12/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 12 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated12/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 12 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 12 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ. Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν είναι παράνομη, για κάθε ώρα ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του ωρομισθίου. Δικαστική ομολογία είναι μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος και μπορεί να περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής, της εφέσεως ή στις προτάσεις. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που έχουν προταθεί από εκείνον που ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως, ενώ, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της προσαυξήσεως, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη. Η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος ή σε οποιοδήποτε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Αριθμός 12/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Δημητροκάλη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "FIRST DATA HELLAS S.A.", " FIRST DATA HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" (πρώην "FIRST DATA HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ", πρώην "ΔΕΛΤΑ ΣΙΝΓΚΙΟΥΛΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ" και πρώην "GRAFO Ανώνυμη Βιοτεχνική και Εμπορική Εταιρεία Επεξεργασίας Χάρτου και Εμπορίας Αναλωσίμων Ειδών Η/Υ"), που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Χριστινάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2512/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2669/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 15-2-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι έβδομος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, και ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται η πλημμέλεια του εσφαλμένου υπολογισμού της αποζημιώσεως για παράνομη υπερωριακή εργασία, για τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό χρονικά διαστήματα, καθώς και ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, και ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, αληθώς αμφότεροι από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αρ. 1, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, κατά το ποσοστό της προσαύξησης 150% της παράνομης υπερωριακής εργασίας, να απορριφθούν δε όλοι οι άλλοι λόγοι του αναιρετηρίου. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη, που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1§§1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του καταβαλλόμενου ωρομίσθιου. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 24-2-1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 11770/20-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. Β' 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε αυτό 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976 λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία αλλά η ημερήσια εργασία υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του από τον νόμο ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου. Αντίθετα, ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Επομένως, αν ο μισθωτός, απασχολούμενος μετά την 1-1-1984, δεν υπερβεί κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό εβδομαδιαίο όριο των 40 ωρών, δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%), διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών, λόγω απασχολήσεως του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ιδίας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας. Από 1-4-2001, με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000, (όπως ίσχυε μέχρι 30-9-2005, που αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005), η υπερεργασία καταργήθηκε και η απασχόληση πέρα των 40 ωρών και μέχρι 43 εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (παρ. 2 και 4 του άρθρου 4). Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου (δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου), σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου (ΟλΑΠ 36/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ανέλεγκτα, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν εδώ: Ο ενάγων προσλήφθηκε την 1-8-1983 από την εταιρεία με την επωνυμία "Σ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", αρχικά με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και στη συνέχεια αόριστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως λιθογράφος χειριστής μηχανών κατασκευής μηχανογραφικών εντύπων. Το έτος 2000 την παραπάνω αρχική εργοδότρια του ενάγοντος διαδέχθηκε ως καθολική διάδοχος η εναγομένη. Η εργασιακή σχέση του ενάγοντος διήρκησε μέχρι 5-3-2004, οπότε η εναγομένη κατάγγειλε έγγραφα τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας και του κατέβαλε ως αποζημίωση 83.981,33 ευρώ (μικτά) και μετά από αφαίρεση του αναλογούντος ΦΜΥ το ποσό των 71.185,27 ευρώ. Η εναγομένη μετά την εξαγορά της αρχικής εργοδότριας του ενάγοντος στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού της αγόρασε νέες "φινιριστικές" μηχανές τύπου LASER και προέβη σε προσλήψεις νέου εξειδικευμένου προσωπικού, απολύοντας, αναγκαστικά, υπαλλήλους που δεν διέθεταν τα προσόντα που η νέα τεχνολογία απαιτούσε. Το ίδιο συνέβη και με τον ενάγοντα που ήταν απόφοιτος ΤΕΙ, του οποίου η εναγομένη κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας στις 5-3-2004 και στη θέση του προσέλαβε τον Κ., απόφοιτο του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου με την ειδικότητα του μηχανολόγου και εμπειρία στις μηχανές νέας τεχνολογίας. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έγινε από έχθρα και μίσος του εκπροσώπου της εναγομένης προς αυτόν, επειδή είχαν διαφορετικές απόψεις σε διάφορα τεχνικά θέματα, επειδή ο ενάγων διεκδίκησε επίμονα την αντικατάσταση του παλαιού αυτοκινήτου με καινούργιο, επειδή αρνήθηκε να υπογράψει νέα από 1-11-2003 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με δυσμενέστερους εργασιακούς όρους και επειδή ζήτησε και έλαβε το υπόλοιπο της αδείας του για το έτος 2003. Στη συνέχεια, δέχεται το Εφετείο ότι η από 5-3-2004 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος δεν ήταν άκυρη εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτή έγινε κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ. Περαιτέρω, δέχεται το ίδιο δικαστήριο, ο ενάγων από 1-1-1999 μέχρι 31-12-2002 εργαζόταν από Δευτέρα έως Παρασκευή επί εννέα ώρες (9) ώρες καθημερινά με αποτέλεσμα να πραγματοποιεί από 1-1-1999 μέχρι 31-3-2001 5 ώρες υπερεργασίας κάθε εβδομάδα και από 1-4-2001 μέχρι 31-12-2002 τρεις (3) ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας και δύο (2) ώρες παράνομης υπερωρίας κάθε εβδομάδα. Με βάση τις ώρες που εργάσθηκε εδικαιούτο τα ακόλουθα ποσά: Κατά το διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-12-1999, λαμβανομένου υπόψη ότι ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός του ανερχόταν σε 760.000 δραχμές (μεικτά) : 1) Κατά το διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-12-1999 για υπερεργασία με βάση το ωρομίσθιο των 4560 δραχμών (760.000 δραχμές καταβαλλόμενος μισθός Χ 0,006) συν προσαύξηση 25% από 1140 δραχμές ίσον 5.700 δραχμές επί 20 ώρες μηνιαίως ίσον 114.000 δραχμές το μήνα Χ 12 μήνες ίσον 1.368.000 δραχμές. Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή του καταβαλλόταν μηνιαίως για την πέραν του νομίμου ωραρίου του των 40 ωρών την εβδομάδα το ποσό των 180.000 δραχμών και, συνεπώς, ουδέν ποσό δικαιούται για την αιτία αυτή, 2) Κατά το διάστημα από 1-1-2000 μέχρι 31-12-2000 για υπερεργασία με βάση το ωρομίσθιο των 5.040 δραχμών (840.000 δραχμές καταβαλλόμενος μισθός Χ 0,006) συν προσαύξηση από 25% από 1260 δραχμές ίσον 6.300 δραχμές Χ 20 ώρες μηνιαίως ίσον 126.000 δραχμές Χ 12 μήνες ίσον 1.512.000 δραχμές. Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή του καταβαλλόταν μηνιαίως για την πέραν του νομίμου ωραρίου εργασία του το ποσό των 180.000 δραχμών μηνιαίως και, συνεπώς, ουδέν ποσό δικαιούται για την αιτία αυτή. 3) Κατά το διάστημα από 1-1-2001 μέχρι 31-3-2001 για υπερεργασία 5ωρών την εβδομάδα με βάση το πιο πάνω ωρομίσθιο των 5040 δραχμών συν προσαύξηση 25% από 1200 δραχμές ίσον 6300 δραχμές Χ 20 ώρες μηνιαίως ίσον 126.000 δραχμές. Από 1-4-2001 μέχρι 31-12-2001 για ιδιόρρυθμη υπερωρία 3 ωρών εβδομαδιαίως, δηλαδή 12 ωρών το μήνα με βάση το ωρομίσθιο από 5040 δραχμές πλέον προσαύξηση 50% από 2520 δραχμές ίσον 7560 δραχμές Χ 12 ώρες ίσον 90.720 δραχμές Χ 9 μήνες ίσον 816.480 δραχμές και για παράνομη υπερωρία 2 ωρών την εβδομάδα και 8 ωρών το μήνα το ποσό των 725.760 δραχμών (5040 ωρομίσθιο + 100%, όπως ζητεί με την αγωγή, ίσον 10.080 δραχμές Χ 8 ώρες ίσον 80640 δραχμές Χ 9 μήνες ίσον 725760 δραχμές) και συνολικά για τις προαναφερόμενες αιτίες το έτος 2001 το συνολικό ποσό 992.480 (126.000 + 90.720 + 725.760) δραχμών. Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή του καταβαλλόταν; μηνιαίως για την πέραν του νομίμου ωραρίου εργασία του το ποσό των 180.000 δραχμών τον Ιανουάριο του 2001 και το ποσό των 160.000 δραχμών καθένα από τους υπόλοιπους μήνες και συνολικά το ποσό των 1.940.000 δραχμών και, συνεπώς, ουδέν ποσό δικαιούται για τις αιτίες αυτές. Κατά το διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 31-12-2002, ο ενάγων δικαιούταν για ιδιόρρυθμη υπερωρία 3 ωρών την εβδομάδα με βάση το ωρομίσθιο των 5040 δραχμών πλέον προσαύξηση 50% από 2520 δραχμές ίσον 7560 δραχμές το ποσό των 1.088.640 δραχμών (7560 δραχμές Χ 12 ώρες το μήνα Χ 12 μήνες ίσον 1.088.640 δραχμές) και για παράνομη υπερωρία 2 ωρών την εβδομάδα με βάση το ωρομίσθιο των 5040 δραχμών πλέον 100% προσαύξηση, όπως ζητεί με την αγωγή, ίσον 10.080 δραχμές Χ 8 ώρες το μήνα Χ 12 μήνες ίσον 967.680 δραχμές και συνολικά το ποσό των 2.056.320 δραχμών. Έναντι του ποσού αυτού έχει καταβληθεί στον ενάγοντα για τις αιτίες αυτές, κατά την αγωγή, το ποσό των 1.940.000 δραχμών και, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά από 116.320 δραχμές ή 341,36 ευρώ. Κατά το διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2003 ο ενάγων δικαιούταν για ιδιόρρυθμη υπερωρία 3 ωρών την εβδομάδα με βάση το ωρομίσθιο των 5040 δραχμών το ποσό των 1.088.640 δραχμών και για παράνομη υπερωρία το ποσό των 967.680 δραχμών και συνολικά 2.056.320 δραχμών, έναντι του οποίου έχει λάβει κατά την αγωγή το ποσό των 1.940.000 δραχμών και δικαιούται υπόλοιπο από 116.320 δραχμές ή 341,36 ευρώ. Σύμφωνα με το άρθρο 10 της από 19-4-1999 (πράξη καταθ. Υπ. Εργασίας 17/27-4-99 Υποχρ. Υ Α 11206/22-6-99) κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας για αποδοχές αδείας 1999, εφόσον από τις 26 ημέρες που δικαιούταν έλαβε άδεια μόνο για τις 14 ημέρες, δικαιούται για το υπόλοιπο 12 ημερών αποδοχές αδείας 1999 το ποσό 433.848 (36.154 δραχμές Χ 12 ημέρες) δραχμών ή 1.273,21 ευρώ, για επίδομα αδείας 1999 614.618 δραχμές ή 1.803,72 ευρώ (36154Χ 17), έναντι του οποίου έλαβε κατά την αγωγή το ποσό των 2.523,84 ευρώ και, συνεπώς, ουδέν ποσό δικαιούται για την αιτία αυτή. Ο ενάγων όμως δεν δικαιούται για τις αποδοχές αδείας των 12 ημερών που δεν ελάμβανε προσαύξηση των αποδοχών αυτών αδείας κατά 100%, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός ζήτησε την άδεια των 12 ημερών και η εναγομένη δεν του τη χορήγησε και τον εξανάγκασε να εργασθεί κατά το χρόνο της αδείας του αυτής. Οι εργασίες προκοστολόγησης στις οποίες ο ενάγων προέβαινε, καθώς και η συνεργασία του με το τμήμα προμηθειών και πωλήσεων, ήταν συναφείς και στενά συνυφασμένες με τις ανατεθείσες σ' αυτόν αρμοδιότητες ως προϊστάμενος του τμήματος παραγωγής, δηλαδή οι πιο πάνω απασχολήσεις του ανάγονταν στον κύκλο των κύριων και αρχικά συμφωνημένων αρμοδιοτήτων του, με αποτέλεσμα να μην θεμελιώνεται υπέρ αυτού αξίωση ιδιαίτερης αμοιβής, εκτός αντιθέτου συμφωνίας, την οποία ο ενάγων δεν επικαλείται. Από το 1990 η αρχική εργοδότρια του ενάγοντος "Σ Α. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." του παραχώρησε το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής SUZUKI, πληρώνοντας η ίδια όλα τα λειτουργικά έξοδα (καύσιμα, τέλη κυκλοφορίας, ασφάλιστρα, δαπάνες συντήρησης), προκειμένου να διευκολυνθεί ο ενάγων στην εκτέλεση της εργασίας του και για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της επιχείρησής της και όχι ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών του, με αποτέλεσμα η εν λόγω παροχή να μην συνυπολογίζεται στο μισθό του. Μετά το 1995 στον ενάγοντα, λόγω καταστροφής του πιο πάνω αυτοκινήτου σε τροχαίο ατύχημα, παραχωρήθηκε το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο εργοστασίου HUNDAI και από το 1998 μέχρι το 2003 άλλο αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής ROVER. Επίσης, η αρχική εργοδότρια του ενάγοντος όσο και η εναγομένη διάδοχος της, είχαν παραχωρήσει σ' αυτόν τη χρήση δυο κινητών τηλεφώνων με δαπάνες τους για τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης και όχι ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών του και, συνεπώς, τα ποσά λειτουργίας των κινητών δεν λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του συμβατικού μηνιαίου μισθού του. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι ο ενάγων τόσο το αυτοκίνητο όσο και τα κινητά τηλέφωνα χρησιμοποιούσε για την κάλυψη και των προσωπικών του αναγκών. Τέλος, δεν αποδείχθηκε συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος και της αρχικής εργοδότριας "Σ. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", κατά την οποία, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας, η εργοδότρια υποχρεούται να του μεταβιβάσει την κυριότητα του αυτοκινήτου του οποίου του είχε παραχωρήσει τη χρήση για τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφή και επαρκή περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων, που επιβάλλουν την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων που προαναφέρθηκαν, τις οποίες και δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, οι πρώτος, μέρος πρώτο, δέκατος πέμπτος, μέρος πρώτο, και δέκατος έκτος λόγοι αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Από το άρθρο 352§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος. Η δικαστική ομολογία μπορεί να περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής, της εφέσεως ή στις προτάσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δέκατο πέμπτο λόγο αναιρέσεως, τρίτο μέρος, από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων δεν εκτελούσε εργασίες στο τμήμα προμηθειών, παραβίασε το άρθρο 352§1 ΚΠολΔ σχετικά με τη δύναμη της δικαστικής ομολογίας της αναιρεσίβλητης, που έγινε με τις προτάσεις της, στις οποίες ανέφερε ότι για τις εργασίες προκοστολόγησης και προμηθειών δεν δικαιούταν ο αναιρεσείων να εγείρει αξιώσεις για την καταβολή πρόσθετης αμοιβής, διότι ανήκουν στις αρμοδιότητές του. Τα ανωτέρω όμως δεν αποτελούν δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, κατά την έννοια που εκτέθηκε, ώστε η μη λήψη αυτής από το Δικαστήριο της ουσίας να ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, συνεπώς, είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που έχουν προταθεί από εκείνον που ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως και όχι από τον αντίδικο του, διότι στην τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως έννομο συμφέρον. Επομένως, είναι απαράδεκτος ο δέκατος πέμπτος, δεύτερο μέρος, λόγος αναιρέσεως κατά το σχετικό μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια περί μη λήψεως υπόψη του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, ότι για τις εργασίες προκοστολόγησης και προμηθειών δεν δικαιούταν ο αναιρεσείων να εγείρει αξιώσεις για την καταβολή πρόσθετης αμοιβής διότι ανήκουν στις αρμοδιότητές του. Περαιτέρω, η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους αποδειχθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, περί της επάρκειάς του στην εργασία του, περί υπάρξεως έχθρας και εμπάθειας που έτρεφαν προς αυτόν ο νόμιμος εκπρόσωπος και ο εμπορικός διευθυντής της αναιρεσίβλητης, καθώς και περί των μηνιαίων αποδοχών που αυτός ελάμβανε, δεν στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο, διότι πρόκειται περί συμπερασμάτων από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το αντίστοιχο μέρος του, καθώς και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, είναι απαράδεκτοι. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, μέρος του είναι απαράδεκτος, διότι όλως αορίστως με αυτόν προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παραβίασε τους κανόνες της λογικής, χωρίς να τους αναφέρει. Με τους τρίτο και έβδομο, πρώτο μέρος, λόγους αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί δεν εφάρμοσε την από 25-11-1937 ΣΣΕ των λιθογράφων, που προέβλεπε μεγαλύτερα ποσοστά κατά τις εκεί διακρίσεις για τις ώρες εργασίας πέραν των 40 ωρών του νόμιμου ωραρίου εβδομαδιαίως. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι η προαναφερθείσα κλαδική ΣΣΕ δεν δεσμεύει την αναιρεσίβλητη, η οποία δεν συμμετείχε στη σύναψή της.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό εκτίθεται σαφώς, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561§1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η παράλειψη του Εφετείου να αιτιολογήσει από ποια στοιχεία που προτάθηκαν και αποδείχθηκαν εξήγαγε αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με το αναφερόμενο ύψος του ποσού που καταβαλλόταν στον αναιρεσείοντα για κάθε επιπλέον ώρα εργασίας του δεν ελέγχεται ακυρωτικώς, διότι η αιτιολόγηση αυτή αποτελεί στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η πλημμέλεια ή ανεπάρκεια της οποίας δεν ιδρύει τον παραπάνω αναιρετικό λόγο. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλεται η σχετική αιτίαση είναι απαράδεκτος. Ο έβδομος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την προσαύξηση πέραν του ποσοστού 100% για το μήνα Μάρτιο του έτους 2001, είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση. Ο ένατος λόγος αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα μέρη του από τους αρ. 8 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τα οποία ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε το άρθρο 4§5 του ν. 874/2000, με το να δεχθεί προσαύξηση μόνο 100% για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας και όχι 200% που ζητούσε, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε την ως άνω προσαύξηση (100%), ενώ, όπως από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο δεν υπολόγισε την προσαύξηση με το προαναφερόμενο ποσοστό.
Ο έλεγχος του παραδεκτού του πραγματικού ισχυρισμού, ως προϋπόθεση του βάσιμου του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αποτελεί απαραίτητο όρο του ελέγχου από τον Άρειο Πάγο της κρίσης του δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη ή μη προβολής πραγματικού ισχυρισμού. Αυτό συμβαίνει ως προς το βάσιμο του αναιρετικού λόγου, διότι δεν υφίσταται λογικά παράνομη λήψη ή μη λήψη υπόψη πραγμάτων τα οποία δεν προτάθηκαν νόμιμα και παραδεκτά. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον ενδέκατο, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο έλαβε υπόψη ισχυρισμό του που δεν προτάθηκε και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του ότι με την ένδικη αγωγή του ισχυρίστηκε ότι έλαβε το ποσό των 2.523,84 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 1999, ενώ αυτό το ποσό το έλαβε για αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας έτους 1999. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, ο αναιρεσείων δεν καθορίζει σ' αυτήν από το συνολικό ποσό των 2.523,84 ευρώ που έλαβε από την αναιρεσίβλητη ποιο μέρος αφορά αποδοχές αδείας και ποιό επίδομα αδείας.
Κατά το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/57 "Επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ' έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους καθ' ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας ηυξημένας κατά 100%". Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής), όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων δεν δικαιούται για τις αποδοχές αδείας των 12 ημερών που δεν έλαβε προσαύξηση των αποδοχών αυτών αδείας κατά 100%, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός ζήτησε την άδεια των 12 ημερών και η εναγομένη δεν του τη χορήγησε. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, δέκατος τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 118 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι οι λόγοι αναίρεσης για να είναι ορισμένοι και συνεπώς παραδεκτοί πρέπει να περιέχουν πλήρη και σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη σε αυτήν πλημμέλεια. Η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος ή σε οποιοδήποτε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πέμπτο, έκτο, δέκατο και δωδέκατο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστες αιτήσεις του, χωρίς όμως να τις καθορίζει επακριβώς, ώστε να κριθεί αν αυτές αποτελούν αιτήσεις κατά την προαναφερόμενη έννοια του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αλλά παραπέμποντας για τον προσδιορισμό τους στις αντίστοιχες σελίδες και παραγράφους της ένδικης αγωγής του.
Συνεπώς, οι άνω αναιρετικοί λόγοι είναι αόριστοι, η δε αοριστία τους δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής. Πρέπει, επομένως, να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους. Με τον δέκατο τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτησή του αναιρεσείοντος, αφού δεν απάντησε ως προς τη βάση της αγωγής του, με την οποία είχε ζητήσει για την εργασία του ως προγραμματιστή τα ποσά των 16.800 ευρώ για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο του 2000 μέχρι 5-3-2004 και 15.600 για τους υπόλοιπους μήνες των ετών 2002, 2003 και 2004 μετά την πρόσληψη προγραμματιστή λόγω της απαραίτητης συμμετοχής του στην εργασία αυτή. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε απορριπτέα την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά το μέρος της αυτό και, συνεπώς, δεν άφησε αδίκαστη τη σχετική βάση αυτής.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, το Εφετείο, αναφορικά με τον υπολογισμό της αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος, για παράνομη υπερωριακή εργασία των χρονικών διαστημάτων από 1-4-2001 μέχρι 31-12-2001 και 1-1-2002 μέχρι 31-12-2002, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ζητούσε με την αγωγή του προσαύξηση του ωρομισθίου του ίση με το 100%, ενώ, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, ζητεί προσαύξηση ίση με το 200%, αντί του δικαιουμένου από αυτόν ποσοστού 150% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον εν μέρει και δη κατά το ποσοστό 150% της προσαύξησης βάσιμο θεμελιωτικό της ένδικης αγωγής ισχυρισμό. Επομένως, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, και ο όγδοος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ. 8. του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται η πλημμέλεια του εσφαλμένου υπολογισμού της αποζημιώσεως για παράνομη υπερωριακή εργασία, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Επίσης, οι έβδομος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, και ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, αληθώς αμφότεροι από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αρ. 1 όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, είναι εν μέρει βάσιμοι και δη κατά το ποσοστό της προσαύξησης 150%, αβάσιμοι δε κατά το επιπλέον ποσοστό.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το προδιαληφθέν μέρος της, δηλ. ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στην επιδίκαση αμοιβής για παράνομη υπερωριακή απασχόληση και την προσαύξηση αυτής και ειδικότερα, αναφορικά με τον υπολογισμό της αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος για παράνομη υπερωριακή εργασία των χρονικών διαστημάτων από 1-4-2001 μέχρι 31-12-2001 και 1-1-2002 μέχρι 31-12-2002, και την προσαύξηση αυτής, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που δίκασε, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (αρθρ. 183, 178 και 176 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, εν μέρει, την 2669/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 6η Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του την 10η Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ