Legislator Case Law & Legislation
129/2020 AI generated

129/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 129/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/7/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 475/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 156/2015 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/9/2016 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

129/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ν.δ. 53/1974) "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Το δικαίωμα, όμως, αυτό υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα - κυρ.

Keywords

AI generated
journalist access to files plea of constitutional grievance parliamentary oversight election campaign publicity official voting pamphlet freedom of expression and information
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 129 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός: 129 /2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Ο. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Σπανού και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Α. του Ε., 3) Β. Σ. του Α., κατοίκων ... ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βγόντζα και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/7/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 475/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 156/2015 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/9/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 156/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία δέχθηκε κατά τους τύπους και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 17-12-2010 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της, επίσης κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσης, υπ' αριθμ. 475/2010 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία, το τελευταίο αυτό δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 14-7-2009 αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία (προσβολής της προσωπικότητας) του ήδη αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων. Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικώς, γραπτώς και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, ενώ, κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται. Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (κυρ.

ν.δ. 53/1974) "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Το δικαίωμα, όμως, αυτό υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα - κυρ.

ν. 2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων. Εξ άλλου, κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του ν. 1178/1981 "Περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκε υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 του ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 του ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 του ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου.

Στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ. 4 του ν. 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέσθηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς, ότι αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου και όχι στον συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος ή τον εκδότη του εντύπου (αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη) ή τον διευθυντή συντάξεως. Ο συντάκτης (του επιλήψιμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής συντάξεως ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από επιλήψιμο δημοσίευμα, κατά τις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 του ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 - 363 ΠΚ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Προστατεύεται έτσι, με τα ως άνω άρθρα, η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητος, όμως η προσβολή της προσωπικότητος σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.

Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητος με τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητος με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρου 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παρανόμου προσβολής της προσωπικότητος (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητος συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διατάξεως που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ, που μπορεί να περιέχονται και σε δημοσίευμα εφημερίδας, αφού η κατοχυρωμένη με το άρθρο 14 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκησή της (άρθρο 25 παρ. 3 Συντ.).

Όριο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα άρθρα 361-363 ΠΚ και, επομένως, με πρόσχημα την ελευθεροτυπία δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητος με δημοσιεύματα εξυβριστικά ή δυσφημιστικά για το άτομο. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης.

Ως γεγονός κατά τις ανωτέρω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφ' όσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά αποδείξεως. Δεν αποκλείεται δε στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητος, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 361 του ΠΚ.

Ισχυρισμό δε του γεγονότος συνιστά κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοινώσεως που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της δυσφημήσεως απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ' αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της εννόμου τάξεως και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.

Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής που γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρο 367 παρ. 1γ ΠΚ), το οποίο ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου (άρθρο 14 παρ. 1-2 του Συντάγματος σχετικό και το άρθρο 10 παρ. 1 εδ.

α' και β' της ΕΣΔΑ), έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση και προβολή - δημοσιοποίηση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο. Γι' αυτό μπορούν να δημοσιευθούν ειδήσεις και σχόλια για τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς.

Όμως, ο άδικος χαρακτήρας του δημοσιεύματος, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη της απλής δυσφημήσεως, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως από μέρους του δράστη, είτε υπό την μορφή της εξυβρίσεως (άρθρο 361 ΠΚ) είτε υπό την μορφή της δυσφημήσεως (άρθρο 362 ΠΚ, ΑΠ 1407/1988, ΑΠ 460/1975), που υπάρχει, όταν ο τρόπος εκδηλώσεως της προσβλητικής συμπεριφοράς δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την προστασία δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, αλλά εν γνώσει του επιλέχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου, δηλαδή όταν υπάρχει υπέρβαση του αντικειμενικά αναγκαίου μέτρου για την προστασία του δικαιώματος ή του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του.

Τέτοιος τρόπος για την απόδειξη του σκοπού εξυβρίσεως συντρέχει, ιδίως, όταν αυτός δεν είναι αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψεως εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος παρά ταύτα χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του άλλου (ΑΠ 1897/2006, 1573/2005).

Το ζήτημα εάν οι εκδηλώσεις, που προαναφέρθηκαν, ήταν πρόσφορες και αναγκαίες αντικειμενικά για τη διαφύλαξη του δικαιώματος του εναγομένου και περί του κατά πόσον οι εκδηλώσεις αυτές υπερέβησαν τελικά το αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη του ίδιου δικαιώματος, αποτελεί νομική έννοια υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1030/2009).

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημίσεώς του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξυβρίσεώς του (ΑΠ 257/2017).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των προπαρατεθεισών Συνταγματικών διατάξεων, αυτών της ΕΣΔΑ και των κοινών νόμων, ουδόλως συνάγεται, ότι αποκλείεται ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου ή του συντάκτη δημοσιεύματος προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, σε περίπτωση που σε δημοσίευμα ή τηλεοπτική εκπομπή παραλείπονται να αναφερθούν τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα, και από την αντίστοιχη παράλειψη προξενείται η προσβολή της υπολήψεως άλλου (ΑΠ 6/2004).

Ο δημοσιογράφος οφείλει να εξακριβώνει, πριν από τη δημοσίευση, την αλήθεια των όλων δυσφημιστικών γεγονότων, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί, σε αντίθετη περίπτωση, ότι η παράδοση σε δημόσια ανυποληψία του δυσφημούμενου προσώπου τελεί σε αναλογία με την κοινωνική αποστολή του τύπου για ενημέρωση του κοινού, ή ότι αποτελεί αυτή το επιβεβλημένο μέσον άσκησης του έργου της ενημέρωσης, εάν δε συντρέχει τέτοια περίπτωση, ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως του δημοσιογράφου δεν αίρεται (ΑΠ 1587/2017).

Εξ ετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των άλλων, να αναφέρεται η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις και εκ ποιων αντιτιθέμενων μερών των αιτιολογιών προκύπτει η αντίφαση (ΟλΑΠ 32/1996).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι με αυτήν το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των ενώπιόν του προσκομισθεισών αποδείξεων κρίση του, δέχθηκε τα εξής: ".....Οι εφεσίβλητοι είναι η πρώτη ιδιοκτήτρια, ο δεύτερος εκδότης και ο τρίτος αρχισυντάκτης της ευρείας κυκλοφορίας σε όλη την ...

εφημερίδας με τον τίτλο "...", η οποία εκδίδεται στο .... Ο δε εκκαλών υπηρετεί ως επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό ..., έχοντας μεταξύ άλλων αρμοδιότητα για τον έλεγχο, η έγκριση και η θεώρηση των σχετικών με τις δαπάνες των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των νομικών τους προσώπων, ενταλμάτων πληρωμής.

Στο φύλλο με ημερομηνία 16 Απριλίου 2009 της εφημερίδας "...", που είναι της ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, εκδίδεται στο ... και διανέμεται σε ολόκληρη την ..., δημοσιεύτηκε άρθρο αγνώστου συντάκτη, που καταχωρήθηκε σε στήλη με τίτλο "...", στο οποίο αναγράφονταν και τα εξής: "...Εμπλοκή. Αλήθεια, χρειάστηκε κοτζάμ παρέμβαση του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου για να μην μείνουν απλήρωτοι συμβασιούχοι σε έργα αυτεπιστασίας του Δήμου πασχαλιάτικα;

Μήπως γιατί, σε αντίθεση με τον πάρεδρο, το αρμόδιο τμήμα έχει κρίνει παράνομες τέτοιες πληρωμές; Μήπως όμως ο πάρεδρος αυτό το προσπερνάει όταν δεν είναι 'άρρωστος' και το ξαναβρίσκουν μπροστά τους όταν τον αντικαθιστούν σε αναρρωτικές;", στην επόμενη παράγραφο: "Απορία. Και γιατί να περνάει ο άνθρωπος κάτι που άλλο τμήμα του ίδιου δικαστηρίου, του Ελεγκτικού δηλαδή έχει κρίνει παράνομο;

Εκτός αν ο λόγος σχετίζεται με τη 'χάρη' μετά τη δημοτική 'χάρη' στα ...", και συνεχίζει στην επόμενη παράγραφο: "Προέκταση. Αν είναι έτσι, να γίνουν καμιά - δυο ακόμα 'χάρες' και ο ίδιος ας εγκρίνει και μη δικαιολογημένα εντάλματα, αρκεί ο κοσμάκης να δουλεύει και να τρώει ψωμάκι. Αυτό θα του το αναγνωρίσουμε ως κοινωνική προσφορά στην εργασιακή ειρήνη", τελειώνοντας με την επόμενη παράγραφο: "Κερί.

Του μυστικού δείπνου ο Ιούδας ήταν ένας, του καθημερινού και φανερού τουλάχιστον 11...Ανάψτε ...ά μπας και μας λυπηθεί ο Κύριος...". Επίσης, στο με ημερομηνία 22 Απριλίου 2009 φύλλο της ίδιας εφημερίδας, στην ίδια στήλη με τον τίτλο "..." και τον υπότιτλο "Σχολιαστής" καταχωρήθηκε άρθρο αγνώστου πάλι συντάκτη, στο οποίο αναφέρονταν και τα εξής: "Εξήγηση.

Α, ώστε έτσι εξηγείται ο κοινωνικός ρόλος του παρέδρου, πέρα από την έγκριση ενταλμάτων, που δύο ή και τρεις φορές άλλα τμήματα του ανωτάτου δικαστηρίου (Ελεγκτικό) τα βγάζουν εκτός νομοθεσίας", και συνεχίζει στην επόμενη παράγραφο: "Προέκταση. Άμα τραπεζώνεις (υπηρεσιακώς βεβαίως- βεβαίως) ακόμη και τον πειθαρχικό δικαστή της υπηρεσίας, ο οποίος έκανε έλεγχο σε καταγγελίες που σε αφορούν, πολύ θα ήθελα να ήμουν ένα από τα ..

τραπέζια στο εστιατόριο επί της Δημοκρατίας για να ακούσω το διάλογο...". Στη συνέχεια στο με ημερομηνία ... Μαΐου 2009 φύλλο της ίδιας εφημερίδας και πάλι στην ίδια στήλη με τον υπότιτλο "..." καταχωρήθηκαν από άγνωστο συντάκτη και τα εξής: "Αναμονή. Αλήθεια, το περίφημο πόρισμα του πειθαρχικού δικαστή για τον πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου τι γίνεται;

Πότε θα ολοκληρωθεί, γιατί εδώ κάτω ειδικά έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Ελπίζουμε να είναι τάχιστο και να μην κόλλησε σε τίποτα γραφειοκρατικά γρανάζια, που αντί για λάδι χρησιμοποιούν μέλι...". Παρά το γεγονός ότι στα δημοσιεύματα αυτά δεν αναφερόταν το όνομα του ενάγοντος, ωστόσο ήταν ευχερές να γίνει αντιληπτό στους τρίτους αναγνώστες του εντύπου ότι επρόκειτο γι' αυτόν, καθώς, επρόκειτο για Δημόσιο λειτουργό, που, λόγω των παραπάνω ανατεθέντων σ' αυτόν αρμοδιοτήτων δημοσιονομικού ελέγχου, ήταν γνωστός, όχι μόνο σε ευρύτατο κοινωνικό κύκλο της πόλεως του Ηρακλείου, αλλά και σε όλο τον ομώνυμο Νομό.

Την αντίληψη αυτή ενίσχυε και το γεγονός, ότι των δημοσιευμάτων αυτών είχαν προηγηθεί στις ...-6- 2008, ...-6-2008 και ...-4-2009 στα δελτία ειδήσεων του ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού "..." ανακοινώσεις από δημοσιογράφο του σταθμού, που έκανε επεξεργασία της έρευνας (ρεπορτάζ), σχετικά με τον τρόπο που ο ενάγων ασκούσε το λειτούργημα του επιτρόπου του τοπικού Ελεγκτικού Συνεδρίου, χωρίς όμως και πάλι να κατονομάζει τον τελευταίο.

Σχετικά με τα αναφερόμενα στα παραπάνω δημοσιεύματα σχόλια πρέπει να λεχθούν τα εξής: Στις 19-11-2008 εκδόθηκε η με αρ. 178/2008 απόφαση του 1ου Τμήματος του ΕΣ, κατόπιν της με αρ. 60/29-7-2008 αρνητικής πράξης της Επιτρόπου της 2ης Υπηρεσίας ΕΣ στο νομό ..., κ. Τ., να θεωρήσει χρηματικά εντάλματα, που αφορούσαν καταβολή ημερομισθίων και εξόδων κίνησης σε εργαζόμενους του δήμου, που είχαν προσληφθεί με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την εκτέλεση έργου "Απομάκρυνση μπαζών και μεγάλων αντικειμένων από ανεξέλεγκτη απόρριψη" με αυτεπιστασία του δήμου.

Με την απόφαση του αυτή το Ελεγκτικό Συνέδριο έκρινε ότι, ορθά η Επίτροπος δεν έπρεπε να θεωρήσει τα σχετικά εντάλματα, διότι οι εργασίες που είχαν εκτελεστεί για τα έργα αυτά δεν ενέπιπταν στην έννοια του δημοτικού τεχνικού έργου. Έκτοτε η ανωτέρω Επίτροπος δεν θεωρούσε παρόμοια εντάλματα πληρωμής του δήμου.

Αντίθετη τακτική ακολουθούσε μέχρι και τον Απρίλιο του 2009 ο ενάγων, ο οποίος ενέκρινε και θεωρούσε παρόμοια εντάλματα, όπως για παράδειγμα είχε συμβεί με τα υπ' αρ. 1522 και 3633/2008 χρηματικά εντάλματα, τα οποία αφορούσαν ημερομίσθια νεοπροσληφθέντων υπαλλήλων ορισμένου χρόνου, εργαζομένων στο έργο αυτεπιστασίας "Συντήρηση ασφαλτικών οδοστρωμάτων" και "Συντήρηση ενετικών τειχών".

Στις 9-4-2009 ο ενάγων έλαβε αναρρωτική άδεια δέκα ημερών για σοβαρούς λόγους υγείας και τον αναπλήρωσε η Επίτροπος της 2ης Υπηρεσίας του ΕΣ στο ..., κ. Τ.. Όταν υποβλήθηκαν σ' αυτήν προς θεώρηση εντάλματα πληρωμής, όπως τα προαναφερόμενα για πληρωμές ημερομισθίων εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου σε έργα με αυτεπιστασίας του δήμου, επειδή είχε υπόψη της τη με αριθμ. 178/2008 απόφαση του ΕΣ, σύμφωνα με την οποία δεν έπρεπε να θεωρηθούν, δεν προχωρούσε στη θεώρηση τους με την αιτιολογία ότι ήθελε να τα εξετάσει.

Ωστόσο ήταν περίοδος εορτών του Πάσχα και οι εργαζόμενοι έμειναν απλήρωτοι, δημιουργήθηκε θέμα από την πλευρά των συμβασιούχων, το οποίο έλαβε εκτεταμένη δημοσιότητα. Συγκεκριμένα, οι συμβασιούχοι διαμαρτύρονταν ότι, με το να μένουν απλήρωτοι δεν μπορούσαν να κάνουν Πάσχα με τις οικογένειες τους. Επειδή επρόκειτο για πρόβλημα με κοινωνικές προεκτάσεις, υπήρξε άτυπη επέμβαση του Προέδρου του ΕΣ, ώστε η αναπληρώτρια του ενάγοντος κ.

Τ. να ξαναδεί το θέμα από κοινωνική σκοπιά. Το πρόβλημα τελικά λύθηκε με την θεώρηση των επίδικων ενταλμάτων εκ μέρους της Επιτρόπου και μάλιστα μετά από την επίλυση του οι συμβασιούχοι προέβησαν σε δηλώσεις στον ημερήσιο τύπο. Τα περιστατικά αυτά προκύπτουν τόσο από τη σαφή, κατηγορηματική και σαφή κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης (βλ.

σελ. 27- 28 πρακτικών), όσο όμως και από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, ο οποίος παραδέχεται ότι πράγματι η αναπληρώτρια Επίτροπος είχε καθυστερήσει την θεώρηση των παραπάνω ενταλμάτων ....... Τα όσα αναφέρουν τα επίδικα δημοσιεύματα της 16ης-4-2009 και 22ας-4-2009 σχετικά με τη θεώρηση των προαναφερόμενων ενταλμάτων είναι αληθινά και πάντως ο συντάκτης τους καθώς και οι 2ος και 3ος εναγόμενοι δικαιολογημένα πίστευαν ότι ανταποκρίνονταν στην αλήθεια, καθώς δεν είχαν, ούτε και μπορούσαν να έχουν τη δυνατότητα να κρίνουν τη νομιμότητα των ενταλμάτων πληρωμής, καθώς και η ίδια η κ.

Τ., που ήταν απολύτως εξειδικευμένη στον έλεγχο των ενταλμάτων αυτών δυσκολεύτηκε να διαγνώσει τη νομιμότητα των, εντελλομένων να καταβληθούν στον Δήμο ..., δαπανών για τους εργαζόμενους, που με σύμβαση ορισμένου, απασχολούντο σε έργα αυτεπιστασίας. Το γεγονός, ότι η παρέμβαση του Προέδρου του ΕΣ ήταν στην προκειμένη περίπτωση επιβεβλημένη προκειμένου να διευκρινιστεί το θέμα της νομιμότητας των ενταλμάτων, δεν μπορεί να καταστήσει ψευδές το δημοσίευμα.

Η χρήση, εξάλλου, της έκφρασης στο δημοσίευμα της 16ης-4-2009, "...όταν τον αντικαθιστούν στις αναρρωτικές", δεν έχει την έννοια ότι ο ενάγων λαμβάνει πολλές αναρρωτικές (πράγμα που βέβαια δεν είναι αλήθεια), αλλά χρησιμοποιήθηκε ως λεκτικό σχήμα για να δώσει έμφαση στο γεγονός πως δύο επίτροποι της ίδιας Υπηρεσίας εκφράζουν διαφορετικές απόψεις για το ίδιο θέμα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι, στην από 9-6-2008, απευθυνόμενη προς στη Γενική Επιτροπή Επικρατείας Ελεγκτικού Συνεδρίου αναφορά, που υπέβαλε σε βάρος του ενάγοντος ο Ε. Ε. του Γ. την 20.6.2008 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 9/2008, παραπονούμενος για "...απαράδεκτη συμπεριφορά του Επιτρόπου του ... κ. Ο. Ε. και τον τρόπο που λειτουργεί εντός και εκτός υπηρεσίας καθώς και τον τρόπο που εκμεταλλεύεται τις ελεγχόμενες από αυτόν υπηρεσίες.." αμφισβητήθηκε μεταξύ άλλων και η νομιμότητα της δημοτικής απόφασης με την οποία έγινε διαπλάτυνση και επίστρωση της παρακείμενης αυτού οδού.

Πριν δε από την παραπάνω αναφορά, εν σχέσει με το ζήτημα της βελτίωσης της οδού πλησίον του ακινήτου του ενάγοντος στην Κ., είχε εμφιλοχωρήσει διάσταση απόψεων ανάμεσα στις υπηρεσίες της ... Εφορείας Προϊστορικών Αρχαιοτήτων, της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων του ... και της Υπηρεσίας Νεότερων Μνημείων και Τεχνικών Έργων ..., τόσο ως προς την αρμοδιότητα για την έγκριση της τεχνικής μελέτης του έργου, ως και, εν συνεχεία, για τη νομιμότητα των εκτελούμενων έργων.

Ειδικότερα, προ του μηνός Φεβρουάριου του έτους 2007, υποβλήθηκε, αναρμοδίως κατά την παραπάνω Εφορεία Προϊστορικών Αρχαιοτήτων, αίτημα από τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων του ... προς την Υπηρεσία Νεώτερων Μνημείων για την έγκριση του έργου "Βελτίωση οδού μεταξύ ... στα ...". Το αίτημα εγκρίθηκε μεν από την Υπηρεσία Νεώτερων Μνημείων, αναρμοδίως δε, σύμφωνα με την ως άνω Εφορεία, η οποία με το με αριθμό πρωτοκόλλου Φ.../4/704/1-2-2007 έγγραφο της Αρχαιολόγου και Διευθύντριας αυτής Μ.

Μ. προς τις παραπάνω υπηρεσίες, το οποίο κοινοποίησε τόσο στον Αρχαιοφύλακα ... ως και στον ενάγοντα, δηλώνοντας με αυτό ότι καμία σχετική διαδικασία, εν σχέσει με το συγκεκριμένο έργο, δεν θα πρέπει να προχωρήσει αφού το αίτημα για την εκτέλεση του έργου εσφαλμένως υποβλήθηκε στην Υπηρεσία Νεώτερων Μνημείων και εγκρίθηκε ακολούθως από αυτήν, ενώ εφόσον αφορά σε αρχαιολογική ζώνη της ...

εμπίπτει κατ' αρχήν στην αρμοδιότητα της Εφορείας, στην οποία και οφείλει η Διεύθυνση Τεχνικών Έργων να υποβάλλει το σχετικό αίτημα. Ακολούθως, την 2-2-2007 η Διεύθυνση Τεχνικών Έργων απευθύνθηκε σχετικά στην παραπάνω Εφορεία για τις "απαιτούμενες εργασίες βατότητας αγροτικής οδού μεταξύ ..., εντός της Α' Αρχαιολογικής Ζώνης ..., εργασίες ανάδειξης του "γεφυριού ...", που βρίσκεται σε τμήμα της οδού, εργασίες επίχωσης του αγωγού της Δ.Ε.Υ.Α.Η., ο οποίος βρίσκεται ανατολικά της οδού και έχει αποκαλυφθεί τμήμα του λόγω των βροχοπτώσεων, τεχνικά έργα επί της οδού για τη διευθέτηση και συλλογή όμβριων υδάτων και καθαρισμού της κοίτης του ρέματος από τα φερτά υλικά στην περιοχή του γεφυριού, προκειμένου να βελτιωθεί η βατότητα της οδού αλλά και να αποφευχθεί η πιθανή βλάβη του αγωγού της Δ.Ε.Υ.Α...".

Η Εφορεία, με το με αριθμό πρωτοκόλλου Φ.../4/783/6-2-2007 έγγραφο της, το οποίο επίσης κοινοποίησε, μεταξύ άλλων και στον ενάγοντα, ενημέρωσε τις παραπάνω υπηρεσίες, ότι, προκειμένης της εκτέλεσης των τεχνικών έργων, είναι αναγκαία η υποβολή πλήρους μελέτης, η οποία θα υποβληθεί στο αρμόδιο Τοπικό Συμβούλιο Μνημείων ...

για γνωμοδότηση και ότι για την εργασία της άμεσης επίχωσης του αγωγού ΔΕΥΑ" απαιτούνταν διευκρινίσεις ως προς τον τρόπο επίχωσης, ώστε εν συνεχεία, εφόσον την ενέκρινε, να πραγματοποιούνταν υπό την παρακολούθηση αρμοδίου υπαλλήλου της. Εν τέλει, αφού ξεκίνησε η εκτέλεση των έργων, η Εφορεία διαπίστωσε ότι είχε πραγματοποιηθεί διαπλάτυνση τμήματος της οδού με απόξεση του πρανούς και επίστρωση με αδρανές υλικό μέχρι τη γέφυρα "...", ήτοι εργασία που δεν είχε εγκρίνει.

Έτσι, με το με αριθμό πρωτοκόλλου Φ.../ΙΔ/2682/9-4-2007 έγγραφο της με θέμα "Διακοπή εργασιών σε αγροτική οδό μεταξύ ... στα ..." προς τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων του ..., στην Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων & Τεχνικών Έργων ..., στον Αρχαιοφύλακα ... και στο Β' Αστυνομικό Τμήμα, ενημέρωσε ότι οι εν λόγω εργασίες είναι μη νόμιμες και ότι πρέπει να διακοπούν άμεσα.

Παρά ταύτα, οι εργασίες, ως και οι αντιπαραθέσεις συνεχίσθηκαν με αποτέλεσμα την 2-6-2008 να υποβάλει σχετικά με τις συνθήκες εκτέλεσης τους αναφορά - δήλωση προς τη Διευθύντρια της ... Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών αρχαιοτήτων Μ. Μ., ο εργοδηγός - υπεύθυνος στο τμήμα εκτελέσεως έργου με μηχανήματα αυτεπιστασίας του ...

στην ... Εφορεία, Ν. Μ., εκθέτοντας ότι: "Με το παρόν έγγραφο μου θέλω να σας ενημερώσω και να δηλώσω ότι, για την εκτέλεση του Έργου της οδού μεταξύ "... στα Σ." που έγινε το Μάρτιο του 2007 κατόπιν φορτικών εκβιασμών, πειθαναγκάστηκα να το εκτελέσω. Είμαι αντίθετος σ' αυτού του είδους τις αναθέσεις εκτέλεσης έργων οι οποίες εξυπηρετούν προσωπικά συμφέροντα.

Ένα εξ αυτών είναι τα συμφέροντα του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στον Νομό ..., κ. Ο. Ε. για να έχει άνετη και ασφαλή πρόσβαση στο κτήμα που βρίσκεται στην αρχαιολογική Περιοχή Α' Ζώνης Σ.". Βέβαια, όπως προέκυψε μεταγενέστερα, με την από 12-10-2009 ένορκη κατάθεση του ενώπιον της Πταισματοδίκη Ηρακλείου ο προαναφερόμενος Ν.

Μ. δηλώνει, ότι δεν συνέταξε, ούτε υπέγραψε ο ίδιος την παραπάνω αναφορά, ούτε και κατέθεσε αυτήν σε οιανδήποτε υπηρεσία ή αρχή, καθώς και ότι δεν χρησιμοποίησε ο ίδιος τα μηχανήματα του δήμου για την εκτέλεση του έργου βελτίωσης της βατότητας της οδού. Πλην όμως, τούτη η παράμετρος δεν διαφαινόταν καν τόσον κατά το χρόνο που δημοσιεύτηκαν τα παραπάνω σχόλια στην εφημερίδα "..." όσο και κατά το χρόνο κατά τον οποίο εν συνεχεία διενεργήθηκαν πειθαρχικές εξετάσεις για τη διερεύνηση των καταγγελιών σε βάρος του ενάγοντος, αφού ούτε και στο πλαίσιο αυτών προέκυψε το στοιχείο αυτό, ώστε να δύναται να εντοπιστεί ευθύνη των εναγομένων λόγω ανεπαρκούς δημοσιογραφικής έρευνας του συντάξαντος τα άρθρα δημοσιογράφου.

Εξάλλου αποδείχθηκε ότι, με αφορμή την παραπάνω καταγγελία του Ε. Ε. του Γ. σε βάρος του ενάγοντος, διατάχθηκε με την υπ' αρ. 83/10-7-2008 πράξη του Προέδρου του ΕΣ προκαταρκτική έρευνα για τη διερεύνηση της τέλεσης ή μη πειθαρχικών παραπτωμάτων εκ μέρους του ενάγοντος, η οποία διενεργήθηκε από τον Πειθαρχικό Δικαστή των Δικαστικών Υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το έτος 2008.

Συγκεκριμένα, η ανωτέρω καταγγελία, η οποία απευθυνόταν προς τον Πρόεδρο του ΕΣ, το Γενικό Επίτροπο Επικρατείας και κοινοποιήθηκε στον Υπουργό Δικαιοσύνης, τον Υπουργό Πολιτισμού, την Πολεοδομία ... και την ... ΕΠΚΑ, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: "Στην οδό ... περιοχή ... ο κ. Ο. με μια οικοδομική άδεια για εκατό περίπου τετραγωνικά μέτρα ανέγειρε οικοδομή με υπόγειο, πυλωτή και 1ο όροφο χωρίς τη νόμιμη οικοδομική άδεια συνέχισε όμως με παράνομη ανοικοδόμηση 4όροφη οικοδομή χωρίς τη νόμιμη οικοδομική άδεια, χωρίς την καταβολή των νόμιμων ενσήμων του ΙΚΑ (το ΙΚΑ έχει ήδη επιληφθεί και έχει επιβάλλει τα σχετικά πρόστιμα), η πολεοδομία όμως του δήμου πότε θα επιληφθεί;

που και τώρα ακόμη συνεχίζει την ανέγερση αυθαίρετων παράπλευρων κτισμάτων. Με ποιο τρόπο περιήλθε στην κατοχή του έκταση περίπου δέκα στρεμμάτων εντός της ... αρχαιολογικής ζώνης του ... στη θέση ... περιοχής ... όπου ασκεί μελισσοκομικές, γεωργικές, κτηνοτροφικές και άλλες δραστηριότητες, ανεγείροντας δεξαμενές νερού, αποθήκες, χρησιμοποιώντας ...

τάφους για αποθήκες και γενικά ασκεί δραστηριότητες οι οποίες από την αρχαιολογία αλλά και από το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο της περιοχής απαγορεύονται ρητώς. Ερωτώ για όλες αυτές τις δραστηριότητες έχουν επιληφθεί ποτέ οι αρμόδιες υπηρεσίες; Με ποια άδεια περιφράχτηκε η ανωτέρω έκταση στην οποία υπάρχουν ...

Μνημεία προϊστορικής περιόδου; Με ποια άδεια δεντροφυτεύτηκε η συγκεκριμένη έκταση και κατασκευάστηκαν κτίσματα; Με ποιο τρόπο υποχρεώνει τις υπηρεσίες του δήμου να προβαίνουν σε βελτίωση της βατότητας της οδού που οδηγεί στην εν λόγω έκταση, και για ποιο λόγο αλλοιώθηκε μινωικό γεφύρι που οδηγεί στην ανωτέρω επίμαχη περιοχή;

Με ποια άδεια έγινε η διαπλάτυνση και επίστρωση με αμμοχάλικο του παραπάνω οδοστρώματος; Ο παραπάνω αναφερόμενος δρόμος οδηγεί στην ελεγχόμενη από αυτόν έκταση και εξυπηρετεί μόνο τα συμφέροντα του και η διαμορφωθείσα κατάσταση συνετελέσθη την τελευταία περίοδο". Η προκαταρκτική έρευνα διενεργήθηκε από 31-3-2009 μέχρι 3-4-2009.

Κατά τη διάρκεια αυτής ο ενάγων με έξοδα του παρέθεσε γεύμα στον πειθαρχικό δικαστή, με συμμετοχή και των λοιπών υπαλλήλων της 1ης Υπηρεσίας Επιτρόπου του ΕΣ του νομού ..., σε εστιατόριο του .... Με το από 21-9-2009 πόρισμα προκαταρκτικής έρευνας ο ως άνω πειθαρχικός δικαστής κατέληξε σε απαλλακτική κρίση για τον ενάγοντα, "αφού δεν πιθανολογείται πράξη ή παράλειψη του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Ε.

Ο. που να συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα κατά τους ορισμούς του άρθρου 92 του Ν. 2812/2000 σε σχέση με την από 9-6-2008 καταγγελία του Ε. Ε.", και κατόπιν τούτου με την υπ' αρ. 91/29-9-2009 πράξη του Προέδρου του ΕΣ προτάθηκε η θέση της υπόθεσης στο αρχείο. Ήδη όμως με το υπ' αρ. πρωτ. ΓΕΕ:ΕΜΠ40/26-11-2009 έγγραφο του Γενικού Επιτρόπου Επικρατείας του ΕΣ Γ.

Σ., το οποίο απευθύνεται προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ζητείται να διαταχθεί η επιστροφή του σχηματισθέντος, κατόπιν της παραπάνω καταγγελίας του Ε. Ε., σχετικού φακέλου για να συμπληρωθεί η πειθαρχική προκαταρκτική έρευνα σε βάρος του ενάγοντος, η οποία, κατά τα αναφερόμενα στο εν λόγω έγγραφο του Γενικού Επιτρόπου "περαιώθηκε από τον Πειθαρχικό Δικαστή,...

σκανδαλωδώς μεροληπτικά και κατά παράβαση των καθηκόντων του ως Πειθαρχικού Δικαστή,...", σε περίπτωση δε που έχει τεθεί στο αρχείο να ανασυρθεί. Μάλιστα στο εν λόγω έγγραφο του Γενικού Επιτρόπου γίνεται μνεία και για το γεύμα που παρατέθηκε στον πειθαρχικό δικαστή από τον ενάγοντα. Συγκεκριμένα δε αναφέρεται ότι, "το προαναφερόμενο "τραπέζωμα" του Πειθαρχικού Δικαστή εξόδοις του άνω Επιτρόπου λοιδορήθηκε έντονα από τον ημερήσιο τύπο του ... ...

και προκάλεσε δυσμενέσταστα σχόλια σε βάρος αυτού και του Επιτρόπου, τέθηκε δε υπό έντονη αμφισβήτηση η αμεροληψία του Πειθαρχικού Δικαστή ο οποίος, με το να δεχτεί το "τραπέζωμα" του Επιτρόπου κλόνισε την αξιοπιστία του για αμερόληπτη πειθαρχική έρευνα σε βάρος του εν λόγω Επιτρόπου, όπως δυστυχώς μετά ταύτα επιβεβαιώθηκε, με το ατελές, μεροληπτικό και σκανδαλωδώς πόρισμα του.

Όθεν, θεωρούμε ότι θα πρέπει και ως προς τον Πειθαρχικό Δικαστή..., να κινηθεί αρμοδίως η νόμιμη πειθαρχική διαδικασία για όσα παραπάνω εξιστορούνται ως πράξεις και παραλείψεις αυτού, που παραβιάζουν θεμελιώδεις αρχές της αντικειμενικής και αμερόληπτης πειθαρχικής έρευνας ... αλλά και για την επιδειχθείσα αναξιοπρεπή συμπεριφορά του ως Πειθαρχικού Δικαστή, με την οποία έδωσε λαβή στον ημερήσιο τύπο του ...

να λοιδορήσει την αντικειμενικότητα της πειθαρχικής του έρευνας και να αμφισβητήσει την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης προς το ιερό καθήκον του αμερόληπτου και ανεπηρέαστου Πειθαρχικού Δικαστή". Με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα, λοιπόν, το περιστατικό της παράθεσης γεύματος προς τον πειθαρχικό δικαστή, το οποίο σχολιάζεται στο δημοσίευμα της 22ας-4-2009, είναι αληθινό και δε συνιστά συκοφαντία.

Εξάλλου, ο συντάκτης του άρθρου δεν θα μπορούσε και ούτε ήταν υποχρεωμένος να γνωρίζει την έλλειψη ιδιοτέλειας του ενάγοντα για την παράθεση του γεύματος στον Πειθαρχικό Δικαστή, όταν η ίδια υπηρεσία ψέγει τον τελευταίο αναφερόμενη σε "κλονισμό της αξιοπιστίας του και στο ατελές, μεροληπτικό και σκανδαλωδώς πόρισμα του." Θα πρέπει εξάλλου να διαχωριστεί η ευθύνη του των εναγομένων για τα ως άνω δημοσιεύματα, δεδομένου, ότι η αλήθεια ή αναλήθεια των αναφερομένων για τον ενάγοντα προσβλητικών για την προσωπικότητα του περιστατικών στην καταγγελία του Ε.

Ε., απετέλεσε αντικείμενο υπηρεσιακής σε βάρος του ενάγοντος έρευνας και η ευθύνη για τα όσα ψευδώς αναφέρονται σ' αυτήν βαραίνει αποκλειστικά τον καταγγέλλοντα και όχι τους εναγομένους.. Οι τελευταίοι εξάλλου δεν θα μπορούσαν υποκαθιστώντας το αρμόδιο θεσμικό όργανο να διαπιστώσουν με δικά τους μέσα την αλήθεια και συγκεκριμένα, αν πράγματι, η από μέρους του ενάγοντος διάγνωση της νομιμότητας των συνδεομένων με έγκριση δαπανών του Δήμου ενταλμάτων πληρωμής, εξυπηρετούσε παράλληλα και δικά του προσωπικά συμφέροντα.

Αναφορικά δε με το σχόλιο υπό τον τίτλο "...", από το δημοσίευμα της 16ης-4-2009, που, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, συνδέεται με τα όσα γράφει το δημοσίευμα της 22ας-4-2009 για το γεύμα στον πειθαρχικό δικαστή καθώς αποδίδεται σε αυτόν ο χαρακτηρισμός "Ιούδας", δεν αποδείχθηκε ότι αφορούσε τον ενάγοντα. Το περιεχόμενο του άρθρου αυτού, δύσκολα μπορεί να συνδυαστεί με τον ενάγοντα και την πειθαρχική του δίωξη, ακόμη και αν πρόκειται για αναγνώστες, που έτυχε να έχουν παρακολουθήσει τη μετάδοση του τηλεοπτικού ρεπορτάζ στα δελτία ειδήσεων της ...

στις 26-6-2008, 27-6-2008 και 3-4-2009, σχετικά με την έλευση του Επιθεωρητή στο .... Δεν πρόκειται λοιπόν για σχόλιο που αντικειμενικά, χωρίς την παράθεση άλλων στοιχείων, είναι ικανό να προσβάλλει την προσωπικότητα του ενάγοντος. Εξάλλου ο τελευταίος δεν αντικρούει τη θέση των εναγομένων που ισχυρίζονται ότι το επίμαχο σχόλιο αφορούσε σύναξη στελεχών πολιτικού κόμματος, κατά τα όσα άλλωστε κατέθεσε εξεταζόμενος στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο μάρτυρας ανταπόδειξης (σελ. 32 πρακτικών).

Από όλα τα παραπάνω, συνεπώς, γίνεται σαφές ότι οι εναγόμενοι δικαιολογημένα πίστευαν ότι τα περιστατικά, που σχολιάζονται με τα ένδικα δημοσιεύματα ήταν αληθή και ειδικότερα: α) ως προς μεν τη θεώρηση των ενταλμάτων, διότι υπήρχαν αντικρουόμενες απόψεις σχετικά με το ποια έργα του Δήμου δικαιολογούν δαπάνες πρόσληψης συμβασιούχων εργατών, β) ως προς δε την, κατά παράβαση της αρχαιολογικής νομοθεσίας βελτίωση του δρόμου που οδηγεί στο ακίνητο του ενάγοντος στα ..., διότι ήταν πράγματι αληθές, όπως αληθή ήταν και τα περιστατικά της παράθεσης γεύματος στον πειθαρχικό δικαστή και η διενέργεια πειθαρχικής έρευνας σε βάρος του ενάγοντος.

Έτσι, η ενέργεια των εναγομένων να τα περιλάβουν στην εφημερίδα "..." δεν αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση του ενάγοντος. Σημειωτέον ότι σε κανένα σχόλιο δεν αναφέρεται το όνομα του και ο μέσος αναγνώστης δύσκολα αναγνωρίζει σε ποιο πρόσωπο αναφέρονται αυτά. Αναμφισβήτητα όμως, έστω και σε περιορισμένο κύκλο ανθρώπων-αναγνωστών (πχ υπάλληλοι της Υπηρεσίας Επιτρόπου του ΕΣ νομού ..., συμβασιούχοι σε έργα με αυτεπιστασία, υπάλληλοι του δήμου), τα γεγονότα που περιγράφουν είναι δυσφημιστικά, καθώς είναι πρόσφορα να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ως ατόμου στην κοινωνία του ...

αλλά και ως δικαστικού υπαλλήλου του ΕΣ, καθώς με αυτά υπονοείται ότι ο ενάγων χρησιμοποιεί την ιδιότητα του για την εξυπηρέτηση στενά προσωπικών του συμφερόντων. Ωστόσο όμως θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα εξής: Τα επίδικα δημοσιεύματα έχουν καταχωρηθεί στην εφημερίδα σε στήλη "παραπολιτικών", υπό τον τύπο αιχμηρών μεν σχολίων, που στόχο έχουν να πληροφορήσουν και παράλληλα να αφυπνήσουν την κοινή γνώμη σχετικά με τα όσα συμβαίνουν στη δημόσια ζωή, και ειδικά στην προκειμένη περίπτωση, σχετικά με τη συμπεριφορά δικαστικού υπαλλήλου, ο οποίος είναι ο αρμόδιος υπάλληλος για τη διαφύλαξη της δημοσιονομικής νομιμότητας στο νομό ...

και εκπροσωπεί εκεί το Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, μέσω των σχολίων αυτών ο συντάκτης τους ασκεί στην ουσία δριμεία κριτική σε σχέση με τη συμπεριφορά του Επιτρόπου του ΕΣ, ο οποίος, φέρεται να παραβιάζει κατά τρόπο εμφανή την νομιμότητα. Η αφορμή για τα παραπάνω επίμαχα σχόλια δόθηκε από μία σειρά από έγγραφες, επώνυμες, καταγγελίες- αναφορές, οι οποίες είχαν περιέλθει στα χέρια του συντάκτη τους και συγκεκριμένα, εκτός από την με ημεροχρονολογία 9-6-2008 έγγραφη καταγγελία του Ε.

Ε., το περιεχόμενο της οποίας αναπτύχθηκε πιο πάνω, α) το ημερομηνία 10-6-2008 ενημερωτικό ερώτημα του Ι. Φ., ταμία του Εθνικού Αθλητικού Κέντρου ..., προς την 1η Υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου Ηρακλείου, όπου μεταξύ άλλων αναφέρονται και τα εξής, "Επισκεπτόμενος προσωπικά τον Επίτροπο της 1η Υπηρεσίας ... του διατύπωσα τις ενστάσεις μου για τη λήψη του συγκεκριμένου επιδόματος βάσει της νομοθεσίας ...

Μου απάντησε ότι η θεώρηση του ΧΕ σημαίνει και τη νόμιμη καταβολή του και ότι η υπηρεσία δεν απαντά εγγράφως σε ερωτήματα, είναι επίτροπος και το επίδομα το δίνει όπου θέλει.... Στην αρχή του τρέχοντος έτους αναζήτησα στο πρωτόκολλο της 1ης Υπηρεσίας το έγγραφο μου και αν υπήρχε κάποια απάντηση, λόγω του ότι ήθελα να κλείσω τις εκκρεμότητες μου, αλλά η υπηρεσία δεν έχει κάνει εισερχόμενο το ερώτημα μου, δεν το έχει καν πρωτοκολλήσει...", β) το με ημερομηνία 26-9-2008 έγγραφο του Γ.

Μ. προς το Ελεγκτικό Συνέδριο, όπου μεταξύ άλλων αναφέρονται και τα εξής, "... Για τον κο Ο. Μ., παλαιό αναπληρωτή επίτροπο.. Επανειλημμένα δε εκφράζει αλληλοαναιρούμενες απόψεις, στην ερμηνεία της νομοθεσίας, ερμηνεύοντας τη νομολογία κατά το δοκούν. Για παράδειγμα: ενώ σε επισκέψεις μας μαζί με το Δήμαρχο ...

κ. Β. Γ., συμφωνούσαμε για τη νομιμότητα σε ορισμένες διαδικασίες που αφορούσαν την πρόσληψη εργαζομένων με σύμβαση έργου, όταν εφαρμόζαμε ό,τι είχαμε συμφωνήσει ότι είναι σύννομο και ζητούσαμε τον έλεγχο των χρηματικών ενταλμάτων, προέβαλε διαφορετικές απόψεις αρχικά και δήλωνε άρνηση θεώρησης των χρηματικών ενταλμάτων, τα οποία μετά από πιέσεις της δημοτικής αρχής θεωρούσε, κάνοντας έτσι μια τελευταία ...χάρη", γ) το από 16-6-2008 έγγραφο του Φ.

Κ., προέδρου του ΔΣ της Δημοτικής Αναπτυξιακής Εταιρείας του Δήμου Α. προς τον Πρόεδρο του ΕΣ, όπου μεταξύ άλλων αναφέρονται και τα εξής, "Με αφορμή την ακατανόητη αντιμετώπιση του Επιτρόπου της 2ης Υπηρεσίας του ΕΣ του νομού ... κ. Ο. Ε. σχετικά με τη θεώρηση ή μη χρηματικού εντάλματος που έχει εκδοθεί με δικαιούχο τη δημοτική επιχείρηση, έχουμε να σας γνωρίσουμε τα κάτωθι:

Το με αριθμ. 222 χρηματικό ένταλμα που εκδόθηκε από το δήμο μας απεστάλη και παραδόθηκε την 7-4-2008 με συνημμένη κατάσταση στην 2η υπηρεσία του Επιτρόπου του νομού ... και από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει αποφασίσει για τη θεώρηση του ή μη χωρίς μάλιστα να ξεκαθαρίζει ποια είναι η αιτία της μεγάλης καθυστέρησης.

Αντιθέτως και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις μας για το λόγο της καθυστέρησης κάλεσε το δήμο να πάρει πίσω και ανεπίσημα χέρι με χέρι το εν λόγω χρηματικό ένταλμα, χωρίς πράξη επιστροφής που να εκθέτει εγγράφως όπως όφειλε τις παρατηρήσεις του. Επιπλέον όταν ζητήσαμε κατ' ιδίαν συνάντηση απούσιαζε επανειλημμένως, παραπέμποντας μας στους ελεγκτές του δήμου κ.

Χ. και κ. Π. ο δεύτερος εκ των οποίων μάλιστα χωρίς να έχει αρμοδιότητα καθώς δεν έχει οριστεί ελεγκτής του δήμου μας. Επειδή αδυνατούμε να αντιληφθούμε την καθυστέρηση που παρατηρείται και το συγκεκριμένο χρηματικό ένταλμα παραμένει στο δήμο μας με αποτέλεσμα να δημιουργείται μεγάλο πρόβλημα, που άπτεται της εύρυθμης λειτουργίας της επιχείρησης, ...", δ) όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα της ΚΓ ΕΠΚΑ.

Η συγκεκριμένη συμπεριφορά του ενάγοντος, η οποία διαφαινόταν μέσα από τις ως άνω καταγγελίες-αναφορές, επιβεβαιώθηκε και από το με ημερομηνία 30-1-2009 σημείωμα του Α. Ν., Επιθεωρητή Συμβούλου του ΕΣ προς τον Πρόεδρο του ΕΣ -του οποίου έλαβε γνώση ο συντάκτης των επίμαχων σχολίων- στο οποίο μεταξύ άλλων επισημαίνει τα εξής, "Μετά από συνεκτίμηση όλων των ως άνω στοιχείων, τα οποία συγκέντρωσα στο πλαίσιο της επιθεώρησης, που διενήργησα στην 1 η και 2η Υπηρεσία Επιτρόπου του ΕΣ στο νομό ...

και με την παρατήρηση ότι ο νομικός χαρακτηρισμός μίας πράξης ή μίας παράλειψης του δικαστικού υπαλλήλου ως πειθαρχικού αδικήματος ανήκει στην κρίση του αρμοδίου πειθαρχικού δικαστή σχημάτισα τη γνώμη. Αναφορικά με την καταγγελία του Φ. Κ. Προέδρου του ΔΣ της Δημοτικής Αναπτυξιακής Εταιρείας του Δήμου Α., σχετικά με τη μη θεώρηση του 222/2008 χρηματικού εντάλματος του Δήμου αυτού, ...

είναι βάσιμη... Τέλος αναφορικά με την καταγγελία του Ε. Ε. ... προκύπτει ότι έχε γίνει επίστρωση με σκυρόδεμα 20-30 τμ της αγροτικής οδού μέχρι την είσοδο της ιδιοκτησίας του κ. Ο., χωρίς την άδεια της ... ΕΠΚΑ και χωρίς την παρακολούθηση της Υπηρεσίας αυτής. Κατόπιν τούτου θεωρώ ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις από τις οποίες στοιχειοθετούνται πειθαρχικά αδικήματα, ο νομικός χαρακτηρισμός των οποίων ανήκει στην κρίση του αρμοδίου πειθαρχικού δικαστή".

Δεδομένης λοιπόν της αξιόπιστης, προερχομένης και από την Υπηρεσία του ενάγοντος πληροφόρησης των 2ου και 3ου εναγομένων, εκδότη και διευθυντή σύνταξης της εφημερίδας αντίστοιχα, οι τελευταίοι είχαν δικαιολογημένο ενδιαφέρον να παρουσιάσουν τα ζητήματα επί των οποίων τα ένδικα σχόλια. Πέραν τούτων, όπως προαναφέρθηκε, σε κανένα σχόλιο δεν αναφέρεται το όνομα του ενάγοντος, ούτε περιέχουν αυτά εξυβριστικές λέξεις ή χαρακτηρισμούς.

Η χρήση της λέξης "Πάρεδρος" ουδόλως έγινε με σκοπό να μειώσει την προσωπικότητα του ενάγοντος, δεδομένου ότι η ιδιότητα του "παρέδρου" είναι βαθμός του ΕΣ και γενικότερα βαθμίδα από την οποία διέρχεται ένας δικαστικός λειτουργός και προσδίδει τιμή σε αυτόν που φέρει το συγκεκριμένο βαθμό. Όσον αφορά δε τη χρήση της φράσης, "...Ελπίζουμε να είναι τάχιστο (εννοείται το πόρισμα του πειθαρχικού δικαστή) και να μην κόλλησε σε τίποτε γραφειοκρατικά γρανάζια, που αντί για λάδι χρησιμοποιούν μέλι...", πρόκειται σαφώς για λογοπαίγνιο, σχετιζόμενο με νόμιμη ενασχόληση του ενάγοντος (παραγωγής μελιού), με το οποίο επιχειρείται η αμφισβήτηση της αμεροληψίας της πειθαρχικής έρευνας σε σχέση με τον ενάγοντα, που όμως δεν εκφεύγει των ορίων της θεμιτής άσκησης του καθήκοντος δημοσιογραφίας και της επιβεβλημένης από το Σύνταγμα ελευθεροτυπίας, τούτο δε αν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι έχει καταχωρηθεί σε στήλη, ο συντάκτης της οποίας ενέχει σκωπτική διάθεση σε σχέση με τα ...

φαινόμενα της δημόσιας ζωής, χωρίς σκοπό εξύβρισης του ενάγοντος. Τέλος, σε ενίσχυση της κρίσης αυτής πρέπει να σημειωθεί, ότι οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, κατηγορούμενοι για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου από κοινού κατ' εξακολούθηση που φέρεται να τέλεσαν σε βάρος του ενάγοντος, κηρύχθηκαν αθώοι με τη με αριθμό 27/2012 απόφαση του Α Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου και περαιτέρω κρίθηκε αβάσιμο το απευθυνόμενο προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών αίτημα του ενάγοντος για την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης αυτής.

Η καταδίκη του Ε. Ε. για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμιση σε βάρος του ενάγοντος και του Φ. Κ. για ψευδή σε βάρος του ενάγοντος καταμήνυση, (για την συκοφαντική δυσφήμιση, η ποινική δίωξη έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής), με την 218/2014 απόφαση του Α Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, δεν ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή στην κρινόμενη υπόθεση, καθώς οι εναγόμενοι δεν είχαν τη δυνατότητα να διαπιστώσουν την αναλήθεια, ή τις στρεβλώσεις των όσων, οι παραπάνω καταγγέλλοντες εξέθεταν σε βάρος του ενάγοντος και πολύ περισσότερο όταν αυτά ενισχυόταν και από έγγραφα και άλλες αναφορές τρίτων που κρίθηκαν βάσιμες.

Σημειωτέον ότι ουδέποτε ο ενάγων αντέκρουσε το περιεχόμενο του δημοσιεύματος ούτε έστειλε στην εφημερίδα "..." γραπτή απάντηση με την οποία να γνωστοποιεί τις δικές του θέσεις. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως, που με τις ίδιες αιτιολογίες απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε, αλλά σωστά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε.

Ως εκ τούτου άπαντες οι λόγοι της έφεσης, αναγόμενοι σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλουμένης πρωτοδίκου αποφάσεως, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή του κατά της αναιρεσιβλήτου ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Με το υπό στοιχείο i μέρος του πρώτου λόγου της αιτήσεως, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο στέρησε την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθισταμένου έτσι ανεφίκτου του αναιρετικού ελέγχου ως προς την συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 367 παρ. 1 εδ.

γ' και 367 παρ.2 εδ. β ΠΚ, δεδομένου: α) ότι δεν διέλαβε αιτιολογία, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών, σχετικά με τη νομιμότητα ή μη της εγκρίσεως των ως άνω ενταλμάτων πληρωμής, που ηρνείτο (ο αναιρεσείων) και δεν υπέγραφε μέχρι και του μηνός Απριλίου 2009 και β) διέλαβε (το Εφετείο) ανεπαρκή αιτιολογία, λόγω μη σαφούς παραθέσεως πραγματικών περιστατικών, ως προς την παραδοχή, ότι ήταν αληθής ο διαλαμβανόμενος στα ως άνω επίδικα δημοσιεύματα της 16 Απριλίου 2009 και της 22 Απριλίου 2009, ισχυρισμός των εναγομένων ότι ως Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου μέχρι και τον Απρίλιο του 2009 ενέκρινε και θεωρούσε εντάλματα πληρωμής του δήμου, όπως τα υπ' αριθμ. 1522 και 3633/2008 χρηματικά εντάλματα, τα οποία αφορούσαν ημερομίσθια νεοπροσληφθέντων υπαλλήλων ορισμένου χρόνου, εργαζομένων στο έργο αυτεπιστασίας "Συντήρηση ασφαλτικών οδοστρωμάτων" και "Συντήρηση ενετικών τειχών", σε αντίθεση με την Επίτροπο της 2ης Υπηρεσίας του Ε.Σ.

στο νομό ..., κ. Τ., η οποία, ως αντικαταστάτριά του, λόγω της αναρρωτικής αδείας, που έλαβε στις 9-4-2009 ένεκα ασθενείας του ο αναιρεσείων, παρόμοια προς τα ανωτέρω εντάλματα ηρνείτο να εγκρίνει, κατ' εφαρμογή της υπ' αριθμ. 178/2008 αποφάσεως του 1ου Τμήματος του ΕΣ, τα οποία εν τέλει αυτή ενέκρινε κατόπιν παρεμβάσεως του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι αβάσιμος, ενόψει των ως άνω σχετικών ανελέγκτων παραδοχών του Εφετείου, και της στηριζομένης σε αυτές κρίσεώς του περί του ότι ήταν αληθή τα όσα αναφέρονταν στα επίδικα δημοσιεύματα της 16ης-4-2009 και 22ας-4-2009 σχετικά με τη έγκριση των προαναφερόμενων ενταλμάτων και ειδικότερα, ότι είχε εκδοθεί η ανωτέρω απαγορευτική της εγκρίσεως τέτοιων ενταλμάτων απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ότι παρά τούτο ο αναιρεσείων μέχρι του μηνός Απριλίου 2009 ενέκρινε τέτοιου είδους εντάλματα, ότι, αντιθέτως, παρόμοια εντάλματα η αναπληρωτής του Επίτροπος, κατά τον χρόνο της αναρρωτικής του αδείας δεν τα ενέκρινε κατ' εφαρμογή της εν λόγω υπ' αριθμ. 178/2008 αποφάσεως του ΕΣ και ότι η τελευταία τελικώς ενέκρινε αυτά κατόπιν διευκρινιστικής της νομιμότητάς τους παρεμβάσεως του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Η δε περί αυτών αιτιολογία αυτή είναι επαρκής και σαφής, δεν απαιτείτο δε και η παράθεση αιτιολογιών και κρίσεως για την καθ' εαυτή νομιμότητα των εν λόγω ενταλμάτων, αφού αντικείμενο των δημοσιευμάτων δεν ήταν η τελευταία (καθ' εαυτή νομιμότητα) και το επιτρεπτό ή μη της ως άνω παρεμβάσεως του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αλλά (ήταν) η, παρά την ύπαρξη της ανωτέρω αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έγκριση των ενταλμάτων αυτών από τον αναιρεσείοντα και η αντίθεση της ενεργείας του αυτής προς εκείνη της Επιτρόπου Τ., η οποία ηρνείτο, με βάση της απόφαση αυτή, την θεώρηση παρομοίων ενταλμάτων, η εξ αυτής της αντιθέσεως και της υπάρξεως της ανωτέρω αποφάσεως του ΕΣ δημιουργία εντυπώσεως παρανομίας και η εν τέλει έγκρισή τους από την τελευταία μετά από παρέμβαση του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Με τον πρώτο μέρος του υπό στοιχείο ii μέρος του πρώτου λόγου της αιτήσεως, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι δεν είχαν νομικές γνώσεις και δυνατότητα να κρίνουν επί του νομικού ζητήματος αναφορικά με την νομιμότητα των εν λόγω ενταλμάτων πληρωμής, στην συνέχεια αντιφατικώς δέχεται ότι δικαιολογημένα πίστευαν ότι όσα δημοσίευσαν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια, χωρίς μάλιστα να παραθέτει αιτιολογία επί του δικαιολογημένου της κρίσεώς του αυτής.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το άνω μέρος του, είναι αβάσιμος, ενόψει των ανωτέρω σχετικών παραδοχών του Εφετείου, ότι οι εναγόμενοι κατά τους ως άνω χρόνους δημοσιεύσεως των επιδίκων δημοσιευμάτων, των σχετικών με την έγκριση των εν λόγω ενταλμάτων πληρωμής, εγνώριζαν την ύπαρξη της προαναφερομένης αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου, την, κατ' αντίθεση προς αυτήν την απόφαση, έγκριση των εν λόγω ενταλμάτων από τον αναιρεσείοντα, ως και την μη έγκριση τέτοιων ενταλμάτων από την προαναφερομένη αναπληρωτή του Επίτροπο, με συνέπεια έτσι σαφώς, χωρίς αντίφαση και επαρκώς να αιτιολογείται η εκ τούτων, περαιτέρω, εκ του πράγματος συναγομένη, παραδοχή και η σ' αυτήν στηριζόμενη κρίση, ότι το δικαιολογημένο αυτό της πίστεως των αναιρεσιβλήτων, στηρίζεται στην γνώση της ανωτέρω αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου και το εξ αυτής παραγόμενο τεκμήριο νομιμότητας της αρνήσεως εγκρίσεως των επιδίκων ενταλμάτων και στην κατ' εφαρμογή αυτής από την ως άνω αναπληρωτή του αναιρεσείοντος άρνηση της τελευταίας να εγκρίνει τα εν λόγω εντάλματα, σε αντίθεση με την μη εφαρμογή της (αποφάσεως αυτής) από τον αναιρεσείοντα και την, κατά παράβαση αυτής και επομένως μη νόμιμη, θεώρηση υπ' αυτού των ενταλμάτων αυτών.

Περαιτέρω, με το δεύτερο μέρος του αυτού ως άνω, υπό στοιχείο ii, πρώτου λόγου της αιτήσεως, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι παρεβίασε, με την μη εφαρμογή τους, τις διατάξεις των άρθρων 10 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης, που καθιερώνει την ελευθερία της γνώμης και της μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, 8 παρ.1 του π.δ. 77/2003 του Κώδικα Δεοντολογίας ειδησεογραφικών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών", 1 και 2 του Κώδικα Επαγγελματικής Ηθικής και Κοινωνικής Ευθύνης των δημοσιογράφων μελών της ΕΣΗΕΑ, με τις οποίες καθιερώνεται η προηγούμενη της δημοσιεύσεως υποχρέωση του δημοσιογράφου, να αναζητεί την αλήθεια των υπ' αυτού δημοσιευόμενων ισχυρισμών, δεχόμενο (το Εφετείο) ότι για το ως άνω, νομικού χαρακτήρα, γεγονός της υπ' αυτού (αναιρεσείοντος) εγκρίσεως των εν λόγω ενταλμάτων, η πεποίθηση των αναιρεσιβλήτων ότι οι επίδικοι σχετικοί ισχυρισμοί τους ήσαν αληθείς, ήρε την υποχρέωσή τους προς αναζήτηση της της αληθείας των επιδίκων τούτων ισχυρισμών τους.

Ο λόγος αυτός της κρινομένης αιτήσεως είναι αβάσιμος, ενόψει του σαφώς συναγομένου από τις σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι για το επιτρεπτό ή μη της εγκρίσεως των εν λόγω ενταλμάτων, είχε εκδοθεί ήδη από το 2008 η υπ' αριθμ. 178/2008 απόφαση του 1ου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, την οποίαν ο μεν αναιρεσείων δεν εφήρμοζε παρά το τεκμήριο νομιμότητος, που ως δικαστική απόφαση παρήγαγε, ενώ αντιθέτως εφήρμοζε η αναπληρωτής αυτού Επίτροπος, γεγονός, που, αντικειμενικά, καθιστούσε άνευ αντικειμένου και περιττή την έρευνα από τους αναιρεσιβλήτους της νομιμότητας της ενεργείας του αναιρεσείοντος να εγκρίνει τα εντάλματα αυτά.

Με το πρώτο μέρος του υπό στοιχείο iii μέρους του πρώτου λόγου της αιτήσεως, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι, το Εφετείο, με την παραδοχή ότι "Η χρήση, εξάλλου, της έκφρασης στο δημοσίευμα της 16ης-4-2009, "...όταν τον αντικαθιστούν στις αναρρωτικές", δεν έχει την έννοια ότι ο ενάγων λαμβάνει πολλές αναρρωτικές (πράγμα που βέβαια δεν είναι αλήθεια), αλλά χρησιμοποιήθηκε ως λεκτικό σχήμα για να δώσει έμφαση στο γεγονός πως δύο επίτροποι της ίδιας Υπηρεσίας εκφράζουν διαφορετικές απόψεις για το ίδιο θέμα.", διέλαβε, ως προς την κρίση του ότι ο ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων, ότι "..όταν τον αντικαθιστούν στις αναρρωτικές" χρησιμοποιήθηκε ως λεκτικό σχήμα για να δώσει έμφαση στο γεγονός πως δύο επίτροποι της ίδιας Υπηρεσίας εκφράζουν διαφορετικές απόψεις για το ίδιο θέμα, αντιφατική αιτιολογία, αφού, ενώ δέχεται ότι δεν ήταν αληθές ότι ελάμβανε πολλές αναρρωτικές άδειες, στη συνέχεια δέχεται ότι τούτο απλώς ισχυρίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι για να δοθεί έμφαση στο γεγονός ότι δύο επίτροποι της ίδιας Υπηρεσίας εκφράζουν διαφορετικές απόψεις για το ίδιο θέμα, περαιτέρω δε δεν διέλαβε αιτιολογία προς θεμελίωση της ανωτέρω κρίσεώς του.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το ανωτέρω μέρος του, είναι αβάσιμος, αφού η παραδοχή, ότι δεν ήταν αληθές, ότι ο αναιρεσείων ελάμβανε πολλές αναρρωτικές άδειες, κατ' ουδένα τρόπο αντιφάσκει προς την περαιτέρω παραδοχή ότι τούτο απλώς ισχυρίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι για να δοθεί έμφαση στο γεγονός ότι δύο επίτροποι της ίδιας αρμόδιας υπηρεσίας (Ελεγκτικού Συνεδρίου) εκφράζουν διαφορετικές απόψεις για το ίδιο θέμα, δεδομένου ότι εννοιολογικά η μια δεν αποκλείει την άλλη, πολλώ μάλλον όταν ο πληθυντικός αριθμός, ως προς τις αναρρωτικές άδειες χρησιμοποιείται, όπως προκύπτει από το σύνολο των σχετικών παραδοχών, εμφαντικώς, ως εν προκειμένω.

Η αιτιολογία δ' αυτή, ως προς την κρίση αυτή του Εφετείου, τυγχάνει σαφής και επαρκής, και δεν απαιτείτο η παράθεση άλλων περιστατικών. Περαιτέρω, με το δεύτερο μέρος του αυτού ως άνω λόγου της αιτήσεως, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι, το Εφετείο, με την παραδοχή, ότι η ως άνω αναφορά στον ως άνω επίδικο ισχυρισμό των εν λόγω δημοσιευμάτων, της λήψεως υπ' αυτού αναρρωτικών αδειών, αποτελεί λεκτικό σχήμα και δεν συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός και δη εκείνο της λήψεως από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) αδικαιολογήτως αναρρωτικών αδειών κατά παράβαση των καθηκόντων του και επομένως δεν συνιστά ισχυρισμό ικανό να βλάψει την τιμή και υπόληψή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 362, 363 ΠΚ, 57, 59, 914, 919, 920 ΑΚ και 1 του ν.1178/1981.

Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του τούτο, είναι αβάσιμος, διότι η περίληψη της φράσεως "...όταν τον αντικαθιστούν στις αναρρωτικές" στον επίδικο ισχυρισμό των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, αφορά, κατά τις οικείες ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τον διαφορετικό τρόπο αντιμετωπίσεως από τον αναιρεσείοντα και την προαναφερομένη αναπληρώτριά του Επίτροπο του ΕΣ της εγκρίσεως των ως άνω ενταλμάτων και, επομένως, δεν συνδέεται ουσιαστικώς και δεν προσδιορίζει την ποιοτική ή ποσοτική βαρύτητα του εν λόγω επιδίκου ισχυρισμού, του αφορώντος την διαφορετική αντιμετώπιση της εγκρίσεως ομοίου περιεχομένου ενταλμάτων πληρωμής από τον αναιρεσείοντα και την ανωτέρω αναπληρώτρια αυτού, ώστε να συνιστά απαγορευομένη από τις προμνησθείσες διατάξεις προσβολή της προσωπικότητάς του.

Με το υπό στοιχείο iv μέρος του αυτού ως άνω πρώτου λόγου της αιτήσεως, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την παραδοχή του με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ότι ήταν αληθινό και δεν συνιστούσε συκοφαντία το αναφερόμενο στο δημοσίευμα, της ως άνω εφημερίδας της πρώτης αναιρεσιβλήτου, της 22ας-4-2009, περιστατικό της παραθέσεως γεύματος υπ' αυτού (αναιρεσείοντος) στον πειθαρχικό δικαστή, που διενεργούσε πειθαρχική - προκαταρκτική έρευνα σε βάρος του, στο οποίο περιείχετο επί πλέον η φράση "υπηρεσιακώς βεβαίως βεβαίως".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να διαλάβει το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ως προς τις παραδοχές του αυτές.

Περαιτέρω, με το υπό στοιχείο v μέρος του αυτού πρώτου λόγου της κρινομένης αιτήσεως, υπό την επίκληση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, ως προς τις ανωτέρω παραδοχές του, ότι ενόψει του ότι "... Η συγκεκριμένη συμπεριφορά του ενάγοντος, η οποία διαφαινόταν μέσα από τις ως άνω καταγγελίες-αναφορές, επιβεβαιώθηκε και από το με ημερομηνία 30-1-2009 σημείωμα του Α.

Ν., Επιθεωρητή Συμβούλου του ΕΣ προς τον Πρόεδρο του ΕΣ -του οποίου έλαβε γνώση ο συντάκτης των επίμαχων σχολίων- στο οποίο μεταξύ άλλων επισημαίνει τα εξής, "Μετά από συνεκτίμηση όλων των ως άνω στοιχείων, τα οποία συγκέντρωσα στο πλαίσιο της επιθεώρησης, που διενήργησα στην 1η και 2η Υπηρεσία Επιτρόπου του ΕΣ στο νομό ...

και με την παρατήρηση ότι ο νομικός χαρακτηρισμός μίας πράξης ή μίας παράλειψης του δικαστικού υπαλλήλου ως πειθαρχικού αδικήματος ανήκει στην κρίση του αρμοδίου πειθαρχικού δικαστή σχημάτισα τη γνώμη. Αναφορικά με την καταγγελία του Φ. Κ. Προέδρου του ΔΣ της Δημοτικής Αναπτυξιακής Εταιρείας του Δήμου Α., σχετικά με τη μη θεώρηση του 222/2008 χρηματικού εντάλματος του Δήμου αυτού, ...

είναι βάσιμη... Τέλος αναφορικά με την καταγγελία του Ε. Ε. ... προκύπτει ότι έχει γίνει επίστρωση με σκυρόδεμα 20-30 τμ της αγροτικής οδού μέχρι την είσοδο της ιδιοκτησίας του κ. Ο., χωρίς την άδεια της ... ΕΠΚΑ και χωρίς την παρακολούθηση της Υπηρεσίας αυτής. Κατόπιν τούτου θεωρώ ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις από τις οποίες στοιχειοθετούνται πειθαρχικά αδικήματα, ο νομικός χαρακτηρισμός των οποίων ανήκει στην κρίση του αρμοδίου πειθαρχικού δικαστή", ως και ότι τα ανωτέρω περιστατικά τα είχαν πληροφορηθεί οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων από την Υπηρεσία του αναιρεσείοντος και ως εκ τούτου ήταν αξιόπιστα, οι τελευταίοι είχαν δικαιολογημένο ενδιαφέρον να παρουσιάσουν τα ζητήματα αυτά επί των οποίων τα ένδικα σχόλια, δεν διέλαβε αιτιολογία ως προς την στοιχειοθέτηση του δικαιολογημένου του ενδιαφέροντος των αντιδίκων του αυτών να προβούν στην δημοσίευση των εν λόγω γεγονότων χωρίς επιφύλαξη ως προς το αληθές ή μη αυτών και χωρίς την χρήση χαρακτηρισμών περί "χάρης" και λήψεως ανταλλαγμάτων υπ' αυτού.

Όμως ενόψει των διαλαμβανομένων στις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ότι οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων εγνώριζαν από αξιόπιστη πληροφόρησή τους, τόσον από άλλους, όσον και από την Υπηρεσία του αναιρεσείοντος, ότι πράγματι για τα ανωτέρω επίδικα γεγονότα διεξήγετο προκαταρκτική πειθαρχική εξέταση σε βάρος του αναιρεσείοντος και ότι η υπό των αναιρεσιβλήτων δημοσίευση των περιστατικών αυτών, ενόψει της ειρημένης ιδιότητάς τους και της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως δημοσίου λειτουργού, δικαιολογείται από την ανάγκη σχετικής δημοσιογραφικής πληροφορήσεως και ενημερώσεως του κοινού, έστω και αν περιέχουν οξεία κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς, πολλώ μάλλον που στα δημοσιεύματα αυτά σαφώς αναφέρονται μόνον η διενέργεια της σε βάρος του αναιρεσείοντος προκαταρκτικής πειθαρχικής εξετάσεως με βάση τα αναφερόμενα στα δημοσιεύματα περιστατικά, χωρίς μάλιστα, όπως συνάγεται από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, με βάση τα δημοσιεύματα αυτά να παρουσιάζεται ο τελευταίος ως πράγματι και άνευ άλλου τινός, τελέσας τις πράξεις αυτές.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η παρατιθέμενη στην αναιρεσιβαλλομένη ως άνω αιτιολογία είναι σαφής και επαρκής και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την στοιχειοθέτηση του πηγάζοντος από την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου (άρθρο 14 παρ. 1-2 του Συντάγματος) και το άρθρο 10 παρ. 1 εδ.

α' και β' της ΕΣΔΑ, δικαιολογημένου, κατά την έννοια του άρθρου 367 παρ. 1γ ΠΚ, ενδιαφέροντος των αναιρεσιβλήτων, ως όντων προσώπων που συνδέονται με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση και προβολή - δημοσιοποίηση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις επίδικες πράξεις και συμπεριφορές εν προκειμένω του αναιρεσείοντος, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο.

Με το υπό στοιχείο vi μέρος του ίδιου πρώτου λόγου της κρινομένης αιτήσεως, υπό την επίκληση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, ενώ, δυνάμει των αμέσως προαναφερομένων παραδοχών του, δέχεται περαιτέρω ότι "...Εξάλλου, ο συντάκτης του άρθρου δεν θα μπορούσε και ούτε ήταν υποχρεωμένος να γνωρίζει την έλλειψη ιδιοτέλειας του ενάγοντα για την παράθεση του γεύματος στον Πειθαρχικό Δικαστή, όταν η ίδια υπηρεσία ψέγει τον τελευταίο αναφερόμενη σε "κλονισμό της αξιοπιστίας του και στο ατελές, μεροληπτικό και σκανδαλωδώς πόρισμα του.", διαλαμβάνοντας έτσι ως δικαιολογητικό θεμέλιο της προβολής των επιδίκων ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων περί ιδιοτελείας του (αναιρεσείοντος) στην παράθεση γεύματος στον, ως άνω, αρχικώς διενεργήσαντα προκαταρκτική σε βάρος του πειθαρχική έρευνα, το προαναφερομένου περιεχομένου και υπό ημερομηνία 26-11-2009 υπ' αριθμ.

πρωτ: ΓΕΕ:ΕΜΠ40/26-11-2009 έγγραφο του Γενικού Επιτρόπου Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου Γ. Σ. προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (περί επιστροφής του φακέλλου της σε βάρος του αναιρεσείοντος πειθαρχικής προκαταρκτικής εξετάσεως προς συμπλήρωσή της), αντιφατικώς ακολούθως δέχεται, ότι οι εναγόμενοι στήριξαν στο έγγραφο αυτό την πεποίθησή τους περί της ανωτέρω επιληψίμου συμπεριφοράς του (αναιρεσείοντος) στο δημοσίευμα της 22-4-2009, ήτοι σε χρόνο που το ανωτέρω έγγραφο δεν είχε συνταχθεί.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ενόψει του σαφώς διαλαμβανομένου στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ότι γνώση των εν προκειμένω αποδιδομένων με το ανωτέρω δημοσίευμα στον αναιρεσείοντα πράξεων, ο συντάκτης του δημοσιεύματος και επομένως, λόγω της σχέσεώς τους προς αυτόν και οι αναιρεσίβλητοι, είχε λάβει γνώση από άλλες πηγές πληροφόρησης και επί πλέον από το από 30-1-2009 σημείωμα του Επιθεωρητού Συμβούλου του ΕΣ Α.

Ν. προς τον Πρόεδρο του ΕΣ, στο οποίο εξετίθεντο οι αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα πράξεις και παραλείψεις, ήτοι είχαν λάβει γνώση προ του εν λόγω δημοσιεύματος. Η δε αναφορά στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του ανωτέρω υπ' αριθμ. πρωτ: ΓΕΕ:ΕΜΠ40/26-11-2009 εγγράφου του Γενικού Επιτρόπου Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου Γ.

Σ. προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του περιεχομένου του, συνιστά απλώς επιχείρημα του Εφετείου προς ενίσχυση της κρίσεώς του περί της γνώσεως των αναιρεσιβλήτων για την σε βάρος του αναιρεσείοντος αρχικώς διεξαγόμενη πειθαρχική έρευνα και του περιεχομένου της.

Με το υπό στοιχείο vii μέρος του ίδιου πρώτου λόγου της κρινομένης αιτήσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, με την παραδοχή ότι "Θα πρέπει εξάλλου να διαχωριστεί η ευθύνη του των εναγομένων για τα ως άνω δημοσιεύματα, δεδομένου, ότι η αλήθεια ή αναλήθεια των αναφερομένων για τον ενάγοντα προσβλητικών για την προσωπικότητα του περιστατικών στην καταγγελία του Ε.

Ε., απετέλεσε αντικείμενο υπηρεσιακής σε βάρος του ενάγοντος έρευνας και η ευθύνη για τα όσα ψευδώς αναφέρονται σ' αυτήν βαραίνει αποκλειστικά τον καταγγέλλοντα και όχι τους εναγομένους", παρεβίασε, με μη εφαρμογή τους, τις διατάξεις των άρθρων 10 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης, που καθιερώνει την ελευθερία της γνώμης και της μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, 8 παρ.1 του π.δ. 77/2003 του Κώδικα Δεοντολογίας ειδησεογραφικών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών", 1 και 2 του Κώδικα Επαγγελματικής Ηθικής και Κοινωνικής Ευθύνης των δημοσιογράφων μελών της ΕΣΗΕΑ, με τις οποίες καθιερώνεται η προηγούμενη της δημοσιεύσεως υποχρέωση του δημοσιογράφου, να αναζητεί την αλήθεια των υπ' αυτού δημοσιευόμενων ισχυρισμών και φέρει την ευθύνη για την μη εκπλήρωση του καθήκοντός του αυτού, επιχειρώντας έτσι να θεμελιώσει κρίση περί παραβάσεως του καθήκοντος αυτού από τους αναιρεσιβλήτους.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, το μόνο από τα καταγγελλόμενα από τον ανωτέρω Ε. Ε. περιστατικά, που περιελήφθη στο εν λόγω επίδικο δημοσίευμα της 16-4-2009, είναι το σχετικό με την γενόμενη, προς εξυπηρέτηση ακινήτου του αναιρεσείοντος, βελτίωση οδού στα ..., το οποίο (περιστατικό αυτό), κατά την σχετική, ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων, παραδοχή του Εφετείου είναι αληθές και οι αναιρεσίβλητοι εγνώριζαν ότι διεξήγετο, από τα αρμόδια όργανα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σε βάρος του αναιρεσείοντος υπηρεσιακή έρευνα για το καταγγελλόμενο αυτό περιστατικό, και επομένως ουδεμία υπήρχε χρεία ερεύνης περί της αληθείας του, ώστε η παράληψή της να συνιστά παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών νόμων.

Με το υπό στοιχείο viii μέρος του ίδιου (πρώτου) λόγου της αιτήσεως, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι σε κανένα από τα επίδικα σχόλια δεν αναφέρεται το όνομα του ενάγοντος, ούτε αυτά περιέχουν εξυβριστικές λέξεις ή χαρακτηρισμούς και επομένως με τα επίδικα δημοσιεύματα δεν υπήρχε σκοπός εξυβρίσεώς του από τους αναιρεσιβλήτους, αντιφατικώς περαιτέρω δέχεται, ότι από τα επίδικα δημοσιεύματα ήταν ευχερές να γίνει αντιληπτό από τους τρίτους αναγνώστες ότι αφορούσαν τον ίδιο (αναιρεσείοντα), ότι το περιεχόμενο του επιδίκου σχετικού ως άνω δημοσιεύματος δύσκολα μπορούσε να συνδυαστεί με τον αναιρεσείοντα και την σε βάρος του πειθαρχική δίωξη, ότι σε κανένα επίδικο σχόλιο - δημοσίευμα δεν αναφέρεται το όνομά του και ο μέσος αναγνώστης δύσκολα αναγνωρίζει σε ποιο πρόσωπο αναφέρονται τα δημοσιευόμενα σχόλια, ότι σε περιορισμένο κύκλο ανθρώπων αναγνωστών, όπως οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου του Νομού ..., οι συμβασιούχοι σε έργα με αυτεπιστασία και υπαλλήλους του δήμου, τα επίδικα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά, ως όντα ικανά να πλήξουν την τιμή και υπόληψη του αναιρεσείοντος και ότι οι αναφορές στα επίδικα δημοσιεύματα σε "τραπεζώματα", σε "χάρες", σε "γρανάζια", "λάδι" και "μέλι" δεν συνιστούν εξύβριση αυτού (αναιρεσείοντος).

Όμως ενόψει του ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν προέβαλε κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως, καθ' υποφοράν με την αγωγή του ή με τις πρωτόδικες προτάσεις του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτών (αγωγής και πρωτοδίκων προτάσεών του) κατ' αντένσταση, στον ισχυρισμό - ένσταση των αναιρεσιβλήτων ότι ενήργησαν εκ δεδικαιολογημένου δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος, τον ισχυρισμό ότι με τα εν λόγω δημοσιεύματα οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, είχαν σκοπό εξυβρίσεώς του, αφού δεν ήσαν αναγκαία για την επίτευξη του διωκομένου ως άνω σκοπού τους, η ανωτέρω κρίση του Εφετείου τυγχάνει πλεοναστική.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι τα ως άνω, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον λόγο αυτόν, συνιστούν ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, ως προς τον ισχυρισμό αυτόν, που το πρώτον προβάλλει ενώπιον του Αρείου Πάγου και επιδίκαση μη αιτηθέντος.

Με το υπό στοιχείο ix μέρος του αυτού πρώτου λόγου της αιτήσεως ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεχόμενο, ότι τόσον κατά τον άνω χρόνο δημοσιεύσεως του επιδίκου περιστατικού στην εφημερίδα "...", του σχετικού με την εκτέλεση του, προς εξυπηρέτηση της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, έργου της οδού στα ..., όσον και κατά τον χρόνο, που στην συνέχεια διενεργήθηκαν οι σχετικές με το έργο αυτό πειθαρχικές έρευνες σε βάρος του (αναιρεσείοντος), δεν διαφαινόταν, ότι ο υπεύθυνος εργοδηγός του έργου αυτού Ν.

Μ., δε ήταν εκείνος, όπως στην συνέχεια ο ίδιος δήλωσε ενόρκως καταθέτοντας την 12-10-2009 ενώπιον του Πταισματοδίκη Ηρακλείου, που, την 2-6-2008 είχε υποβάλει προς την Διευθύντρια της ... Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων την σχετική άνευ πρωτοκόλλου αναφορά σχετικά με τις συνθήκες εκτελέσεως του εν λόγω έργου εκθέτοντας και ότι εξαναγκάσθηκε να εκτελέσει το έργο αυτό κατόπιν φορτικών εκβιασμών και προκειμένου να εξυπηρετηθούν προσωπικά συμφέροντα, μεταξύ άλλων και του αναιρεσείοντος, "ώστε να μπορεί να εντοπισθεί ευθύνη των εναγομένων λόγω ανεπαρκούς δημοσιογραφικής έρευνας του συντάξαντος τα άρθρα δημοσιογράφου", στέρησε την απόφασή του νόμιμης αιτιολογίας, ως προς την παραδοχή της μη ευθύνης των εναγομένων λόγω ανεπαρκούς, για τον ανωτέρω λόγο, δημοσιογραφικής ερεύνης των περιστατικών αυτών, δεδομένου ότι η απουσία αριθμού πρωτοκόλλου επί της εν λόγω εγγράφου αναφοράς καθιστούσε απολύτως προφανές ότι η αναφορά αυτή δεν είχε κατατεθεί ενώπιον της ως άνω δημοσίας υπηρεσίας.

Υπ' αυτό το περιεχόμενο ο υπόψη λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος, αφού η υπό την επίφαση του αναιρετικού λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Εφετείου, η στηριζομένη, κατά τα εκτιθέμενα στην αναιρεσιβαλλομένη, στην παραδοχή αυτού, ότι την 2-6-2008 υπεβλήθη πράγματι στην ως άνω υπηρεσία η ανωτέρω άνευ πρωτοκόλλου αναφορά, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, από τον ως άνω εργοδηγό υπεύθυνο εκτελέσεως του εν λόγω έργου Ν.

Μ., ήτοι προ των επιδίκων δημοσιευμάτων, ότι τα αναφερόμενα και στην αναφορά αυτήν, καίτοι εστερείτο αριθμού πρωτοκόλλου, απετέλεσαν αντικείμενο πειθαρχικής ερεύνης σε βάρος του αναιρεσείοντος και ότι η υπό του ανωτέρω εργοδηγού άρνηση, ενώπιον του Πταισματοδίκου Ηρακλείου, ότι ήταν εκείνος που υπέβαλε την εν λόγω αναφορά, εγένετο το πρώτον την 12-10-2009, ήτοι μετά τα επίδικα δημοσιεύματα, και επομένως, κατά τον χρόνο των επιδίκων δημοσιευμάτων, δεν υπήρχε άρνηση υπ' αυτού των αναφερομένων, ώστε να τίθεται θέμα δημοσιογραφικής ερεύνης περί της αληθείας τους, η δε έλλειψη αριθμού πρωτοκόλλου στην αναφορά αυτή, όπως συνάγεται από τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, δεν υποδήλωνε ότι αυτή ουδέποτε κατετέθη στην προαναφερομένη υπηρεσία.

Με το πρώτο σκέλος του υπό στοιχείο x μέρους του ίδιου πρώτου λόγου της αιτήσεως, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η χρήση στα επίδικα δημοσιεύματα της φράσεως "...Ελπίζουμε να είναι τάχιστο (εννοείται το πόρισμα του πειθαρχικού δικαστή) και να μην κόλλησε σε τίποτε γραφειοκρατικά γρανάζια, που αντί για λάδι χρησιμοποιούν μέλι...", συνιστά σαφώς "λογοπαίγνιο, σχετιζόμενο με νόμιμη ενασχόληση του ενάγοντος (παραγωγής μελιού), με το οποίο επιχειρείται η αμφισβήτηση της αμεροληψίας της πειθαρχικής έρευνας σε σχέση με τον ενάγοντα, που όμως δεν εκφεύγει των ορίων της θεμιτής άσκησης του καθήκοντος δημοσιογραφίας και της επιβεβλημένης από το Σύνταγμα ελευθεροτυπίας, τούτο δε αν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι έχει καταχωρηθεί σε στήλη, ο συντάκτης της οποίας ενέχει σκωπτική διάθεση σε σχέση με τα ...

φαινόμενα της δημόσιας ζωής" και δεν ενέχει σκοπό εξυβρίσεως του αναιρεσείοντος, στέρησε την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του νομίμου αιτιολογίας ως προς την κρίση του αυτή, της ελλείψεως δηλαδή σκοπού εξυβρίσεως του αναιρεσείοντος. Με το δε δεύτερο μέρος, του ιδίου ως άνω λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του αυτού ως άνω λόγου αναιρέσεως, προβάλει την αιτίαση της από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παραβιάσεως από το Εφετείο του άρθρου 361 ΠΚ, συνισταμένης, κατ' εκτίμηση, στην κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως αυτής, παραδοχή ότι η χρήση στην ανωτέρω φράση του επιδίκου δημοσιεύματος των λέξεων "γρανάζια", "λάδι" και "μέλι", δεν ενέχουν σκοπό εξυβρίσεως του αναιρεσείοντος.

Όμως, όπως προαναφέρεται, ενόψει του ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν προέβαλε κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως, καθ' υποφοράν με την αγωγή του ή με τις πρωτόδικες προτάσεις του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής και προσκομιζομένων πρωτοδίκων προτάσεών του, κατ' αντένσταση, στον κατ' ένσταση προβληθέντα ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι ενήργησαν εκ δεδικαιολογημένου δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος, τον ισχυρισμό ότι με τα εν λόγω δημοσιεύματα οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, είχαν σκοπό εξυβρίσεώς του, αφού δεν ήσαν αναγκαία για την επίτευξη του διωκομένου ως άνω σκοπού τους, η ανωτέρω κρίση του Εφετείου τυγχάνει πλεοναστική.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, τα δ' ως άνω, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον λόγο αυτόν, συνιστούν ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, ως προς τον ισχυρισμό αυτόν, που το πρώτον προβάλλει ενώπιον του Αρείου Πάγου και επιδίκαση μη αιτηθέντος.

Με το υπό στοιχείο xi μέρος του ίδιου πρώτου λόγου της κρινομένης αιτήσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι, το Εφετείο, διαλαμβάνοντας ότι "Σημειωτέον ότι ουδέποτε ο ενάγων αντέκρουσε το περιεχόμενο του δημοσιεύματος ούτε έστειλε στην εφημερίδα "..." γραπτή απάντηση με την οποία να γνωστοποιεί τις δικές του θέσεις", συνήγαγε, εξ αυτής της παραλείψεώς του, έμμεση ομολογία αυτού (αναιρεσείοντος) ότι είναι αληθή τα διαλαμβανομένων στα επίδικα δημοσιεύματα περιστατικά, και έτσι παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 38 του ν.1092/1938, 57 και 59 ΑΚ, με τις οποίες καθιερώνεται, μεταξύ άλλων δικαιωμάτων του και η διακριτική ευχέρεια του θιγομένου προσώπου να επιλέξει αν θα απαντήσει σε σχόλια προσβλητικά της προσωπικότητάς του, ούτως ώστε η παράλειψη της τοιαύτης απαντήσεως δεν αποτελεί ικανό λόγο καταλογισμού ευθύνης από το άρθρο 300 ΑΚ σε αυτόν, ούτε καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι, όπως από το σύνολο των προαναφερομένων παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, το Εφετείο ουδόλως διέλαβε παραδοχή περί εμμέσου ομολογίας από τον αναιρεσείοντα της αλήθειας των εν λόγω σε βάρος του επιδίκων ισχυρισμών, ούτε ότι αυτός ευθύνεται καθ' οιονδήποτε τρόπο εκ του ότι δεν απάντησε στα εν λόγω δημοσιεύματα, η δ' ως άνω παραδοχή του Εφετείου, αποτελεί απλώς πλεοναστικό επιχείρημα προς ενίσχυση της κρίσεώς του ότι τα αναφερόμενα στα επίδικα δημοσιεύματα περιστατικά ήσαν αληθή και δημοσιεύθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους εκ δεδικαιολογημένου δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος προς ενημέρωση και πληροφόρηση του κοινού.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο και εφ' όσον αυτά είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή (που επιδρά στο διατακτικό), παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη κλπ), από δε την ειδική αναφορά της αποφάσεως σε κάποιο από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη.

Μόνον αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον κατά τη περίπτωση γ του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως είναι η μη λήψη υπόψη προσκομισθέντος με επίκληση εγγράφου για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως είναι η δικαστική απόφαση σε άλλη δίκη μεταξύ του ενός των διαδίκων και τρίτου.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως, αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1573/2006). Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου της αιτήσεως, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 11(γ) ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι, το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, τις υπ' αριθμ. 2058/2011 και 218/2014 αποφάσεις, αντιστοίχως, του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης και του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου, τις οποίες με επίκληση νομίμως προσκόμισε ενώπιόν του, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του περί ψευδούς των επιδίκων δημοσιευμάτων, από την μεν πρώτη των οποίων προέκυπτε, ότι κηρύχθηκε αθώος της τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως της ηθικής αυτουργίας στην εκτέλεση εργασιών οδοποιίας κατά παράβαση της αρχαιολογικής νομοθεσίας, γενομένου δεκτού ότι η ανάγκη εκτελέσεως του εν λόγω έργου δεν είχε σχέση με προσωπικές επιδιώξεις αυτού (αναιρεσείοντος), όπως, κατά τα προαναφερόμενα, του απεδίδετο με τα επίδικα δημοσιεύματα, από δε την δεύτερη (των αποφάσεων αυτών) προέκυπτε ότι κηρύχθηκαν ένοχοι ο μεν Ε.

Ε. αφ' ενός μεν του ότι με την από 9-6-2006 καταγγελία του, που απηύθυνε προς τον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και τον Γενικό Επίτροπο Επικρατείας ανέφερε περί αυτού ψευδώς ότι τέλεσε πειθαρχική παράβαση και συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του, συνιστάμενες, εκτός των άλλων αποδιδομένων σε αυτόν (αναιρεσείοντα) περιστατικών, και στο αναφερόμενο στο ανωτέρω σχετικό επίδικο δημοσίευμα, ότι υπεχρέωνε τις υπηρεσίες του Δήμου να προβαίνουν στην βελτίωση της οδού που οδηγεί στην ιδιοκτησία του στη θέση "...", παρά τις αντιδράσεις του εργοδηγού, που αναγκάστηκε να εκτελέσει το έργο αυτό, ο δε Φ.

Κ., του ότι στο ... στις 16-6-2008 ανέφερε στον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου εν γνώσει του ψευδώς ότι "για το με αριθμ. 222 χρηματικό ένταλμα της Δημοτικής Αναπτυξιακής Εταιρίας του Δήμου Α. το οποίο παραδόθηκε στην Υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο ... στις 7-4-2008 δεν είχε θεωρηθεί και ότι ο εγκαλών κάλεσε το Δήμο να πάρει πίσω και ανεπίσημα (χέρι με χέρι) το ένταλμα και ότι παρά ότι ζητήθηκε επανειλημμένα συνάντηση, ο εγκαλών δήθεν απουσίαζε και τους παρέπεμπε στους ελεγκτές του Δήμου Χ.

και Π. χωρίς να έχουν αρμοδιότητα και ότι από την καθυστέρηση αυτή δημιουργήθηκε μεγάλο πρόβλημα που άπτεται με την εύρυθμη λειτουργία της Επιχείρησης.". Από τη ρητή, όμως, βεβαίωση, του Εφετείου, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος λήφθηκαν υπόψη και οι ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις, το αμετάκλητο των οποίων, σημειωτέον, ούτε το Εφετείο διέλαβε ως παραδοχή στην προσβαλλομένη απόφασή του, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται, ούτε από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει, και επίσης την εν συνεχεία ρητή αναφορά του (Εφετείου) στο περιεχόμενο της δευτέρας των αποφάσεων αυτών, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, που οι διάδικοι προσκόμισαν νομίμως ενώπιόν του, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος και τις ανωτέρω ποινικές αποφάσεις, στις οποίες αναφέρεται ο αναιρεσείων.

Το ότι δεν δέχθηκε ως αποδεχθέντα τα περιστατικά, που κατά τον αναιρεσείοντα, αποδεικνύονταν από τις αποφάσεις αυτές και στήριζαν τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, ουδέ αναφέρθηκε διεξοδικά και δεν προέβη σε ειδική αξιολόγηση των αποφάσεων αυτών ως αποδεικτικών μέσων, δεν θέτει εν αμφιβόλω της λήψη τους υπόψη και την συναξιολόγησή τους μετά των λοιπών αποδείξεων από το Εφετείο.

Επομένως, ο από την ανωτέρω διάταξη αντίθετος ως άνω λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με το πρώτο μέρος του δευτέρου σκέλους του αυτού ως άνω δευτέρου λόγου της αιτήσεως, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλει την αιτίαση, ότι Εφετείο ενώ, κατά τα προαναφερόμενα, δέχεται ότι οι επίδικοι ισχυρισμοί στα επίδικα δημοσιεύματα ήσαν αληθή, ακολούθως αντιφατικώς δέχεται ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν μπορούσαν να διαγνώσουν ότι οι ίδιοι αυτοί ισχυρισμοί ήσαν αναληθείς, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατο να διαγνωσθεί τι δέχθηκε το Εφετείο.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τις προαναφερόμενες παραδοχές του, προκύπτει, ότι, το Εφετείο, δέχθηκε σαφώς, ότι τα περιστατικά που συγκροτούσαν τους επιδίκους ισχυρισμούς στα εν λόγω δημοσιεύματα ήσαν αληθή, και στην παραδοχή δ' αυτή στηρίζεται και το απορριπτικό της αγωγής διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το δε εκτιθέμενο στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν μπορούσαν να διαγνώσουν ότι οι ίδιοι αυτοί ισχυρισμοί ήσαν αναληθείς, συνιστά πλεοναστικό επιχείρημα του Εφετείου προς δικαιολόγηση της διαφόρου ως άνω κρίσεώς του προς εκείνη της ως άνω υπ' αριθμ. 218/2014 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.

Με το δε δεύτερο μέρος του δευτέρου σκέλους του αυτού ως άνω δευτέρου λόγου της αιτήσεως, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το ως άνω άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι, το Εφετείο, με όλως ανεπαρκή αιτιολογία αμφισβήτησε κατ' ουσίαν την ορθότητα της κρίσεως των ανωτέρω δικαστηρίων.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ποιές επί πλέον αιτιολογίες και για ποιο ζήτημα έπρεπε να διαλάβει το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ως προς τις ανωτέρω παραδοχές του τις σχετικές με τις ποινικές αυτές αποφάσεις.

Τέλος, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο τελευταίος (αναιρεσείων) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-9-2016 αίτηση του Ο. Ε. Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 156/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.- Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα 16 Απριλίου 2018.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ