Legislator Case Law & Legislation
12/2015 AI generated

12/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 12/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/12/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11804/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 405/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/4/2014 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

12/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μπορεί όμως το εφετείο να λάβει υπόψη του προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων οι οποίες έχουν ληφθεί στα πλαίσια δίκης που προηγήθηκε και οι οποίες δεν αποτελούν ίδιο αποδεικτικό μέσο διάφορο των εγγράφων, γι'αυτό και δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση (ΑΠ 122/2013, ΑΠ 700/1999).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 12 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 12/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Ξ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Πακιρτζίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Γ., εν διαστάσει συζύγου Κ. Ξ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιορδάνη Νεστορίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/12/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11804/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 405/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/4/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 17/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 25/4/2014 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμό 405/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Η κρινόμενη από 25-4-2014 (αριθ.καταθ.83/2014) αίτηση αναίρεσης που στρέφεται κατά της 405/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (αρθρ.566, 564 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι αναίρεσης.

ΙΙ) Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 2/2008). Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας.

Εν προκειμένω ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε και δη: α)Το υπ'αριθμ..../22-7-2009 συμβόλαιο σύστασης γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίκας Ψαρρού - Χιωτέλη, β) την υπ' αριθμ. 9351/2010 αγωγή καταδολίευσης δανειστή ως και την 6522/2012 απόφαση του Πολ. Πρωτ. Θεσσαλονίκης, γ)τα υπ' αριθμ. .../10-6-1994 και .../1993 αγοραπωλητήρια συμβόλαια της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση - Χρουσαλά. Ως προς τα αναφερόμενα με στοιχεία γ' συμβόλαια αυτά δεν προσκομίζονται και ως εκ τούτου είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, ώστε να ελεγχθεί και η υπό του δικαστηρίου τυχόν μη λήψη υπόψη. Επομένως ως προς αυτά ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ως προς τα υπό στοιχεία α' και β' έγγραφα από την επισκόπιση της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ρητή αναφορά σ' αυτά από το δικαστήριο της ουσίας, ιδία στο .../2009 συμβόλαιο γονικής παροχής, από την μελέτη του οποίου συνάγεται ότι δεν μεταβίβασε προς την θυγατέρα του όλα τα περιουσιακά στοιχεία, εκ δε της 6522/2012 απόφασης του Πολ. Πρ. Θεσ/νίκης απορρίφθηκε η αγωγή για διαδικαστικούς λόγους και δεν αποφάνθηκε για το ζήτημα της υπάρξεως ή μη ακίνητης περιουσίας. Επομένως και για το σκέλος αυτό του πρώτου λόγου, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙΙ) Από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδ.γ'ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (αρθ.524 παρ.1 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 336, 339, 395, 398 και 406-409 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται, ότι το Εφετείο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου που έχουν ληφθεί για να χρησιμοποιηθούν σε υπάρχουσα δίκη χωρίς να τηρηθούν οι υπό των ως άνω διατάξεων επιβαλλόμενες διατυπώσεις, γιατί στερούνται κύρους και θεωρούνται ανυπόστατες, μη δυνάμενες να ληφθούν υπόψη ούτε προς άμεση ούτε προς έμμεση απόδειξη.

Μπορεί όμως το εφετείο να λάβει υπόψη του προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων οι οποίες έχουν ληφθεί στα πλαίσια δίκης που προηγήθηκε και οι οποίες δεν αποτελούν ίδιο αποδεικτικό μέσο διάφορο των εγγράφων, γι'αυτό και δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση (ΑΠ 122/2013, ΑΠ 700/1999).

Ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν πριν αρχίσει η δίκη για να χρησιμοποιηθούν σε προηγούμενη δίκη, ακόμη και ασφαλιστικών μέτρων (ΑΠ 146/1997) λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 690, 691 ΚΠολΔ που εισάγει στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εν μέρει το ανακριτικό σύστημα, συνδυαζόμενο πάντως με το συζητητικό σύστημα (αρθ.106 ΚΠολΔ) συνάγεται ότι στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων είναι επιτρεπτή η λήψη υπόψη ενόρκων βεβαιώσεων ανεξάρτητα από το αν έχει προηγουμένος κληθεί να παραστεί κατά τη σύνταξη της ο αντίδικος του επιμεληθέντος τη σύνταξή τους, αφού αυτό επιβάλλει η ταχύτητα της όλης διαδικασίας που αποσκοπεί στην παροχή προσωρινής μόνον δικαστικής προστασίας (ΑΠ 1857/2011).

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ.2 και 578 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί να ασκήσει ο διάδικος που έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 330, 335 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση.

Επομένως, η τελεσίδικη απόφαση που επιδίκασε διατροφή στο δικαιούχο σύζυγο, ο οποίος διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, για ορισμένο χρονικό διάστημα, παράγει δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων αυτών προσώπων, με την οποία ζητείται διατροφή για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εύλογης διακοπής της έγγαμης συμβίωσης από τον δικαιούχο της διατροφής. (ΑΠ 1207/2008 Ολ.ΑΠ 34/1992).

Τέλος κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ αντικείμενο απόδειξης είναι μόνο τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων οι προσκομιζόμενες και επικαλούμενες με αριθμούς ... και .../2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Ελένης Καλουζάκη, που λήφθηκαν στο πλαίσιο αρχικής δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσβάλει την απόφαση ως προς τη μη λήψη υπόψη, των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων καθόσον αυτές "αναφέρονται σε κλονιστικά της εγγάμου συμβιώσεως μου με την αντίδικο γεγονότα, που καταδεικνύουν την αποκλειστική της υπαιτιότητα για τη διάσπαση της εγγάμου συμβιώσεως μας, όπως στοιχειοθετεί τον αποκλεισμό κατά νόμο του δικαιώματος της διατροφής" και στο τέλος του λόγου αυτού αναιρέσεως αναφέρει ο αναιρεσείων "και συνεπώς η αντίδικος δεν δικαιούται να λαμβάνει διατροφή και μάλιστα πλήρη άλλως ότι δικαιούται ελαττωμένης διατροφής".

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας και ιδία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι για το ζήτημα της υπαιτιότητας άλλως το ζήτημα (κατ'ένσταση) για ελαττωμένη διατροφή αποφάνθηκε με δύναμη δεδικασμένου η υπ'αριθμ.2248/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης, που έκρινε μεταξύ των αυτών διαδίκων, υπό τα ίδια πραγματικά περιστατικά με την ίδια ιστορική και νομική αιτία για προηγούμενο χρονικό διάστημα και επομένως η μη λήψη υπόψη των δύο ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων (που αναφέροντο σε κλονιστικά γεγονότα και υπαιτιότητα της αναιρεσιβλήτου) ήτοι θέματα που δεν ήτο ερευνητέα, απαραδέκτως, προβάλλεται με λόγο αναιρέσεως ως αλυσιτελής στη προκειμένη δίκη και τούτο διότι το θέμα αυτό ως και η προταθείσα ένσταση περί ελαττωμένης διατροφής, καλύπτεται από το δεδικασμένο.

IV) Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390 και 1391 ΑΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αξίωσης του ενός από τους συζύγους για καταβολή σ'αυτόν διατροφής σε χρήμα από τον άλλο, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, πρέπει ο ενάγων να επικαλείται και να αποδεικνύει τη συζυγική ιδιότητα, τη διακοπή της συμβίωσης για εύλογη αιτία, ότι οι βιοτικές του ανάγκες, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών της χωριστής διαβίωσης, δικαιολογούν τον προσδιορισμό της διατροφής στο ζητούμενο με την αγωγή χρηματικό ποσό, χωρίς να είναι αναγκαίο και να εξειδικεύει τις ανάγκες αυτές, αναφέροντας και την απαιτούμενη για καθεμία δαπάνη, αλλά αρκεί μόνο να αναφέρει το συνολικό ποσό που απαιτείται για την κάλυψη τφων αναγκών του αυτών.

Εξάλλου δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στην αγωγή, ούτε στην απόφαση, η αποτίμηση της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, αφού η υποχρέωση για τη συνεισφορά αυτή υπάρχει όσο διατηρείται η έγγαμη συμβίωση ενώ όταν αυτή διακοπεί, αντικαθίσταται με τη χρηματική διατροφή, που προσδιορίζεται από τη σύγκριση των εκατέρωθεν οικονομικών δυνατοτήτων.

Οι οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων συζύγων που προσδιορίζουν την αναλογία της συνεισφοράς καθενός απ'αυτούς στη διατροφή αυτή δεν αποτελούν στοιχείο της αγωγής, αλλά ενδέχεται να αποτελέσουν τη βάση σχετικής ένστασης του εναγομένου (ΑΠ 773/2014, ΑΠ 551/2011). Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η 405/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης, με την οποία, αφού έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η κρινόμενη έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση με αριθμό 11.804/2013 του Πρωτ.Θεσ/νίκης, επιδικάστηκε, για το χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ως διατροφή αυτής λόγω της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης της με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα σύζυγό της για εύλογη αιτία, το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως.

Με το ερευνώμενο λόγο αναιρέσεως προσβάλλεται η απόφαση διότι δεν αναφέρει το σύνολο των διατροφικών αναγκών της συζύγου του, δεν περιέχει αιτιολογίες ως προς το σύνολο των διατροφικών αναγκών και τέλος ότι δεν περιέχει αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της αποκλειστικής της συζύγου υπαιτιότητας στη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης άλλως ως προς την προταθείσα ένστασή του περί ελαττωμένης διατροφής.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, μεταξύ άλλων και τα κάτωθι: "Ότι οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο (Θρησκευτικό) γάμο στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης στις 28-12-1975 και απέκτησαν μία θυγατέρα στις 1-8-1980, που ονομάστηκε Ελένη και είναι ήδη ενήλικη.

Η έγγαμη συμβίωσή τους εξαρχής δεν υπήρξε ομαλή και συχνά ελάμβαναν χώρα εντάσεις και φραστικά επεισόδια. Αφορμή γι'αυτά ήταν το γεγονός, ότι ο εναγόμενος αδιαφορούσε για το πρόσωπο της ενάγουσας και κατά διαστήματα απουσίαζε από τη συζυγική τους στέγη, όπως δε προκύπτει και από το αιτιολογικό της υπ'αριθμ.2248/2013 απόφαση του δικαστηρίου αυτού που εκδόθηκε με αφορμή την άσκηση έφεσης κατά της προηγούμενης και επί ιδίου αντικειμένου με το κρινόμενο εκδοθείσας 7225/2012 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εκτός από την απουσία του ήταν απρόθυμος να αιτιολογήσει το λόγο της απουσίας του και τούτο συντελούσε στην περαιτέρω όξυνση της σχέσης τους, αυξανόταν από το ότι η ενάγουσα αδυνατούσε να διαχειριστεί το πρόβλημα τούτο και προέβαινε σε φραστικά επεισόδια.

Είχε υπόνοιες ότι ο εναγόμενος διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις, αυτό δε επιβεβαιώθηκε, όταν διαπίστωσε ότι είχε μισθώσει διαμέρισμα, όπου διέμενε όταν απουσίαζε από την οικία τους με την Βουλγαρικής υπηκοότητας σύντροφό του. Εν τέλει τον Ιούλιο του έτους 2009 η ενάγουσα κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για τη μετοίκηση του συζύγου της".

Έκρινε δε η απόφαση ότι υπαίτιος της διασπάσεως της έγγαμης συμβίωσης ήτο αυτός και συνεπώς δικαιούται πλήρους διατροφής και όχι ελαττωμένης όπως κατ'ένσταση είχε ζητήσει. Περαιτέρω και προς ανεύρεση του ύψους των εισοδημάτων εκάστου το δικαστήριο δέχεται ότι "η ενάγουσα ηλικίας 60 ετών, είναι συνταξιούχος εφοριακή υπάλληλος, τα έσοδα της από τη σύνταξη ανέρχονταν κατά το έτος 2010 σε 15.665 ευρώ μηνιαίως δε σε 1.314 ευρώ και ήδη, όπως δηλώνεται με την έφεση από τον εναγόμενο λαμβάνει 1000 ευρώ....οτι τα έξοδα αυτής, εκτός από το μίσθωμα που καταβάλλει για το διαμέρισμα που μίσθωσε ποσού 350 ευρώ, είναι τα συνηθισμένα με άτομα του ίδιου φύλου και ηλικίας.

Ότι ο εναγόμενος είναι και αυτός συνταξιούχος τελωνειακός υπάλληλος, το δε εισόδημά του από κύρια σύνταξη ανέρχεται πλέον σε 1048,68 ευρώ μηνιαίως καθώς και σε 600 ευρώ μηνιαίως που εισπράττει από το Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων και ένα δεύτερο Επικουρικό Ταμείο και συνολικά σε 1648,68 ευρώ. Ότι αυτός διαθέτει τρία ΙΧ αυτοκίνητα, εκ των οποίων δέχεται ότι τα δύο αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία και ότι δεν έχει άλλα έσοδα ή περιουσία, εκτός των δύο αποθηκών, ενός διαμερίσματος του Β'ορόφου και ενός του Γ'ορόφου στην επί της οδού Βασιλείου Αβδελλά 27 οικοδομή, που όμως όπως δέχεται η απόφαση δεν του αποφέρουν εισόδημα από εκμίσθωση τους.

Ότι τα έξοδα αυτού είναι επίσης τα συνηθισμένα με συνομήλικα του άτομα, δεν έχει υποχρέωση καταβολής μισθώματος, γιατί διαμένει σε ένα από τα διαμερίσματα που του παραχώρησε η θυγατέρα του χωρίς αντάλλαγμα. Ότι βαρύνεται με την καταβολή δόσεων για την αποπληρωμή δανείων που έλαβε από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και από την Εμπορική Τράπεζα ποσού 48,85 ευρώ και 226,76 ευρώ μηνιαίως που λαμβάνεται υπόψη κατά τον προσδιορισμό των αναγκών διαβίωσης του.

Με βάση όλα αυτά η διατροφή που δικαιούται η ενάγουσα από τον εναγόμενο ανέρχεται σε 300 ευρώ μηνιαίως". Οι ως άνω παραδοχές, ενόψει του ότι, όπως προεκτέθηκε, για την επιδίκαση διατροφής σε χρήμα στον ένα σύζυγο από τον άλλο, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης για εύλογη αιτία, δεν απαιτείται να εξειδικεύονται οι ανάγκες διατροφής της ενάγουσας συζύγου και να παρατίθενται οι απαιτούμενες επί μέρους δαπάνες και μάλιστα ξεχωριστά υπό καθεστώς έγγαμης συμβίωσης και υπο καθεστώς διακοπής αυτής, αλλά αρκεί να αναφέρεται το συνολικό ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών αυτών, στηρίζουν με επάρκεια την ένδικη αξίωση διατροφής και κατά συνέπεια και την απόφαση.

Επομένως ο λόγος, αυτός καθόσον αφορά την έλλειψη αιτιολογιών ή την ύπαρξη αντιφατικών απολογιών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω δε και ως προς το σκέλος του λόγου αυτού που ανάγεται στην έλλειψη αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας αυτής, άλλως (κατ'ένσταση) αξιώσεως αυτής για ελαττωμένη διατροφή είναι απορριπτέος ως καλυπτόμενος από το δεδικασμένο.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 405/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/νίκης και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε (αρθ.176, 183 ΚΠολΔ) και για τις προτάσεις που κατέθεσε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-4-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθ.405/2014 αποφάσεως του Μον.Εφετείου Θεσσαλονίκης και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ