12/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Ελένη Φραγκάκη, Ζαμπέτα Στράτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated12/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, αφού o τελευταίος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 12 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 12/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Ελένη Φραγκάκη, Ζαμπέτα Στράτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Απαλαγάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕRGO ΑΑΕΖ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δαρούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8056/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2050/2015 μη οριστική και 26/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-8-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ 9153Β/12.7.2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας Ν. Σ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης από 25.8.2017 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, αφού o τελευταίος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.
Η κρινόμενη από 25.8.2017 και με γεν. αριθ. καταθ. Εφετείου Θεσσαλονίκης 20852/2017 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 26/2017 οριστικής και της με αυτήν συμπροσβαλλομένης με αριθμό 2050/2015 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκαν με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/ 2015, αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 210/2013).
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 88/2019, ΑΠ 690/2011, ΑΠ 1476/2005, ΑΠ 1653/2001). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "...Οι Οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...", κατά δε το άρθρ. 19 παρ. 1 "Ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς".
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών.
Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 147/2018, ΑΠ 1751/2017, ΑΠ 969/2011).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε, ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο αποδίδοντας ισομερώς κατά 50% υπαιτιότητα και στους δύο οδηγούς των εμπλεκομένων οχημάτων για την πρόκληση του ατυχήματος παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι δεν έλαβε υπόψη ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός εισήλθε αντικανονικά στο ρεύμα κυκλοφορίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος οδηγού της μοτοσυκλέτας.
Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αποδίδεται επίσης στην προσβαλλομένη ως προς το ίδιο, ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας και του ποσοστού αυτής όπως καταλογίστηκε στον ενάγοντα, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών: "Στις 30.11.2010 και περί ώρα 10.45 ο γεννηθείς κατά το έτος 1972 ενάγων Μ.
Κ. οδηγούσε την υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του PΙAGGIO BEVERLY, κυβισμού 300 κυβικών εκατοστών και εκινείτο επί της οδού ... της πόλεως της Θεσσαλονίκης και ειδικότερα στο ρεύμα πορείας της που οδηγεί στην οδό .... Η προαναφερθείσα οδός ..., η οποία εμφανίζει αυξημένη κυκλοφορία πεζών και οχημάτων καθόλη τη διάρκεια της ημέρας τυγχάνει διπλής κατευθύνσεως και διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας στο κάθε ρεύμα πορείας, τα οποία στο σημείο της που συμβάλλει με την οδό ...
διαχωρίζονται μεταξύ της με διπλή συνεχόμενη λευκή γραμμή, ενώ το συνολικό πλάτος του οδοστρώματός της στο ως άνω σημείο της ανέρχεται σε 16,5 μέτρα, δηλαδή 7,25 μέτρα για κάθε ρεύμα πορείας. Στο παραπάνω σημείο της η οδός ... είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση, ενώ στο δεξιό άκρο και των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της υπάρχουν σχεδόν πάντοτε σταθμευμένα αυτοκίνητα, τα οποία σημειωτέον περιορίζουν το πλάτος του οδοστρώματος, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κίνηση των κινούμενων επ' αυτής οχημάτων.
Κατά το παραπάνω χρονικό σημείο η άσφαλτος της οδού ήταν ξηρά, η ορατότητα καλή καθόσον ήταν ημέρα, ενώ το ανώτατο όριο της ταχύτητας στο παραπάνω σημείο της έχει καθοριστεί με σχετική ρυθμιστική πινακίδα σε 30 χιλ. Ωριαίως... Η ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο ενάγων δεν κατέστην δυνατό να προσδιοριστεί επακριβώς, υπερέβαινε πάντως τα 50 χιλ.
ωριαίως. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Ο ίδιος ο ενάγων προσδιορίζει την ταχύτητά του σε 44 χιλ. ωριαίως και η ίδια ταχύτητα προσδιορίζεται και στη σχετική έρευνα και τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης συνθηκών τροχαίου ατυχήματος, όπως τιτλοφορείται, η οποία συντάχθηκε το Δεκέμβριο του 2011 από την εταιρία ΣΤ.
ΑΛΑΤΑΣ..., ύστερα από εντολή του ενάγοντος, ενώ στη συνταχθείσα με αριθμό... τεχνική έκθεση της εταιρίας..., κατόπιν σχετικής προς τούτο εντολής της ασφαλιστικής εταιρείας VICTORIA..., η ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο ενάγων προσδιορίζεται σε 71,87 χιλ. ωριαίως... Την ίδια στιγμή ο πρώτος των εναγομένων Λ. Κ., ο οποίος γεννήθηκε το 1976, οδηγούσε το υπ' αριθ.
κυκλοφορίας ... ΙΧ αυτοκίνητό του, εργοστασίου κατασκευής FORD, το οποίο είναι ασφαλισμένο για την πρόκληση ζημιών στη δεύτερη εναγομένη και εκινείτο επί της προαναφερομένης οδού ..., η οποία είναι μονόδρομος, διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας και έχει πλάτος 7,5 μέτρων, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας για τους κινούμενους σ' αυτήν οδηγούς έχει καθοριστεί σε 50 χιλ.
ωριαίως, καθόσον η παραπάνω περιοχή έχει χαρακτηριστεί ως κατοικημένη, όπως αναφέρεται στην προαναφερθείσα έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος. Στο σημείο, στο οποίο η ως άνω οδός ... διασταυρώνεται με την οδό ..., ο πρώτος των εναγομένων είχε πρόθεση να εισέλθει στην τελευταία αυτή οδό και αφού αρχικώς διασχίσει καθέτως το ρεύμα πορεία της που οδηγεί στην οδό ..., ακολούθως να περάσει πάνω από τη διπλή συνεχόμενη γραμμή με την οποία διαχωρίζονται τα δύο ρεύματα πορείας της, να πραγματοποιήσει στροφή προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του, παρότι απαγορευόταν, όπως ήδη αναφέρθηκε, ώστε να κινηθεί στο επόμενο ρεύμα πορείας, σε αυτό δηλαδή που οδηγεί προς την οδό 25ης Μαρτίου.
Στο σημείο συμβολής των ως άνω οδών και στην πορεία του πρώτου εναγομένου υπήρχε πινακίδα, STOP και ρυθμιστική πινακίδα με την ένδειξη υποχρεωτική πορεία διά στροφής προς τα δεξιά και ως εκ τούτου απαγορεύουσα την προς τα αριστερά στροφή. Ο πρώτος των εναγομένων, παρότι αντελήφθη την τελευταία πινακίδα, εν τούτοις την αγνόησε και επί πλέον αντί να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος της οδού ...
και μετά να πραγματοποιήσει την (απαγορευόμενη βέβαια) στροφή προς τα αριστερά, εν τούτοις αυτός κινούμενος στο άκρο αριστερό της οδού ... εισήλθε στο ρεύμα πορείας της οδού ..., που οδηγεί στην οδό .... Επειδή λοιπόν στο άκρο δεξιό του προαναφερθέντος ρεύματος πορείας της οδού ... υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα που εμπόδιζαν την ορατότητά του, στην προσπάθειά του να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του ώστε να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στο παραπάνω ρεύμα πορείας της οδού ..., εισήλθε μέσα στο τελευταίο διανύοντας απόσταση 3,5 μέτρων, δηλαδή έφτασε περίπου στο μέσον του εν λόγω ρεύματος πορείας.
Ο ενάγων αντελήφθη την παραπάνω κίνηση του πρώτου εναγομένου και παρότι υπήρχε αρκετός χώρος να πραγματοποιήσει δεξιό ελιγμό σε σχέση με την πορεία του και κινούμενος μάλιστα εντός του ιδίου ρεύματος πορείας (ασχέτως που και στο άλλο ρεύμα πορείας δεν εκινούντο εκείνη τη στιγμή άλλα οχήματα), ώστε να αποφύγει τη σύγκρουσή του με το αυτοκίνητο του πρώτου των εναγομένων, εν τούτοις όμως αυτός επειδή δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση της παραπάνω δίκυκλης μοτοσικλέτας, αλλά και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο επ' αυτής ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει λόγω της ιδιότητάς του ως οδηγού και επιπλέον κινούμενος με ταχύτητα που δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί επακριβώς, υπερέβαινε πάντως τα 50 χιλ.
ωριαίως, αιφνιδιάστηκε από την παραπάνω κίνηση του πρώτου εναγομένου, δεν εκτίμησε σωστά τη δημιουργηθείσα κατάσταση και θεωρώντας ότι αυτός (ο πρώτος εναγόμενος) κατευθυνόταν προς το μέρος του και επρόκειτο να συγκρουστούν τα οχήματά τους επιχείρησε να ακινητοποιήσει τη μοτοσικλέτα του χρησιμοποιώντας το σύστημα πεδήσεώς της και παράλληλα πραγματοποίησε ελαφρό ελιγμό προς τα αριστερά -εν σχέσει με την πορεία του- ώστε να αποφευχθεί η σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων.
Στην προσπάθειά του όμως αυτή ο ενάγων απώλεσε τον έλεγχο της δίκυκλης μοτοσικλέτας του, η οποία παρεξέκλινε ελαφρώς της πορείας της και ακολούθως ανετράπη και έπεσε στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο ίδιος και να προκληθούν ζημιές στην ως άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα του. Ενόψει όσων αναφέρθηκαν το ατύχημα και ο τραυματισμός του ενάγοντος, αλλά και η πρόκληση ζημιών στη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, στην οποία αυτός επέβαινε, οφείλεται στη συνυπαιτιότητα του ίδιου του παθόντος αλλά και του πρώτου των εναγομένων, και ειδικότερα η συνυπαιτιότητα του τελευταίου ανέρχεται σε ποσοστό 50% και τούτο γιατί αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του αυτοκινήτου του αλλά και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο αυτού ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, δεδομένου ότι αυτός παρότι αντελήφθη ότι στην πορεία του υπήρχε πινακίδα με την ένδειξη υποχρεωτική πορεία με στροφή στα δεξιά, εν τούτοις την αγνόησε και εισήλθε στην οδό ...
με σκοπό να επιχειρήσει παράνομα στροφή προς τα αριστερά και επιπλέον αντί να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος της οδού ... και μετά να πραγματοποιήσει την απαγορευόμενη βέβαια στροφή προς τα αριστερά, εν τούτοις αυτός κινούμενος στο άκρο αριστερό τμήμα της οδού ..., εισήλθε στο ρεύμα πορείας της οδού ..., που οδηγεί προς την οδό ...
και στην προσπάθειά του να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στο παραπάνω ρεύμα πορείας της οδού ..., εισήλθε μέσα στο τελευταίο διανύοντας απόσταση 3,5 μέτρων λόγω των σταθμευμένων οχημάτων στο δεξιό άκρο του εν λόγω ρεύματος πορείας και με τον τρόπο αυτό παρενεβλήθη στην πορεία του ενάγοντος, που συνιστούν παραβάσεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 23 παρ. 2 του ν. 2696/1999.
Το υπόλοιπο ποσοστό ευθύνης, δηλαδή επίσης 50% βαρύνει τον ίδιο τον παθόντα ενάγοντα, καθόσον αυτός ενώ αντελήφθη την προαναφερθείσα κίνηση του πρώτου εναγόμενου και παρότι υπήρχε αρκετός χώρος να πραγματοποιήσει δεξιό ελιγμό σε σχέση με την πορεία του και κινούμενος εντός του ρεύματος πορείας που οδηγεί στην οδό ..., ώστε να αποφύγει τη σύγκρουσή του με το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, εντούτοις όμως επειδή δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας του αλλά και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο επ' αυτής ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει λόγω της ιδιότητάς του ως οδηγού και επιπλέον κινούμενος με ταχύτητα που δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί επακριβώς όπως ήδη αναφέρθηκε, υπερέβαινε πάντως τα πενήντα χιλ.
ωριαίως παρότι το ανώτατο όριο ταχύτητας είχε καθοριστεί σε 30 χιλ. ωριαίως, που σημειωτέον συνιστούν παραβάσεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 του ν. 2696/1999, αιφνιδιάστηκε από την κίνηση του πρώτου των εναγομένων, δεν εκτίμησε σωστά τη δημιουργηθείσα κατάσταση και θεωρώντας ότι αυτός (ο πρώτος εναγόμενος) κατευθυνόταν προς το μέρος του και επρόκειτο να συγκρουστούν τα οχήματά τους, επεχείρησε να ακινητοποιήσει τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του χρησιμοποιώντας το σύστημα πεδήσεώς της και παράλληλα πραγματοποίησε ελαφρό ελιγμό προς τα αριστερά -σε σχέση με την πορεία του- ώστε να αποφευχθεί η σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων.
Στην προσπάθειά του όμως αυτή ο ενάγων απώλεσε τον έλεγχο της δίκυκλης μοτοσικλέτας του, η οποία παρεξέκλινε ελαφρώς της πορείας της και ακολούθως ανετράπη και έπεσε στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο ίδιος (ο ενάγων) και επί πλέον να προκληθούν ζημιές στην ως άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα του...".
Βάσει αυτών το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά τη με αριθμό καταθ. 2193/2014 έφεση του πρώτου ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 8056/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολό της η με αριθμό 12630/11.4.2012 αγωγή.
Ακολούθως αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή την οποία δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) καθόσον, από τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι η συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, στο οποίο τραυματίστηκε, συνίσταται σε επισφαλή από μέρους του, οδηγική συμπεριφορά, καθώς, οδηγώντας το ως άνω δίκυκλο όχημά του με υπερβολική για τις επικρατούσες σε κατοικημένη περιοχή συνθήκες κυκλοφορίας, ταχύτητα, η οποία, παρότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην περιοχή ήταν καθορισμένο σε 30 χιλ.
την ώρα, υπερέβαινε οπωσδήποτε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, τα πενήντα χιλιόμετρα ωριαίως. Ότι, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας, δεν ασκούσε πλήρη έλεγχο στο δίκυκλο όχημα που οδηγούσε, με αποτέλεσμα την ανατροπή του όταν, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων οδηγός του αυτοκινήτου, επιχειρούσε να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας που έβαινε η μοτοσυκλέτα από κάθετα διασταυρούμενη με αυτό οδό.
Ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαιτιότητας και παράνομης συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος ως εκ της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 12 και 19 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, δεν διακόπηκε με την μεσολαβήσασα συνυπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος, εισήλθε στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας καταλαμβάνοντας 3,5 μέτρα από το πλάτος της οδού.
Η αιτίαση δε ότι η αιφνίδια παρεμβολή του οδηγούμενου από τον πρώτο αναιρεσίβλητο αυτοκινήτου στην πορεία του αναιρεσείοντος ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η μόνη πρόσφορη για την πρόκληση του ζημιογόνου αποτελέσματος αιτία, διότι, ακολούθησε αντικανονική πορεία προς τα αριστερά, αντί να συνεχίσει προς τα δεξιά, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, το ατύχημα παρά την αντικανονική πορεία του αναιρεσιβλήτου, θα είχε αποφευχθεί, αν ο αναιρεσείων οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του με σύνεση, κινούμενος με τo επιτρεπόμενο για την περιοχή όριο ταχύτητας των 30χ/ω και όχι με ταχύτητα που υπερεβαινε τα 50χ/ω, θα είχε δυνατότητα, εκτελώντας τους αναγκαίους χειρισμούς οδήγησης, να διέλθει από δεξιά του αυτοκινήτου, συνεχίζοντας απρόσκοπτα την πορεία του επί της οδού ....
Η υπαγωγή συνεπώς των προαναφερθέντων στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών που εφαρμόσθηκαν δεν βρίσκεται σε καμμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα κοινής πείρας. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου του αναιρετηρίου, με το οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1β του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του ΑΚ, και των προαναφερθέντων κανόνων οδικής κυκλοφορίας του ΚΟΚ, τους οποίους η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η συγκλίνουσα συνυπαιτιότητα των δύο εμπλακέντων οδηγών στο ένδικο ατύχημα.
Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της αμέλειας, που επέδειξε ο αναιρεσείων οδηγός της μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 του ν. 2696/1999, οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, (οδήγηση, με υπερβολική ταχύτητα άνω των 50χ/ω σε κατοικημένη περιοχή με όριο ανώτερης επιτρεπόμενης ταχύτητας 30 χ/ω, χωρίς σύνεση και προσοχή), όσο και ως προς την συντρέχουσα αμέλεια του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού του αυτοκινήτου - πρώτου των εναγομένων, ο οποίος, ενεργώντας κατά παράβασιν των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 23 παρ. 2 του ν. 2696/1999, αγνόησε την πινακίδα που υπήρχε στην πορεία του με την ένδειξη υποχρεωτική πορεία με στροφή στα δεξιά και εισήλθε στην οδό ...
από διασταυρούμενη καθέτως με αυτήν οδό ..., (επί της οποίας προηγουμένως εκινείτο), καταλαμβάνοντας πλάτος 3,5 μέτρων από το οδόστρωμα του προς … ... ρεύματος κυκλοφορίας αυτής, και, προτιθέμενος, παρά την απαγόρευση, να κατευθυνθεί, προς τα αριστερά, παρενεβλήθη στην πορεία του ενάγοντος. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ανεπάρκεια αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης και της μ' αυτήν συμπροσβαλλόμενης μη οριστικής απόφασης διότι:
α) δεν προσδιορίζεται η θέση του αυτοκινήτου του αναιρεσιβλήτου κατά τη στιγμή της ανατροπής της μοτοσυκλέτας, β) αν ο αναιρεσείων με τη μοτοσυκλέτα του εκινείτο επί της δεξιάς πλευράς του, προς την οδό ... ρεύματος κυκλοφορίας της οδού ..., γ) αν ο ίδιος αντιλήφθηκε την αντικανονική κίνηση του οχήματος, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, και τέλος δ) ότι δεν αναφέρονται οι ενέργειες του τελευταίου μετά την αντικανονική πορεία που ακολούθησε, και, αν, αντιλαμβανόμενος τη μοτοσυκλέτα, ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα για τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα.
Άλλωστε ουδεμία αντίφαση δημιουργεί η παραδοχή, ότι αν και η μοτοσικλέτα κινείτο με ταχύτητα που υπερέβαινε τα 50χ/ω, ο αναιρεσείων οδηγός της, αντιλαμβανόμενος την αιφνίδια είσοδο του αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του, με χειρισμούς απέφυγε την σύγκρουση, χωρίς όμως να αποφύγει και την ανατροπή της μοτοσυκλέτας του και τον τραυματισμό του από την πτώση του στο έδαφος.
Πάντως η "αντικανονική" είσοδος του πρώτου αναιρεσιβλήτου στο οδόστρωμα της οδού ..., όπου κινείτο ο ενάγων, όπως και ότι τελικά ο ενάγων επέλεξε την ανατροπή της μοτοσυκλέτας και όχι τη σύγκρουση των οχημάτων, δεν αποτελούν περιστατικά ικανά να άρουν την ευθύνη του για πρόκληση του ατυχήματος, καθόσον κατά τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης, η πέραν των 50χ/ω ταχύτητα, με την οποία εκινείτο η μοτοσυκλέτα, δεν επέτρεπε στον ενάγοντα, προ της αιφνίδιας εμφάνισης οποιουδήποτε εμποδίου στην πορεία του, να ενεργήσει με ασφάλεια για τον ίδιο και τους υπόλοιπους χρήστες της οδού, είτε διακόπτοντας την κίνηση του οχήματός του, είτε να το αποφύγει εκτελώντας τους κατάλληλους προς τούτο χειρισμούς.
Οι παραπάνω αιτιάσεις όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αναιρεσείοντα, που αφορούν τον ακριβέστερο προσδιορισμό της ταχύτητας της μοτοσικλέτας, τον κατά την κρίση του Εφετείου καθορισμό ίσων ποσοστών συνυπαιτιότητας, που, αναιτιολογήτως κατά τον αναιρεσείοντα καταλογίστηκαν σε έκαστο των εμπλεκομένων οδηγών, προβάλλονται απαράδεκτα, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, και, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατόπιν αυτών ο δεύτερος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 1β και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, σχετικών με την υπαιτιότητα του ενάγοντος, πρέπει και κατά το πρώτο και κατά το δεύτερο σκέλος του να απορριφθεί ως αβάσιμος και απαράδεκτος, αντιστοίχως Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του".
Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.
Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Ο βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ανωτέρω διάταξη προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Η αξίωση από την προαναφερθείσα διάταξη επιδιώκεται όταν πλέον έχει παγιωθεί - αποσαφηνιστεί η, συνεπεία του ατυχήματος, μονιμότητα της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, η επιδικαζομένη δε για την αιτία αυτή χρηματική παροχή αποτελεί αποκατάσταση παρούσας ζημίας (ΑΠ 1793/2017).
Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ "...σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015).
Αναφορικά με την αγωγική αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για επιδίκαση πρόσθετης παροχής από το άρθρο 931 ΑΚ, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: "Ο ενάγων, αμέσως μετά το ατύχημα διεκομίσθη στο Νοσοκομείο Γ. Παπανικολάου, όπου αφού διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα κνημιαίων σπονδύλων αριστερού γόνατος, κάταγμα κεφαλής κερκίδος δεξιάς και κάταγμα σκαφοειδούς δεξιάς πηχεοκαρπικής, παρέμεινε για νοσηλεία στην ορθοπεδική κλινική μέχρι 9.12.2010 (σημείωση:
δηλαδή επί 9 ημέρες, αφού το ατύχημα με βάση ης παραδοχές της προσβαλλομένης έγινε την 30.11.2010), κατά τη διάρκεια της οποίας αντιμετωπίστηκε για την πρώτη κάκωση χειρουργικά με εξωτερική οστεοσύνθεση τύπου illizarov, ενώ για τις υπόλοιπες δύο κακώσεις αντιμετωπίστηκε συντηρητικά με γύψινο επίδεσμο και στη συνέχεια κατά το μήνα Ιούνιο του 2011 (δηλαδή πάλι κατά τιςς παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως μετά από 6 ολόκληρους μήνες) αφαιρέθηκε η εξωτερική οστεοσύνθεση (βλ.
σχετικώς το υπ' αριθ. 72/2011 πιστοποιητικό τον ως άνω νοσοκομείου και την προαναφερθείσα ιατρική πραγματογνωμοσύνη). Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι με την κρινόμενη αγωγή του ο ενάγων ισχυρίζεται ότι στις 21.12.2010 επανήλθε προς επανεξέταση στο προαναφερθέν Νοσοκομείο και χορηγήθηκε σ' αυτόν ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του ιατρού Ι.
Χ., βάσει της οποίας "κρίθηκε ότι ήταν ανάγκη χορήγησης σε αυτόν αναρρωτικής άδειας 6 τουλάχιστον μηνών", ότι στις 21.1.2011 εισήχθη στο παραπάνω νοσοκομείο και παρέμεινε για νοσηλεία μέχρι 26.1.2011 και ότι στις 8.3.2011 κρίθηκε από τον προαναφερθέντα ιατρό ότι έπρεπε να του χορηγηθεί αναρρωτική άδεια έξι (6) τουλάχιστον μηνών, κανένα όμως απολύτως έγγραφο στοιχείο δεν προσκομίστηκε εκ μέρους του, για την απόδειξη των παραπάνω ισχυρισμών του.
Αποδείχθηκε ακόμη ότι η αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕΠΑ, εξέτασε τον ενάγοντα και στην σχετική γνωμάτευση που συντάχθηκε καταχωρήθηκαν, μεταξύ άλλων και τα εξής επί λέξει: "Στον ανωτέρω αναφερόμενο (εννοεί τον ενάγοντα) μετά από αξιολόγηση διαπιστώθηκαν κατά βαθμό και βαρύτητα: 1) Σοβαρού βαθμού δυσκαμψία αριστερού γόνατος Π.Α. 20%. 2) Αστάθεια αριστερού γόνατος Π.Α. 10%. 3) Δισκοκήλη 04-05 Π.Α. 20%.
Το ποσοστό αναπηρίας που οφείλεται στο ατύχημα της 30.11.2010 είναι 28%. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του ανέρχεται σε 42% κατά ιατρική πρόβλεψη από 2.7.2015 έως 31.7.2017". Ενόψει των αμέσως προηγούμενων αναφερθέντων αλλά και την ως άνω προπεριγραφείσα κατάσταση της υγείας του ενάγοντος και ειδικότερα, του ότι αυτός δεν κατέστη ισοβίως ανάπηρος, ούτε οι σωματικές βλάβες που αυτός υπέστη κατά το παραπάνω ατύχημα επιδρούν δυσμενώς στο μέλλον του, δεν συντρέχουν στην κρινόμενη υπόθεση οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 931 του ΑΚ και συνεπώς δεν πρέπει να επιδικαστεί σε αυτόν (τον ενάγοντα), η από το παραπάνω άρθρο προβλεπόμενη χρηματική ικανοποίηση, εφόσον η σχετική αυτή αξίωση είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τις άλλες αξιώσεις αποζημιώσεως".
Επίσης σχετικά με το ζήτημα αυτό στις σελίδες 17 και 18 της προσβαλλομένης αναφέρεται επακριβώς: α) "Αποδείχθηκε ακόμη ότι για την πλήρη αποκατάσταση της υγείας του ενάγοντος αυτός θα πρέπει να υποβληθεί σε επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής αριστερού γόνατος -αντικατάσταση της αρθρώσεως με τεχνητή- και θα πρέπει να δαπανηθεί εκ μέρους του το συνολικό χρηματικό ποσό των 4.000 ευρώ", β) "...ότι δεν μπορούσε να εκτελέσει βαρειές εργασίες, που απαιτούνταν να είναι πολλές ώρες όρθιος, να χρησιμοποιεί σκάλες, ή να γονατίζει και επί πλέον δεν μπορούσε να ασχοληθεί με αθλητικές δραστηριότητες, που απαιτούν καταπόνηση των κάτω άκρων".
Στη συνέχεια όσον αφορά την αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, πέραν των μέχρι τώρα αναφερθέντων παραδοχών αναφορικά με την υπαιτιότητα και το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών του ενάγοντος στην προσβαλλομένη διαλαμβάνονται επιπλέον τα εξής: "Από την ως άνω επιδειχθείσα παράνομη συμπεριφορά του πρώτου των εναγομένων εις βάρος του γεννηθέντος στις 21.1.1972 ενάγοντος, ο τελευταίος υπέστη ηθική βλάβη και συντρέχουν όλες οι προυποθέσεις για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως σ' αυτόν. Ενόψει των συνθηκών προκλήσεως του τραυματισμού του ενάγοντος, όπως αυτές παραπάνω περιγράφονται, του βαθμού συνυπαιτιότητας του πρώτου των εναγομένων, ο οποίος γεννήθηκε το 1976 αλλά και του ίδιου του ενάγοντος για την πρόκληση του παραπάνω ατυχήματος και του εντεύθεν τραυματισμού του, της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών, εκ των οποίων ο ενάγων είναι έμπορος και ο πρώτος των εναγομένων είναι ασφαλιστής, της εκτάσεως και της σοβαρότητας των σωματικών βλαβών, που υπέστη ο ενάγων και τις συνέπειες που είχαν αυτές στην υγεία του, αλλά και της ταραχής του, του γεγονότος ότι ο ενάγων δοκίμασε στενοχώρια και ταλαιπωρία εξαιτίας της νοσηλείας του αλλά και εξαιτίας των ζημιών του οχήματός του, πρέπει να επιδικαστεί σ' αυτόν το χρηματικό ποσό των 7.000 ευρώ, που θεωρείται ως δίκαιο και εύλογο".
Ο αναιρεσείων σχετικά με την από το άρθρο 931 ΑΚ αγωγική του αξίωση, την οποία απέρριψε το Εφετείο ως αβάσιμη, προσάπτει με τον πρώτο αναιρετικό λόγο στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες. Με τις κρίσεις του, όμως, αυτές, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, διότι οι ανωτέρω παραδοχές του αρκούσαν για τη μη εφαρμογή αυτής και την απόρριψη του σχετικού αιτήματος, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ως ανω εφαρμοσθείσας από αυτό διάταξης ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Ειδικότερα, στην απόφαση, εκτός από την αναφορά των, κατά το χρόνο του ατυχήματος, προσωπικών περιστάσεων του παθόντος αναιρεσείοντος (ηλικία, επάγγελμα, προσωπική κατάσταση), επισημαίνεται με επακριβώς παράθεση του περιεχομένου του σχετικού εγγράφου ότι, βάσει των μέχρι τότε ιατρικών διαγνώσεων, η κατά ποσοστό 42%, πιστοποιηθείσα από την αρμόδια προς τούτο επιτροπή υγειονομικής κρίσης (ΚΕΠΑ), αναπηρία του αναιρεσείοντος, ως απότοκος του είδους και της έκτασης του τραυματισμού που υπέστη από το ένδικο ατύχημα δεν είναι μόνιμη, η δε διάρκειά της προσδιορίζεται για το από 2.7.2015 έως 31.7.2017 χρονικό διάστημα.
Επιπλέον το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ως προς το κεφάλαιο αυτό είναι σαφές, πλήρες και χωρίς αντιφάσεις, δεν ήταν δε απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας να παρατεθούν στην προσβαλλομένη πρόσθετες αιτιολογίες. Ουδεμία δε αντίφαση περιέχει η προσβαλλομένη, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της μονιμότητας ή μη της αναπηρίας του αναιρεσείοντος, όπως με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, αιτιάται αυτήν ο τελευταίος, εκ μόνου του λόγου ότι στην προσβαλλομένη γίνεται επίκληση τμημάτων του περιεχομένου της με αριθμό καταθέσεως 4/2016 δικαστικής πραγματογνωμοσύνης σχετικά με την κατάσταση της υγείας του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα ότι:
α) κρίνεται επιβεβλημένη η επέμβαση αρθροπλαστικής αριστερού γόνατος στην οποία πρέπει να υποβληθεί ο αναιρεσείων για την αποκατάσταση της υγείας του και β) ότι δεν είχε αποκατασταθεί πλήρως η λειτουργικότητα των κάτω άκρων (αδυναμία παρατεταμένης όρθιας στάσης, γονατίσματος, άθλησης με καταπόνηση κάτω άκρων και χρήσης σκάλας).
Οι αιτιάσεις όμως αυτές στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθώς από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλομένης προκύπτει, ότι δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν κρίση ότι πρόκειται για μη αναστρέψιμες βλάβες της υγείας του αναιρεσείοντος, ούτε και παρατίθεται στο σκεπτικό της σχετική, από τον διορισθέντα από το δικαστήριο, πραγματογνώμονα διαπίστωση της μονιμότητας και του βαθμού αναπηρίας από την οποία πάσχει.
Επομένως, οι ως άνω αιτιάσεις είναι προεχόντως αβάσιμες και σε κάθε περίπτωση απαράδεκτες, διότι αφορούν την πληρέστερη κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και με την προβολή τους, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατόπιν τούτου το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή πλαγίως την ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με αμφότερα τα σκέλη του πρώτου λόγου της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθούν. Περαιτέρω, όμως, το Εφετείο, καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη, του αναιρεσείοντος στο ποσό των 7.000 ευρώ, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπολείπεται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με όσα δέχθηκε το Δικαστήριο ουσίας ότι αποδείχθηκαν σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, το βαθμό συνυπαιτιότητας του παθόντος, το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών που υπέστη, ιδίως δε το μεγάλο διάστημα αποθεραπείας που απαιτείται για να επανέλθει η σωματική του υγεία στην κατάσταση που ήταν πριν από το ατύχημα, σε συνδυασμό με την ηλικία και την επαγγελματική απασχόληση στην οικογενειακή επιχείρηση.
Επομένως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη του, με τα οποία ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 932 και 931 του ΑΚ, καθώς και εκείνων των άρθρων 297, 298, 299, 330, 914 του ίδιου Κώδικα, 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδάφ.
δ' του Συντάγματος, επιδίκασε σε αυτόν, ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ως άνω ποσό, το οποίο είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.
Κατά το άρθρο 298 εδαφ. α' ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Ως θετική ζημία νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού ή σε αύξηση του παθητικού του (ΑΠ 1516/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 929 εδάφ. α' του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον, ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι κριτήριο για την υπαγωγή της δαπάνης στο εύρος της αποζημίωσης που επιβάλλεται από το νόμο ο υπόχρεως να καταβάλει στον παθόντα για την κάθε είδους ζημία που υπέστη από τον, εξ αιτίας του ατυχήματος, τραυματισμό του είναι η αναγκαιότητα ή μη αυτής για τον τελευταίο (ΑΠ 1935/2013, ΑΠ 2176/2009).
Με τον τέταρτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη ομοίως τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 298 και 929 ΑΚ αναφορικά με την αντίστοιχη ποσού 11.300 ευρώ αγωγική αξίωση αγοράς ανυψωτικού μηχανήματος, την οποία το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο ενάγων ισχυρίστηκε ακόμη ότι κατοικεί σε διαμέρισμα που βρίσκεται στον τρίτο όροφο και εξαιτίας της αδυναμίας του να μετακινηθεί κατέστη προβληματική η άνοδος και κάθοδός του από το εν λόγω διαμέρισμά του και ότι αναγκάστηκε να εγκαταστήσει στην κουπαστή της κλίμακας ανυψωτικό μηχάνημα αγγλικού τύπου STANNAH, MOD 260, που είναι προορισμένο για χρήση από άτομα με κινητικά προβλήματα, δαπανώντας για την αιτία αυτή μετά του αναλογούντος ΦΠΑ το συνολικό ποσόν των 11.300 ευρώ, όπως επί λέξει αναφέρει στην αγωγή του, το οποίο ζήτησε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν οι εναγόμενοι.
Όπως, όμως, ήδη αναφέρθηκε, οι προαναφερθείσες σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγων δεν ήταν τέτοιας μορφής σοβαρότητας και φύσεως, ώστε να καθίστανται αδύνατες και προβληματικές οι μετακινήσεις του και συνεπώς, δεν πρέπει να του επιδικαστεί το εν λόγω χρηματικό ποσό". Με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ως άνω αξίωση του ενάγοντος για την δαπάνη αγοράς του ανυψωτικού μηχανήματος ως αβάσιμη στην ουσία, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμ. 1 ΚΠολΔ του άρθρου 559 πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 298 ΑΚ, αλλά ούτε και εκείνης του άρθρου 929 ΑΚ, τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε, την μεν πρώτη διότι, κατά την ανέλεγκτη επί πραγματικού ζητήματος κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), η δαπάνη αυτή δεν ήταν αναγκαία, επειδή το είδος και η έκταση των σωματικών βλαβών που υπέστη ο ενάγων δεν καθιστούσαν αδύνατη ή προβληματική την μετακίνησή του σε τέτοιο βαθμό που να είναι απαραίτητη η χρήση του ως άνω μηχανήματος, τη δε δεύτερη, διότι η προερχόμενη από τη συγκεκριμένη δαπάνη θετική ζημία του τελευταίου δεν υπάγεται σε καμία κατηγορία των ειδικώς προβλεπομένων από τη διάταξη αυτή αποκαταστατέων ζημιών.
Τέλος το ως άνω πόρισμα "ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγων δεν ήταν τέτοιας μορφής σοβαρότητας και φύσεως ώστε να καθίστανται αδύνατες και προβληματικές οι μετακινήσεις του" σε συνδυασμό και με τις ήδη ως άνω εκτεθείσες, σε άλλη θέση της απόφασης αυτής, παραδοχές, δικαιολογεί την απόρριψη της επίδικης ως άνω δαπάνης ποσού 11.300 ευρώ, είναι δε σαφώς και επαρκώς αιτιολογημένη, κατά τρόπο που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Ουδεμία δε αντίφαση δημιουργείται μεταξύ του ως άνω πορίσματος και των εξής, σε άλλα σημεία της προσβαλλομένης παραδοχών: α) του ότι ο ενάγων υπεβλήθη σε εξωτερική οστεοσύνθεση της κνήμης, τα υλικά της οποίας αφαιρέθηκαν μετά από έξι μήνες, β) ότι τοποθετήθηκε γύψινος επίδεσμος στο δεξί του χέρι, γ) του είδους των σωματικών βλαβών, συνεπεία των οποίων πιστοποιήθηκε από την αρμόδια Υγειονομική Επιτροπή η προσωρινή, (ήτοι για το από από 2.7.2015 έως 31.7.2017 χρονικό διάστημα των δύο ετών), κατά ποσοστό 42%, αναπηρία (σελίδες 8 και 9), δ) της επέμβασης αρθροπλαστικής, στην οποία κρίθηκε ότι πρέπει να υποβληθεί και ε) της αποφυγής καταπόνησης των κάτω άκρων με άθληση ή ορθοστασία, καθώς, η κατά συνεκδοχή παραδοχών αυτών κρίση, δεν οδηγεί στο αντίθετο του ως άνω πορίσματος συμπέρασμα, ότι δηλαδή οι βλάβες που υπέστη ο ενάγων αποκλείουν τη λειτουργικότητα των κάτω άκρων του καθιστώντας στο εξής από μέρους του αδύνατη ή προβληματική την χρήση κλίμακας.
Επομένως το Εφετείο με το να μην επιδικάσει την δαπάνη αυτή στον ενάγοντα δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298 και 929 ΑΚ και ακολούθως, ο τέταρτος και τελευταίος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι οι ως άνω, προς θεμελείωσή του, αιτιάσεις, συνιστούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτόν εκδοχής, ότι, λόγω του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα υπέστη μερική κατά ποσοστό 42% μόνιμη αναπηρία, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστή ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).
Τέλος, ενόψει της κατά ως άνω βασιμότητας του τρίτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, συνακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο τμήμα της στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 26/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσης κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο τμήμα, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ