Legislator Case Law & Legislation
12/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance contract termination due to serious breach of contract by the policyholder.

Case Number 12/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision terminating an insurance contract. The appellant argued that the insurer failed to properly reject new evidence submitted at the appellate level and that the court of first instance overlooked the appellant's alleged serious breach of contract. The court rejected these claims, ruling that the lower courts correctly applied the law regarding the admissibility of new evidence and the definition of a serious breach, finding the appellant's arguments legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 529 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's failure to explicitly reject new evidence submitted by the opposing party does not constitute a ground for cassation if the lower court's substantive decision is supported by the established facts and legal reasoning.

Keywords

AI generated
insurance contract termination serious breach of contract admissibility of new evidence cassation appeal abuse of right

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 numbers 8 and 14 of the Code of Civil Procedure
Article 529 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 288 of the Civil Code
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 12 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 12/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μοσχοβάκη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Ανώνυμη Ασφαλιστική εταιρία" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και ως καθολικής διαδόχου, σύμφωνα με τα άρθρα 69 και 75 παρ. 2 του ν. 2190/1920, της προϋφισταμένης εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Ανώνυμη Εταιρία Ασφαλίσεων Ζωής", λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεώς της, δυνάμει της υπ' αριθμ. Κ3-6194/29.6.2007 αποφάσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης,( η οποία είχε συγχωνευτεί δι' απορροφήσεως από την εταιρία "AGF ΚΟΣΜΟΣ ΖΩΗ Α.Ε" δυνάμει της υπ' αριθμ. Κ3 - 9023/29.10.1999 στο Μητρώο Ανώνυμων Ασφαλιστικών Εταιριών του ιδίου Υπουργείου, η οποία και μετωνομάσθηκε ως άνω "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Ανώνυμη Εταιρία Ασφαλίσεων Ζωής") η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Μπουρτζάλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Ιουλίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1730/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3555/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Ιουλίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 29 Οκτωβρίου 2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 1100/25-7-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3555/19-5-2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 98155/5952/16-7-2001 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος εφέροντο προς διάγνωση οι κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης αξιώσεις του (α) από την κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 4 εδ. α' του ν. 1569/1985, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 παρ. 8 του ν. 2496/1997, προμήθεια και β) χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, μετά την καταγγελία από την τελευταία της συνδέουσας τους διαδίκους συμβάσεως, σε εκτέλεση της οποίας πρόσφερε τις υπηρεσίες του ασφαλιστικού συμβούλου. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική επ' αυτής 1730/2005 απόφαση, του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε συνέπεια με την αξιολόγηση της με στοιχ. (α) αξιώσεως του ενάγοντος ως αόριστης και εκείνης με στοιχ (β) ως μη νόμιμης. Την εν λόγω απόφαση προσέβαλε ο τελευταίος με την 6277/13-7-2005 έφεση, κατ' αποδοχή της οποίας με την 3555/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς ενάγων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Και ειδικότερα:

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν κάλυπταν όλα τα στοιχεία που αποκτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δε προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 του ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο με το άρθρο 36 παρ. 8 του ν. 2496/1997, αν για οποιοδήποτε λόγο λυθεί ή λήξει η πρακτορική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον πράκτορα (και στον ασφαλιστικό σύμβουλο) προμήθεια για χρονικό διάστημα μέχρι τρία έτη από την καταγγελία, που αναλογεί, στη παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί γι' αυτό το διάστημα να παραμένει στην επιχείρηση στο μέτρο που θα την εδικαιούτο αν δεν είχε λυθεί ή λήξει η σύμβαση.

Δεν οφείλεται προμήθεια, αν η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, που οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του πράκτορα, που συνεπάγεται ποινική ή αστική ευθύνη του ή αν λύθηκε με πρωτοβουλία του πράκτορα. Κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο ενάγων υπήρξε ιπτάμενος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας.

Το έτος 1989 αποστρατεύθηκε με το βαθμό του Ταξίαρχου και αποφάσισε να ασχοληθεί με τον κλάδο των ασφαλειών. Στις 1-3-1991 κατάρτισε με την ασφαλιστική εταιρεία AGF ΚΟΣΜΟΣ ΖΩΗ Α.Ε. σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου, η οποία έχει τη νομική μορφή σύμβασης έργου, με την οποία ανέλαβε, σύμφωνα με τον όρο 1 αυτής, την υποχρέωση να παρουσιάζει, προτείνει και προπαρασκευάζει προτάσεις πελατών της εταιρείας, για ασφάλειες, με βασικό καθήκον τη σύναψη και επέκταση των ασφαλιστικών συμβάσεων και τη διατήρησή τους στην ασφαλιστική εταιρεία (όρος 5).

Σύμφωνα με τον 13ο όρο της σύμβασης αυτής, συμφωνήθηκε, ότι για τις υπηρεσίες, που θα παρείχε στην εταιρεία, θα εισέπραττε ποσοστό προμήθειας επί των καθαρών ασφαλίστρων κάθε ασφαλιστηρίου συμβολαίου της παραγωγής τους με βάση τους δυο συνημμένους, στην έγγραφη σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου, πίνακες.

Ο 1ος πίνακας προμηθειών ίσχυσε για την παραγωγική δραστηριότητα του ενάγοντα μέχρι το τέλος του έτους 1995 και ο 2ος πίνακας ίσχυσε από 1-1-1996 και εντεύθεν. Οι πίνακες αυτοί αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα της από 1-3-1991 σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου του ενάγοντα, καθόριζαν τα ποσοστά προμηθειών του κλάδου ζωής, που μειώνονταν κλιμακούμενα ποσοστιαία κάθε έτος, ενώ ήταν σταθερά για τις συμπληρωματικές καλύψεις (ατυχήματα και ασθένειες) και υπερίσχυαν των θεμάτων των προμηθειών, που ρύθμιζε με το περιεχόμενό της η σύμβαση.

Οι όροι αυτοί έγιναν αμοιβαίως αποδεκτοί. Η συνεργασία των διαδίκων ήταν ομαλή. Το έτος 1993 ο ενάγων προήχθη σε διευθυντή υποκαταστήματος. Το έτος 1997 η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ALLIANZ Α.Ε.Α.Ζ. εξαγόρασε την εταιρεία AGF ΚΟΣΜΟΣ ΖΩΗ Α.Ε. (βλ. την Κ 3-9023/29-10-1999 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης) και έκτοτε υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της.

Την 15-12-1998 η εναγομένη, στα πλαίσια της δυνατότητας δανειοδότησης των ασφαλιστικών της συμβούλων και κατόπιν του από 5-11-1998 αιτήματος του ενάγοντα, ο οποίος την εποχή εκείνη ανοικοδομούσε την κατοικία του στη ...., του χορήγησε τοκοχρεωλυτικό δάνειο ύψους 5.000.000 δραχμών. Ο ενάγων επίσης, από την πλευρά του συναίνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητό του.

Στις 20-12-1999 η εναγομένη κατήγγειλε τη συνεργασία της (σύμβαση έργου) με τον ενάγοντα με την από 17-12-1999 εξώδικη καταγγελία και τον καλούσε να της αποδώσει εντός 15 ημερών το ποσό των 367.219 δραχμών, που αποτελούσε χρεωστικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο από τη μεταξύ τους εργολαβική σχέση και το ποσό των 4.376.636 δραχμών, ως υπόλοιπο κεφαλαίου του δανείου, που επίσης, σύμφωνα με τον όρο 5 της δανειακής σύμβασης, κατέστη ληξιπρόθεσμο λόγω της διακοπής της συνεργασίας τους.

Ας σημειωθεί, ότι στον όρο 17 της από 1-3-1991 σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου του ενάγοντα, είχε προβλεφθεί η καταγγελία χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου ή άλλου λόγου. Ο ενάγων τότε με την από 4-3-2000 επιστολή του προς τον οικονομικό διευθυντή, ...., ζήτησε να συνεχίσει τη συνεργασία του με την εναγομένη, ως ασφαλιστικός πράκτορας και να διατηρηθεί ο διακανονισμός του δανείου του.

Επίσης, ζήτησε να του χορηγηθεί χρηματικό ποσό από το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα της εναγομένης, για να αποπερατώσει την οικοδομή του, επειδή αντιμετώπιζε οικονομική στενότητα. Η πρότασή του έγινε αποδεκτή από την εναγομένη και, όπως κατέθεσε ο μάρτυράς της, η καταγγελία θεωρήθηκε ανενεργής, διότι τούτο εξυπηρετούσε και τις δυο πλευρές.

Τον ενάγοντα, για να συνεχίσει να εργάζεται και να εισπράττει προμήθειες από την παραγωγική του δραστηριότητα στον κλάδο ζωής και σε Γενικές Ασφάλειες (βλ. την από 4-3-2000 αίτησή του) και την εναγομένη, για να καταστεί δυνατή η εξόφληση του δανείου. Ο ενάγων συνέχισε να εξοφλεί τις δόσεις του δανείου και συγχρόνως εισέπραξε προμήθειες 2.498.250 δραχμών κατά το χρονικό διάστημα Δεκέμβριος 1999 έως Απρίλιος 2000, όπως προκύπτει από τις αποδείξεις παραλαβής επιταγών της εναγομένης με αρ. ....και ...., που μνημονεύονται στην υπ' αρ. 1717/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία), που θα αναφερθεί παρακάτω.

Έκτοτε οι σχέσεις των διαδίκων άρχισαν να διαταράσσονται. Υπήρχαν πληροφορίες, ότι ο ενάγων παρότρυνε τους πελάτες του να μην εξοφλούν τα συμβόλαιά τους προς την εναγομένη, ώστε να ακυρωθούν ή να τα εξαγοράσουν, προκειμένου αυτός να τους μεταφέρει σε άλλη εταιρεία με ευνοϊκότερους όρους και ειδικότερα στην ASPIS BOND.

Ο ενάγων εξαγόρασε το υπ' αρ. .... συμβόλαιο της ... και το μετέφερε στην ASPIS BOND. Ο ενάγων, εν αγνοία του ως άνω ασφαλισμένου, ακύρωσε τα συμβόλαιά του και προσπαθούσε αντιδεοντολογικά να τα μεταφέρει στην Ασπίς Πρόνοια και ότι τούτο αποκαλύφθηκε, όταν ο πιο πάνω ασφαλισμένος πελάτης έλαβε ταχυδρομικώς τις ειδοποιήσεις της εναγομένης για την δεύτερη εξόφληση των συμβολαίων του, ενώ αυτός θεωρούσε, ότι ο ενάγων είχε τακτοποιήσει την εξόφληση με την εναγομένη.

Η εναγομένη, υιοθετώντας την πρόταση του εμπορικού διευθυντή, ..., με την από 15-6-2000 εξώδικη δήλωση, που κοινοποίησε στον ενάγοντα την 20-6-2000, κατήγγειλε τη σύμβαση έργου του ενάγοντα για σπουδαίο λόγο και δήλωσε ότι αναβιώνει την προηγούμενη από 17-12-1999 καταγγελία της συνεργασίας τους. Ως σπουδαίο λόγο ανέφερε την καθυστέρηση εξόφλησης των οφειλών του ενάγοντα, που αναφέρονταν στην προηγούμενη καταγγελία, οι οποίες λόγω της διακοπής της συνεργασίας κατέστησαν ληξιπρόθεσμες (βλ.

όρο 5 της δανειακής σύμβασης), όπως και την αντιδεοντολογική επαγγελματική του συμπεριφορά (υφαρπαγή πελατών της). Συγχρόνως πέτυχε να εκδοθεί σε βάρος του η υπ' αρ. 1697/2001 διαταγή πληρωμής και επέσπευσε εναντίον του προσημειωθέντος ακινήτου του (για την 19-9-2001) δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό (βλ. την υπ' αριθ. 1649 περίληψη της 1648/9-4-2001 κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών, ...).

Ο ενάγων άσκησε κατά της διαταγής πληρωμής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 20-4-2001 (αρ. κατ. 3375/2001) ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 1717/2003 απόφαση του Μον. Πρωτ. Αθηνών, που απέρριψε την ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται, ότι η καταγγελία της σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου του ενάγοντα εκ μέρους της εναγομένης, ως διαρκής ενοχική σχέση, ήταν επιτρεπτή κατ' αρχήν, όπως προέβλεπε η μεταξύ τους σύμβαση, αλλά και από τη γενική αρχή του δικαίου υπό τους περιορισμούς των άρθρων 281 και 288 Α.Κ., που επιβάλλουν τα δικαιώματα και ειδικότερα, τα ενοχικά να ασκούνται, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Στην ένδικη υπόθεση και, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του Α.Κ., η συνέχιση της συνεργασίας του ενάγοντα κρίνεται δυσβάσταχτη για την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία λόγω της έλλειψης εμπιστοσύνης, που δημιουργήθηκε στο πρόσωπό του από την παραβίαση, εκ μέρους του ενάγοντα, της επαγγελματικής δεοντολογίας.

Η υπονόμευση των συμφερόντων της εναγομένης, με την υφαρπαγή των πελατών της, συνιστά σπουδαίο λόγο της καταγγελίας της σύμβασης συνεργασίας των διαδίκων εκ μέρους της. Επομένως, η συνέχιση της συνεργασίας δεν είναι αξιώσιμη, κατά την καλή πίστη, εκ μέρους του ενάγοντα και η λύση της σύμβασης οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα αυτού, ως ασφαλιστικού πράκτορα.

Περαιτέρω και, όσον αφορά το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, είναι επίσης απορριπτέο, εφόσον η καταγγελία της σύμβασης συνεργασίας εκ μέρους της εναγομένης δεν ήταν άκαιρη και αδιαιολόγητη, αλλά νόμιμη, κατά τα άρθρα 281 και 288 του Α.Κ. και δεν συνιστά αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 σε συνδ. 57 και 59 του Α.Κ., ώστε να δικαιολογεί την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης".

Από τις παραδοχές αυτές της αποφάσεως προκύπτει, ότι με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (υπομάνσυση των οικονομικών συμφερόντων της αναιρεσίβλητης με την διοχέτευση των πελατών της σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία), τα οποία πληρούν την αόριστη νομική έννοια του βαρέος παραπτώματος και παράλληλα δικαιολογούν αστική ευθύνη του αναιρεσείοντος.

Επομένως ο πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠοΛΔ ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 4 παρ. 4 του ν. 1565/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 8 του ν. 2496/1997, ελέγχονται ως αβάσιμοι.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 527 περ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος μπορεί να προτείνει ισχυρισμούς, τους οποίους δεν είχε προβάλλει πρωτοδίκως, εφόσον αυτοί συντελούν σε υπεράσπιση κατά της εφέσεως και επικύρωση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως.

Συνεπώς οι τρίτος, τέταρτος και έκτος λόγος, με τους αποδίδεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη και παράλληλα παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο τον ισχυρισμό της εφεσίβλητης περί καταγγελίας εκ μέρους της συνδέουσας τους διαδίκους συμβάσεως λόγω σοβαρού παραπτώματος του αναιρεσείοντος, τον οποίο δεν είχε προτείνει με τις προτάσεις της κατά την πρωτοβάθμια δίκη, ελέγχονται ως ερειδόμενοι επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως και αβάσιμοι, σε συνέπεια με την νομική παραδοχή ότι παραδεκτώς προτείνεται το πρώτον, στο εφετείο προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως.

ΙΙΙ. Κατά τους ορισμούς του άρθρου 529 ΚΠολΔ κατά κανόνα είναι παραδεκτή η προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων στο εφετείο, το οποίο, αν δε τα αποκρούσει ως απαράδεκτα για κάποιον από τους αναφερόμενους στο εν λόγω άρθρο λόγους, δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του, ειδική αιτιολογία. Επομένως οι έβδομος, όγδοος, και ένατος κατά σειρά λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται η πλημμέλεια, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθ. 11 και 14 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, χωρίς παράλληλα να κηρύξει απαράδεκτα, τα αναφερθέντα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκε η εφεσίβλητη, για πρώτη φορά στο Εφετείο, χωρίς να τα αποκρούσει ως απαράδεκτα, ελέγχονται ως αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Με τον δέκατο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζεται, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο της ουσίας, έλαβε υπόψη, χωρίς παράλληλα να κηρύξει απαράδεκτη ένσταση της αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (ΑΚ 281), την οποία δεν είχε προτείνει εκείνη, ως εφεσίβλητη. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 561 παρ. 2) προκύπτει ότι αναφέρεται στο άρθρο 281, ως και το άρθρο 288 ΑΚ, για τον προσδιορισμό της αόριστης νομικής έννοιας του βαρέος παραπτώματος και της υπαγωγής εις αυτήν της επιδειχθείσης από τον αναιρεσείοντα έναντι της αναιρεσίβλητης αντισυμβατικής συμπεριφοράς, κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές της παραδοχές, χωρίς να απορρίπτει την αγωγή κατ' αποδοχή ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, αλλ' εκείνης ότι η εκ μέρους της τελευταίας καταγγελία της συνδέουσας τους διαδίκους συμβάσεως οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του αναιρεσείοντος, αιτιολογία η οποία σε κάθε περίπτωση στηρίζει αυτοτελώς την απορριπτική επί της αγωγής κατ' ουσίαν κρίση της.

Συνεπώς και ο λόγος αυτός αξιολογείται ως αβάσιμος και πρέπει, όπως και οι λοιποί, να απορριφθεί. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 1100/25-7-2006 αίτηση για αναίρεση της 3555/19-5-2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ