12/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated12/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως σε κάθε περίπτωση που δεν καταρτίσθηκε εργολαβική σύμβαση ή αυτή δεν είναι έγκυρη γιατί δεν τηρήθηκε ο νόμιμος τύπος ο εργολάβος δεν έχει ευθεία αγωγή από τη σύμβαση αλλά από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ακολούθως κατά τη διάταξη του άρθρου 904 § 1 του ΑΚ "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Full text
Απόφαση 12 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 12/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Κορίνθου (Δ.Ε.Υ.Α.Κ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Διουνύσιο Καραχάλιο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ENVITEC A.E", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Πρόδρομο Αναστασιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Φεβριουαρίου 2004 προσφυγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου.
Εκδόθηκε η απόφαση 455/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20 Ιανουαρίου 2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 6 Φεβρουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.
Περαιτέρω, στο ν. 1069/1980 "περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: "Αι ανωτέρω επιχειρήσεις αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα υπό των κανόνων της ιδιωτικής οικονομίας ... και λειτουργούν υπό μορφήν Δημοτικής ή Κοινοτικής επιχειρήσεως και διέπονται ως προς την διοίκησιν, οργάνωσιν, εκτέλεσιν, λειτουργία, συντήρησιν των έργων της αρμοδιότητός των ...
υπό των διατάξεων του παρόντος νόμου, εφαρμοζομένου κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κωδικός ... (άρθρο 1 παρ. 1). Το Διοικητικών Συμβούλιον αποφασίζει περί αναθέσεως συντάξεως μελετών έργων και προμηθειών και εγκρίνει ταύτας. Επίσης αποφασίζει περί του τρόπου εκτελέσεως των έργων και ενεργείας προμηθειών της επιχειρήσεως και εγκρίνει τας προς τούτο αναγκαίας δαπάνας ..." (άρθρο 5 παρ. 2 περ.
ε'). Ενόψει των ανωτέρω, θεωρείται ότι ελλείπει η εργολαβική σύμβαση και όταν δεν καταρτίσθηκε σύμφωνα με τους τύπους που προβλέπουν οι ως άνω διατάξεις. Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 41 του Ν.Δ 496/74 "Περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." ορίζεται ότι "κάθε σύμβαση για λογαριασμό του νομικού προσώπου έχουσα αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου.
Το ποσόν τούτο δύναται να αυξομειώνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, δημοσιευομένης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. Η πρόταση κατάρτισης σύμβασης και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και με ιδιαίτερα έγγραφα". Με την υπ' αριθ. 2054839/452/0026/3-9.7.1992 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. Β' 447), αυξήθηκε το χρηματικό ποσό το οριζόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 84 του Ν.Δ. 321/69 και του άρθρου 41 του Ν.Δ. 496/74 σε 150.000 δραχμές.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι κάθε σύμβαση για την εκτέλεση έργου που καταρτίζεται από Ο.Τ.Α. ή ν.π.ι.δ. που λειτουργεί υπό μορφή δημοτικής επιχείρησης, όπως είναι και οι δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης, εκτός των διατυπώσεων που απαιτούνται για την κατάρτισή της, προκειμένου να είναι έγκυρη, πρέπει να υποβάλλεται σε έγγραφο τύπο απαιτούμενο εκ του νόμου, χωρίς την τήρηση του οποίου η δικαιοπραξία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα στην περίπτωση αυτή είναι απόλυτη.
Επομένως σε κάθε περίπτωση που δεν καταρτίσθηκε εργολαβική σύμβαση ή αυτή δεν είναι έγκυρη γιατί δεν τηρήθηκε ο νόμιμος τύπος ο εργολάβος δεν έχει ευθεία αγωγή από τη σύμβαση αλλά από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ακολούθως κατά τη διάταξη του άρθρου 904 § 1 του ΑΚ "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη και ανήθικη". Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α' του ίδιου Κώδικα "ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο χωρίς σύμβαση ή με άκυρη σύμβαση έργου, ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν εάν την εκτέλεση του ιδίου έργου ανέθετε με έγκυρη σύμβαση έργου, σε άλλο πρόσωπο το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.
Έτσι σε περίπτωση που με σύμβαση με το Νομικό Πρόσωπο Δήμου, ή δημοτικής επιχείρησης που λειτουργεί υπό μορφή ν.π.ι.δ., δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες για την κατάρτιση της σύμβασης διατυπώσεις ή δεν τηρήθηκε ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 41 του ν.δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού Ν.Π.Δ.Δ." προβλεπόμενος έγγραφος τύπος, η σύμβαση είναι άκυρη και το Νομικό Πρόσωπο του Δήμου ή της λειτουργούσας υπό μορφή ν.π.ι.δ.
δημοτικής επιχείρησης, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια που απέκτησε από την άκυρη σύμβαση, η οποία συνίσταται στα προαναφερόμενα. Τέλος, αν η εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού αγωγή (άρθρο 904 επ. ΑΚ) σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ) και ειδικότερα υπό την αίρεση της απορρίψεως της από τη σύμβαση έργου πρώτης σωρευόμενης αγωγής, λόγω ακυρότητας της συμβάσεως, για την πληρότητα της δεύτερης αυτής αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, αρκεί, πέρα από την παροχή του εκτελεσθέντος έργου και τον εξαιτίας της πλουτισμό του εναγομένου εργοδότη, να γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως έργου, χωρίς να απαιτείται και έκθεση των γεγονότων που αποτελούν την αιτία της ακυρότητας αυτής, στον εναγόμενο δε απόκειται να αποκαλύψει, κατ' ένσταση, την ύπαρξη νόμιμης αιτίας που διακωλύει τη γένεση της εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αγωγικής αξιώσεως (ΟλΑΠ 2/1987, ΑΠ 914/1998, ΑΠ 930/1997, ΑΠ 1322/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που υπόκεινται σε επισκόπηση, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επί της από 5-2-2004 προσφυγής της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, την οποία απηύθυνε κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του ήδη αναιρεσείοντος ν.π.ι.δ.
με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Κορίνθου (Δ.Ε.Υ.Α.Κ.)", εκδόθηκε η υπ' αριθ. 83/2006 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία απέρριψε την προσφυγή ως προς την κύρια βάση της και για τους δύο των καθών η προσφυγή και παρέπεμψε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, ως καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκαση της προσφυγής, ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με αντίδικο μόνο το δεύτερο των καθών και ήδη αναιρεσείον.
Στην προσφυγή της αυτή η προσφεύγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε τα εξής: Ότι με την υπ' αριθ. 5/38/2001 απόφαση του Δ.Σ. της ΔΕΥΑΚ (αναιρεσείοντος), της ανατέθηκε η λειτουργία-συντήρηση "Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυμάτων Κορίνθου" για το επτάμηνο από 1-6-2001 έως 31-12-2001. Ότι, πριν τη λήξη της άνω σύμβασης, το καθού την ενημέρωσε προφορικά ότι υπήρχε ανάγκη να παραταθεί η ισχύς της μεταξύ τους σύμβασης για επτά (7) τουλάχιστον μήνες ακόμη, διότι δεν είχε προσλάβει το κατάλληλο προσωπικό το οποίο θα συνέχιζε τη λειτουργία του ως άνω έργου.
Ότι η προσφεύγουσα εγγράφως κατ' επανάληψη γνωστοποίησε στο καθού την πρόθεσή της να συνεχίσει την εκέλεση του έργου (λειτουργία-συντήρηση εγκαταστάσεων λυμάτων Κορίνθου) και τους όρους για τη συνέχιση αυτού, με προσαύξηση της μέχρι τότε συμβατικής τιμής κατά 30% και ζήτησε από το καθού να της γνωστοποιήσει εάν επιθυμούσε να συνεχίσει την εκτέλεσή του, πλην όμως το καθού απέφευγε οποιαδήποτε συνάντηση μαζί της και παρελκυστικά τη διαβεβαίωνε ότι θα της έδινε έγγραφη εντολή εκτέλεσης των άνω εργασιών.
Ότι η προσφεύγουσα, μετά από προφορική ανάθεση του έργου σ' αυτήν από το καθού συνέχισε τη λειτουργία-συντήρηση των εγκαταστάσεων επεξεργασίας λυμάτων για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-7-2002, ήτοι επί επτά (7) μήνες δια του εγκαταστημένου διευθυντή λειτουργίας Ν. Κ., Υγιεινολόγου Μηχανικού. Ότι την 1-8-2002 το καθού παρέλαβε ανεπιφύλακτα το έργο και ανέλαβε πλέον με δικό του υπαλληλικό προσωπικό τη λειτουργία των εγκαταστάσεων.
Ότι η προσφεύγουσα υπέβαλε στην αρμόδια αρχή τον 5ο λογαριασμό ποσού 94.538,52 ευρώ, ήτοι 80.117,39 ευρώ, πλέον ΦΠΑ (18%) 14.421,13 ευρώ, για την εκτέλεση του ως άνω έργου κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, πλην όμως, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, το καθού αρνείται να της καταβάλει το παραπάνω ποσόν. Ζήτησε δε κατόπιν αυτών, κατά την κύρια βάση της προσφυγής (που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω), να υποχρεωθεί το καθού να της καταβάλει νομιμοτόκως κατά τις διατάξεις του ν. 1418/1984 το ποσό των 94.538,52 ευρώ, επικουρικώς δε, σε περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του νόμου αυτού, λόγω ελλείψεως των διατυπώσεων που απαιτούνταν για την κατάρτιση της σχετικής σύμβασης και τήρησης του έγγραφου τύπου, να της καταβάλει το ίδιο ποσόν νομιμοτόκως, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον, κατά το ποσόν αυτό κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία, αφού απεκόμισε από τις εργασίες που εκτέλεσε επί επτάμηνο, ήτοι από 1-1-2002 έως 31-7-2002 περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στο ότι ήταν υποχρεωμένο από αδήριτη ανάγκη να αναθέσει με σύμβαση σε άλλο εργολήπτη τη λειτουργία και την συντήρηση των Εγκαταστάσεων Επεξεργασίας Λυμάτων Κορίνθου, με ανάλογους αν όχι με επαχθέστερους οικονομικούς όρους, από αυτούς που εκτέλεσε αυτή τις εργασίες λειτουργίας και συντήρησης του έργου αυτού, για το προαναφερθέν διάστημα, το ως άνω δε περιουσιακό όφελος, που αντιστοιχεί στο ποσόν των 94.538,52 ευρώ εξακολουθεί να σώζεται.
Η προσφυγή, με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημά της, ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (που μόνον ενδιαφέρει εν προκειμένω), περιέχει όλα τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, που θεμελιώνουν αυτήν στις διατάξεις των άρθρων 904 επ., 908 ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε την ένδικη αγωγή ορισμένη, ως προς το παραπάνω αίτημά της, κατά το μέρος που στηρίζεται αυτό στις περί του αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις αυτές, καθόσον δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία για τη νομική θεμελίωσή της, από εκείνα που οι εν λόγω διατάξεις απαιτούν.
Ούτε όμως παρέλειψε να κηρύξει παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού σαφώς εκτίθενται στην αγωγή τα στοιχεία που απαιτούνται προς θεμελίωση της υποχρέωσης του καθού από αδικαιολόγητο πλουτισμό και συγκεκριμένα, ο πλουτισμός που απεκόμισε χωρίς νόμιμη αιτία, ο οποίος συνίσταται στην παροχή του εκτελεσθέντος έργου που αποτιμάται στο ποσό των 94.538,52 ευρώ για τις εργασίες που εκτέλεσε η προσφεύγουσα επί επτάμηνο, ήτοι από 1-1-2002 έως 31-7-2002, τις οποίες ήταν υποχρεωμένο το καθού να αναθέσει με σύμβαση σε άλλο εργολήπτη με ανάλογους οικονομικούς όρους, με αυτούς που η ίδια εκτέλεσε τις εργασίες λειτουργίας και συντήρησης του έργου αυτού, ενώ αρκούσε για τον προσδιορισμό της μη νόμιμης αιτίας από την οποία το καθού απεκόμισε το άνω περιουσιακό όφελος, η απλή επίκληση της ακυρότητας της ως άνω συμβάσεως έργου, χωρίς να απαιτείται και έκθεση των γεγονότων που αποτελούν την αιτία της ακυρότητας αυτής, αφού η εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της αγωγή σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα, υπό την αίρεση της απορρίψεώς της από τη σύμβαση έργου πρώτης σωρευόμενης βάσης αγωγής, λόγω ακυρότητας της συμβάσεως.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, είναι αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 εδ. α' του Α.Κ. όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υποχρέου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας.
Η διάταξη του άρθρου 904 εδ.α' ΑΚ, ορίζει ως έννομη συνέπεια της συνδρομής των πιο πάνω προϋποθέσεων, ότι ο πλουτίσας "έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", δηλαδή τον πλουτισμό του, και επομένως ο καθορισμός του πλουτισμού ως προϋποθέσεως της αξίωσης από τη διάταξη αυτή προσδιορίζει το αντικείμενό της, αφού αυτό ακριβώς είναι ο πλουτισμός που αποκτήθηκε.
Ως πλουτισμός δε νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του εναγομένου, δηλαδή, είτε θετική επαύξηση της περιουσίας του, είτε αποθετική (αποφυγή ελαττώσεως της περιουσίας). Αρκεί δε η ύπαρξη του πλουτισμού, χωρίς να απαιτείται πως αποκτήθηκε, αφού αυτός μπορεί να προέλθει και χωρίς δικαιοπραξία του πλουτίσαντος, ή με άκυρη δικαιοπραξία, ή και με υλική πράξη, αρκεί ο υπόχρεος είναι φορέας του πλουτισμού.
Εάν η περιουσιακή μετακίνηση είχε το αποτέλεσμα τούτο, γεγονός το οποίο διαπιστώνεται με τη σύγκριση της περιουσίας του λήπτη πριν και μετά τη μετακίνηση γεννάται υποχρέωση του τελευταίου να αποδώσει την ωφέλεια σε εκείνον από την περιουσία του οποίου προήλθε, εφόσον η διατήρησή της δεν δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αιτία.
Επομένως, σε κάθε περίπτωση που δεν καταρτίσθηκε η απαιτούμενη από το νόμο εργολαβική σύμβαση ή αυτή δεν είναι έγκυρη γιατί δεν τηρήθηκε ο νόμιμος τύπος, ο εργολάβος δεν έχει ευθεία αγωγή από τη σύμβαση, γιατί λείπει η νόμιμη αιτία προς τούτο, έχει όμως αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθ. 5/38/2001 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της καθής η προσφυγή Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης-Αποχέτευσης Κορίνθου (ΔΕΥΑΚ), ανατέθηκε στην προσφεύγουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ENVITEC A.E." η λειτουργία - συντήρηση του έργου "Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυμάτων Κορίνθου" από 1-6-2001 έως 31-12-2001, ήτοι επί επτά (7) μήνες έναντι ποσού 21.000.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 61.628,78 ευρώ, της σχετικής συμβάσεως με αριθμό πρωτ. 582 υπογραφείσης την 28-5-2001.
Η προσφεύγουσα με το από 12-12-2001 έγγραφό της προς την καθής, την ενημέρωσε ότι την 31-12-2001 έληγε ο συμβατικός χρόνος λειτουργίας των εγκαταστάσεων επεξεργασίας λυμάτων και συνεπώς, από 1-1-2002, η συνέχιση της λειτουργίας θα έπρεπε να αναληφθεί από το Δήμο Λουτρακίου και τη ΔΕΥΑΚ Κορίνθου, δεδομένου ότι τα δύο αυτά έργα της πόλης της Κορίνθου κα της πόλης του Λουτρακίου βρίσκονταν στην ίδια περιοχή και χρησιμοποιούσαν κοινά κτίρια και εγκαταστάσεις.
Παράλληλα, η προσφεύγουσα ενημέρωσε την καθής με το ως άνω έγγραφο, ότι, εάν δεν είχε την ετοιμότητα να αναλάβει τη λειτουργία των εγκαταστάσεων από 1-1-2002, η προσφεύγουσα θα είχε τη δυνατότητα να συνεχίσει τη λειτουργία για ένα (1) έτος, με προσαύξηση της συμβατικής τιμής κατά 30%, την οποία αιτιολογούσε στο εν λόγω έγγραφό της και ρητά ζητούσε από την καθής να της κοινοποιήσει άμεσα τις αποφάσεις της πριν από τη λήξη της σύμβασης ώστε να διατηρήσει ή να αποσύρει το προσωπικό της από το εργοτάξιο την 2-1-2002.
Επί του ανωτέρω εγγράφου δεν υπήρξε έγγραφη απάντηση της καθής ούτε αποδείχθηκε ότι υπήρξε έστω και προφορική απάντηση. Ακολούθως η προσφεύγουσα, με το από 21-1-2012 έγγραφό της προς την καθής, την ενημέρωσε εκ νέου ότι την 31-12-2001 έληξε η σύμβαση της 7μηνης λειτουργίας των εγκαταστάσεων λειτουργίας λυμάτων και την καλούσε σε σύσκεψη στα γραφεία της καθής μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων των διαδίκων την 30-1-2002 και ώρα 10.30 π.μ.
Επί του ανωτέρω εγγράφου δεν υπήρξε έγγραφη απάντηση της καθής ούτε αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα οποιαδήποτε προφορική απάντηση. Εν συνεχεία, η προσφεύγουσα, με το από 6-3-2002 έγγραφό της, προς την καθής, της υπενθύμισε ότι με το υπ' αριθ. πρωτ. 1521/13-12-2001 έγγραφό της προς την καθής την είχε ενημερώσει ότι η συμβατική λειτουργία του έργου έληγε την 31-12-2001 και της είχε προτείνει τη συνέχιση από την προσφεύγουσα για ένα (1) έτος με προσαύξηση του εργολαβικού ανταλλάγματος κατά ποσοστό 30%, καθώς και ότι στο πλαίσιο της καλής συνεργασίας και προς αποφυγή πρόκλησης προβλήματος στην καθής από τη διακοπή της λειτουργίας, συνέχιζε έως τον Μάρτιο του 2002 να λειτουργεί το έργο, εν αναμονή απόφασης εντός ευλόγου χρόνου.
Περαιτέρω της ανέφερε ότι, έως τότε (Μάρτιος 2002), δεν είχε γνωστοποιηθεί από την καθής στην προσφεύγουσα οποιαδήποτε απόφαση για το ανωτέρω ζήτημα και την καλούσε για τη γνωστοποίηση των αποφάσεών της, δηλώντάς της ότι εάν δεν λαμβανόταν απόφαση έως 15-3-2002, η προσφεύγουσα θα έπαυε τη λειτουργία και θα προέβαινε στη διάλυση του εργοταξίου.
Ούτε σε αυτό το έγγραφο υπήρξε έγγραφη ή προφορική απάντηση της καθής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η προσφεύγουσα συνέχισε και μετά την 31-12-2001 τη λειτουργία-συντήρηση του έργου "εγκαταστάσεων λυμάτων Κορίνθου" (βλ. μηνιαία δελτία βλαβών-επισκευαστικών συντηρήσεων-δραστηριοτήτων, που αφορά το επίδικο χρονικό διάστημα, καθώς και τις διπλότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών με τις οποίες η προσφεύγουσα κατέβαλε την αμοιβή προς το προσωπικό που απασχολούσε για την εκτέλεση του έργου, ήτοι 32/29-1-2002 προς τον Ν.
Κ., 31/30-4-2002 και 32/30-6-2002 προς την Ε. Μ., 9/22-2-2002, 10/15-3-2002, 11/16-4-2002 και 13/5-6-2002 στον Ν. Δ., 31/22-2-2002, 33/15-3-2002, 35/16-4-2002, 39/14-6-2002 και 40/5-7-2002 στο Λ. Π.), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η καθής διαμαρτυρήθηκε κατά οποιοδήποτε τρόπο για την παρουσία της προσφεύγουσας και του προσωπικού της στο χώρο του έργου. Αντίθετα, όσα ισχυρίζεται η καθής η προσφυγή, ήτοι ότι δεν υπήρξε έγγραφη σύμβαση για συνέχιση του έργου, καθώς και ότι από 2-1-2002 η ίδια ανέλαβε το έργο με το δικό της προσωπικό, δεν αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αντίθετα με όσα πραγματικά περιστατικά προαναφέρθηκαν, τα οποία πλήρως αποδείχθηκαν.
Εξάλλου, όσον αφορά στο από 10-4-2002 έγγραφο της προσφεύγουσας προς την καθής, για την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής ύψους 1.800.000 δραχμών, αυτή αφορούσε στην καλή εκτέλεση της σύμβασης για το χρονικό διάστημα από 1-6-2001 έως 31-12-2001, ήτοι για το προγενέστερο χρονικό διάστημα και όχι για το επίδικο, για το οποίο δεν είχε καταρτισθεί έγγραφη σύμβαση.
Εξάλλου, τα έγγραφα που προσκόμισε η καθής σχετικά με την αγορά υλικών (χλωρίου, απολυμαντικών κλπ), αφενός δεν αποδείχθηκε ότι συνδέονταν αιτιωδώς με το επίδικο έργο, αλλά και αν ακόμη το αφορούσαν, δεν αποδείχθηκε ότι η καθής είχε αναλάβει το έργο με κατάλληλο προσωπικό για τη λειτουργία-συντήρηση του έργου για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-7-2002, αφού εάν πράγματι το είχε αναλάβει θα είχε δηλώσει τούτο έστω και μία φορά προς την προσφεύγουσα, απαντώντας έτσι και στα σχετικά και αναφερόμενα ανωτέρω έγγραφα της προσφεύγουσας, γνωστοποιώντας της ρητά και με σαφήνεια ότι αναλάμβανε το έργο με δικό της προσωπικό.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι για τη λειτουργία-συντήρηση του έργου το εργολαβικό αντάλλαγμα ανερχόταν στο ποσό των 80.117,39 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18%, ήτοι 14.421,13 ευρώ και συνολικά 94.538,52 ευρώ, σύμφωνα με το με αριθμό 393/9-12-2004 τιμολόγιο της προσφεύγουσας, για το οποίο εκδόθηκε ο 5ος λογαριασμός, που επιδόθηκε στη ΔΕΥΑΚ (καθής) την 13-2-2002 και για το οποίο η προσφεύγουσα με το από 4-6-2003 έγγραφό της όχλησε την καθής για την εξόφλησή του.
Το ανωτέρω ποσό των 94.538,52 ευρώ η καθής θα κατέβαλε σε οποιοδήποτε άλλον εργολήπτη για τη λειτουργία-συντήρηση του έργου για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-7-2002 αφού δεν είχε αναλάβει το έργο η ίδια με κατάλληλο προσωπικό. Κατά το ποσό αυτό η καθής κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη εις βάρος της περιουσίας της προσφεύγουσας και μάλιστα για αιτία που δεν επακολούθησε".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος επικυρώνοντας την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την ένδικη προσφυγή, ως προς την βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επιδικάζοντας στην αναιρεσίβλητη νομιμοτόκως το ποσό των 94.538,52 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 904 επ., 908 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως επί της ουσίας δεκτά γεγονότα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών.
Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης προσφυγής, ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα: α) ότι δεν καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων η προβλεπόμενη από το νόμο έγγραφη σύμβαση για την ανάθεση στην αναιρεσίβλητη του επίδικου έργου κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-7-2002, ώστε να μην δημιουργείται αξίωση σ' αυτήν από νόμιμη σύμβαση, β) ότι δεν αποδείχθηκε ότι το έργο αυτό, κατά το άνω χρονικό διάστημα, εκτελέσθηκε από προσωπικό του αναιρεσείοντος (ΕΥΔΑΚ), ούτε ότι διατέθηκαν απ' αυτό τα απαιτούμενα υλικά για την εκτέλεσή του, γ) ότι κατά την εκτέλεση του έργου από την αναιρεσίβλητη, το αναιρεσείον δεν διαμαρτυρήθηκε κατά οποιοδήποτε τρόπο για την παρουσία της αναιρεσίβλητης και του προσωπικού της, στο χώρο του έργου, και δ) ότι η αναιρεσίβλητη εκτέλεσε το ανατεθέν σ' αυτήν, χωρίς έγκυρη σύμβαση, έργο, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-7-2002, δαπανήσασα προς τούτο το ποσό των 94.538,52 ευρώ κατά το οποίο αυξήθηκε η περιουσία του αναιρεσείοντος χωρίς νόμιμη αιτία, με την εξοικονόμηση της δαπάνης αυτής στην οποία θα υποβαλλόταν εάν την εκτέλεση του ιδίου έργου ανέθετε με έγκυρη σύμβαση έργου, σε άλλο εργολήπτη που θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.
Ούτε όμως παραβίασε το Εφετείο με το να μην εφαρμόσει και τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, αφού οι τελευταίες δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ανέκυψε ζήτημα ερμηνείας οποιασδήποτε δικαιοπραξίας που να παρουσιάζει κενά και αμφίβολα σημεία, ώστε να χρειαστεί να προσφύγει στις διατάξεις αυτές.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο, υπό την επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχθηκε την επικουρική βάση της προσφυγής περί αδικαιολόγητου πλουτισμού χωρίς η προσφεύγουσα να έχει προσκομίσει τιμολόγια ή αποδείξεις παροχής υπηρεσιών προκειμένου να δικαιολογήσει την εκτέλεση του επίδικου έργου κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η αιτίαση αυτή αναφέρεται σε εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 361 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, στην κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη. Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, προβάλλεται από το αναιρεσείον η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα, ως προς το ότι το επίδικο έργο κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (1-1-2002 έως 31-7-2002) εκτελέσθηκε από την προσφεύγουσα, διότι δεν έλαβε υπόψη, τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα πρωτοδίκως αλλά και ενώπιόν του έγγραφα και συγκεκριμένα: 1) αντίγραφο της συγκεντρωτικής κατάστασης μισθοδοσίας του διατεθέντος απ' αυτό (καθού) εργατοτεχνικού προσωπικού στην "Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυμάτων Κορίνθου" κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, 2) αντίγραφα εκ του καθολικού βιβλίου του λογιστηρίου του, στα οποία εμφαίνονται καταχωρημένα τα πληρωμένα απ' αυτό τιμολόγια-δελτία αποστολής για τα χρησιμοποιηθέντα από το προσωπικό του χημικά και αναλώσιμα υλικά για την καλή λειτουργία και συντήρηση των άνω εγκαταστάσεων και 3) αντίγραφο εμπιστευτικής εκθέσεως ελέγχου των ορκωτών ελεγκτών λογιστών Β.
Π. και Π. Τ. επί της οικονομική διαχειρίσεως αυτού για τη χρήση του 2002. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία βεβαιώνεται ότι το Εφετείο για τη θεμελίωση του άνω αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, τις καταθέσεις των μαρτύρων, την αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση και όλα τα έγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθώς και την αναφορά που γίνεται στο αιτιολογικό του, ως προς τα προσκομισθέντα από το αναιρεσείον έγγραφα, ιδία δε αυτό για την αγορά υλικών (χλωρίου, απολυμαντικών κλπ), δεν δημιουργείται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγραφα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων καταλήγει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα απ' αυτό που θεωρεί ως ορθό το αναιρεσείον, ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα, χωρίς όμως η κρίση αυτή να ιδρύει αναιρετικό λόγο (άρθρο 361 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού πρόκειται για κρίση περί πραγμάτων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Συνεπώς, ο συναφής δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 772/2006, ΑΠ 575/1978).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, ένορκη βεβαίωση και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, και ως προς την προσαύξηση κατά ποσοστό 30% της αμοιβής της προσφεύγουσας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, πλέον της αμοιβής που είχε συμφωνηθεί με έγγραφη σύμβαση κατά την προηγούμενη περίοδο (1-6-2001 έως 31-1202001). Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ, αντίθετος τρίτος λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κατέληξε στο προαναφερόμενο πόρισμά του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η αιτίαση αυτή αναφέρεται σε εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, σε συνδ. με το άρθρο 307 παρ. 2 του π.δ. 410/1995). ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-01-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 455/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια πενήντα (1.350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
α