12/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated12/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων που διαπνέει το εργατικό δίκαιο συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση ΣΣΕ και ατομικής συμβάσεως, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, Κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 12 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 12/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Μαντζουράνη. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ - ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ Ε.Ε.Σ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Ζουμπούλη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2523/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 3932/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί οι αναιρεσείων με την από 28-3-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 5-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, απαιτείται σύμβαση, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθίαν στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βουλήσεως, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων δυνάμει της οποίας οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία προς κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως.
Εξ άλλου από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων που διαπνέει το εργατικό δίκαιο συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση ΣΣΕ και ατομικής συμβάσεως, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, Κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση.
Σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών που καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας" (που ίσχυσε μέχρι 8-5-1990) σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ, την οποία αρχή προβλέπει η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν δυσμενέστερων όρων των ΣΣΕ.
Και τούτο γιατί οι κανονιστικοί όροι της ΣΣΕ περιέχουν κατώτατα όρια προστασίας, που απαγορεύουν τη δυσμενέστερη ρύθμιση με ατομική σύμβαση, επιτρέπουν όμως με την τελευταία τη βελτίωση της προστασίας αυτής. Περαιτέρω κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 1397/1983 για το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ), νοσοκομειακές μονάδες που λετιουργούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (7-10-1983) ως υπηρεσίες ΝΠΙΔ εφόσον επιχορηγούνται με οποιοδήποτε τρόπο από το Δημόσιο, μετατρέπονται εντός έτους από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε ΝΠΔΔ και υπάγονται στις διατάξεις του ΝΔ 2592/1953 "περί οργανώσεως της ιατρικής αντιλήψεως" με ΠΔ εκδιδόμενο μετά πρόταση του Υπ.
Υγείας και Πρόνοιας. Το προσωπικό (πλην ιατρικού) που υπηρετεί στις μονάδες αυτές κατά τη δημοσίευση των ΠΔ της μετατροπής, εντάσσεται ύστερα από πρόταση του αρμοδίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου εφόσον συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα. Το προσωπικό που δεν συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλει αίτηση ένταξης, εξακολουθεί να υπηρετεί με τις ίδιες προϋποθέσεις που υπηρετούσε και στις ίδιες θέσεις οι οποίες μετατρέπονται σε προσωρινές που καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο.
Το ως άνω άρθρο το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 132 του ν. 2071/1992, επαναλήφθηκε στο άρθρο 48 του ίδιου νόμου. Εξάλλου με το π.δ. 592/1985 (ΦΕΚ Α' 208/13.12.1985), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1397/1983 και ύστερα από πρόταση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων το νοσοκομείο Αθηνών "Κοργιαλένιο Μπενάκειο", το οποίο λειτουργούσε ως υπηρεσία του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού (ΝΠΙΔ), μετατράπηκε σε αυτοτελές ΝΠΔΔ και υπήχθη στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953 και του ν. 1397/1983, ορίστηκε δε ότι το προσωπικό του εντάσσεται σε οργανικές θέσεις του νέου Οργανισμού και ότι μέχρι την έκδοση του Οργανισμού αυτού και την τακτοποίηση του προσωπικού, τούτο εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο νοσοκομείο με την ίδια εργασιακή σχέση.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του π.δ. 410/1988 οι αποδοχές του προσωπικού, επί σχέση εργασίας ιδιωτικού δικάιου του Δημοσίου, των ΟΤΑ, και των λοιπών ΝΠΔΔ που προσλαμβάνονται για κάλυψη οργανικών θέσεων, καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 1198/1971, όπως ισχύει, δηλαδή με ειδικές συλλογικές συμβάσεις καταρτιζόμενες σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στις διατάξεις του.
Τέλος με την από 22.12.1988 Ε.Σ.Σ.Ε., που κηρύχθηκε υποχρεωτική για όλους (εργοδότες και εργαζομένους) του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1.7.1988 επεκτάθηκαν στους εργαζομένους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα Νοσοκομεία του ν.δ. 2593/1953, που είναι μέλη σωματείων ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ, στο σύνολό τους.
Οι διατάξεις του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988, ενώ με το άρθρο 9 της άνω Ε.Σ.Σ.Ε. ορίσθηκε ότι τυχόν ανώτερες αποδοχές διατηρούνται (Ολ. ΑΠ 26/2006, 26/2007). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: Ο αναιρεσείων - ενάγων προσλήφθηκε από το αναιρεσίβλητο - εναγόμενο νοσοκομείο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως αδειούχος διπλωματούχος ηλεκτροτεχνίτης και με την ατομική του σύμβαση συμφωνήθηκε να αμείβεται σύμφωνα με τις ΣΣΕ "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων, οικοδόμων, πλοίων κλπ όλης της χώρας", όπως αυτές ίσχυαν κάθε φορά.
Μετά τη μετατροπή του αναιρεσιβλήτου σε ΝΠΔΔ και την υπαγωγή του στο Ε.Σ.Υ. συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ίδια ιδιότητα, ασκώντας δε νόμιμο δικαίωμα του από τον ν. 1476/1984 δεν μονιμοποιήθηκε, αλλά παρέμεινε σε προσωρινή θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μισθοδοτούμενος με βάση τις ως άνω ΣΣΕ.
Το εναγόμενο, εφαρμόζοντας τη δυσμενέστερη γι' αυτόν Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ έπαυσε να τον μισθοδοτεί από 1.1.1997 με βάση τις ΣΣΕ των ηλεκτροτεχνιτών. Έκρινε ότι η εργασιακή σχέση του αναιρεσείοντος, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα 1.7.1997-31.10.2001 διέπονταν από το μισθολογικό καθεστώς της ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ, το οποίο δεν μπορούσε να τροποποιηθεί με ατομική σύμβαση εργασίας ή άλλες Σ.Σ.Ε., έστω και αν περιέχουν όρους ευμενέστερους από εκείνους των ειδικών ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ.
Μετά από αυτά το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς το αίτημα αναγνώρισης επί υποχρέωσης του εναγομένου εφαρμογής των ΣΣΕ "περί όρων αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων... όλης της χώρας". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε σύμφωνα με τα παραπάνω τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, 6 παρ. 2 του ν. 1397/1983 και ήδη 48 του ν. 2071/1992, κατά το βάσιμο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ μοναδικό λόγο της αναιρέσεως.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 3932/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ