 21-11-2003 και 2) για την καθυστέρηση εκτέλεσης του έργου εξαιτίας της τροποποίησης και της συνακόλουθης αύξησης του συμβατικού αντικειμένου και της ανάθεσης εκτέλεσης νέων υπερσυμβατικών εργασιών, και με βάση το άρθρο 34 παρ. 2 του ΚΑΕΕ και του άρθρου 10 της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων που διέπουν την εκτέλεση του έργου, σύμφωνα με την οποία ο ανάδοχος δικαιούται αναθεώρησης τιμών στην περίπτωση καθυστέρησης εφαρμογής του χρονοδιαγράμματος από αποκλειστική υπαιτιότητα της κυρίας του έργου ή της αναθέτουσας αρχής που διαρκεί πάνω από τρίμηνο, η ίδια η (προσφεύγουσα - ενάγουσα) δικαιούται αναθεώρησης τιμών για το σύνολο των εργασιών του έργου που εκτελέστηκαν>>.
Ακολούθως, το Εφετείο, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, κατά το μέρος που στήριζε την αξίωση στην, από αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, κυρίας του έργου, καθυστέρηση του χρονοδιαγράμματος του έργου πέραν του τριμήνου, εξαιτίας α) της καθυστέρησης έκδοσης της οικοδομικής άδειας, β) της μη έγκαιρης παράδοσης στην ανάδοχο αναιρεσείουσα πλήρους σειράς σχεδίων του έργου, γ) της τροποποίησης του υψομέτρου της θεμελίωσης του έργου, την οποία ακολούθως εξέτασε κατ' ουσίαν, απέρριψε, δε, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή, κατά το μέρος που η αξίωση στηριζόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, κυρίας του έργου, εξαιτίας της αύξησης του συμβατικού αντικειμένου και της ανάθεσης εκτέλεσης υπερσυμβατικών εργασιών.
Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ότι θεμελιώνουν το προς διάγνωση δικαίωμα αναθεώρησης των τιμών της σύμβασης, η καθυστέρηση στην έναρξη εκτέλεσης και ολοκλήρωσης του συνόλου των εργασιών του έργου, πέραν του τριμήνου, αποδίδεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης κυρίας του έργου και αναθέτουσας αρχής, για τους αναφερόμενους ανωτέρω τρεις λόγους.
Δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου, ότι η αναιρεσείουσα, επικαλέστηκε με την αγωγή της, ως αιτία της καθυστέρησης της εκτέλεσης του έργου και την αδυναμία εκτέλεσης εργασιών αυτού επειδή συνέτρεξαν γεγονότα ανώτερης βίας και συγκεκριμένα απαγορεύουσες την εκτέλεση των εργασιών καιρικές συνθήκες. Ούτε, βέβαια, η αναιρεσείουσα, ισχυρίζεται με την αναίρεσή της, ότι, η ανωτέρω εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το Εφετείο, δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής, ούτε επικαλείται ότι εξέθετε στο δικόγραφο της αγωγής ισχυρισμό περί συνδρομής λόγου ανώτερης βίας για την καθυστέρηση εκτέλεσης του έργου, ο οποίος θεμελιώνει το δικαίωμά της σ' αυτή τη διαφορετική βάση, και ο οποίος, ως ουσιώδης ισχυρισμός για την έκβαση της δίκης, δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, με συνέπεια να θεμελιώνεται αναιρετικός λόγος από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Οι αναφορές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) ότι, για το διάστημα από 22-11-2003 έως και 28-2-2004, κατά τη σχετική αναγραφή στο ημερολόγιο του έργου, δεν πραγματοποιήθηκε καμία εργασία, με την αιτιολογία <<αδυναμία εκτέλεσης εργασιών λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών>>, β) ότι, η αναιρεσείουσα ήταν, προδήλως, γνώστης αυτών των καιρικών συνθηκών, λόγω του ότι έχει την έδρα της στα Γρεβενά, όπου και η περιοχή εκτέλεσης του έργου και σύμφωνα με τη δήλωσή της, στο έντυπο υποβολής της προσφοράς, ότι είχε λάβει γνώση όλων των τοπικών συνθηκών, και γ) ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2004 έως 27-4-2004, αλλά και μεταγενέστερα, όταν επικρατούσαν δυσμενείς καιρικές συνθήκες, δεν εκτελούνταν εργασίες, κατά τη σχετική αναγραφή στο τηρούμενο από την αναιρεσείουσα ημερολόγιο του έργου, έγιναν, κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού της απόφασης, για την άντληση επιχειρημάτων και την ενίσχυση της κρίσης του Εφετείου ότι, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, κυρίας του έργου.
Οι αναφορές αυτές δεν στηρίζουν το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το οποίο στηρίζεται μόνο στην παραδοχή του Εφετείου ότι, η όποια καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου, δεν οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, συνεπεία των ανωτέρω, σαφώς προσδιοριζόμενων, αιτιών. Επομένως, αφού η καθυστέρηση της εκτέλεσης του έργου συνεπεία των δυσμενών καιρικών συνθηκών, δεν στηρίζει το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, όπως εξειδικεύεται ανωτέρω, και αφορά εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 34 παρ. 2 του ΚΑΕΕ και του άρθρου 10 της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, λόγω του αποκλεισμού της περίπτωσης της ανώτερης βίας ως αιτίας θεμελίωσης δικαιώματος αναθεώρησης των συμβατικών τιμών του έργου και ο ίδιος λόγος κατά το τρίτο μέρος του, που αφορά την παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, επίσης αναφορικά με την αληθινή έννοια της αναφοράς, στην προσφορά της αναιρεσείουσας, ότι γνωρίζει τις τοπικές συνθήκες, δηλαδή αν αυτή αφορά τις επικρατούσες στην περιοχή του έργου καιρικές συνθήκες, είναι απαράδεκτοι, ως αλυσιτελείς, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς αυτών, δεν ανατρέπεται η απόφαση, δεδομένου ότι δεν αναιρείται η αιτιολογία που στηρίζει το διατακτικό της.
Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή, κρίνοντας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη εκτέλεσης και στην ολοκλήρωση της εκτέλεσης του έργου μέσα στη συμβατική προθεσμία, δεν οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, κυρίας του έργου, καθόσον, δεν πιθανολογήθηκε ότι δεν είχε παραδώσει στην αναιρεσείουσα ανάδοχο πλήρη σειρά σχεδίων του έργου, ούτε ότι επέδρασαν στην καθυστέρηση της εκτέλεσης του έργου, η μη έγκαιρη, κατά το χρόνο δηλαδή υπογραφής της σύμβασης, έκδοση της οικοδομικής άδειας, και συγκεκριμένα της κοινής Υπουργικής απόφασης που επέχει θέση οικοδομικής άδειας, ή η τροποποίηση του υψόμετρου θεμελίωσης του έργου.
Ακολούθως, το Εφετείο, μετά την ανωτέρω αιτιολογία, ερευνώντας την δεύτερη προϋπόθεση που πρέπει να συντρέχει για να επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η αναθεώρηση των τιμών του έργου, ήτοι τη συνέχιση επί τρίμηνο της, οφειλόμενης σε αποκλειστική υπαιτιότητα της κυρίας του έργου, καθυστέρησης εκτέλεσης αυτού, δέχεται ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 28-4-2004 έως 11-7-2004, που δεν εκτελούνται εργασίες, μολονότι οι καιρικές συνθήκες το επιτρέπουν, και υπό την εκδοχή ακόμη ότι η μη εκτέλεση εργασιών οφείλεται στη μη έκδοση της οικοδομικής άδειας και στην τροποποίηση του ύψους θεμελίωσης του έργου, δηλαδή σε υπαιτιότητα της κυρίας του έργου, δεν θεμελιώνεται δικαίωμα αναθεώρησης, καθόσον δεν συμπληρώνεται συνεχόμενο τρίμηνο διάστημα μη εκτέλεσης.
Η αιτιολογία αυτή, αναφορικά με τη συμπλήρωση τρίμηνης συνεχούς χρονικής διάρκειας καθυστέρησης εκτέλεσης των εργασιών του έργου, αποτελεί επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης. Ενόψει δε του ότι, η ως άνω κύρια αιτιολογία άρνησης της συνδρομής δικαιώματος αναθεώρησης των τιμών του έργου, δεν προσβάλλεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται σφάλμα στην κρίση της απόφασης ότι το τρίμηνο, κατά την έννοια του άρθρου 34 παρ. 2 του ΚΑΕΕ, πρέπει να είναι συνεχόμενο, χωρίς να διακόπτεται για οποιαδήποτε αιτία, ο ίδιος λόγος κατά το τρίτο μέρος του που αποδίδει σφάλμα συνιστάμενο στη μη προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, μολονότι έμμεσα η προσβαλλόμενη διαπιστώνει κενό, ασάφεια και αμφιβολία σχετικά με την έννοια του τριμήνου της καθυστέρησης, αν πρέπει, δηλαδή, να είναι συνεχόμενο ή όχι, καθώς επίσης και ο δεύτερος λόγος κατά τα τρία πρώτα μέρη του, που περιέχει αιτιάσεις για παράβαση της διάταξης του άρθρου 28 παρ. 2 του ΚΑΕΕ, σχετικά με την έναρξη της προθεσμίας έναρξης της εκτέλεσης του έργου, καθόσον είναι εσφαλμένη η κρίση της ότι η έναρξη της εκτέλεσης των εργασιών μεταφέρθηκε για το Μάρτιο του έτους 2004, μολονότι ρητά ορίζεται με την ανωτέρω διάταξη της σύμβασης ως ημερομηνία έναρξης ο χρόνος της υπογραφής της σύμβασης και χωρίς παραδοχή ότι είχε ληφθεί ειδική συμβατική πρόβλεψη για τη μεταφορά του χρόνου έναρξης των εργασιών, και τέλος, ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι το χρονικό διάστημα από 1-3-2004 έως 12-7-2004 δεν συμπληρώθηκε το τρίμηνο της καθυστέρησης, είναι απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς, καθόσον αφορούν και προσβάλλουν την ως άνω επάλληλη αιτιολογία της απόφασης, και η τυχόν αποδοχή τους δεν επηρεάζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο στηρίζεται επαρκώς στην αναφερόμενη, μη πληγείσα επιτυχώς, κύρια αιτιολογία, περί μη συνδρομής της απαιτούμενης για τη θεμελίωση του δικαιώματος αναθεώρησης των τιμών, πρώτης ως άνω προϋπόθεσης, με βάση την οποία απορρίφθηκε η αγωγή.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 1-11-2016 αίτηση για αναίρεση της 1/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία θα επιβληθούν μειωμένα, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 132 παρ. 6.5 εδ. α' του ν. 4199/2013, που προστέθηκε με το άρθρο 76 παρ.5 του ν. 4313/2014 και 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ.12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423 Οικ/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-11-2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία <<ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ>> για αναίρεση της 1/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)