Legislator Case Law & Legislation
129/2023 AI generated

129/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 129/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

129/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση που ο τρίτος με την, κατά το άρθρο 985 § 1 του Κ.Πολ.Δ., δήλωσή του αποδεχθεί την ύπαρξη της απαίτησης, όπως προσδιορίζεται στο κατασχετήριο έγγραφο, η δήλωσή του αυτή είναι καταφατική, διαφορετικά, σε περίπτωση που αρνηθεί την ύπαρξή της, η δήλωση αυτή είναι αρνητική, ενώ, εάν εφησυχάσει και παρέλθει η υπό του ως άνω άρθρου προθεσμία, ο νόμος θεωρεί, κατά νομικό πλάσμα, την παράλειψη ως αρνητική δήλωση.

Keywords

AI generated
loan write-off satisfaction of claim capacity to incur bill liability bank guarantee claim event exchange transaction withdrawal of social benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 129 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 129/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Μ. του Α., κατοίκου ... και 2) Δ. Τ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μίστρα.

Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-8-2003 ανακοπή, του αρχικού διαδίκου Α. Μ. που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6159/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2222/2006 του Εφετείου Αθηνών.

Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1411/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την από 15-8-2006 αίτηση του Α. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2222/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά των Π. Φ. και Ι. Δ., αναίρεσε την υπ' αριθ. 2222/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4133/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-10-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Βενιζελέας ανέγνωσε την από 14-11-2019 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αικατερίνης Κρυσταλλίδου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 82, 83 και 558 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, υφιστάμενο όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρεώσεως, η αναίρεση, όμως, απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του, που νίκησε και όχι κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση (ΑΠ 133/2018, ΑΠ 395/2011, ΑΠ 1617/2010).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον πρώτο αναιρεσείοντα ως καθολικό διάδοχο του αρχικού ανακόπτοντος - εφεσιβλήτου Α. Μ. και από τον ασκήσαντα κυρία παρέμβαση ενώπιον του Εφετείου, η οποία κρίθηκε ότι είναι πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του πρώτου αναιρεσείοντος και κατά της αναιρεσίβλητης, δεύτερο αναιρεσείοντα, ως ειδικό διάδοχο του ιδίου Α.

Μ., προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 4133/2013 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δίκασε μετά από παραπομπή σε αυτό της υπόθεσης με την υπ. αριθμ. 1411/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου και αφού δέχθηκε, ως προς τον μοναδικό κληρονόμο του αποβιώσαντος μετά την άσκηση της έφεσης Α.

Μ. πρώτο αναιρεσείοντα, την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 6159/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως απέρριψε την από 15/8/2003 ανακοπή εκ του άρθρου 986 ΚΠολΔ, που άσκησε ο Α. Μ. κατά της αναιρεσίβλητης και δύο άλλων φυσικών προσώπων, που δεν είναι διάδικοι.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα, αφού περιλαμβάνει και λόγο αναίρεσης, που πλήττει την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την ασκηθείσα από τον δεύτερο αναιρεσείοντα παρέμβαση και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ.

Πολ. Δ.).

Τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ, που ρυθμίζουν το συμψηφισμό, ορίζουν το μεν πρώτο ότι "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", το δε δεύτερο ότι "Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο.

Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν.

Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο, το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου, που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση, που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό, να είναι εκκαθαρισμένη.

Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 Α.Κ.) (ΑΠ 43/2022, ΑΠ 695/2020) ή λόγου ανακοπής. Όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του αντιδίκου, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γέννησής της, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 43/2022, ΑΠ 695/2020, ΑΠ 1057 /2019).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 167 Α.Κ., "η δήλωση της βούλησης έχει νομική ενέργεια μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευθυνθεί". Υιοθετεί δηλαδή ο Αστικός Κώδικας τη θεωρία της παραλαβής ή λήψεως, κατά την οποία η δήλωση θεωρείται ότι συντελέστηκε και παράγει τη νομική ενέργεια της όχι απλώς από την αποτύπωση της στον εξωτερικό κόσμο (θεωρία της εκδηλώσεως), ούτε αναγκαίως από τη γνώση του περιεχομένου της από αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται (θεωρία της γνώσεως), αλλά από την παραλαβή της απ` αυτόν.

Κατά την έννοια δε της παραλαβής, η δήλωση θεωρείται ότι περιήλθε σε αυτόν, προς τον οποίον απευθύνεται (παραλήπτη), όταν διαβιβάστηκε κατά τρόπο που αυτός μπορούσε και έπρεπε να λάβει γνώση εγκαίρως, οπότε η δήλωση θεωρείται ότι έγινε εγκαίρως, ασχέτως αν από λόγους που τον αφορούν καθυστέρησε ο τελευταίος να λάβει γνώση (ΑΠ 1411/2011, ΑΠ 1263/1996).

Περιέλευση δηλαδή στο λήπτη της δηλώσεως, η οποία απαιτείται για να παράγει η δήλωση τα αποτελέσματά της, υπάρχει, ανεξάρτητα αν πρόκειται μεταξύ παρόντων ή απόντων μερών, αφότου η δήλωση βουλήσεως, η οποία αποτελεί απαραίτητο όρο του πραγματικού της δικαιοπραξίας, περιέλθει στο χώρο εξουσιάσεως του λήπτη και αυτός βρίσκεται σε θέση, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να λάβει γνώση του περιεχομένου της (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 1223/2015).

Έτσι, μεταξύ απόντων, αρκεί, μεταξύ άλλων, η δήλωση να εναποτίθεται σε χώρο που βρίσκεται στη νομή ή την κατοχή του αποδέκτη (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 1223/2015). Κατά συνέπεια, επί συστημένης επιστολής, μέσω ΕΛΤΑ, δεν αρκεί η εγχείριση από τον ταχυδρόμο της γραπτής ειδοποίησης στον παραλήπτη ή η ρίψη του ειδοποιητηρίου ή της επιστολής στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη, αλλά απαιτείται και η παραλαβή της συστημένης επιστολής, αυτοπροσώπως από τον παραλήπτη, οπότε εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης του περιεχομένου της εκ μέρους του (ΑΠ 342/2022, ΑΠ 122/2004, ΑΠ 431/2004).

Συνεπώς από το συνδυασμό της διάταξης αυτής του άρθρου 167 ΑΚ με τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ προκύπτει ότι η μονομερής και ληψιδεής δήλωση περί συμψηφισμού αμοιβαίων απαιτήσεων αποκτά νομική ενέργεια και επιφέρει απόσβεση των απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν, αφότου η περί αυτού δήλωση του ενός των μερών περιέλθει στον άλλον.

Κατά το άρθρ. 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη (άρθρο 822 επ.

ΑΚ), η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη. Έτσι και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρο 830 ΑΚ έχουν σ` αυτή εφαρμογή οι διατάξεις τόσο του άρθρου 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων σ` αυτή χρημάτων, όσο και του άρθρου 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του (ΑΠ 421/2021, ΑΠ 1432/2019).

Ενόψει δε και της φύσης του χρήματος ως πράγματος αντικαταστατού και κατά γένος ορισμένου, εξαιτίας της οποίας δεν νοείται αδυναμία απόδοσης αυτού, λόγω φθοράς, κλοπής ή υπεξαίρεσης, η ευθύνη της τράπεζας παραμένει πάντοτε συμβατική και φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακατάθεσης, η άρνηση δε της τράπεζας να αποδώσει στον παρακαταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσης, συνιστά αθέτηση συμβάσεως εκ μέρους της (ΑΠ 421/2021).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 982, 985 και 986 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι ο τρίτος, εις χείρας του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, οφείλει, μέσα σε προθεσμία οκτώ (8) ημερών, αφότου επιδόθηκε σ' αυτόν το κατασχετήριο έγγραφο, να δηλώσει, αρμοδίως, αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση.

Στην περίπτωση που ο τρίτος με την, κατά το άρθρο 985 § 1 του Κ.Πολ.Δ., δήλωσή του αποδεχθεί την ύπαρξη της απαίτησης, όπως προσδιορίζεται στο κατασχετήριο έγγραφο, η δήλωσή του αυτή είναι καταφατική, διαφορετικά, σε περίπτωση που αρνηθεί την ύπαρξή της, η δήλωση αυτή είναι αρνητική, ενώ, εάν εφησυχάσει και παρέλθει η υπό του ως άνω άρθρου προθεσμία, ο νόμος θεωρεί, κατά νομικό πλάσμα, την παράλειψη ως αρνητική δήλωση.

Επίσης, η ως άνω δήλωση του τρίτου πρέπει να είναι ακριβής (ειλικρινής). Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου, όταν αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, ως προς την κατασχεθείσα απαίτηση και γενικώς στις σχέσεις μεταξύ τούτου (τρίτου) και του καθ` ου η κατάσχεση. Γενικώς η ανακρίβεια μπορεί να συνίσταται είτε στην απόκρυψη της ύπαρξης της απαίτησης, είτε σε παράλειψη ή εσφαλμένη έκθεση ορισμένου περιστατικού (ΑΠ 613/2022).

Αυτός, που επέβαλε την κατάσχεση δικαιούται να ανακόψει την αρνητική (ρητή ή σιωπηρή) δήλωση, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από της δηλώσεως, επικαλούμενος ανακρίβεια αυτής, κατ` άρθρο 986 του Κ.Πολ.Δ. και να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσης του τρίτου, αμφισβητώντας τα πραγματικά περιστατικά, που τη συνιστούν καθώς και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεμένου ποσού ή την απόδοση του κατασχεμένου πράγματος, κατ` άρθρο 990 του Κ.Πολ.Δ.

Η ανακοπή, η οποία αποτελεί το αποκλειστικό ένδικο βοήθημα για την αμφισβήτηση της δηλώσεως του τρίτου ή της παραλείψεως δηλώσεως, πρέπει να περιέχει τους λόγους, οι οποίοι αναφέρονται στην ανακρίβεια της δηλώσεως, που κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή, ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή, κατά το άρθρο 990 του Κ.Πολ.Δ., η κατ` αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.

Συνακόλουθα τούτων, αντικείμενο της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ` ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος (ΑΠ 992/2021). Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαιτήσεως, αλλιώς το δικόγραφο της ανακοπής είναι αόριστο (ΑΠ 992/2021, ΑΠ 663/2017).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 984 ΚΠολΔ και 449 Α.Κ. προκύπτει ότι επί κατασχέσεως απαιτήσεως στα χέρια τρίτου ο τελευταίος μπορεί να προτείνει μετά την κατάσχεση σε συμψηφισμό ανταπαίτησή του κατά του καθ' ου η κατάσχεση, που είχε γεννηθεί πριν την κατάσχεση, είτε με τη δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ είτε πριν απ` αυτήν (ΑΠ 663/2017, ΑΠ 1411/2011).

Αντίθετα, αν η δήλωση του τρίτου προς συμψηφισμό είχε περιέλθει στον δανειστή του- καθ'ου η κατάσχεση - πριν επιβληθεί η κατάσχεση της απαίτησης στα χέρια του τρίτου, η απαίτηση του καθ' ου η κατάσχεση κατά του τρίτου αποσβέσθηκε και ο τρίτος έχει παύσει να είναι οφειλέτης πριν από την επιβολή της κατάσχεσης, με συνέπεια η τελευταία να είναι χωρίς αντικείμενο (ΑΠ 1411/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η καθ' ης η ανακοπή (ήδη αναιρεσίβλητη), με τις .../6-4-1983 και ...25-5-1983 συμβάσεις πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο λογαριασμό) χορήγησε στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης "... ...

ΕΠΕ", που εδρεύει στην … πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.. Κατά την κατάρτιση των συμβάσεων πίστωσης ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής Π. Φ. (αρχικός δεύτερος των καθ'ων η ανακοπή-ήδη μη διάδικος), εγγυήθηκε εγγράφως προς την καθ' ης τράπεζα για ολόκληρα τα ποσά των πιστώσεων... ευθυνόμενος...αλληλεγγύως εις ολόκληρον με την πιστούχο εταιρεία ως αυτοφειλέτης...

Λόγω σημαντικής καθυστέρησης καταβολής των ληξιπρόθεσμων οφειλών η καθ' ης η ανακοπή τράπεζα κατήγγειλε τις άνω συμβάσεις πίστωσης, το χρεωστικό υπόλοιπο των οποίων αναγνώρισε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής (ενν. πιστούχου εταιρείας) Π. Φ.. Στη συνέχεια η καθ' ης τράπεζα ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της 128/1992 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η οποία υποχρέωσε την πιστούχο εταιρεία και τον εγγυητή Π..Φ.

να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 71.617.325 δραχμών νομιμοτόκως από 5-12-1991... καθώς και 1.240.000 δραχμές για δικαστικά έξοδα. Η διαταγή πληρωμής επιδόθηκε νομίμως στους οφειλέτες και δεν ασκήθηκε ανακοπή. Τελεσιδίκησε και απέκτησε ισχύ δεδικασμένου. Ο μάρτυρας της καθ' ης υπάλληλός της κατέθεσε ότι αυτή επιδίωξε αναγκαστική κατάσχεση και εκπλειστηριάστηκαν κάποια ακίνητα, αλλά εξακολούθησαν και μετά τον πλειστηριασμό να οφείλονται χρήματα στην τράπεζα για την απαίτησή της από την άνω διαταγή πληρωμής κατά τη πρωτοφειλέτιδας εταιρείας και του άνω νομίμου εκπροσώπου της, ως εγγυητή του χρέους αυτού.

Την 2-5-2003 η καθ' ης τράπεζα, προς ικανοποίηση μέρους της απαιτήσεώς της από την οφειλή του Π.. Φ., που ήταν σε οριστική καθυστέρηση και προερχόταν από τις άνω συμβάσεις πίστωσης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, ανερχομένης πάνω από 400.000 ευρώ, προέβη, μέσω της ειδικής μονάδας καθυστερήσεων Λάρισας, σε συμψηφισμό με ανταπαίτηση του Π.

Φ. κατ' αυτής και ειδικότερα με χρέωση του λογαριασμού καταθέσεων, που τηρούνταν στο κατάστημα ...) επί της οδού ..., του οποίου δικαιούχος ήταν ο άνω οφειλέτης Π.. Φ., με το ποσό των 142.943 ευρώ (βλ. ένταλμα πληρωμής ... .../2/5/2003 με χρέωση του λογαριασμού ... με το ποσό των 142.943 ευρώ και λήπτη του ποσού την Ειδική Μονάδα Καθυστερήσεων Λάρισας ...

της καθ' ης τράπεζας). Η τελευταία μέσω της Ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεων Λάρισας απέστειλε την από 2/5/2003 επιστολή μέσω ΕΛΤΑ ως συστημένη με στοιχεία κωδικού αριθμού ... GR με απόδειξη παραλαβής και παραλήπτη τον Π.. Φ. στην Καρδίτσα. Με αυτή δήλωνε ότι συμψήφιζε μέρος από 142.943 ευρώ της απαίτησής της... κατ' αυτού ...

από την άνω διαταγή πληρωμής, με απαίτηση του τελευταίου κατά της τράπεζας από το λογαριασμό του No ..., που τηρούνταν στο Κατάστημά της ..., με συνέπεια να περιορισθεί το υπόλοιπο του άνω λογαριασμού του δικαιούχου σε 0,26 ευρώ και ότι ο συμψηφισμός έγινε σύμφωνα με τα άρθρα 440 και 441 του ΑΚ, καθώς και ότι το ποσό που συμψηφιζόταν θα καταλογιζόταν στην οφειλή του, σύμφωνα με το άρθρο 423 ΑΚ.

Η ....άνω ... ...-2003 συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής, με αποστολέα την Ειδική Μονάδα Καθυστερήσεως της καθ 'ης τράπεζας, παρελήφθη στις 20-5-2003 από τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του παραλήπτη Φ. Α., μολονότι ο παραλήπτης Π. Φ. ειδοποιήθηκε έγκαιρα από τα ΕΛΤΑ Καρδίτσας στις 6-5-2003 και 9-5-2003 να την παραλάβει...

Την παρέλαβε δηλαδή καθυστερημένα ήτοι 11 ημέρες μετά τη δεύτερη ειδοποίηση. Προηγουμένως ωστόσο, ήτοι στις 16/5/2003, ο Π. Φ. είχε λάβει γνώση του γενόμενου άνω συμψηφισμού μέσω του καταστήματος της καθ' ης τράπεζας στην Καρδίτσα, όταν στις 11: 27 ώρα της ίδιας ημέρας έκανε ανάληψη ποσού 5.000 ευρώ ...από τον εν λόγω λογαριασμό του καταθέσεων, του οποίου ήταν δικαιούχος και τηρούνταν στο παραπάνω κατάστημα της ίδιας τράπεζας στη Λάρισα...

που περιλαμβανόταν σε ποσό 6.000 ευρώ το οποίο είχε κατατεθεί νωρίτερα, προ δεκαημέρου, από τρίτον στο λογαριασμό του. Τότε, με την ανάληψη, ο Π.. Φ. έλαβε αντίγραφο κίνησης του λογαριασμού του, είδε την κίνηση του λογαριασμού του από 2- 5-2003 ως 16-5-2003, όπως καταχωρήθηκε στο βιβλιάριο καταθέσεών του και διαπίστωσε ότι έλειπαν τα χρήματα, που είχαν προηγουμένως εισπραχθεί από αυτόν το λογαριασμό του από την Ειδική Μονάδα Καθυστερήσεων της καθ' ης τράπεζας στη Λάρισα.

Βλέποντας ότι έλειπε ένα τόσο μεγάλο ποσό την ίδια ημέρα επικοινώνησε τηλεφωνικά με το διευθυντή της Ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεων της καθ' ης στην Λάρισα και έμαθε από αυτόν για τις ενέργειες, στις οποίες είχε προβεί η υπηρεσία αυτή....και ότι είχε προβεί σε συμψηφισμό της κατ' αυτού απαιτήσεώς της.

Συνεπώς στις 16-5-2003 ο Π.. Φ. με την ανάληψη του ποσού των 5.000 ευρώ από το λογαριασμό καταθέσεων, που τηρούσε στην καθ' ης και με την τηλεφωνική επικοινωνία (συνδιάλεξη) με τον Διευθυντή της Ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεων στην Λάρισα, όταν διαπίστωσε την έλλειψη του ποσού των 142.943 ευρώ, είχε σαφή και αναμφισβήτητη γνώση του γενόμενου από 2-5-2003 συμψηφισμού, ήτοι ότι αφαιρέθηκε από τον λογαριασμό καταθέσεών του το ποσό των 142.943 ευρώ με ενέργειες της καθ' ης, ενώ του ήταν ήδη γνωστό ότι η καθ' ης τράπεζα είχε ανταπαίτηση εναντίον του....

από την προαναφερθείσα σε βάρος του διαταγή πληρωμής, η οποία δεν είχε ικανοποιηθεί πλήρως, παρά την αναγκαστική εκτέλεση, που είχε προηγηθεί. Δυόμισυ ώρες μετά την άνω ανάληψη, ήτοι στις 14:00 της 16-5-2003, ημέρα Παρασκευή και ενώ είχαν λήξει οι συναλλαγές των τραπεζών με τους πελάτες τους, κοινοποιείται στο κατάστημα της καθ' ης στη Λάρισα η από 16-5-2003 αναγγελία εκχώρησης απαίτησης από τραπεζικό λογαριασμό, από τον Ι.

Δ. (αρχικό τρίτο των καθ' ων η ανακοπή- ήδη μη διάδικο), ο οποίος διατεινόταν ότι από 2-5-2003 του εκχωρήθηκε το ποσό των 142.943,26 ευρώ από το λογαριασμό του Π.. Φ. και ότι έκτοτε αυτός είναι κύριος του άνω ποσού. Μετά από δύο μήνες κοινοποιείται στην καθ' ης τράπεζα το από 21-7-2003 κατασχετήριο του αρχικώς ανακόπτοντος Α.

Μ. (ήδη αποβιώσαντος, για τον οποίο συνεχίζει την δίκη ο μοναδικός καθολικός διάδοχός του πρώτος αναιρεσείων), το οποίο, με εκτελεστό τίτλο την 53/3-7-2003 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μον/λούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η οποία εκδόθηκε με βάση ...σύμβαση δανείου κατά του Π.. Φ. και Ι. Δ. (πρωτοφειλέτη και εγγυητή αντίστοιχα) επισπεύδονταν, λόγω μη συμμόρφωσης των άνω οφειλετών να καταβάλουν το ποσό της διαταγής πληρωμής, αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της καθ' ης τράπεζας, της εκχωρηθείσας από τον Π..

Φ. στον Ι. Δ. απαίτησης κατά της τράπεζας ποσού 142.943,26 ευρώ από τον ... τραπεζικό λογαριασμό του Π.. Φ., οπότε η καθ' ης υπέβαλε αρνητική δήλωση, συνεπεία της οποίας και ανοίχθηκε η δίκη αυτή με την ανακοπή του Α. Μ. κατ' αυτής της αρνητικής δήλωσης της καθ' ης τράπεζας. Περαιτέρω από τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα προκύπτει ότι ο ανακόπτων Α.

Μ., με την από 12-4-2003 έγγραφη σύμβαση άτοκου δανείου, που καταρτίστηκε στην Καρδίτσα μεταξύ του και του Π.. Φ. υπό την εγγύηση του I.. Δ., μεταβίβασε κατά κυριότητα στον Π.. Φ. το ποσό των 150.000 ευρώ με χρόνο απόδοσης δανείου την 25-4-2003, ενώ ο ...Ι..Δ. εγγυήθηκε υπέρ του δανειολήπτη την πληρωμή του παραιτούμενος της ενστάσεως διζήσεως.

Η σύμβαση, αν και καταρτίστηκε τον Απρίλιο του 2003 και τον ίδιο μήνα έπρεπε να αποδοθεί το δάνειο, κατατέθηκε στη Δ.Ο.Υ Καρδίτσας στις 30-6-2003, ήτοι πολύ αργότερα από του προαναφερθέντα συμψηφισμό... Το ποσό του δανείου δεν πληρώθηκε την συμφωνηθείσα δήλη ημέρα και ο Π.. Φ. εκχώρησε την 1-5-2003, δυνάμει της από 1-5-2003 έγγραφης σύμβασης εκχώρησης, στον Ι..

Δ., προς εξόφληση κάθε απαίτησης του τελευταίου κατ' αυτού, κάθε ποσό εκ του ... τραπεζικού λογαριασμού, που διατηρούσε αυτός( Π.. Φ.) στην καθ' ης μέχρι του ποσού των 150.000 ευρώ... Ο Π.. Φ. θα μπορούσε, αντί να εκχωρήσει προς τον εγγυηθέντα υπέρ αυτού για την πληρωμή του άνω δανείου Ι.. Δ. κάθε ποσό από τον άνω λογαριασμό του και μέχρι του ποσού των 150.000 ευρώ, να διαθέσει το ποσό της τραπεζικής του κατάθεσης προς εξόφληση του δανείου, οπότε έτσι και ο ίδιος θα αποπλήρωνε το δάνειο, που έλαβε από τον Α..

Μ. και θα απάλλασσε τον Ι.. Δ. από την ευθύνη του ως εγγυητή στη λήψη του άνω δανείου. Στη συνέχεια καθυστερημένα, ήτοι την 16-5-2003, ο εκδοχέας Ι.. Δ.ς, με την από 16-5-2003 εξώδικη δήλωσή του, την οποία επέδωσε αυθημερόν και ώρα 14:00 στο Διευθυντή του υποκαταστήματος Λάρισας της τράπεζας ... ανήγγειλε την άνω εκχώρηση, γνωστοποιώντας στην καθ' ης τράπεζα ότι ο Π..

Φ. του εκχώρησε, δυνάμει της από 2-5-2003 σύμβασης εκχώρησης, το ποσό των 142.943,26 ευρώ από τον ... λογαριασμό ταμιευτηρίου, που διατηρούσε σ' αυτήν. Ακολούθως τον Ιούνιο του 2003 ο...Α..Μ., με την από 24-6-2003 αίτηση ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της 53/2003 διαταγής πληρωμής ...κατά του Π.. Φ. και (του) Ι.. Δ.....πρωτοφειλέτη και εγγυητή αντιστοίχως, με βάση τη σύμβαση δανείου για το ποσό των 150.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, με βάση την οποία επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του εγγυητή Ι..

Δ. με το από 21-7- 2003 κατασχετήριο έγγραφο στα χέρια της καθ' ης τράπεζας, της εκχωρηθείσας από τον Π.. Φ. στον Ι.. Δ. απαίτησης κατά της τράπεζας ποσού 142.943,26 ευρώ από τον ... τραπεζικό λογαριασμό του Π.. Φ.. Η εκκαλούσα-καθ' ης η ανακοπή ισχυρίζεται ότι τόσο η εκχώρηση απαίτησης μέχρι του ποσού των 150.000 ευρώ από τον τραπεζικό λογαριασμό, όσο και η προαναφερθείσα σύμβαση δανείου των 150.000 ευρώ, είναι μεθοδευμένες ενέργειες του Π..

Φ., που σκοπό είχαν τη ματαίωση του προαναφερθέντος συμψηφισμού και τη βλάβη των συμφερόντων της για τους εξής λόγους: 1) ο Π.. Φ. εκχώρησε στον Ι.. Δ. κάθε ποσό και μέχρι το ποσό των 150.000 ευρώ από τον ... τραπεζικό λογαριασμό αυτού στην εκκαλούσα-καθ' ης η ανακοπή τράπεζα. Αν δεν υπήρχε μεθόδευση και συνεννόηση μεταξύ τους ο εκδοχέας Ι..

Δ. θα προέβαινε σε αναγγελία ολόκληρου του εκχωρηθέντος ποσού μέχρι 150.000 ευρώ. Ωστόσο αυτός προέβη σε αναγγελία εκχώρησης συγκεκριμένου ποσού των 142.943 ευρώ, όσο ποσό δηλαδή συμψήφισε η καθ' ης τράπεζα. Δεν εξηγείται όμως πως έλαβε γνώση αυτός (Ι.. Δ.) στις 16-5-2003 του ακριβούς ποσού του λογαριασμού, το οποίο συμψήφισε η καθ' ης και έγινε αναγγελία της εκχώρησης μόνο για το συγκεκριμένο ποσό και όχι για ολόκληρο το ποσό των 150.000 ευρώ. 2) Δεν υπήρχε λόγος να εκχωρήσει ο Π..

Φ., ως οφειλέτης δανείου, μία απαίτησή του από τραπεζικό λογαριασμό σε εγγυητή προς εξασφάλιση δανείου, αφού θα μπορούσε από την τραπεζική του κατάθεση των 150.000 ευρώ να εξοφλήσει το δάνειο των 150.000 ευρώ, που έλαβε από τον ανακόπτοντα Μ. ή να εκχωρήσει την ισόποση με το ληφθέν δάνειο τραπεζική του απαίτηση απευθείας στον δανειστή του -εφεσίβλητο Α.

Μ.. 3) Δεν είχε λόγο ο Π..Φ. στις 16-5-2003 να μεταβεί στην καθ' ης τράπεζα και να προβεί σε ανάληψη ποσού από τον προαναφερθέντα λογαριασμό του, αφού από 1-5-2003 είχε εκχωρήσει κάθε ποσό απαίτησης από τον εν λόγω λογαριασμό και μέχρι του ποσού των 150.000 ευρώ και δεν είχε πλέον απαίτηση κατά της καθ' ης τράπεζας από τον άνω λογαριασμό, δεδομένου ότι ο λογαριασμός δεν είχε ποσό πάνω από 150.000 ευρώ συμπεριλαμβανομένης και της προ 10 ημέρου κατάθεσης από τρίτον των 6.000 ευρώ (142.943+6.000= 148.943 ευρώ).

Μάλιστα ...τον εν λόγω λογαριασμό έκλεισε στις 19-5-2003 ο Π.. Φ. από το κατάστημα της Καρδίτσας. Ανεξαρτήτως αν υπήρξε ή όχι πραγματική συναλλαγή μεταξύ Α.. Μ., Π.. Φ. και Ι.. Δ. και των άνω συμπτώσεων, χρονικών και μη ( α. σύμβαση δανείου ισόποση με το ποσό της τραπεζικής κατάθεσης, β. αναγγελία από τον εκδοχέα εκχώρησης απαίτησης από τραπεζικό λογαριασμό την ίδια ημέρα, που γίνεται ανάληψη ποσού 5.000 ευρώ από τον ίδιο λογαριασμό από τον εκχωρητή γ.

Σύμβαση εκχώρησης απαίτησης από τραπεζικό λογαριασμό την προηγούμενη ημέρα από τη δήλωση συμψηφισμού απαίτησης της τράπεζας με ανταπαίτηση του εκχωρητή από τραπεζική κατάθεση στην καθ' ης), προηγήθηκε της γενόμενης αναγγελίας της εκχώρησης της τραπεζικής απαίτησης του Π.. Φ. προς τον εκδοχέα Ι.. Δ., έγκυρος συμψηφισμός ανταπαιτήσεως της τράπεζας με την άνω απαίτηση του εκχωρητή, πριν αποκτήσει δικαίωμα επ' αυτής ο εκδοχέας και συνεπώς είχε αποσβεσθεί πράγματι η εκχωρηθείσα απαίτηση.

Ειδικότερα κατά το χρόνο περιέλευσης της ως άνω από 2-5-2003 δήλωσης συμψηφισμού της τράπεζας προς τον Π..Φ. (16-5-2003 και ώρα 11:30- 12:00), οπότε και συντελέστηκε ο συμψηφισμός, ο ...Π..Φ. είχε αξίωση από τραπεζική κατάθεση κατά της καθ' ης τράπεζας, δεδομένου ότι η αναγγελία της από 1-5-2003 εκχώρησης της τραπεζικής του κατάθεσης στον Ι..Δ.

χώρησε προς την καθ' ης μεταγενέστερα στις 14:00 ώρα της ίδιας ημέρας. Πέραν όμως αυτού το από 2-5-2003 έγγραφο της ...τράπεζας (Ειδικής Μονάδος Καθυστερήσεων Λάρισας) προς τον Π..Φ., που περιείχε τη δήλωση του εν λόγω συμψηφισμού, εστάλη μέσω των ΕΛΤΑ ως συστημένο στις 2-5-2003. Για το έγγραφο αυτό ο Π..Φ. ειδοποιήθηκε δύο φορές από τα ΕΛΤΑ, όπως προαναφέρθηκε, ήτοι στις 6-5- 2003 (ημέρα Τρίτη) και 9-5-2003 (ημέρα Παρασκευή).

Μολονότι είχε τη δυνατότητα και ήταν σε θέση κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και σύμφωνα με τις αντιλήψεις των συναλλαγών να λάβει εγκαίρως γνώση του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου της καθ' ης εντός του ευλόγου χρόνου των 4 το πολύ ημερών, έστω από τη δεύτερη ειδοποίηση, προσερχόμενος ο ίδιος ή εξουσιοδοτημένο πρόσωπό του στα ΕΛΤΑ για την παραλαβή του εγγράφου, από υπαιτιότητα του, αδιαφόρησε και το παρέλαβε στις 20-5- 2003...Η δήλωση θεωρείται ότι περιήλθε σ' αυτόν προς τον οποίον απευθύνεται (παραλήπτη), όταν διαβιβάστηκε κατά τρόπο που αυτός μπορούσε και έπρεπε να λάβει γνώση εγκαίρως, οπότε η δήλωση θεωρείται ότι έγινε εγκαίρως, ασχέτως αν από λόγους που τον αφορούν καθυστέρησε ο τελευταίος να λάβει γνώση.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον η γενόμενη εκχώρηση δεν καταλάμβανε το συμψηφισθέν από την καθ' ης τράπεζα ποσό, καθόσον είχε προηγηθεί εγκύρως συμψηφισμός και στη συνέχεια είχε εξοφληθεί στις 19- 5-2003 εκ μέρους του Π..Φ. το ποσό που είχε απομείνει (500-750 ευρώ...) στον εν λόγω λογαριασμό του, πριν από την επιβολή εκ μέρους του ανακόπτοντος της κατασχέσεως στα χέρια της καθ' ης ως τρίτης, η τελευταία είχε παύσει να είναι οφειλέτης του ποσού, που ως πιστωτικό υπόλοιπο υπήρχε στον άνω τηρούμενο στο 786 κατάστημά της στη Λάρισα τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου και νομίμως αυτή προέβη δια εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου της ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Λάρισας κατά το άρθρο 985 ΚΠολΔ στην με αριθμό εκθέσεως ...-7-2003 δήλωση τρίτου με αρνητικό περιεχόμενο, η οποία ήταν ειλικρινής, καθόσον δεν υπήρχε η απαίτηση που κατασχέθηκε...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος της, που στρέφεται κατά της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την ανακοπή και ως προς αυτήν, δεχόμενο ότι η με αρνητικό περιεχόμενο δήλωσή της ως τρίτης ήταν ειλικρινής, καθόσον δεν υπήρχε η απαίτηση, που κατασχέθηκε.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 167, 440, 441, 822 και 830 Α.Κ. και 984 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθ' όσον, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, με συνέπεια να καταφάσκεται η ουσιαστική αβασιμότητα της ανακοπής του αρχικού ανακόπτοντος Α.

Μ., κατά της αρνητικής δήλωσης, στην οποία προέβη η αναιρεσίβλητη ως τρίτη κατά το άρθρο 985 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει απαίτηση κατ' αυτής του καθ' ου η εκτέλεση Ι. Δ. από τη σύμβαση κατάθεσης χρημάτων σε λογαριασμό της του Π. Φ., γιατί η εκχωρηθείσα από τον τελευταίο στον Ι. Δ. απαίτηση κατά της αναιρεσίβλητης τράπεζας είχε ήδη αποσβεστεί με την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης μονομερή δήλωση συμψηφισμού της εν λόγω απαίτησης του Π.

Φ. με τη δική της ανταπαίτηση από την 128/1992 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η οποία (δήλωση συμψηφισμού) γνωστοποιήθηκε στον Π. Φ. στις 16/5/2003 και ώρα 11.30-12.00 π.μ., ενώ η αναγγελία της εκχώρησής της εναντίον της απαίτησης, στην οποία προέβη ο εκδοχέας αυτής Ι. Δ., έγινε αργότερα, ήτοι στις 16/5/2003 και ώρα 14:00, μετά τη συντέλεση του συμψηφισμού και συνεπώς, όταν έγινε η αναγγελία της εκχώρησης, δεν υπήρχε η εκχωρηθείσα απαίτηση του Π.

Φ. κατά της αναιρεσίβλητης, ουδεμία δε ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη τράπεζα προαφαίρεσε τα χρήματα από τον λογαριασμό καταθέσεων του Π. Φ. στις 2/5/2003, όταν και πρότεινε σε συμψηφισμό τη δική της ανταπαίτηση με την αποστολή προς αυτόν συστημένης επιστολής, αφού το κρίσιμο στοιχείο είναι πότε παραλήφθηκε η δήλωση συμψηφισμού από τον Π.

Φ., η οποία, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, προηγήθηκε της αναγγελίας της εκχώρησης της απαίτησης του Π. Φ. κατά της αναιρεσίβλητης στον Ι. Δ.. Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι είναι ειλικρινής η κατά το άρθρο 985 ΚΠολΔ αρνητική δήλωση της αναιρεσίβλητης ως τρίτης, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:

α) ότι η αναιρεσίβλητη στις 2/5/2003 είχε κατά του Π.. Φ. απαίτηση ποσού 400.000 ευρώ από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό - αλληλόχρεο λογαριασμό, για την οποία είχε εκδοθεί εις βάρος του η καταστάσα τελεσίδικη υπ' αριθ. 128/1992 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, β) ότι στις 2/5/2003 η αναιρεσίβλητη, δια της αρμόδιας υπηρεσίας της προς τούτο Ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεων Λάρισας, πρότεινε σε συμψηφισμό την ανωτέρω ανταπαίτησή της προς την απαίτηση ποσού 142.943 ευρώ, που είχε κατ' αυτής ο Π..

Φ. με βάση σύμβαση κατάθεσης του ποσού αυτού στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του καταστήματός της του ... και αυθημερόν, αφού αφαίρεσε το ποσό αυτό από τον λογαριασμό αυτό, απέστειλε στον Π.. Φ. συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής, στην οποία περιείχετο η δήλωση συμψηφισμού, γ) ότι στις 16/5/2003 και ώρα 11.30 έως 12.00 π.μ.

και πριν την παραλαβή της συστημένης επιστολής ο Π.. Φ. πληροφορήθηκε τη δήλωση συμψηφισμού και την αιτία αυτής, κατά την ανάληψη από τον ανωτέρω λογαριασμό του ποσού 5.000 ευρώ, που είχε κατατεθεί μετά τις 2/5/2003, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Δ/ντή της Ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεων της αναιρεσίβλητης, η οποία είχε προβεί στη δήλωση συμψηφισμού και συνεπώς, με τη γνωστοποίηση προς αυτόν του γενόμενου συμψηφισμού, αποσβέστηκε η κατά της αναιρεσίβλητης απαίτησή του ποσού 142.943 ευρώ, αφού ήταν μικρότερη σε ποσό της κατ' αυτού ανταπαίτησης της αναιρεσίβλητης και δ) ότι η αναγγελία της εκχώρησης της απαίτησης του Π..

Φ. κατά της αναιρεσίβλητης έγινε από τον εκδοχέα Ι. Δ. στις 14.000 μ.μ. της 16/5/2003, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση του συμψηφισμού και την απόσβεση της κατά της αναιρεσίβλητης εκχωρηθείσας απαίτησης του Π.. Φ. από την κατάθεση χρημάτων σε αυτήν. Επομένως οι τέταρτος, έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, εξεταζόμενους ως σύνολο, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 πλημμέλειες της παραβιάσεως ευθέως και εκ πλαγίου των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος, που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ648/2019, ΑΠ 383/2017).

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση επίσης η από το άρθρο 559 αρ. 1 πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 167 Α.Κ., γιατί δέχθηκε γνώση του προταθέντος συμψηφισμού από τον Π.. Φ., χωρίς αυτός να παραλάβει πραγματικά, πριν την αναγγελία της εκχώρησης, την αποσταλείσα στις 2/5/2003 συστημένη επιστολή.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, αφού το Εφετείο στήριξε την κρίση του ότι η πρόταση συμψηφισμού της αναιρεσίβλητης περιήλθε στον Π.. Φ. πριν την αναγγελία στην αναιρεσίβλητη από τον Ι. Δ. της εκχώρησης της κατ' αυτής απαίτησης του Π.. Φ. από την κατάθεση σε λογαριασμό, σε δύο επάλληλες αιτιολογίες, που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεχόμενο ειδικότερα ότι ο Π..

Φ. έλαβε γνώση της πρότασης του συμψηφισμού: 1) στις 16/5/2003 και ώρα 11.30-12.00 π.μ. με την επίσκεψή του στο κατάστημα Καρδίτσας της αναιρεσίβλητης και με την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Δ/ντή της Ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεων Λάρισας της αναιρεσίβλητης και 2) στις 13/5/2003, με την πάροδο του εύλογου χρόνου των 4 ημερών από τη δεύτερη ειδοποίηση των Ελληνικών Ταχυδρομείων προς τον Π..

Φ. να παραλάβει την αποσταλείσα στις 2/5/2003 συστημένη επιστολή. Επομένως, μετά την απόρριψη των ανωτέρω τέταρτου, έκτου, έβδομου και όγδοου λόγων αναίρεσης, με τους οποίους επλήγη ανεπιτυχώς η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την πρώτη επάλληλη αιτιολογία, ήτοι ότι ο Π.. Φ. έλαβε γνώση του προταθέντος συμψηφισμού στις 11.30 έως 12.00 π.μ.

της 16/5/2003, οι αναιρεσείοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον να εξετασθεί ο ανωτέρω πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η πλήττεται η δεύτερη επάλληλη αιτιολογία. Για τον ίδιο λόγο παρέλκει η εξέταση και του πρώτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 γ'ΚΠολΔ (και όχι και από το άρθρο 559 αρ. 8, 14 και 19), με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης δικαστική ομολογία της, ότι ο Π..

Φ. παρέλαβε τη συστημένη επιστολή, που περιείχε τη δήλωση συμψηφισμού στις 26/5/2003 και έτσι απέρριψε την ανακοπή, αφού, κατά τα ανωτέρω, η απόρριψη της ανακοπής βασίζεται και στην ισοδύναμη επάλληλη αιτιολογία ότι η πρόταση συμψηφισμού έγινε γνωστή στον Π.. Φ. εκτός από τη συστημένη επιστολή και με τη γνωστοποίηση που έγινε στις 16-5-2003 και ώρα 11.30-12.00 π.μ.

Ο Ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28 Ιανουαρίου 1981, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2068/1992, και προς την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, έχει σκοπό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, τη θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής.

Στη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών, που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων ...

β) ..., γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, στ) ..., ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.

Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.

Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ` του παρόντος νόμου". Στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ. γ` της παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 2915/2001, ορίζεται ότι: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. (παρ.1).

Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων.... β) ... γ)... δ) ... ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2).

Με τη διάταξη του άρθρου 10, ορίζεται ότι: "Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ` εντολή του (παρ. 1). Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου (παρ. 2).

Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας ... (παρ. 3). Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως.

Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ` εντολή του υπευθύνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν (παρ. 4)". Στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 έως 3 αυτού ορίζεται ότι : "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία:

α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (παρ.1). Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου... (παρ. 2).

Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς (παρ.3). Με το άρθρο 12 παρ.1 αυτού ορίζεται ότι: "Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως", ενώ στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, ότι "Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) Όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους. β) Τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, γ) Την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του. δ) Τη λογική της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας.

Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με τη συνδρομή ειδικού, ε) Κατά περίπτωση, τη διόρθωση, τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων και στ) την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε`, εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατο ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες (παρ. 2).

Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή της σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας... (παρ. 3). Με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 εδ. α αυτού, ορίζεται ότι "το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν.

Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια, όπως διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή...". Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του νόμου αυτού προβλέπονται, για την περίπτωση παραβίασης των διατάξεών του για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και υπό τις οριζόμενες ειδικότερα προϋποθέσεις, ποινικές κυρώσεις, για όσες συμπεριφορές κρίνονται αξιόποινες, καθώς και υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη.

Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου από την συλλογή, επεξεργασία και χρήση των προσωπικών δεδομένων του (άρθρο 9 Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσης τους (άρθρο 5 Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των περιπτώσεων που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκατάθεσης (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 958/2002).

Στις ειδικές αυτές περιπτώσεις κατ` εξισορρόπηση διαφορετικών συνταγματικών αξιών και συμφερόντων επιτρέπεται η, χωρίς συγκατάθεση του υποκειμένου, επεξεργασία του αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αυτού (πρβλ ΑΠ 1422/2021), τέτοια δε περίπτωση αποτελεί κατά το ανωτέρω άρθρο 5 παρ. 2 εδ. ε'και η προβολή από τράπεζα κατά του καταθέτη χρημάτων σε αυτήν, μετά από σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης του άρθρου 830 ΑΚ, που έχουν συνάψει, ένστασης συμψηφισμού στη αξίωση αυτή του καταθέτη για απόδοση των χρημάτων, άλλης δικής της αξίωσης κατά του καταθέτη, αφού η χρήση του αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του καταθέτη από την σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, τα οποία αρχεία της είναι ήδη γνωστά, γιατί στην σύμβαση αυτή ο καταθέτης είναι ο αντισυμβαλλόμενός της, προκειμένου να προβάλλει κατ' αυτού την ένσταση συμψηφισμού, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του υποκειμένου του αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα(καταθέτη), είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ως υπεύθυνη επεξεργασίας του αρχείου αυτού, δηλαδή το προστατευόμενο από το άρθρο 17 παρ.1 του Συντάγματος περιουσιακό της δικαίωμα να εξασφαλίσει την προστασία και είσπραξη της δικής της κατά του καταθέτη απαίτησης, η ικανοποίηση της οποίας θα κινδύνευε να ματαιωθεί, αν ήταν υποχρεωμένη να ασκήσει το δικαίωμα της αυτό μόνο αν έδιδε προηγουμένως τη συγκατάθεσή του ο έχων αντίθετο συμφέρον καταθέτης.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμα, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 109/2019).

Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 109/2019, ΑΠ 985/2017). Τέλος σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, (και όχι από το άρθρο 559 αρ. 1, 14 και 19 ΚΠολΔ), με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν αποφάνθηκε επί του λόγου της ανακοπής, ότι η αναιρεσίβλητη, κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1, 2, 5 παρ. 1 και 2, 10 και 22 Ν. 2472/1997 και 822, 830 Α.Κ.

κατά τρόπο ασυμβίβαστο με τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, που είχε συνάψει με τον Π.. Φ., προέβη σε πράξη παράνομης εκμεταλλεύσεως των τηρουμένων σε αυτήν αρχείων προσωπικών δεδομένων του, με τον συμψηφισμό της εναντίον της απαίτησής του με δική της ανταπαίτηση κατ' αυτού και το γεγονός αυτό καθιστά τον συμψηφισμό απολύτως άκυρο.

Επίσης με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην απόφαση η ίδια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ (και όχι και από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19) πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν απάντησε στον λόγο ανακοπής ότι η αναιρεσίβλητη άσκησε καταχρηστικά, κατά παράβαση της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, το δικαίωμά της να προβεί στην επίδικη πρόταση συμψηφισμού, γιατί καταχράστηκε τη θέση της ως θεματοφύλακα των χρημάτων του Π..

Φ., τα οποία της είχε εμπιστευθεί, κάνοντας και απαγορευμένη χρήση του αρχείου των προσωπικών δεδομένων του, ο ισχυρισμός δε αυτός έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο επικαλούμενος με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης λόγος ανακοπής δεν είναι νόμιμος γιατί, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτόν και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η αναιρεσίβλητη, η οποία δεν έλαβε γνώση της χρηματικής κατάθεσης του Π..

Φ. κατά παραβίαση των προσωπικών δεδομένων αυτού, αλλά ως αντισυμβαλλόμενή του στη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, που σύναψε μαζί του, στo πλαίσιο της οποίας αυτός παρακατέθεσε σε λογαριασμό της τα χρήματά του, νομίμως χρησιμοποίησε τα γνωστά σε αυτήν προσωπικά δεδομένα του Π..Φ., ως καταθέτη, για να προβεί στην ένδικη πρόταση συμψηφισμού, χωρίς να λάβει προηγουμένως την συγκατάθεσή του, αφού τούτο ήταν απολύτως αναγκαίο για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επεδίωκε ως υπεύθυνη επεξεργασίας του αρχείου αυτού, δηλαδή του προστατευόμενου από το άρθρο 17 παρ.1 του Συντάγματος περιουσιακού της δικαιώματος να εξασφαλίσει την προστασία και είσπραξη της δικής της κατά του καταθέτη απαίτησης, η ικανοποίηση της οποίας θα κινδύνευε να ματαιωθεί, αν ήταν υποχρεωμένη να ασκήσει το δικαίωμα της αυτό μόνο αν έδιδε προηγουμένως τη συγκατάθεσή του ο έχων αντίθετο συμφέρον καταθέτης.

Το συγκεκριμένο συμφέρον της αναιρεσίβλητης υπερείχε προφανώς του συμφέροντος του καταθέτη για την προστασία των, γνωστών ήδη στην τράπεζα, προσωπικών του δεδομένων, το οποίο έτσι δεν θίγεται ουσιωδώς, δεδομένου μάλιστα ότι η επεξεργασία έγινε για νόμιμο σκοπό και τα δεδομένα ήσαν συναφή με το σκοπό της επεξεργασίας.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι η αναιρεσίβλητη παραβίασε τα προσωπικά δεδομένα του Π.. Φ., η παραβίαση αυτή δεν επιφέρει ως κύρωση την ακυρότητα της πρότασης συμψηφισμού, αλλά τις ποινικές και αστικές κυρώσεις, που προβλέπονται στα άρθρα 22 και 23 του Ν. 2472/1997. Επίσης ο επικαλούμενος με τον τρίτο λόγο αναίρεσης λόγος αναίρεσης είναι και αυτός μη νόμιμος, γιατί τα πραγματικά περιστατικά, που τον συγκροτούν και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να προτείνει σε συμψηφισμό την ανταπαίτησή της αντίθετη στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική.

Επομένως, αφού οι ανωτέρω λόγοι ανακοπής δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί είναι μη νόμιμοι, η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει σε αυτούς μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εξέταση και των άλλων λόγων ανακοπής δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ. 8 λόγο αναίρεσης και γι' αυτό οι παραπάνω, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 81, 225 και 325 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η μεταβίβαση του επίδικου αντικειμένου δεν επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης ή μεταβολή σ` αυτή και ότι ο ειδικός διάδοχος μπορεί να ασκήσει, σε κάθε στάδιο της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας διαδικασίας, ακόμα δε και στον Άρειο Πάγο(ΑΠ 1189/2022) με αυτοτελές δικόγραφο, ανάλογα με το έννομο συμφέρον που προβάλλει, κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση.

Εξ άλλου, κατά τα άρθρα 79 παρ. 1 και 81 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκείνος που παρεμβαίνει κυρίως στη δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων διαδίκων, καθίσταται αντίδικος και των δύο αυτών διαδίκων και επιδιώκει την έκβαση της δίκης υπέρ αυτού, χωρίς όμως να μπορεί να ζητήσει με την παρέμβασή του την επιδίκαση σ` αυτόν αντικειμένου διαφορετικού ή επί πλέον από εκείνο για το οποίο ερίζουν οι αρχικοί διάδικοι.

Κατά συνεπεία ο ειδικός διάδοχος του επίδικου δικαιώματος έχει δικαίωμα να ασκήσει κυρία παρέμβαση όταν έχει έννομο συμφέρον να δημιουργήσει δεδικασμένο όχι μόνο έναντι του αντίδικου του δικαιοπαρόχου του αλλά και απέναντι στον ίδιο τον δικαιοπάροχό του ή στους καθολικούς διαδόχους εκείνου. Τούτο όμως συμβαίνει στην περίπτωση που ο δικαιοπάροχος του παρεμβαίνοντος ή οι καθολικοί διάδοχοι εκείνου αμφισβητούν ότι ο ειδικός διάδοχος απέκτησε εγκύρως το επίδικο δικαίωμα.

Μόνη η μεταβίβαση του επίδικου αντικειμένου δεν στερεί από τον διάδικο που το μεταβίβασε, την εξουσία να εξακολουθήσει να διεξάγει τη δίκη, ούτε θεμελιώνει υπέρ του ειδικού διαδόχου δικαίωμα για άσκηση κυρίας παρεμβάσεως. Αν το έννομο συμφέρον που απαιτείται για την άσκηση κυρίας παρεμβάσεως δεν εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής ή δεν δικαιολογείται, τότε η παρέμβαση αυτή δεν ισχύει ως κυρία αλλά, εφόσον περιέχει τα στοιχεία της πρόσθετης, θα ισχύει με τον χαρακτήρα της τελευταίας (ΑΠ 1004/1992).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.

Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης. Με τον ένατο λόγο αναίρεσης, ο δεύτερος αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι η κυρία παρέμβαση, που άσκησε σε αυτό, μετά τη μεταβίβαση κατά τη διάρκεια της δίκης της επίδικης απαιτήσεως του αρχικού ανακόπτοντος στον ίδιο, αποτελεί πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του πρώτου αναιρεσείοντος, στερώντας του έτσι το σχετικό δικαίωμά του.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 16/1/2012 κύριας παρέμβασης, που άσκησε ο δεύτερος αναιρεσείων κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος στις 10/8/2009 αρχικού ανακόπτοντος - εφεσίβλητου Α. Μ. (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο πρώτος αναιρεσείων) και κατά της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι ο δεύτερος αναιρεσείων, για τη θεμελίωση έννομου συμφέροντός του προς άσκηση εκ μέρους του κύριας παρέμβασης προέβαλε ότι, με σύμβαση που κατάρτισε με τον Α.

Μ., αυτός του εκχώρησε κάθε δικαίωμά του, που πηγάζει από την πρωτόδικη υπ' αριθ. 6159/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ότι την εκχώρηση αυτή την ανήγγειλε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη στις 26/1/2009, επικαλούμενος δε ότι είναι πλέον ειδικός διάδοχος του Α. Μ. ζήτησε να απορριφθεί η έφεση της αναιρεσίβλητης.

Η παρέμβαση αυτή του δεύτερου αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δεν είναι κυρία παρέμβαση, γιατί ο δεύτερος αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι οι καθολικοί διάδοχοι του Α. Μ. αμφισβητούν την ιδιότητα του ειδικού διαδόχου αυτού, ώστε να έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει κυρίως στη δίκη, αλλά έχει το χαρακτήρα πρόσθετης παρέμβασης υπέρ των καθολικών διαδόχων του Α.

Μ. (από τους οποίους συνεχίζει τη δίκη ο κριθείς ως αποκλειστικός κληρονόμος του πρώτος αναιρεσείων) και κατά της αναιρεσίβλητης, αφού ο δεύτερος αναιρεσείων ζητεί, όπως και οι καθολικοί διάδοχοι του Απ. Μανάκου, την απόρριψή της έφεσης. Επομένως το Εφετείο, που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω δικονομικές διατάξεις και δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο το δικόγραφο ως δικόγραφο κύριας παρέμβασης και γι' αυτό ο ένατος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 1/10/2015 αίτηση των 1) Ν. Μ. και 2) Δ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4133/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ