129/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated129/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι, αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου, που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (Ολ.
Full text
Απόφαση 129 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 129/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. Ε. με την επωνυμία ... που εδρεύει στη Μάνδρα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ρήγα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. - Π. Κ., κατοίκου Νίκαιας Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Κουτσαντώνη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/10/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3125/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 238/2019 μη οριστική και 618/2020 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των ως άνω οριστικών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 7/1/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 552 του ΚΠολΔ, με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων. Κατά δε το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. β'του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, ενώ κατά την παρ. 2 της ίδιας διάταξης αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση θεωρούνται πως έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές, που έχουν εκδοθεί προηγουμένως και αν δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους η αναίρεση.
Οι μη οριστικές αποφάσεις, όπως είναι και εκείνη, με την οποία το δικαστήριο διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο η οποία είχε κηρυχθεί περατωμένη, για να προσκομιστούν έγγραφα, κατά το άρθρο 254 του ΚΠολΔ ( Α.Π. 876/2015 ), δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε αναίρεση, αλλά θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί μαζί με την οριστική και αν δεν απευθύνεται κατ' αυτών η αναίρεση, αρκεί βέβαια, να υπάρχει λόγος αναίρεσης κατ' αυτών (ΚΠολΔ 566 παρ.1 - Α.Π. 1720/2013, Α.Π. 2148/2007).
Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι, αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου, που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (Ολ.
Α.Π. 40/1996, Α.Π. 1167/2015 Α.Π. 1451/2013, Α.Π. 1477/2012, Α.Π. 1126/2008, Α.Π. 233/2011, Α.Π. 1344/2010). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, αφού επικυρώνονται από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης, ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ.
Α.Π. 40/1996, Α.Π. 658/2012, Α.Π. 568/2013). Μόνο αν η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για τυπικούς λόγους, όπως στην περίπτωση που κρίθηκε απαράδεκτη, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απόφαση, για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία με την απόρριψη της έφεσης καθίσταται τελεσίδικη, ως προς την ουσία της διαφοράς (Α.Π. 995/2020, Α.Π. 1000/2009, Α.Π. 969/2008) εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία άσκησης αυτής (πρβλ.
Α.Π. 1379/1996). Στην περίπτωση αυτή, εάν ο λόγος αναίρεσης, που αφορά την απόρριψη της έφεσης για τυπικούς λόγους, γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία, αναιρείται μόνο η απόφαση του Εφετείου και δεν ερευνώνται οι λόγοι αναίρεσης κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία μετά την αναίρεση της απόφασης του Εφετείου δεν είναι πλέον τελεσίδικη, ώστε να μπορούν να εξετασθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, που στρέφονται κατά της πρωτόδικης απόφασης, το παραδεκτό και η βασιμότητα των οποίων, προδήλως, τελεί υπό την αίρεση της απόρριψης του λόγου αναίρεσης, που αφορά την απόρριψη της έφεσης από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για τυπικούς λόγους (Α.Π. 1211/1992), ενώ παράλληλα αναβιώνει η εκκρεμοδικία με την παραδοχή της αναίρεσης και την συνακόλουθη εξαφάνιση της προσβληθείσας τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου (Α.Π. 1307/2010, Α.Π. 951/2002, σχετ.
Ολ. Α.Π. 38/1996). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Από τη διάταξη αυτή, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ένδικων μέσων προκύπτει, ότι αν η αναίρεση πλήττει την απόφαση του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία και των δύο δικαστηρίων, άλλως είναι απαράδεκτη, ως προς την απόφαση του δικαστηρίου, στη γραμματεία του οποίου δεν κατατέθηκε ( Α.Π. 617/2014, Α.Π. 539/2014 Α.Π. 883/2012, Α.Π. 769/2008).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118 - 120 στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλομένης πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή σε ορισμένες περιπτώσεις και του ίδιου του εκκαλούντος .
Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει, μάλιστα, της διάταξης του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής) και να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς.
Ειδικότερα, όταν αποδίδεται στην εκκαλουμένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται στο εφετήριο και ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον εκκαλούντα συνιστούν την αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια (Α.Π. 1657/2002).
Εξάλλου, εάν με την έφεση πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται στο εφετήριο τα επί μέρους σφάλματα αυτής, ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αλλά αρκεί να μνημονεύεται ότι, εξαιτίας της κακής εκτίμησης αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 του ΚΠολΔ) επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ' άρθρο 534 του ίδιου Κώδικα, με βάση τη καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος (Α.Π. 574/2018 Α.Π. 1213/2013, Α.Π. 59/1997, Α.Π. 408/1996, Α.Π. 288/1995, Α.Π. 512/1994, Α.Π. 1183/1995).
Η αοριστία του εφετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, έστω και της ιδίας δίκης. Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου (Α.Π. 1003/2017). Αν δε στο δικόγραφο της έφεσης δεν υπάρχει έστω και ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος, τότε το δικόγραφο αυτό είναι άκυρο και η έφεση απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (Α.Π. 305/2001, Α.Π. 771/1997, Α.Π. 1129/1995, Α.Π. 1009/1988).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 26-10-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11313/6421/27-10-2015 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Ε. - Π. Κ. εξέθετε ότι την 01-10-2009 προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ..., με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως οδηγός σε φορτηγά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, άνω των 38 τόνων, επί έξι (6) ημέρες εβδομαδιαίως, έναντι συμφωνηθέντος μισθού, ύψους χιλίων πεντακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (1.569,95) μηνιαίως.
Ότι στην παραπάνω επιχείρηση εργάστηκε έως τις 29-04-2015 οπότε η εναγομένη τον απέλυσε, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση και να τηρήσει τον έγγραφο τύπο. Ότι αρχικά οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ. όχημα και στη συνέχεια, από τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2011, όπως παραδεκτώς διόρθωσε την αγωγή του με τις προτάσεις του, το με αριθμό κυκλοφορίας ...
Δ.Χ.Φ. όχημα, εργαζόμενος πλέον των οκτώ (8) ωρών ημερησίως, όπως οι ώρες παροχής εργασίας αναλυτικά προσδιορίζονται στο αγωγικό δικόγραφο. Ότι η εναγομένη από τον Οκτώβριο του έτους 2010 έως και τον Απρίλιο του έτους 2015, δεν του κατέβαλε αμοιβή για υπερεργασία, κατ' εξαίρεση (παράνομη) υπερωριακή απασχόληση, αμοιβή νυκτερινής εργασίας και εργασίας, κατά τις αναφερόμενες ημέρες της Κυριακής, ενώ περαιτέρω δεν του κατέβαλε αποζημίωση αδείας που αντιστοιχεί στα έτη από 2010 έως 2014 και αποζημίωση απόλυσης .
Ότι το σύνολο των απαιτήσεών του, για τις παραπάνω αιτίες, ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των εκατόν μίας χιλιάδων οκτακοσίων ενενήντα έξι ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (101.896,43). Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις του, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, για τις αιτίες αυτές συμμέτρως το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ και, περαιτέρω, να αναγνωριστεί ότι του οφείλει το ποσό των ογδόντα μίας χιλιάδων οκτακοσίων ενενήντα έξι ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (81.896,43) και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών την με αριθμό 3125/2017 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού έκρινε την αγωγή πλήρως ορισμένη, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, ως προς τα αγωγικά κονδύλια παροχής πρόσθετης εργασίας (υπερεργασίας, παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, εργασίας Κυριακής) αποζημίωσης αδείας και αποζημίωσης απόλυσης και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δέκα επτά χιλιάδων εκατόν είκοσι τεσσάρων ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (17.124,44) και περαιτέρω αναγνώρισε την υποχρέωσή της να του καταβάλει το ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (35.786,29) και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από τις 28-10-2015 έως εξοφλήσεως.
Κατά της απόφασης του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, η εναγομένη, ως εν μέρει ηττηθείσα διάδικος, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, την από 22-11-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 12479/787/22-11-2017 έφεσή της, με την οποία ζήτησε, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή του αντιδίκου της, ενώ ο ενάγων, παραδεκτώς άσκησε, σύμφωνα με το άρθρο 523 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, σε συνδ.
με το άρθρο 591 παρ.1 εδ. ζ'του ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α'87/23-07-2015) την με ίδιο δικόγραφο από 02-04-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 393/74/03-04-2018 αντέφεση, πλήττοντας τα εκκληθέντα κεφάλαια της απόφασης και τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα. Επί των συνεκδικασθέντων αυτών ενδίκων μέσων, εκδόθηκε η με αριθμό 238/2019 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση και την αντέφεση, απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης, χωρίς να εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και κατά τα λοιπά ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, κατ' άρθρο 254 του ΚΠολΔ, προκειμένου να προσκομισθεί με την επιμέλεια του εφεσιβλήτου - αντεκκαλούντα αντίγραφο της υπ' αριθμ. 340/20-11-2018 απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, επί της με ΑΒΜ Α 16/1989 μήνυσης της εκκαλούσας - αντεφεσίβλητης κατ' εκείνου για υπεξαίρεση, νόθευση εγγράφων και απόπειρα απάτης επί Δικαστηρίω, με σκοπό προσπορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους εις βάρος της περιουσίας της μηνύτριας, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000,00) ευρώ.
Στη συνέχεια, δε, με την από 21-05-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 542/113/21-05-2019 κλήση του καλούντος - ενάγοντος - εφεσιβλήτου επαναφέρθηκαν προς περαιτέρω συζήτηση, οι συνεκδικασθείσες από 22-11-2017 έφεση της εναγομένης ήδη εκκαλούσας και από 02-04-2018 αντέφεση του ενάγοντος - αντεκκαλούντος επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 618/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς Όπως προκύπτει από την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά την έφεση και, αφού ανακάλεσε, κατ' άρθρο 309 εδ.
α' του ΚΠολΔ, την με αριθμό 238/2019 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ως προς τις διατάξεις αυτής που αφορούσαν τους δύο πρώτους λόγους έφεσης, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι δεν περιείχε κανένα λόγο έφεσης, σαφή και ορισμένο, που να αναφέρεται σε σφάλμα της εκκληθείσας απόφασης, ήτοι απέρριψε αυτήν για τυπικό λόγο, ενώ η δι' ιδίου δικογράφου ασκηθείσα αντέφεση δεν συζητήθηκε, αλλά απορρίφθηκε χωρίς έρευνα της ουσίας της .
Στη συνέχεια, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την κρινόμενη από 07-01-2021 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 618/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η εκδοθείσα κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία με αριθμό 238/2019 μη οριστική απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου και η με αριθμό 3125/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Η αίτηση αναίρεσης νομίμως στρέφεται κατά της απορριπτικής διάταξης, της ως άνω με αριθμό 618/2020 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, στη γραμματεία του οποίου κατατέθηκε (βλ. την με αριθμό 11/1/08-01-2021 έκθεση κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου) και έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ), πριν από την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης, εφόσον δεν αποδεικνύεται από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται ότι αυτή έχει επιδοθεί, ώστε να αρχίσει η οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για την άσκηση της αναίρεσης προθεσμία των τριάντα (30) ημερών, ούτε και παρήλθε η διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση της εν λόγω απόφασης (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως οι διατάξεις του τρίτου βιβλίου - ένδικα μέσα και ανακοπές άρθρα 495 έως 590 του ΚΠολΔ - αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015 - σε συνδ.
με το άρθρο 1 άρθρο ένατο του ίδιου νόμου, στην παρ. 2 του οποίου περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 01-01-2016 ένδικα μέσα και αγωγές). Παράλληλα, η αίτηση αναίρεσης νομίμως στρέφεται και κατά της πρωτόδικης οριστικής και με αριθμό 3125/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εφόσον η κατ' αυτής έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για τυπικούς λόγους, παρά τα όσα διαλαμβάνονται στη συνέχεια σε αυτήν για "κατ' ουσίαν" απόρριψή της, ενώ έχει κατατεθεί, κατ' άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ και στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (βλ.
την με αριθμό 92/4/08-01-2021 έκθεση κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου). Επίσης, η έφεση κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι, το πρωτότυπο του δικογράφου της έφεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 22-11-2017, εντός δηλαδή της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, που ορίζει η διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, από την επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου της εκκληθείσας απόφασης στις 23-10-2017, όπως τούτο βεβαιώνεται στην με αριθμό 238/2019 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Επομένως, εφόσον η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε εμπροθέσμως και απορρίφθηκε, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, για τυπικούς λόγους (πλην εκπρόθεσμης άσκησης ), η τελεσιδικία αυτής επέρχεται από την απόρριψη της έφεσης, η δε προθεσμία αναίρεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, είτε έχει επιδοθεί, είτε όχι, αρχίζει από την επίδοση της απορριπτικής της έφεσης απόφασης.
Πλην, όμως, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, δεν προκύπτει επίδοση της με αριθμό 618/2020 οριστικής απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, ούτε και οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση και, ως εκ τούτου, η αναίρεση και ως προς την προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, εντός διετίας, κατ' άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, με την κατάθεσή της στο Πρωτοδικείο Πειραιώς στις 08-01-2021 .
Κατόπιν όλων αυτών, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά και εμπρόθεσμα, κατ' αμφοτέρων των προσβαλλομένων αποφάσεων και, επομένως, πρέπει να ερευνηθεί εν πρώτοις το παραδεκτό και η βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αναίρεσης, που αφορούν την απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ( άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).
Ωστόσο, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο προσβάλλεται η με αριθμό 238/2019 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία δεν είναι οριστική, αφού, όπως από αυτή προκύπτει, το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της ουσίας της ένδικης έφεσης, αλλά ανέβαλε την οριστική κρίση του και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, κατ' άρθρο 254 του ΚΠολΔ, χωρίς να προβάλλεται λόγος αναίρεσης, που να αφορά την εν λόγω μη οριστική απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, επιτρέπει την αναίρεση όταν το Δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο . Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα, που προκύπτουν από παραβάσεις διατάξεων δικονομικού μόνο δικαίου, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις, ως προς το κύρος της διαδικαστικής πράξης, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την εγκυρότητα ή το επιτρεπτό της διαδικαστικής πράξης (Ολ. Α.Π. 963/1985). Αντίθετα, οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ. Α.Π. 2/2001 Α.Π. 558/2008). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων, δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 του ΚΠολΔ. Τέλος, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε αόριστους και, κατά συνέπεια, απαράδεκτους τους λόγους έφεσης, ενώ οι λόγοι ήταν ορισμένοι και παραδεκτοί (Α.Π. 202/2019, ΑΠ 575/2018, Α.Π. 803/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην με αριθμό 618/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστους και απαράδεκτους τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της από 22-11-2017 έφεσής της, με τους οποίους παραπονείται ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων η πρωτόδικη απόφαση έκρινε την ένδικη αγωγή ως ορισμένη και βάσιμη κατ' ουσίαν, ενώ έπρεπε να απορρίψει αυτήν ως αόριστη και, περαιτέρω, κατ' ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, να απορρίψει αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αιτούμενη την παραδοχή της έφεσής της και την εξαφάνιση της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης .
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ειδικότερα, από το δικόγραφο της ένδικης έφεσης, που παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκειμένου να διαπιστωθεί η βασιμότητα του προβαλλόμενου πιο πάνω λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι σε αυτό διαλαμβάνονται, προς θεμελίωση των λόγων της έφεσης, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: " ... 1ος λόγος εφέσεως:
Η εκκαλουμένη εσφαλμένως έκρινε την αγωγή του αντιδίκου ως ορισμένη, ενώ όφειλε να απορρίψει αυτήν ως προεχόντως αόριστη, δεχόμενη τη σχετική ένστασή μας περί αοριστίας. Ειδικότερα: ... 2ος λόγος εφέσεως : Το δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς την ύπαρξη αποδείξεων και παρά την αμφισβήτηση αυτών (πραγμάτων).
Ειδικότερα: ... 3ος λόγος εφέσεως: Η εκκαλουμένη προέβη στις εσφαλμένες και αυθαίρετες παραδοχές: α) ότι ο ενάγων πραγματοποίησε υπερωριακή απασχόληση τάχα χωρίς να αμειφθεί, β) ότι καταγγείλαμε τη σύμβαση εργασίας του χωρίς να του καταβάλουμε τη νόμιμη αποζημίωσή του και γ) ότι του οφείλουμε αποζημίωση ληφθείσας και μη ληφθείσας αδείας, όχι μόνο χωρίς καμία περί αυτών απόδειξη αλλά και παντελώς αγνοώντας όλες τις περί του αντιθέτου υφ' ημών προσκομισθείσες αποδείξεις .
Δηλαδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα στοιχεία που προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε η εταιρεία μας, κυριολεκτικά υποβαθμίζοντας ή εκμηδενίζοντας την αποδεικτική αξία των δικών μας αποδεικτικών μέσων, εγγράφων και μαρτύρων ....". Έτσι, από το ως άνω περιεχόμενο του εφετηρίου δικογράφου προκύπτει ότι οι λόγοι της έφεσης ήταν επαρκώς ορισμένοι.
Ειδικότερα, κατά το σκέλος της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου (ένσταση αοριστίας) η έφεση είναι ορισμένη, διότι η εκκαλούσα αναφέρει επαρκώς με ποιό τρόπο εχώρησε η παραβίαση των κανόνων δικαίου και ειδικότερα διαλαμβάνει στον οικείο λόγο έφεσης τα κατ' αυτήν ελλείποντα στοιχεία, που καθιστούν αόριστο το δικόγραφο της αγωγής το γεγονός δε ότι δεν αναφέρονται αριθμητικά τα σχετικά άρθρα του ουσιαστικού νόμου, ουδόλως καθιστά το δικόγραφο της έφεσης αόριστο, αφού διαλαμβάνει επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο εχώρησε η παραβίαση των επικαλουμένων από τον ενάγοντα κανόνων δικαίου, με μνεία και του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όσα δε αντίθετα προβάλλει με τις προτάσεις του ο τελευταίος περί αοριστίας της ένδικης έφεσης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Αλλά και κατά το σκέλος της πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων, η έφεση αυτή είναι ορισμένη, διότι, η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων, ως λόγος έφεσης, επαρκώς προσδιορίζεται, αφού η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, αναγόμενη σε πραγματικά σφάλματα του δικαστή, επαρκώς προσδιορίζεται με τη μνεία ότι από αυτήν οδηγήθηκε σε εσφαλμένο αποτέλεσμα και δέχθηκε ως αποδεδειγμένη την αγωγή, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων (τα οποία σε κάθε περίπτωση τα συγκεκριμενοποιεί στο εφετήριο), δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα σκέψη της παρούσας, το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού .
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη οριστική απόφασή του, έκρινε και τους τρείς λόγους της έφεσης ως αόριστους εντεύθεν ως απαράδεκτους, ακολούθως δε απέρριψε αυτήν και εξ αυτού του λόγου δεν ερεύνησε και απέρριψε και την αντέφεση - υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή του προαναφερομένου πρώτου αναιρετικού λόγου ως βασίμου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση του δευτέρου και τελευταίου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τις διατάξεις 173 επ.
του ΚΠολΔ, που έχουν και χαρακτήρα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη με αριθμό 618/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και, στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή, από αυτόν που εξέδοσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015).
Εφόσον, δε, έγινε δεκτή η αναίρεση κατά της με αριθμό 618/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ως προς την απορριπτική της έφεσής διάταξή της, η με αριθμό 3125/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς δεν είναι πλέον τελεσίδικη, διότι αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η κατ' αυτής αναίρεση, ως απαράδεκτη.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος , λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), που παραστάθηκε, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 07-01-2021 αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 3125/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και κατά της με αριθμό 238/2019 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Δέχεται την ως άνω αίτηση αναίρεσης, καθόσον με αυτή προσβάλλεται η με αριθμό 618/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Αναιρεί την απόφαση αυτή .
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο (Εφετείο Πειραιώς) συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση. Και
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσιβλήτου τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ