Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to specify document distortion details per Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the Third Instance Court's final decision regarding a property ownership dispute. The appellant argued the lower court distorted a lease agreement, but the court found the appeal inadmissible because it failed to specify the document's content, the alleged distortion, and the resulting prejudice as required by law. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 20 and 577 § 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging distortion of a document is inadmissible if it fails to specify the document's content, the distorted content, and the resulting prejudice.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 129 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 129/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." (άρθρο 84 ν. 1416/1984 και Π.Δ 272/1985) εδρεύοντος στα ..., νόμιμα εκπροσωπουμένου, με ..., υπό την ιδιότητά του διαχειριστού της ... Περιουσίας ..., της ανήκουσας στον Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που λειτουργεί με την επωνυμία "..." εδρεύοντος στα ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Κουνιάκη, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Σ. του Ι., κατοίκου Ν. Β., 2) Ρ. συζ. Χ. Φ. το γένος Ιωάννου Σάμιου, κατοίκου Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, που κατέθεσαν προτάσεις: 1) Β. Χ., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και 2) Π. Δ., που ανακάλεσε την από 2-5-2023 δήλωσή της για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1817/2016 μη οριστική, 4053/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 556/2021 του Τριμελούς Εφετείου ... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-2-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 10-2-2022 (αρ. κατ. 8/2022) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 556/2021 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 4/6/2020 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 4053/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 11-7-2014 διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτή λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό της απόφασης.
Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (ΑΠ 1014/2019, 1632/2017, ΑΠ 10/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε στο σύνολο της την αγωγή του αναιρεσείοντος, για αναγνώριση της κυριότητας του επί του περιγραφόμενου οικοπέδου μετά των επ' αυτού δύο ισογείων κτισμάτων και απόδοση σ' αυτό παρά των εναγομένων του δώματος και της υπόγειας αποθήκης του δευτέρου εξ αυτών (κτισμάτων).
Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προφανώς επειδή ως επίδικα εκτιμώνται το δώμα και η αποθήκη, των οποίων ζητείται η απόδοση από τους εναγόμενους, που τα κατέχουν, δεν διαλαμβάνεται ιδιαίτερη αιτιολογία για το αναγνωριστικό της κυριότητας αίτημα επί του οικοπέδου μεθ' όλων των επ' αυτού κτισμάτων, πλην όμως, ενόψει της κατά τα ως άνω συνολικής απόρριψης της αγωγής, και το εν λόγω αίτημα θεωρείται ότι απορρίφθηκε σιωπηρά.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι δεν άφησε αδίκαστο το εν λόγω αίτημα, από μόνο το λόγο ότι δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με αυτό στο αιτιολογικό του και συνεπώς είναι αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Ολ ΑΠ 14/2005).
Για την πληρότητα του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (Ολ ΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1409/2015, 1185/2010, 324/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις προσκομισθείσες μετ' επικλήσεως από αυτό αναφερόμενες τρεις ένορκες βεβαιώσεις, επειδή (εσφαλμένως) θεώρησε ότι δεν προέκυπτε νομότυπη προηγούμενη κλήτευση της αντίδικης πλευράς.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν δεν προσδιορίζεται ο πραγματικός ισχυρισμός, που θα αποδεικνύονταν με αυτές, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν ουσιώδης και οι εν λόγω βεβαιώσεις ήταν κρίσιμες προς απόδειξη του. Εξάλλου η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί του νομοτύπου ή μη και της εντεύθεν λήψης υπόψη ή μη της ένορκης βεβαίωσης, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 30/2002, 2/2008) και συνεπώς κάθε ισχυρισμός διαδίκου που στρέφεται κατά της σχετικής παραδοχής του Δικαστηρίου είναι απαράδεκτος.
Ομοίως απορριπτέοι ως αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι κρίνονται και οι 4ος και 6ος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του, επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως από αυτό ειδικότερον αναφερόμενα σ' αυτούς έγγραφα (συμβόλαια, τοπογραφικά, κτηματολογικούς πίνακες με διαγράμματα κ.λ.π), επειδή και πάλι με αυτούς δεν προσδιορίζονται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που θα αποδεικνύονταν με αυτά, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν ουσιώδεις και τα εν λόγω έγγραφα ήταν κρίσιμα προς απόδειξη τους.
Σε κάθε περίπτωση πάντως όπως προκύπτει από την επισκόπησή της προσβαλλόμενης απόφασής, το Εφετείο βεβαιώνει ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και όλα τα εν λόγω αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά έγγραφα.
Εξάλλου, λόγοι αναιρέσεως αντιφατικοί μεταξύ τους είναι απαράδεκτοι, όπως όταν με τον ένα λόγο προβάλλεται η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο εγγράφων και με τον άλλο ότι το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στα ίδια έγγραφα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος,.
Σε περίπτωση δε κατά την οποία οι λόγοι αναίρεσης είναι αντιφατικοί, ο δεύτερος από αυτούς απορρίπτεται ως απαράδεκτος, ενώ ο προτασσόμενος αυτού λόγος ερευνάται (ΑΠ 619/2020, 579/2007). Στην προκείμενη περίπτωση ο ίδιος ως άνω έκτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο προσέδωσε στα ίδια έγγραφα (που κατά το πρώτο σκέλος δεν ελήφθησαν υπόψη) μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος (ως δημόσια έγγραφα), είναι απαράδεκτος και απορριπτέος γιατί είναι αντιφατικός σε σχέση με τον προτασσόμενο πιο πάνω από τον αριθμό 11γ του ίδιου άρθρου πρώτο σκέλος του λόγου αναίρεσης.
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).
Στη προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ωστόσο ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως αόριστος, πρωτίστως διότι δεν αναφέρεται, στο αναιρετήριο, ενάριθμα η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε διαλαμβάνονται σ' αυτό οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε καθορίζεται η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 130/2012).
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται, ότι παραβιάστηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί, έτσι, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 1627/2010).
Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 374/2013, ΑΠ 1643/2005).
Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο αιτίαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατεινόμενη ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο τoυ αναφερόμενου εγγράφου (ενός μισθωτηρίου). Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος πρωτίστως ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου, καθώς και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που του προσέδωσε το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, αλλά και ούτε ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 1627/2010). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης, κρίνεται απορριπτέος και επειδή αφενός μεν από την προσβαλλόμενη απόφαση, σαφώς προκύπτει, ότι για να καταλήξει το Εφετείο στην προαναφερόμενη αποδεικτική κρίση του, συνεκτίμησε το παραπάνω έγγραφο με τις λοιπές αποδείξεις και δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά ή προεχόντως στο έγγραφο αυτό, αφετέρου δε διότι εκ του αναιρετηρίου προκύπτει, ότι η αποδιδόμενη στην απόφαση πλημμέλεια συνίσταται όχι σε διαγνωστικό λάθος, αλλά σε (ανέλεγκτο αναιρετικά) σφάλμα εκτίμησης του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-2-2022 (αρ. κατ. 8/2022) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 556/2021 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ