12/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 12 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 12/2011
Legislator headnote
AI generated12/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 12 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 12/2011
Full text
Απόφαση 12 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 12/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. συζ. Π. Β., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Β. του Ν., και προσωρινά διαμένοντος στο …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Γεροκωνσταντή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Φεβρουαρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 161/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 207/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 11 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568 §§1,2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004). Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4εδ.β'και γ' ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσίβλητο υπ' αριθ. 15262/4.2.2009 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βόλου Α. Ρ. ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 207/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας επισπεύσθηκε με φροντίδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 16 την δικάσιμο της 2.11.2009, κατά την οποία η αναιρεσείουσα κλήθηκε να παραστεί (άρθρ.122§1, 123, 126§1περ.α, 128§§1-3, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ). Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου , δεν παρέστη η αναιρεσείουσα και η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 4.10.2010, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, κατά την οποία η αναιρεσείουσα όφειλε να παραστεί χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχε νόμιμα κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής της για τη νέα δικάσιμο. Όμως η αναιρεσείουσα δεν παρέστη ούτε κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ). 2. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553§1περ.β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001? ΑΠ 162/1997? ΑΠ 1470/2003), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513§1εδ.βπερ.β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998? ΑΠ 1051/1993? ΑΠ 662/2006), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων. Συνήθως βέβαια η άσκηση απευθείας αναίρεσης, κατά παράλειψη της ανακοπής ερημοδικίας και ενώ διαρκεί η προθεσμία της (άρθρ. 503 ΚΠολΔ), υποδηλώνει σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας (άρθρ.299 ΚΠολΔ), η οποία είναι επιτρεπτή και έγκυρη, εφόσον όμως ο υπογράφων το δικόγραφο της αναίρεσης έχει την ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, που απαιτεί το άρθρ. 98περ.β ΚΠολΔ (ΑΠ 78/1999? ΑΠ 1983/2006). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 592 επ. ΚΠολΔ υπ' αριθμ. 207/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία ερήμην της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας απέρριψε την από 27.9.2005 έφεσή της κατά της υπ' αριθ. 161/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία ερήμην αυτής έγινε δεκτή η από 2.2.2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και κηρύχθηκε λυμένος ο μεταξύ τους υφιστάμενος γάμος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§1 ΚΠολΔ), αφού είχε ήδη παρέλθει άπρακτη η δεκαπενθήμερη προθεσμία άσκησης από την αναιρεσείουσα ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην αυτής εφετειακής απόφασης (άρθρ. 503§1 ΚΠολΔ) και είχε έτσι καταστεί τελεσίδικη η απόφαση αυτή, που της επιδόθηκε στις 16.10.2010 (βλ. την υπ. αριθ. 14333/ 16.10.2010 έκθεση της αυτής ως άνω δικαστικής επιμελήτριας).
Συνεπώς είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 98 ΚΠολΔ, η πληρεξουσιότητα που δίνεται κατά το άρθρ. 96 ίδιου κώδικα σε δικηγόρο για τη διεξαγωγή δίκης σε πολιτικό δικαστήριο δεν περιλαμβάνει, πλην άλλων, εκτός αν ειδικά το αναφέρει, το δικαίωμα να διεξαχθεί δίκη που αφορά γαμικές διαφορές, στις οποίες κατά το άρθρ. 592περ.α ΚΠολΔ περιλαμβάνεται και η δίκη διαζυγίου, η έλλειψη δε της αναγκαίας πληρεξουσιότητας εξετάζεται κατά το άρθρ. 104 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, με συνέπεια να δικάζεται ερήμην ο διάδικος που εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο στερούμενο της αναγκαίας ειδικής πληρεξουσιότητας, αφού αυτός θεωρείται ως μη νομίμως παριστάμενος (πρβλ. ΑΠ 1620/2000). Στην περίπτωση αυτή και προκειμένης δίκης στο Εφετείο, οφείλει το δικαστήριο, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 110§2, 271, 498§1 και 524§1εδ.α'ΚΠολΔ, να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης, οπότε αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του διαδίκου που εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο χωρίς πληρεξουσιότητα και ο διάδικος αυτός δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης, διαφορετικά δικάζεται ερήμην και μάλιστα σαν να ήταν παρών αν είναι εφεσίβλητος, ενώ αν είναι εκκαλών απορρίπτεται η έφεσή του. Εξ άλλου στην απόφαση του δικαστηρίου δεν είναι απαραίτητο να γίνεται ρητή μνεία για την ύπαρξη πληρεξουσιότητας και να αναφέρεται αναλόγως και το σχετικό πληρεξούσιο, αλλά όπως από τις διατάξεις των άρθρ. 104 και 105 ΚΠολΔ συνάγεται, αρκεί η πληρεξουσιότητα για τη διεξαγωγή της δίκης να αποδεικνύεται από το επισυναπτόμενο στη δικογραφία πληρεξούσιο ή από τα πρακτικά της δίκης, εφόσον η πληρεξουσιότητα δόθηκε με προφορική δήλωση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης από το συμπαριστάμενο με το δικηγόρο του διάδικο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση από το επισυναπτόμενο στη δικογραφία και παραδεκτά, κατά το άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενο υπ' αριθ. …/.2005 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Αγγελικής Ντουραμπά προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος χορήγησε στο δικηγόρο Βόλου Αναστάσιο Γεροκωνσταντή την ειδική κατά το άρθρ. 98 ΚΠολΔ πληρεξουσιότητα να παρίσταται για λογαριασμό του και να τον εκπροσωπεί κατά την εκδίκαση της με αριθμό κατάθεσης 54/3.2.2004 αγωγής διαζυγίου, που άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου κατά της αναιρεσίβλητης ήδη συζύγου του. Επομένως ο δικηγόρος αυτός, ο οποίος σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της δίκης στο Εφετείο, παρέστη για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου και τον εκπροσώπησε στο δικαστήριο εκείνο κατά την εκδίκαση της από 27.9.2005 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 161/2005 απόφασης του ΠολΠρΒόλου, νόμιμα κατά τα προεκτεθέντα παρέστη και τον εκπροσώπησε, μολονότι στην εφετειακή απόφαση δεν μνημονεύεται το παραπάνω ειδικό πληρεξούσιο και γενικότερα η χορήγηση από τον αναιρεσίβλητο στο δικηγόρο του της αναγκαίας για τη διεξαγωγή της δίκης ειδικής πληρεξουσιότητας, αφού πρόκειται για δίκη διαζυγίου. Συνακόλουθα είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από το άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι παρά το νόμο έγινε δεκτή η εκπροσώπηση του αναιρεσιβλήτου από τον ως άνω δικηγόρο στην κατ' έφεση δίκη, παρόλο που στην εφετειακή απόφαση δεν αναφέρεται ότι έχει αυτός την αναγκαία σε δίκη διαζυγίου ειδική πληρεξουσιότητα. Κατά τα λοιπά από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτή απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας λόγω της ερημοδικίας της με τις ακόλουθες ειδικότερα παραδοχές: "Από την 13539/29.9.2006 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας στο Πρωτοδικείο Βόλου Α. Ρ., που με επίκληση προσκομίζει ο εφεσίβλητος, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση έφεσης κατά της 161/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που δίκασε τη διαφορά των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών (άρθρ. 591επ., 600, 524§1 ΚΠολΔ), με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε στην εκκαλούσα νόμιμα και εμπρόθεσμα για τη δικάσιμο της 22.9.2006, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Η τελευταία, ωστόσο, δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου.
Συνεπώς, εν όψει του ότι η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως (άρθρ. 226§4 σε συνδυασμό με άρθρ. 591§1 ΚΠολΔ), πρέπει να δικασθεί ερήμην και να απορριφθεί η έφεσή της ως ανυποστήρικτη, χωρίς να ακολουθήσει περαιτέρω έρευνα αυτής (άρθρ. 226§4, 271§§1 και 2, 524§1 ΚΠολΔ)...". Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε στις 29.9.2006 από τον αναιρεσίβλητο για να παραστεί στη συζήτηση της έφεσής της κατά τη δικάσιμο της 22.9.2006, κατά την οποία με αίτημα του παριστάμενου δικηγόρου του αναιρεσίβλητου η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 8.12.2006. Δηλαδή η αναιρεσείουσα φέρεται ότι κλητεύθηκε στις 29.9.2006 για την προηγηθείσα δικάσιμο της 22.9.2006, κατά την οποία δεν παρέστη, οπότε με την παραδοχή αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση θα έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 8.12.2006, κατά την οποία η αναιρεσείουσα επίσης δεν παρέστη, αφού ναι μεν κατά τη διάταξη του άρθρ. 226§4εδ.γ'ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 498§2εδ.β 'ΚΠολΔ και στην κατ' έφεση δίκη, κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, με την προϋπόθεση όμως ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατ' αυτή χωρίς εναντίωση και είχε έτσι καλύψει την όποια ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο (βλ. και ΑΠ 136/1999? ΑΠ 811/2007). Ωστόσο από την υπάρχουσα στη δικογραφία και παραδεκτά επισκοπούμενη υπ' αριθ. 13539/29.9.2006 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βόλου Α. Ρ. προκύπτει ότι στις 29.9.2006 με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα αφενός μεν αντίγραφο της απευθυνόμενης στο Εφετείο Λάρισας από 27.9.2005 έφεσής της κατά της υπ' αριθ. 161/2005 απόφασης του ΠολΠρΒόλου, με πράξη κατάθεσης της έφεσης στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πράξη ορισμού δικασίμου για τις 22.9.2006, αφετέρου δε αντίγραφο από το πινάκιο της δικασίμου αυτής στο Εφετείο Λάρισας, από το οποίο προκύπτει ότι η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 8.12.2006, κατά την οποία κλήθηκε τελικώς να παραστεί η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς παρά την ελλιπή ως άνω αιτιολογία της, καλώς με την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση δεν κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης της αναιρεσείουσας, αλλά αυτή δικάσθηκε ερήμην και απορρίφθηκε για το λόγο αυτό η έφεσή της, δηλαδή η απόφαση έχει ορθό διατακτικό, οπότε είναι απορριπτέος κατά το άρθρ. 578 ΚΠολΔ ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια και πάλι από το άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.11.2007 αίτηση της Β. συζ. Π. Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 207/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ