12/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 12 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 12/2016
Legislator headnote
AI generated12/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 12 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 12/2016
Full text
Απόφαση 12 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 12/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος-καθ’ ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κορκίζογλου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου-καλούντος: Σωματείου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 13-2-2006 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5378/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7041/2008 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 26-3-2009 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1868/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Η υπόθεση έρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 30-4-2014 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 4-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται προς κρίση αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε το δικαίωμα του ήδη αναιρεσίβλητου σωματείου, για αναγνώριση της κυριότητάς του σε ακίνητο που διεκδικούσε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο. Στο σημείο αυτό, επισημαίνονται τα ακόλουθα: α)προηγήθηκε η έκδοση της 1868/2013 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, γιατί δεν είχαν κλητευθεί να παραστούν στην αναιρετική δίκη τα σωματεία, που είχαν παρέμβει προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος στα προηγούμενα διαδικαστικά στάδια (άρθρ. 82, 81 § 3, 110 § 2 Κ.Πολ.Δ.) β) ήδη, αντίγραφα της άσκησης αναίρεσης και της κλήσης για παράσταση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στα προσθέτως παρεμβαίνοντα σωματεία: 1) με την επωνυμία "Π." (βλ. ...29.5.2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή Αθηνών Ι. Μ., 2) με την επωνυμία "..." (βλ. .../29.5.2014 εκθέσεις επίδοσης του αυτού δικαστικού Επιμελητή) 3) του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων των μαθητών του…ου Δημοτικού Σχολείου Αθηνών (βλ. .../29.5.2014 εκθέσεις επίδοσης του ίδιου δικαστικού Επιμελητή).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 19/2005). Ο ίδιος λόγος καθιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβλέψει το δεδικασμένο προηγούμενης απόφασης. Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένων διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ, ΑΠ 1903/2006). Για να θεμελιωθεί, όμως, ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκου της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των συντεταγμένων του δεδικασμένου (ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 1858/2005). ‘ Αρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 50 § 5 του Π.Δ/τος 18/1989 (που κωδικοποίησε το ν.δ./μα 170/1973 περί του Συμβουλίου της Επικρατείας) "οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας Ολομέλειας και Τμημάτων, ακυρωτικές και απορριπτικές, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο, που ισχύει ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής σε κάθε υπόθεση ή διαφορά, κατά την οποία προέχει, το διοικητικής φύσεως ζήτημα, που κρίθηκε από το δικαστήριο". ‘ Ετσι, η διάγνωση του ΣτΕ, ως προς το, εκάστοτε, κριθέν, διοικητικής φύσεως, ζήτημα, δεσμεύει τον πολιτικό δικαστή. Επομένως, γεννάται δεδικασμένο και για τα πολιτικά δικαστήρια μόνον όμως ως προς τα διοικητικής φύσης ζητήματα που κρίθηκαν από το ΣΤΕ κυρίως ή παρεμπιπτόντως προκειμένου να θεμελιώσει την κρίση του για το κύρος της διοικητικής πράξης (ολ ΑΠ 39/1988). ... Εξ’ άλλου, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. "η εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης ιδίως ... ή δικαστικών αποφάσεων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο". Κατά τη διάταξη αυτή, ως δικαστικές αποφάσεις άλλης δίκης νοούνται οι σε άλλη δίκη εκδιδόμενες αποφάσεις από τα τακτικά πολιτικά και ποινικά δικαστήρια, όχι δε και οι αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων.
Συνεπώς, οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν αποτελούν διαδικαστικά έγγραφα και σε περίπτωση επίκλησής του για την επιστήριξη ένστασης δεδικασμένου, τα δικαστήρια της ουσίας εκτιμούν ανελέγκτως, ως αποδεικτικό στοιχείο, το περιεχόμενό τους. Με βάση την εκτίμηση αυτή, ο Άρειος Πάγος αποφαίνεται για την ορθότητα της κρίσης τους ως προς την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου, για την πολιτική δίκη (σχετ. ολ. ΑΠ 89/1971, ΑΠ 716/2002). Στην παρούσα περίπτωση, το Εφετείο έκρινε τα ακόλουθα: "... Με την υπ’ αριθ. 139.675/3963/50/20-3-1952 Υπουργική Απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, ... παραχωρήθηκε κατά κυριότητα από το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον) προς το εφεσίβλητο - ενάγον σωματείο "..." (ήδη αναιρεσίβλητο), μία δημόσια, κηρυχθείσα αναδασωτέα έκταση εμβαδού 10.736 τμ., η οποία είχε όρια ανατολικά την οδό ... επί πλευράς μήκους 176 μ., νότια την οδό ... επί πλευράς μήκους 59 μ., δυτικά την οδό ... επί πλευράς μήκους 192,39 μ. και βόρεια επίσης αναδασωτέα έκταση του Δημοσίου, προσωρινά παραχωρηθείσα στην "..." επί πλευράς 65 μ., αφού προηγουμένως διαπιστώθηκε με σχετική γνωμοδότηση του Συμβουλίου Δασών, ότι το αποκτούν σωματείο είχε προβεί με δικές του δαπάνες σε ικανοποιητική αναδάσωση του παραχωρουμένου ακινήτου. Στην ανωτέρω έκταση το παραχωρησιούχο σωματείο ανήγειρε δύο κτιριακά συγκροτήματα με αίθουσες διδασκαλίας, διαλέξεων και ψυχαγωγίας καθώς και χώρους γυμναστικής και αθλοπαιδιών, ... Το πρώτο κτιριακό συγκρότημα οικοδομήθηκε ... στο νοτιοανατολικό άκρο της όλης έκτασης προς τη συμβολή των οδών ... και ... και αποτελείται από (α) ένα τμήμα υπερυψωμένου ισογείου, διαστάσεων 9,60 Χ 16,00 τμ. (βάσει περιγραφών σε σχετικά έγγραφα) και μετά από νεότερη καταμέτρηση 9,62 Χ 16,00 τμ. και (β) ένα διώροφο τμήμα, διαστάσεων 9,83 Χ 7,47 τμ. ( βάσει επίσης περιγραφών σε σχετικά έγγραφα ) και μετά από νεότερη καταμέτρηση 9,70 Χ 7,40 τμ. Το δεύτερο κτιριακό συγκρότημα τοποθετήθηκε περίπου στο μέσο της ανατολικής πλευράς του ακινήτου, με πρόσωπο επί της οδού ... μήκους 36,50 μ. σε σχήμα "Π" και με καθεμιά από τις υπόλοιπες πλευρές του εκ 34 μ. περίπου. Οικοδομήθηκε δε σταδιακά κατά πτέρυγες ... και αποτελείται από ημιυπόγειο με βοηθητικούς χώρους, ισόγειο με αίθουσες διδασκαλίας, εργαστήρια τεχνικής εκπαιδεύσεως .και προαύλιο καθώς και δύο ορόφους, ομοίως με αίθουσες διδασκαλίας και εργαστήρια, ... Στο πρώτο κτίριο στεγάζεται ήδη το …ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών, ενώ στο δεύτερο στεγάζονταν μέχρι το 1990 οι μέσες τεχνικές σχολές "..." και ήδη σε μέρος αυτού το …ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών. Τα εν λόγω κτιριακά συγκροτήματα έχουν καταλάβει δύο αυτοτελή τμήματα της αρχικά παραχωρηθείσας ενιαίας εκτάσεως, ολικού εμβαδού και τα δύο μαζί 2.775 τμ., όπου η αναδασωθείσα βλάστηση έχει καταστραφεί αναγκαστικά λόγω των οικοδομικών έργων. Η επιδίωξη μερικής ανοικοδομήσεως της υπόψη εκτάσεως, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι κοινωφελείς σκοποί του εφεσιβλήτου σωματείου, ήταν γνωστή στο Δημόσιο κατά τον χρόνο της ανωτέρω παραχωρήσεως.... Όμως, κατά την παρ.2 του άρθρου 152 του προαναφερθέντος νόμου "Περί Δασικού Κωδικός", σε περίπτωση κατά την οποία βεβαιωθεί από την Δασική Υπηρεσία ότι η αναπτυχθείσα δασική βλάστηση εντός πρώην δημόσιας αναδασωτέας έκτασης, που έχει παραχωρηθεί σε τρίτο νομικό πρόσωπο με τον όρο της αναδασώσεως, έχει καταστραφεί για οποιονδήποτε λόγο έστω και μερικά, το Δημόσιο οφείλει να ανακαλέσει υποχρεωτικά την παραχώρηση. Προκειμένου λοιπόν να αρθεί η ανωτέρω αντινομία και να παραμείνει η όλη έκταση στο εφεσίβλητο σωματείο μαζί με τα κτίσματα που είχαν ανεγερθεί εντός αυτής, παρά την μερική καταστροφή της αναγεννημένης δασικής βλαστήσεως, το Δημόσιο προέβη με το Β.Δ. 426/27-6-1968 ... σε άρση της αναδασώσεως για τα δύο τμήματα του παραχωρηθέντος ακινήτου που καταλαμβάνουν τα εντός αυτού δύο κτιριακά συγκροτήματα συνολικού εμβαδού 2.775 τμ. -Ακολούθως το 1979, με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο υπ’ αριθ. ... της Συμβ/φου Αθηνών ..., το εφεσίβλητο σωματείο πώλησε αντί τιμήματος 26.812.550 δρχ. τμήμα της όλης ως άνω εκτάσεως, εμβαδού 3.397 τμ., προς τον ΟΣΚ, προκειμένου να διευκολύνει την στέγαση κάποιων από τα σχολεία της περιοχής που αντιμετώπιζαν έντονα στεγαστικά προβλήματα. Το πωληθέν τμήμα ορίζεται στο ανωτέρω συμβόλαιο ως ένα ενιαίο εδαφοτεμάχιο, το οποίο ορίζεται ανατολικά επί προσώπου μήκους 61,60 μ. με οδό ..., δυτικά επί προσώπου μήκους 61,30 μ. με οδό ..., νότια επί προσώπου μήκους 55 μ. με οδό ... και βόρεια επί πλευράς μήκους 55,60 μ. με υπόλοιπο τμήμα του ιδίου αρχικού ακινήτου από το οποίο αποσπάται το πωληθέν, το οποίο (υπόλοιπο) παραμένει στην ιδιοκτησία του πωλητή και εντός αυτού ευρίσκονται τα εκπαιδευτήρια " ...". Στο ίδιο συμβόλαιο αναγράφεται ότι εντός του πωλουμένου τμήματος υφίστανται κτίσματα και ειδικότερα δύο τμήματα ενός οικοδομήματος (πτέρυγες), εκ των οποίων το πρώτο με διαστάσεις 9,60 Χ 16 μ. είναι υπερυψωμένο ισόγειο, ... και το δεύτερο με διαστάσεις 9,83 Χ 7,47 μ. είναι διώροφο. Με βάση την περιγραφή αυτή του πωληθέντος εδαφοτεμαχίου αποβαίνει σαφές, ότι αυτό εντοπίζεται αποκλειστικά στο νότιο προς την οδό ... τμήμα του αρχικά παραχωρηθέντος ενιαίου ακινήτου και περιλαμβάνει μόνο το ένα από τα δύο κτιριακά συγκροτήματα που είχαν ανεγερθεί επί του όλου ακινήτου από το εφεσίβλητο σωματείο, δηλαδή εκείνο ακριβώς στο οποίο ήδη στεγάζεται το …ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών, χωρίς να έχει καμία σχέση με τον χώρο όπου τοποθετείται το δεύτερο κτιριακό συγκρότημα, στο οποίο μέχρι το 1990 στεγάζονταν οι μέσες τεχνικές σχολές "ο ..." και σήμερα μέρος του χρησιμοποιείται για την λειτουργία του …ου Δημοτικού Σχολείου Αθηνών ...". Δέχεται, ακολούθως, το Εφετείο, ότι ενόψει του παρανόμου της ανωτέρω μεταβιβάσεως, δεδομένου ότι το εκάστοτε δικαιούχο της παραχωρήσεως νομικό πρόσωπο οφείλει να μη μεταβιβάσει περαιτέρω το παραχωρηθέν ακίνητο, "η αρμόδια υπηρεσία του ... Δημοσίου, ... προκάλεσε την έκδοση της υπ’ αριθ. 152.287/2701/1-7-1981 Αποφάσεως του Υφυπουργού Γεωργίας, με την οποία ανακλήθηκε η παραχώρηση που είχε γίνει με την προηγούμενη υπ’ αριθ. 139.675/3963/50/20-3-1952 Υπουργική Απόφαση του Υπουργού Γεωργίας προς το ήδη εφεσίβλητο σωματείο, ως προς ολόκληρη την παραχωρηθείσα έκταση των 10.763 τμ. και όχι μόνο για το παρανόμως μεταβιβασθέν τμήμα της των 3.397 τμ. Στις αιτιολογίες της εν λόγω ανακλητικής αποφάσεως αναφέρεται όχι μόνο η παράνομη προς τρίτο μεταβίβαση τμήματος του όλου ακινήτου, αλλά και η καταστροφή της βλαστήσεως επί των 2.775 τμ. που καταλαμβάνουν τα δύο ως άνω κτιριακά συγκροτήματα, παρά το γεγονός ότι ως προς αυτά η αναδάσωση είχε αρθεί από το έτος 1968, όπως ήδη αναφέρθηκε. - Ακολούθως το εφεσίβλητο σωματείο προσέβαλε στο ΣτΕ την ανακλητική της παραχωρήσεως απόφαση της διοικήσεως και εκδόθηκε επί της προσφυγής του η υπ’ αριθ. 3534/1983 απόφαση του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου. Με την απόφαση αυτή αφενός μεν έγινε εν μέρει δεκτή η ακυρωτική προσφυγή και ακυρώθηκε ή προσβληθείσα ανακλητική της παραχωρήσεως απόφαση της διοικήσεως εν μέρει, μόνο ως προς το τμήμα του όλου ακινήτου, το οποίο είχε παραμείνει εκτός της πωλήσεως προς τον ΟΣΚ, ήτοι για 7.366 τμ. (= 10.763 τμ. το ενιαίο παραχωρηθέν ακίνητο - 3.397 τμ. πωληθέν προς τον ΟΣΚ τμήμα), με αποτέλεσμα την ισχυροποίηση της παραχωρήσεως προς το ήδη εφεσίβλητο σωματείο για το τμήμα αυτό, αφετέρου η ίδια προσφυγή απορρίφθηκε κατά τα λοιπά και επικυρώθηκε εν μέρει η προσβληθείσα ανακλητική απόφαση ως προς το τμήμα του όλου ακινήτου που είχε παράνομα μεταβιβασθεί στον ΟΣΚ, το οποίο περιήλθε πλέον στο Δημόσιο, δηλαδή τα 3.397 τμ., όπως αυτά προσδιορίζονται στο ανωτέρω πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβ/φου Αθηνών ... .Κατά την ανωτέρω απόφαση του ΣτΕ, ερμηνευομένη κατά την αληθή της έννοια με βάση το γράμμα και τις συνδηλώσεις της, η προσβληθείσα ενώπιον του ανακλητική απόφαση της διοικήσεως κρίθηκε νόμιμη για το τμήμα των 3.397 τμ., διότι ενόψει του παρανόμου της μεταβιβάσεως προς τον ΟΣΚ η ανάκληση ήταν υποχρεωτική για την διοίκηση ως προς το τμήμα αυτό. Κατά την ίδια δικαστική απόφαση η προσβληθείσα ανακλητική της παραχωρήσεως απόφαση της διοικήσεως κρίθηκε μη νόμιμη και ακυρωτέα για το υπόλοιπο ακίνητο, διότι η επιβολή της ανακλήσεως επί του όλου ακινήτου, ως διοικητικής ποινής για παράβαση που αφορούσε μέρος μόνο αυτού, παρίστατο μη νόμιμη, .... Όμως η προδιαληφθείσα απόφαση του ΣτΕ διέλαβε στις αιτιολογίες της, μεταφέροντας σχετική μνεία της προσβληθείσας διοικητικής αποφάσεως, το εσφαλμένο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν προηγουμένως, γεγονός ότι η έκταση των 2.775 τμ., εντός της οποίας καταστράφηκε η δασική βλάστηση για την ανέγερση των δύο κτιριακών συγκροτημάτων και ως προς την οποία αναιρέθηκε η εκ μέρους του παραχωρησιούχου υποχρέωση αναδασώσεως, περιλαμβάνεται στο τμήμα των 3.397 τμ. που πωλήθηκε παράνομα στον ΟΣΚ. Ακολούθως η διοίκηση εξέδωσε δύο Πρωτόκολλα Διοικητικής Αποβολής (Π.Δ.Α.), συνολικά και τα δύο για την έκταση των 3.397 τμ. που επανέκαμψε στην ιδιοκτησία του Δημοσίου, την οποία (έκταση) όμως προσδιόρισε με βάση την τελευταία εσφαλμένη αποδοχή της αποφάσεως υπ’ αριθ. 3534/83 του ΣτΕ ως εξής: α) με το εκδοθέν κατά του ΟΣΚ υπ’ αριθ. …/15-7-1985 ΠΔΑ για 1.892 τμ. που συμπίπτουν με το εμβαδόν του κτιριακού συγκροτήματος (με το προαύλιο), που βρίσκεται στην συμβολή των οδών ... και ... εντός του εδαφικού τμήματος, που πωλήθηκε παράνομα στον ΟΣΚ και όπου στεγάζεται το …ο Δημοτικό Σχολείο και β) με το εκδοθέν σε βάρος του εφεσιβλήτου σωματείου υπ’ αριθ. .../15-7-1985 ΠΔΑ για 1.505 τμ. που συμπίπτουν με το εμβαδόν του κτιριακού συγκροτήματος (περιλαμβανομένου του προαυλίου) των πρώην μέσων τεχνικών σχολών "ο ..." σε μέρος του οποίου ήδη στεγάζεται το … Δημοτικό Σχολείο (1892 + 1505 = 3397 τμ.). Το ήδη εφεσίβλητο προσέβαλε αρμοδίως ... το εναντίον του δεύτερο πρωτόκολλο ενώπιον τελικά του ΣτΕ, τόσο ως προς την έκταση από την οποία αποβάλλεται με το πρωτόκολλο αυτό, επικαλούμενο ότι αυτή έχει παραμείνει στην κυριότητά του με την διάταξη της αποφάσεως 3534/83 του ΣτΕ, που δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή του κατά της ανακλητικής της αρχικής παραχωρήσεως πράξεως της διοικήσεως ως προς τα 7.339 τμ. του επιδίκου ακινήτου (μετά νεότερη καταμέτρηση 7.007,68 τμ.), όσο και ως προς την βεβαιούμενη στο ίδιο ΠΔΑ αποζημίωση υπέρ του Δημοσίου. Το ΣτΕ με την απόφασή του υπ’ αριθ. 3950/1995 δέχθηκε την προσφυγή εν μέρει μόνο ως προς την περί αποζημιώσεως διάταξη του πρωτοκόλλου και ακύρωσε αυτήν, ενώ απέρριψε κατά τα λοιπά την προσφυγή, δεχθέν ότι η έκταση από την οποία αποβάλλεται με το προσβληθέν πρωτόκολλο το τότε προσφεύγον σωματείο περιλαμβάνεται στην έκταση των 3.397 τμ., ως προς την οποία με την προηγουμένη 3534/83 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου επικυρώθηκε εν μέρει η ανακλητική της αρχικής παραχωρήσεως απόφαση της διοικήσεως και συνεπώς και η αντίστοιχη μερική επιστροφή της ιδιοκτησίας στο Δημόσιο. ... Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ως άνω προκύψαντα πραγματικά δεδομένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν δεσμευόταν στην παρούσα δίκη από την τελευταία απόφαση (3950/95) του ΣτΕ που έκρινε το κύρος του Πρωτοκόλλου Διοικητικής Αποβολής υπ’ αριθ. .../85 κατά του τότε προσφεύγοντος και ήδη εφεσιβλήτου - ενάγοντος σωματείου. Δεσμευόταν όμως από το δεδικασμένο που απορρέει από την πρώτη απόφαση υπ’ αριθ. 3534/83 του ιδίου διοικητικού δικαστηρίου, ως προς την εξακολούθηση της ισχύος του αρχικού παραχωρητηρίου και ως προς την έκταση επί της οποίας αυτό πλέον εφαρμόζεται, εφόσον το εν λόγω διοικητικό ζήτημα αποτελεί πρόκριμα για την κατάφαση ή την άρνηση της κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο εδαφοτεμάχιο. Από τα προαναφερθέντα περιστατικά προκύπτει ότι με την κρίσιμη απόφαση του ΣτΕ το επίμαχο παραχωρητήριο ακυρώθηκε μόνο ως προς τμήμα εκ 3.397 τμ. του αρχικά παραχωρηθέντος ενιαίου ακινήτου και τούτο είναι εκείνο ακριβώς που είχε μεταβιβασθεί παράνομα προς τον ΟΣΚ, όπως αυτό ορίζεται στο σχετικό πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβ/φου ... ενώ για το υπόλοιπο τμήμα που δεν έγινε αντικείμενο μεταβιβάσεως, (των 7.339 ή 7.007,67 τμ.), στο οποίο και περιλαμβάνεται η ήδη επίδικη έκταση των 1.505 τμ. που καταλαμβάνουν τα κτίρια και οι εγκαταστάσεις των πρώην μέσων σχολών " ...", εξακολουθεί να ισχύει το αρχικό παραχωρητήριο. Για τα ζητήματα αυτά ακριβώς και μόνο υπάρχει δεδικασμένο από την εν λόγω απόφαση του ΣτΕ και βάσει αυτών η κυριότητα του επιδίκου ανήκει στο εφεσίβλητο - ενάγον σωματείο. Αντίθετα από την εσφαλμένη περί τα πράγματα κρίση της ιδίας αποφάσεως του ΣτΕ ότι τα 2.775 τμ. του συνολικού εμβαδού και των δύο κτιριακών συγκροτημάτων, που υπάρχουν μέσα στην όλη παραχωρηθείσα έκταση, όπου η αναδασωθείσα βλάστηση καταστράφηκε εξαιτίας των οικοδομικών εργασιών, περιλαμβάνονται δήθεν στο πωληθέν παράνομα προς τον ΟΣΚ τμήμα των 3.397 τμ., δεν δημιουργείτο δεδικασμένο για το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι η κρίση αυτή δεν συνδέεται, ως αιτιολογία, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, με καμία από τις διαγνωσθείσες με την υπόψη απόφαση έννομες συνέπειες, ούτε εκείνη κατά την οποία ακυρώθηκε εν μέρει η προσβληθείσα ανακλητική του παραχωρητηρίου διοικητική απόφαση κατόπιν μερικής παραδοχής της ένδικης προσφυγής, ούτε εκείνη κατά την οποία απορρίφθηκε κατά τα λοιπά η ίδια προσφυγή και επικυρώθηκε εν μέρει η προσβληθείσα απόφαση της διοικήσεως...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε ακολούθως την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία κατ’ αποδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου αναγνωρίσθηκε η κυριότητά του επί του επιδίκου ακινήτου.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου αναφέρει, ως μόνο λόγο της, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε το δεδικασμένο της 353/1983 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας. Όμως, και ανεξαρτήτως του απαραδέκτου, του, κατ’ εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, ως άνω αναιρετικού λόγου, λόγω της αοριστίας του εφόσον δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο, ότι προτάθηκε ο σχετικός περί δεδικασμένου ισχυρισμός στο δικαστήριο της ουσίας, ουδόλως η προσβαλλόμενη απόφαση, με τις ανωτέρω κρίσεις της, παραβίασε το δεδικασμένο της παραπάνω απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, γιατί: 1) πρόκειται για απόφαση δικαστηρίου διαφορετικής δικαιοδοσίας, η οποία εκτιμήθηκε κατά τον προσήκοντα τρόπο από το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα και με τις ως άνω νομικές παραδοχές 2) ο διαφορετικός τρόπος ερμηνείας των αναφερόμενων στην απόφαση αυτή από το αναιρεσείον με μνεία ζητημάτων ουσίας, τα οποία δεν ελέγχονται αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) δεν συνιστούν, προφανώς, παραβίαση του δεδικασμένου της ανωτέρω απόφασης του ΣτΕ 3) η εκτίμηση των αιτιολογιών της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, πέραν από το κρινόμενο, διοικητικής φύσεως, ζήτημα, εφ’ όσον δεν στηρίζει το διατακτικό της, δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο. Έτσι και από την επισκόπηση των ήδη προσκομισθεισών αποφάσεων του ΣτΕ, το συγκεκριμένο επίδικο ζήτημα, δεν είχε διοικητικό χαρακτήρα, εφ’ όσον πρόκειται για το εμβαδόν της έκτασης, για την οποία εκδόθηκε το σχετικό παραχωρητήριο προς το αναιρεσίβλητο και την κρίση για την ύπαρξη ή μη κυριότητας σε συγκεκριμένο εδαφικό τμήμα. Αντίθετα, δεσμευτικά έκρινε το ΣτΕ για το θέμα της ανάκλησης ή μη του σχετικού παραχωρητηρίου. Κατά συνέπεια, οι σχετικές αιτιολογίες, ουδόλως καλύπτονται από το δεδικασμένο. Μετά απ’ αυτά ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος, συνακόλουθα δε πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρ. 6, 176, 183 ΚΠολΔ και 22 Ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Μαρτίου 2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 7041/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ