129/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated129/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α' ΑΚ, που ορίζει ότι η εγγύηση προϋποθέτει έγκυρη κύρια οφειλή (ΑΠ 1658/2006), εφόσον οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με την εν λόγω σχέση. Ειδικότερα, οι παρά των τραπεζών συνήθως εκδιδόμενες εγγυητικές επιστολές, αποτελούν ιδιαίτερο είδος και τύπο εγγυήσεως, δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής των τελευταίων ετών (ΑΚ 361), που διέπεται από τις διατάξεις περί παραγγελίας του Εμπ.Ν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 129 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 129/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παραμυθιώτη.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΣΤΡΑΤΟΥ" (Μ.Τ.Σ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αλεξόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 991/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3047/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-9-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 7-9-2017 (αρ. κατ. 639/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3047/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Η τριμερής σχέση, που δημιουργείται με την έκδοση εγγυητικής επιστολής μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυητή και του δανειστή, αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ περί εγγυήσεως, επομένως και από τη διάταξη του άρθρου 850 εδ.
α' ΑΚ, που ορίζει ότι η εγγύηση προϋποθέτει έγκυρη κύρια οφειλή (ΑΠ 1658/2006), εφόσον οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με την εν λόγω σχέση. Ειδικότερα, οι παρά των τραπεζών συνήθως εκδιδόμενες εγγυητικές επιστολές, αποτελούν ιδιαίτερο είδος και τύπο εγγυήσεως, δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής των τελευταίων ετών (ΑΚ 361), που διέπεται από τις διατάξεις περί παραγγελίας του Εμπ.Ν.
και εντολής του ΑΚ. Χαρακτηριστικό της εγγυητικής επιστολής είναι ότι με αυτήν οι συναλλασσόμενοι δεν αποβλέπουν στην απόκτηση προσθέτου φερεγγυότητας, αλλά στην άμεση καταβολή από την τράπεζα στο δανειστή του καλυπτομένου με αυτήν ποσού, με απλή ειδοποίηση του δανειστή, χωρίς ο τελευταίος να προσφύγει στα δικαστήρια και στη χρονοβόρο συνήθως διαδικασία τους (ΑΠ 1273/2014, πρβλ.
επίσης, ΑΠ 338/2016). Καταρχήν, επί εγγυητικής επιστολής εφαρμόζονται, οι γενικές διατάξεις του ΑΚ, που διέπουν κάθε δικαιοπραξία και συμβατική σχέση (ΑΠ 1658/2006) και επομένως, και η διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ (ΑΠ 751/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 342 ΑΚ ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αποκλείεται η υπερημερία του οφειλέτη και η συνέπειά της, όταν συντρέχει δικαιολογημένη αμφιβολία του οφειλέτη για την ύπαρξη του χρέους, την έλλειψη δε της υποκειμενικής προϋπόθεσης της ευθύνης του πρέπει να επικαλεσθεί κατ` ένσταση και να αποδείξει ο οφειλέτης. Απαιτείται δε για την εύλογη αιτία της καθυστέρησης -η οποία αποτελεί έννοια νομική, ελεγκτή από τον 'Αρειο Πάγο- η συνδρομή περιστάσεων, που να δικαιολογούν την αμφιβολία του οφειλέτη για την ύπαρξη του χρέους.
Εξάλλου, μόνη η έλλειψη δικαστικής απόφασης, που να αναγνωρίζει την ύπαρξη της οφειλής, δεν δικαιολογεί αμφιβολία του οφειλέτη περί την οφειλή και δεν αίρει την υπερημερία του (ΑΠ 653/2011, ΑΠ 352/2011, ΑΠ 516/2010, ΑΠ 1250/2002).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 382/2013).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 301/2018, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 198/2015).
Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Α' σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα μισθώτρια αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 342 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτής, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ότι το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ - εκμισθωτής, δεν κατέστη υπερήμερο από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης, ως προς την υποχρέωσή του να αποδώσει στην αναιρεσείουσα μισθώτρια το σώμα της εγγυητικής επιστολής, ποσού 6.791.738 ευρώ, που, κατά τα συμφωνημένα, αυτή είχε καταθέσει στην ...
για την καλή εκτέλεση της σύμβασης μίσθωσης, διότι δήθεν το αναιρεσίβλητο είχε δικαιολογημένη αμφιβολία ως προς τον χαρακτήρα της σύμβασης και τη νομότυπη λύση αυτής, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωση της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με το πολύπλοκο διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης και για την πληρέστερη κατανόηση αυτής, για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα εξής:
η αναιρεσείουσα άσκησε την από 14-2-2013 (αρ. κατ. 645/2013) αγωγή, στην οποία ισχυρίστηκε ότι με την από 30-10-2008 σύμβαση μίσθωσης το εναγόμενο ΝΠΔΔ και ήδη αναιρεσίβλητο, με την επωνυμία, Μετοχικό Ταμείο Στρατού (ΜΤΣ) παραχώρησε σ' αυτήν το δικαίωμα διαχείρισης και εκμετάλλευσης του ακινήτου (πολυώροφο διατηρητέο κτίριο), που βρίσκεται στην …α, επί των οδών ...
και …, ιδιοκτησίας του, ότι στα πλαίσια της σύμβασης αυτής η ενάγουσα - μισθώτρια παρέδωσε στο εναγόμενο μια εγγυητική επιστολή της …, ποσού 6.791.738 ευρώ ως εγγυοδοσία για την καλή εκτέλεση της σύμβασης, με την ειδικότερη συμφωνία να επιστραφεί στη μισθώτρια άτοκα μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης, ότι ενόψει υπογραφής της σύμβασης το εναγόμενο - εκμισθωτής απέστειλε σχέδιο αυτής στο Ελεγκτικό Συνέδριο για τον προληπτικό έλεγχο και ότι με την υπ' αρ. 198/2008 Πράξη του το Ελεγκτικό Συνέδριο απέσχε από τον έλεγχο και αποφάνθηκε ότι η σύμβαση έχει χαρακτήρα προεχόντως μίσθωσης, που δεν υπόκειται σε έλεγχο νομιμότητας, ότι επίσης, με την υπ' αρ. 1505/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί με αφορμή πανομοιότυπη σύμβαση μίσθωσης με την ένδικη και είχε καταρτιστεί μεταξύ του εναγομένου ΝΠΔΔ και της προηγούμενης μισθώτριας του μισθίου ακινήτου, κρίθηκε ότι η σύμβαση είναι μίσθωση προσοδοφόρου αντικειμένου, ότι με την από 21-12-2010 εξώδικη δήλωση η ενάγουσα μισθώτρια κατήγγειλε τη μίσθωση, κατ' άρθρ. 43 του ΠΔ 34/1995, σύμφωνα με όσα ανέφερε στην καταγγελία αυτή, τα αποτελέσματα της οποίας επήλθαν μετά τρίμηνο, στις 21-3-2011, ότι όμως το εναγόμενο δεν απέδωσε την εγγυητική επιστολή υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για σύμβαση έργου και αμφισβήτησε το κύρος της καταγγελίας, γεγονός που ανάγκασε την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα να ασκήσει την προγενέστερη από 28-2-2011 (αρ.
κατ. 1192/2011) αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η εγκυρότητα της καταγγελίας της και να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο να της αποδώσει την εγγυητική επιστολή, ότι επί της προγενέστερης ως άνω αγωγής εκδόθηκε η οριστική υπ' αριθμ. 1634/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την αγωγή εκείνη ως ουσιαστικά βάσιμη, ενώ μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 4557/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθμ. 620/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου η ανωτέρω απόφαση κατέστη και αμετάκλητη, ότι αν και το εναγόμενο ΝΠΔΔ, στη συνέχεια, παρέλαβε νόμιμα το μίσθιο ακίνητο στις 16-5-2011, αρνήθηκε να επιστρέψει το σώμα της εγγυητικής επιστολής, παρά το γεγονός ότι στο μεταξύ είχε εκδοθεί η υπ' αρ. 463/16-11-2011 ομόφωνη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (κατόπιν της από 16-5-2011 αίτησης του εναγομένου ΝΠΔΔ), με την οποία κρίθηκε, ότι η σύμβαση είναι εμπορική μίσθωση.
Επίσης, η ενάγουσα ισχυρίστηκε, ότι το εναγόμενο εξακολουθεί να μην αποδίδει την εγγυητική επιστολή αθετώντας υπαίτια τα συμφωνημένα και έχει καταστεί υπερήμερο από την επομένη της καταγγελίας της μίσθωσης, στις 21-3-2011. Με το ιστορικό αυτό η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ να της καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 176.754,45 ευρώ, που αντιστοιχούσε στη ζημία, που αυτή είχε υποστεί από την πληρωμή ισόποσης προμήθειας στην ...
για τη διατήρηση σε ισχύ της εγγυητικής επιστολής για το χρονικό διάστημα από την επομένη της καταγγελίας της μίσθωσης έως στις 29-1-2013, που ήταν η τελευταία πληρωμή προς την ..., κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και έκτοτε να αναγνωρισθεί, ότι το εναγόμενο οφείλει να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό αυτή θα αναγκαστεί να πληρώσει στην ...
για την ίδια αιτία, δηλαδή από 30-1-2013 και εφεξής μέχρι την απόδοση της εγγυητικής επιστολής. Το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, για την αντίκρουση της εναντίον του ως άνω αγωγής, προέβαλε παραδεκτά την ένσταση του άρθρου 342 ΑΚ, με την οποία ισχυρίστηκε, ότι δεν έχει καταστεί υπερήμερο, διότι πίστευε καλόπιστα ότι διατηρεί νόμιμη αξίωση εναντίον της ενάγουσας και αμφέβαλε για την ύπαρξη της υποχρέωσής του να αποδώσει την εγγυητική επιστολή.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 991/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε ως αόριστο το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου (περί έλλειψης υπερημερίας). Στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή για το χρονικό διάστημα από 16-11-2011 (επομένη της έκδοσης της γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους) έως 29-1-2013 (αιτούμενος χρόνος) και επιδίκασε συνολικά ως αποζημίωση στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα το ποσό των 114.157,30 ευρώ.
Κατά της πρωτόδικης ως άνω απόφασης ασκήθηκαν εκατέρωθεν αντίθετες εφέσεις και ειδικότερα, η από 26-9-2016 (αρ. κατ. 3850/2016) έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου και χάριν συντόμευσης Α' έφεση και η από 26-4-2016 (αρ. κατ. 3853/2016) έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και χάριν συντόμευσης Β' έφεση. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την Β' έφεση της αναιρεσείουσας, ενώ δέχθηκε κατ' ουσίαν την Α' έφεση του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ κατά παραδοχή των λόγων αυτής, με τους οποίους ειδικότερα, το εκκαλούν ΝΠΔΔ επανέφερε την ένσταση άρσης της υπερημερίας του άρθρου 342 ΑΚ. Ακολούθως, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δίκασε την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας μισθώτριας και κατά ουσιαστική παραδοχή της ένστασης του άρθρου 342 ΑΚ απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κρίνοντας ότι το εναγόμενο, αν και όφειλε από την επομένη της καταγγελίας να αποδώσει το σώμα της εγγυητικής επιστολής, δεν περιήλθε όμως σε υπερημερία από δικαιολογημένη αμφιβολία ως προς το χαρακτήρα της σύμβασης και τη νομότυπη λύση αυτής και εντεύθεν της υποχρέωσής του προς απόδοση της εγγυητικής επιστολής, ενόψει και της ιδιαίτερης επιμέλειας, που πρέπει να επιδεικνύει στη διαχείριση των οικονομικών του, ως ΝΠΔΔ.
Πιο συγκεκριμένα το Εφετείο για το κρίσιμο ως άνω ζήτημα της υπερημερίας, που ερευνάται με τον αναιρετικό λόγο δέχεται τα ακόλουθα κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή: "Με την υπ' αριθμ. 16/14/22-6-2007 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, το οποίο αποτελεί ΝΠΔΔ, αποφασίσθηκε η εκμίσθωση ακινήτου ιδιοκτησίας του, ήτοι, ενός κτηρίου αποτελούμενου από δύο υπόγεια, ισόγειο, ημιώροφο και τέσσερις (4) ορόφους που βρίσκεται επί της οδού ...
και Βουλής, για είκοσι πέντε (25) έτη, με υποχρέωση του μισθωτή να εκτελεί με δαπάνες του τις τυχόν αναγκαίες οικοδομικές κ.λπ. εργασίες διαρρύθμισης και αναβάθμισής του και καθορίσθηκε η ελάχιστη ετήσια πρόσοδος του εναγομένου. Η πράξη αυτή εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 5752/21-8-2007 απόφαση του Υφυπουργού Εθνικής Άμυνας.
Το εναγόμενο διεξήγαγε την 1-11-2007, διεθνή πλειοδοτικό διαγωνισμό κατ' εφαρμογή των διατάξεων της Οδηγίας 2004/18 ΕΚ και της Οδηγίας 89/605 ΕΚ. Ανάδοχος του διαγωνισμού αναδείχθηκε η ενάγουσα εταιρεία. Έτσι δυνάμει της με ημερομηνία 30 Οκτωβρίου 2008 έγγραφης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε η παραχώρηση από το εναγόμενο στην ενάγουσα "ανάδοχο" έναντι συγκεκριμένων ανταλλαγμάτων, της διαχείρισης και εκμετάλλευσης του ακινήτου ιδιοκτησίας του, για χρονικό διάστημα είκοσι πέντε ετών με έναρξη την υπογραφή της σύμβασης.
Το συμβατικό αντικείμενο τιτλοφορήθηκε ως "Σύμβαση παραχώρησης διαχείρισης (MANAGEMENT) για ορισμένο χρόνο του μεγάρου ιδιοκτησίας Μ.Τ.Σ. στο Δήμο Αθηναίων επί της οδού ... και …". Με τον υπ' αριθμ. 6.2 όρο της σύμβασης ορίσθηκε ότι το συμβατικό αντάλλαγμα θα προερχόταν από την παραχώρηση και εκμετάλλευση των χώρων του κτιρίου σε αντάλλαγμα της προσόδου προς το εναγόμενο από την ενάγουσα και της αναβάθμισης και βελτίωσης των κτηριακών εγκαταστάσεων που θα πραγματοποιούνταν.
Με τον υπ' αριθμ. 6.6 όρο της σύμβασης ορίσθηκε ότι η ενάγουσα θα κατέβαλλε στο εναγόμενο ως ελάχιστη ετήσια αποζημίωση χρήσης τα ποσά που εκτίθενται στο άρθρο 6.8 της σύμβασης. Ο τελευταίος αυτός όρος της σύμβασης τιτλοφορείται "Καταβολή Ετήσιας Προσόδου" και προβλέπει ότι η ενάγουσα είχε υποχρέωση να καταβάλλει στον εναγόμενο ετήσια πρόσοδο από την ημέρα υπογραφής της σύμβασης σε δώδεκα ισόποσες δόσεις.
Η ετήσια αυτή πρόσοδος θα ανερχόταν κατά το πρώτο έτος της μίσθωσης στο ποσό των 1.524.000 €, με ποσοστό αναπροσαρμογής 4,5% επί του καταβαλλόμενου ποσού στο αμέσως προηγούμενο έτος, με εφάπαξ καταβολή κατά την υπογραφή της σύμβασης 200.000 € πέραν των καταβαλλόμενων ποσών ετησίως και επιπλέον ποσοστό 7% επί των ακαθάριστων κερδών της εκμετάλλευσης, το οποίο ποσό θα καταβαλλόταν την 31η Ιουλίου εκάστου έτους και θα αναφερόταν στα ακαθάριστα κέρδη της προηγούμενης οικονομικής χρήσης.
Συμφωνήθηκε ακόμη (άρθρο 6.8.2) ότι οποιαδήποτε επιβάρυνση του ακινήτου με φόρους, τέλη και εισφορές υπέρ του Δημοσίου κ.λπ. θα βάρυνε αποκλειστικά την ενάγουσα, ότι η τυχόν εμπρόθεσμη καταβολή του μηνιαίου τιμήματος για την παραχώρηση (ετήσιας προσόδου) πέραν του πενθημέρου και η παράβαση από την ενάγουσα οποιουδήποτε από τους παραπάνω όρους που συμφωνήθηκαν όλοι ως ουσιώδεις θα παρείχε στο εναγόμενο το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση παραχώρησης και την άμεση αποβολή της ενάγουσας από τη διαχείριση και εκμετάλλευση του ακινήτου, με τη διάλυση, δε, της σύμβασης θα κατέπιπταν αυτοδίκαια υπέρ του εναγόμενου οι εγγυήσεις καλής εκτέλεσης λόγω ποινικής ρήτρας και αποζημίωσης.
Για την καλή εκτέλεση του "έργου" και την εν γένει πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης κατατέθηκε από την ενάγουσα κατά την υπογραφή της σύμβασης, εγγυητική επιστολή που ορίσθηκε στο ποσό των 6.791.738 €, το οποίο αντιστοιχούσε στο 10% του συνόλου της αξίας της σύμβασης, συμφωνήθηκε, δε, με τον υπ' αριθμ. 11.2 όρο, ότι αυτή η εγγυητική θα παραδιδόταν στην ενάγουσα άτοκα μετά τη λήξη της σύμβασης.
Έτσι, κατά την υπογραφή της σύμβασης, η ενάγουσα παρέδωσε στο εναγόμενο την υπ' αριθμ. 5852003269/29-10-2008 εγγυητική επιστολή της …. ποσού 6.791.738 € με ισχύ μέχρι τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της σύμβασης στις 31.10.2033. Το σχέδιο του ως άνω συμφωνητικού απεστάλη από το εναγόμενο στο Ελεγκτικό Συνέδριο για προληπτικό έλεγχο της νομιμότητάς του κατά το άρθρο 19 παρ. 7 του π.δ. 774/1980.
Το αρμόδιο Ζ' κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου έκρινε ότι η ένδικη σύμβαση, την οποία χαρακτήρισε ως μικτή, έχει προεχόντως χαρακτήρα μίσθωσης ακινήτου, αφού το αντικείμενό της συνίσταται στην παραχώρηση της χρήσης του συγκεκριμένου ακινήτου στην ενάγουσα προς διαχείριση και εκμετάλλευση του επ' ωφελεία της, με υποχρέωση καταβολής στο εναγόμενο προσδιορισμένης ετήσιας προσόδου, ενώ το κύριο κριτήριο επιλογής του αναδόχου ήταν η επίτευξη της μεγαλύτερης προσόδου για το εναγόμενο και, ως εκ τούτου, απείχε από τον έλεγχο νομιμότητας του σχεδίου, ως μη υποκείμενο σε τέτοιο έλεγχο.
Σημειωτέον ότι στη συνέχεια εκδόθηκε και η υπ' αριθμ. 1505/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου επί αγωγής του εναγομένου κατά της προηγούμενης μισθώτριας του ακινήτου ("ΓΑΛΛΙΚΗ Εισαγωγική οικιακού εξοπλισμού Α.Ε."), με την οποία κρίθηκε ότι η παρόμοια με την ένδικη σύμβαση που συνέδεε την ως άνω προηγούμενη μισθώτρια με το εναγόμενο ήταν σύμβαση μίσθωσης προσοδοφόρου αντικειμένου.
Στις 20 Δεκεμβρίου 2010, η ενάγουσα απέστειλε στο εναγόμενο την από 20-12-2010 εξώδικη καταγγελία με την οποία κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση με βάση τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, επικαλούμενη την άκαμπτη στάση του εναγομένου σχετικά με το αίτημά της για αναδιαπραγμάτευση των όρων της σύμβασης εξαιτίας της ριζικής και πρωτοφανούς για τη χώρα οικονομικών και μισθωτικών συνθηκών, που είχε ανατρέψει βίαια την ισορροπία παροχής και αντιπαροχής και δήλωνε, αφενός μεν ότι μετά τη λύση της σύμβασης μετά την προθεσμία των τριών μηνών το εναγόμενο θα υπεισερχόταν χωρίς καμία άλλη διατύπωση στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μισθώσεων χώρων του κτιρίου που θα υφίσταντο κατά το χρόνο επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, αφετέρου δε ζητούσε την απόδοση της εγγυητικής επιστολής, που του είχε παραδώσει κατά την υπογραφή της συμβάσεως.
Τα αποτελέσματα της εν λόγω καταγγελίας από τη μισθώτρια ενάγουσα επήλθαν τρεις μήνες από τη γνωστοποίησή της στο εναγόμενο, δηλαδή, στις 21-3-2011. Την τελευταία αυτή ημερομηνία, η ενάγουσα μισθώτρια κοινοποίησε στο εναγόμενο εκμισθωτή την από 21-3-2011 εξώδικη γνωστοποίηση-πρόσκληση-δήλωση (όπως η επίδοση αυτής προκύπτει από την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από την ενάγουσα υπ' αριθμ.
…00Β/2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Σ.), με την οποία η ενάγουσα επεσήμανε την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, γνωστοποίησε τις υφιστάμενες συμβάσεις μισθώσεως στις οποίες μετά τη λύση της σύμβασης είχε υπεισέλθει αυτοδικαίως το εναγόμενο ως εκμισθωτής, συναπέδωσε, δε, και τα αντίστοιχα ιδιωτικά συμφωνητικά και κάλεσε το εναγόμενο να της αποδώσει το σώμα της εγγυητικής επιστολής, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης της οφειλόμενης αποζημίωσης ενός μισθώματος του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995.
Κατόπιν αυτού, έλαβε χώρα, στις 16-5-2011, η παράδοση του μισθίου από την ενάγουσα στο εναγόμενο για την οποία συντάχθηκε το με την αυτή ημερομηνία πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής που υπογράφηκε από τριμελή επιτροπή του εναγομένου, το οποίο, ωστόσο, επιφυλάχθηκε για κάθε νόμιμο δικαίωμά του. Το εναγόμενο στη συνέχεια, απέστειλε στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους το από 29-6-2011 ερώτημά του για το αν η ένδικη σύμβαση με την ενάγουσα εμπίπτει ή όχι στις εμπορικές μισθώσεις ή αν πρόκειται για σύμβαση έργου.
Επί του ερωτήματος αυτού, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους εξέδωσε την υπ' αριθμ. 463/15-11-2011 γνωμοδότησή του με την οποία γνωμοδότησε ότι η ένδικη σύμβαση "ενόψει αφενός του αντικειμένου της, που είναι η παραχώρηση στην ανάδοχο της διαχείρισης και της εκμετάλλευσης του ακινήτου και η καταβολή από αυτή στο ΜΤΣ ετήσιου ανταλλάγματος, σε δώδεκα ισόποσες δόσεις και κατ' ουσία μηνιαίου μισθώματος και αφετέρου του σκοπού στον οποίο απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη και είναι η αποδοτικότερη εκμετάλλευση του ακινήτου, προς όφελος και των δύο, αποτελεί σύμβαση μίσθωσης ακινήτου και εμπίπτει στις διατάξεις προστασίας των εμπορικών μισθώσεων του π.δ. 34/1995.
Στη σύμβαση προέχει ο μισθωτικός χαρακτήρας της καθόσον οι κατασκευαστικές και λοιπές εργασίες έχουν παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με το κύριο αντικείμενό της και εντάσσονται στα πλαίσια της επωφελέστερης εκμετάλλευσης του ακινήτου. Η εν λόγω σύμβαση δεν έχει το χαρακτήρα της σύμβασης υπηρεσιών, αφού ο ανάδοχος δε θα παρέχει υπηρεσίες κατά την έννοια του π.δ. 346/1998, ούτε δύναται να χαρακτηριστεί ως σύμβαση έργου, βασικός σκοπός της οποίας είναι η κατασκευή συγκεκριμένου δημόσιου έργου".
Ωστόσο, μετά την έκδοση στις 15-11-2011, της εν λόγω γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, το εναγόμενο προέβη και αυτό, στις 11-4-2012, κατόπιν της υπ' αριθμ. 9/1/11-4-2012 απόφασης του Διοικητικού του Συμβουλίου, σε καταγγελία της σύμβασης επικαλούμενο αφερεγγυότητα της ενάγουσας και δηλώνοντας ότι θα ζητούσε την κατάπτωση της δοθείσας εγγυητικής επιστολής.
Εν τω μεταξύ η ενάγουσα είχε ασκήσει ενώπιον του Μον/λούς Πρωτ/κείου Αθηνών την από 28-2-2011 αγωγή της ζητώντας α) να αναγνωρισθεί ότι η μεταξύ των διαδίκων από 30-10-2008 "σύμβαση παραχώρησης διαχείρισης για ορισμένο χρόνο του Μεγάρου ιδιοκτησίας Μ.Τ.Σ. στο Δήμο Αθηναίων και επί της οδού ... και …" λύθηκε στις 21-3-2011, συνεπεία της από 20-12-2010 καταγγελίας της και β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της αποδώσει το σώμα της υπ' αριθμ. 5…..3269/29-10-2008 εγγυητικής επιστολής της ...
ποσού 6.791.738 €. Η αγωγή της αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 1634/31-12-2012 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, η δε κατ' αυτής έφεση του εναγομένου απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την υπ' αριθμ. 4557/22-7-2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και η κατ' αυτής αναίρεσή του απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 620/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Σημειωτέον ότι και η εν τω μεταξύ ασκηθείσα από την ενάγουσα από 11-4-2012 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μον/λούς Πρωτ/κείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να απαγορευθεί προσωρινώς η καταβολή στο εναγόμενο της δοθείσας εγγυητικής επιστολής μέχρι της έκδοσης τελεσίδικης αποφάσεως επί της ως άνω αγωγής, έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 2933/8-4-2015 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, ενώ είχε χορηγηθεί και προσωρινή διαταγή, με την οποία είχε απαγορευθεί στην ...
να καταβάλλει προσωρινώς στο εναγόμενο το ποσό της εγγυητικής επιστολής. Εν τέλει και αφού είχε προηγηθεί κοινοποίηση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης στο εναγόμενο στις 8-6-2015, το τελευταίο συμμορφούμενο απέδωσε την επίδικη εγγυητική επιστολή στην ενάγουσα στις 28-7-2015. Επομένως, αφού η ένδικη σύμβαση μίσθωσης έληξε στις 21 Μαρτίου 2011, μετά τη νόμιμη καταγγελία της εκ μέρους της ενάγουσας - μισθώτριας, το εναγόμενο όφειλε σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 22-3 όρο της συμβάσεως να αποδώσει σε αυτήν το σώμα της ένδικης εγγυητικής επιστολής, που του είχε παραδώσει η ενάγουσα κατά την υπογραφή της σύμβασης για την πιστή τήρηση των όρων της, αφού και το ίδιο το εναγόμενο δε προέβαλε κάποιον αντίθετο ισχυρισμό σχετικά με τυχόν παράβαση εκ μέρους της ενάγουσας των όρων της σύμβασης μίσθωσης, που θα αναιρούσε την υποχρέωσή του αυτή.
Εξάλλου, προκειμένου να διατηρείται σε ισχύ η εν λόγω εγγυητική επιστολή, είχε συμφωνηθεί να καταβάλλει η ενάγουσα στην εκδότρια αυτής ... Α.Ε. προμήθεια, ποσού 23.771,08 ευρώ ανά ημερολογιακό τρίμηνο, αρχής γενομένης από την ημερομηνία έκδοσής της (29-10-2008). Έτσι εξαιτίας της άρνησης του εναγομένου να αποδώσει την εγγυητική επιστολή στις 21-3-2011, και της εντεύθεν παραμονής της σε ισχύ επιβαρύνθηκε η εναγομένη με το συνολικό ποσό των 176.754,45 €, που κατά τους ειδικότερους υπολογισμούς της κατέβαλε κατά το χρονικό διάστημα από 22-3-2011 έως 29-1-2013 στη "...
Α.Ε." κατά τα μεταξύ τους συμπεφωνημμένα, εκδοθέντων και των προσκομιζόμενων αντίστοιχων γραμματίων είσπραξης της τελευταίας. Ωστόσο εν όψει των όσων παραπάνω αναφέρθηκαν και λαμβανομένων ιδιαίτερα υπόψη τόσον της προφανούς δυσχέρειας επίλυσης του στασιαζόμενου νομικού θέματος, όσον και της επιβαλλόμενης ιδιαίτερης επιμέλειας περί την διαχείριση των οικονομικών του εναγομένου, λόγω του χαρακτήρος του ως ΝΠΔΔ, κρίνεται ότι ήταν δικαιολογημένη η αμφιβολία του για το χαρακτήρα της σύμβασης και τη νομότυπη διά της καταγγελίας λύσης της και εντεύθεν την ύπαρξη της υποχρέωσής του προς απόδοση της επιστολής, μέχρι και την έκδοση της υπ' αριθμ. 4557/22-7-2014 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία λύθηκε τελεσίδικα και με ισχύ δεδικασμένου το εν λόγω θέμα για την επίδικη συγκεκριμένη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, χωρίς να αρκούν προς άρση του δικαιολογημένου χαρακτήρα της αμφιβολίας υπάρχουσες (μη δεσμευτικές) γνωμοδοτικές πράξεις έστω και του Ε.Σ ή του Ν.Σ.Κ.
ή ακόμη και τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί άλλης έστω και παρόμοιας υπόθεσης, αφού κατ' ουδεμία περίπτωση δε θα μπορούσαν να προδικάζουν μετά βεβαιότητος την εξέλιξη της προκείμενης περίπτωσης. Κατά συνέπεια κρίνεται ουσιαστικά βάσιμη η προβληθείσα από τον εναγόμενο (επαναφερόμενη ως λόγος έφεσης) εκ του άρθρου 342 ΑΚ ένσταση για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα (22-3-2011 - 29-1-2013).
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα, κρίνοντας αβάσιμη την εκ του άρθρου 342 ΑΚ ένσταση του εναγομένου για τον μετά την έκδοση (στις 15-11-2011) της προαναφερθείσας γνωμοδότησης του ΝΣΚ χρόνο, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Μετ' απόρριψη λοιπόν της έφεσης της ενάγουσας (που οι λόγοι της κατατείνουν μόνο στο ολικά αβάσιμο της εκ του άρθρου 342 ΑΚ ένστασης του εναγομένου) ως ουσιαστικά αβάσιμης και κατ' αποδοχή ως βασίμου του κατά τα ως άνω σχετικού λόγου της, η έφεση του εναγόμενου πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, και στη συνέχεια, αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το προσβαλλόμενο μέρος της (και την αναγκαίως συνεχόμενη με αυτό διάταξη περί δικαστικών εξόδων) και κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί κατ' ουσίαν (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά το μέρος της αυτό, να απορριφθεί συνολικά ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα η αγωγή κατ' αποδοχή ως (ολικά) βάσιμης κατά τα προεκτεθέντα της εκ του άρθρου 342 ΑΚ ένστασης του εναγομένου...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ δεν περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας εκ μέρους της αναιρεσείουσας (άρθρο 43 ΠΔ 34/1995) στις 21-3-2011 και εφεξής έως 29-1-2013 (χρόνος τελευταίας καταβολής προμήθειας, κατά το αγωγικό αίτημα), διότι τούτο καλόπιστα πίστευε, ότι διατηρεί νόμιμη αξίωση από τη σύμβαση, της οποίας αμφισβητούσε τη νομική φύση και συνακόλουθα, την εγκυρότητα της καταγγελίας αυτής και εντεύθεν την υποχρέωσή του να αποδώσει στην αναιρεσείουσα την εγγυητική επιστολή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, το πραγματικό της οποίας πληρούσαν τα αποδειχθέντα περιστατικά και στην οποία θεμελιωνόταν η ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί άρσης της υπερημερίας αυτού από δικαιολογημένη αμφιβολία για την ύπαρξη και την έκταση της υποχρέωσής του, η οποία είναι νομική έννοια και ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και συνεπώς δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ.
α' ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση της ανωτέρω διάταξης. Εκτός τούτων, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς τη θεμελίωση της δικαιολογημένης αμφιβολίας του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ, που στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του, ως προς την άρση της υπερημερίας αυτού κατά τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και συνεπώς δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, το Εφετείο για να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα περί συνδρομής δικαιολογημένης αμφιβολίας του αναιρεσιβλήτου ως προς την ύπαρξη και την έκταση της υποχρέωσής του να αποδώσει την εγγυητική επιστολή, δεν στηρίχτηκε μόνο στην έλλειψη δικαστικής απόφασης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, με την επισήμανση, ότι η υπόθεση επιλύθηκε δικαστικά με τελεσίδικη απόφαση το έτος 2014, δηλαδή, μετά το κρίσιμο διάστημα για την καταβολή αποζημίωσης, κατά τα αγωγικώς αιτούμενα, αλλά επί πλέον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφέρει περιστατικά, που δικαιολογούν την αμφιβολία του αναιρεσιβλήτου.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης 1) στο από 16-5-2011 πρωτόκολλο παράδοσης του μισθίου ακινήτου το αναιρεσίβλητο Μετοχικό Ταμείο Στρατού και χάριν συντομίας ΜΤΣ επιφυλάχθηκε ρητά για κάθε νόμιμο δικαίωμά του, 2) στις 29-6-2011, μετά την παράδοση του μισθίου, που έγινε στις 16-5-2011, σύμφωνα με τις παραδοχές, υπέβαλε γνωμοδοτικό ερώτημα προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, περί του το εάν η επίδικη σύμβαση συνιστά εμπορική μίσθωση ή σύμβαση έργου, όπως τούτο υποστήριζε, 3) μετά την έκδοση της γνωμοδότησης του ΝΣΚ, στις 15-11-2011, το αναιρεσίβλητο ΜΤΣ κατήγγειλε στις 11-4-2012 τη σύμβαση, συμμορφούμενο προς την υπ' αρ. 9/1/1-4-2012 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, επικαλούμενο την αφερεγγυότητα της αναιρεσείουσας μισθώτριας και δήλωσε, ότι θα ζητήσει την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, 4) ότι, επίσης σύμφωνα με τις παραδοχές, μετά από την υποβολή από την αναιρεσείουσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου της από 11-4-2012 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία αυτή ζητούσε την αναστολή εκτέλεσης της υπ' αριθμ. 1634/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, (που είχε εκδοθεί επί της από 28-2-2011 τακτικής αγωγής της και είχε αναγνωρίσει την εγκυρότητα της καταγγελίας της αναιρεσείουσας διατάσσοντας την απόδοση της εγγυητικής επιστολής), εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2933/8-4-2015 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που επέτρεψε τη διατήρηση της εγγυητικής επιστολής και απαγόρευε την κατάπτωσή της μέχρι να εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση επί της ανωτέρω τακτικής αγωγής, ενώ επίσης είχε εκδοθεί και προσωρινή διαταγή, που απαγόρευε στην ...
να καταβάλει προσωρινά στο αναιρεσίβλητο ΜΤΣ το ποσό της εγγυητικής επιστολής. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί, ότι, όπως προκύπτει από τις από 10-3-2017 κατ' έφεση προτάσεις του αναιρεσιβλήτου (βλ. Σελ. 4, 9 και 10 αυτών), που επισκοπούνται επιτρεπτά ως διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 2933/8-4-2015 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύει στη σελίδα 6α αυτής, είχε εκδοθεί επί της από 21-1-2013 αίτησης αναστολής εκτέλεσης της υπ' αριθμ. 1634/2012 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όχι επί της από 11-4-2012 αίτησης αναστολής εκτέλεσης της ίδιας οριστικής απόφασης, που από προφανή παραδρομή δέχεται το Εφετείο, καθόσον επί της από 11-4-2012 αίτησης αναστολής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9915/4-10-2012 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Η εσφαλμένη ως άνω αιτιολογία όμως της προσβαλλόμενης απόφασης δεν επιδρά στο διατακτικό και συνεπώς, κατ' άρθρ. 578 ΚΠολΔ πρέπει να αντικατασταθεί με την ανωτέρω ορθή αιτιολογία, 5) το Εφετείο επίσης δέχεται ότι η υπ' αριθμ. 4557/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 28-2-2011 αγωγής της αναιρεσείουσας, δημοσιεύτηκε στις 22-7-2014 (δηλαδή μετά την πάροδο του αγωγικώς αιτούμενου χρονικού διαστήματος, δηλαδή, από την επομένη της καταγγελίας μέχρι την 29-1-2013) και ότι έκτοτε η ως άνω τελεσίδικη απόφαση έλυσε με ισχύ δεδικασμένου το ζήτημα της εγκυρότητας της καταγγελίας, τη νομική φύση της σύμβασης και την εξ αυτής πηγάζουσα υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου εκμισθωτή να αποδώσει την εγγυητική επιστολή στην αναιρεσείουσα.
Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές οι προαναφερόμενες δικαστικές διενέξεις είχαν ως έρεισμα τον νομικό χαρακτηρισμό της Σύμβασης και εντεύθεν την ύπαρξη της υποχρέωσης του αναιρεσιβλήτου ΜΤΣ να επιστρέψει την εγγυητική επιστολή και συνιστούν περιστάσεις, που δικαιολογούν αμφιβολία στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου ως προς την υποχρέωσή του να αποδώσει την εγγυητική επιστολή στην αναιρεσείουσα.
Τέλος, 6) το Εφετείο δέχεται με πλήρη αιτιολογία και χωρίς κενά, ότι η υπ' αρ. 463/15-11-2011 Γνωμοδοτική Πράξη του ΝΣΚ, η υπ' αρ. 198/2008 Πράξη του Ζ' κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και η υπ' αριθμ. 1505/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (που αφορούσε την προηγούμενη μισθώτρια), δεν παρήγαγαν δεδικασμένο στην ένδικη υπόθεση, ούτε ήταν δεσμευτικές για το αναιρεσίβλητο ΜΤΣ και δεν ήταν ικανές για να δημιουργήσουν σ' αυτό βεβαιότητα για την εξέλιξη της υπόθεσης και εντεύθεν για την υποχρέωσή του να αποδώσει την εγγυητική επιστολή, πριν από την τελεσίδικη επίλυση του αμφισβητούμενου ζητήματος του νομικού χαρακτήρα της σύμβασης και της εγκυρότητας της καταγγελίας αυτής, από την οποία απέρρεε η υποχρέωσή του για την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής, ενόψει του γεγονότος ότι ως ΝΠΔΔ υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και διαχειρίζεται, υπό ευρεία έννοια, δημόσια περιουσία, που επιβάλλει την ιδιαίτερα επιμελή διαχείριση των οικονομικών του.
Άλλωστε, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε, ότι το αναιρεσίβλητο σκοπούσε σε κάποιο συγκεκριμένο οικονομικό όφελος από τη διατήρηση σε ισχύ της εγγυητικής επιστολής, στοιχείο που θα ενίσχυε την άποψη της αναιρεσείουσας για την θεμελίωση υπερημερίας στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου εκμισθωτή.
Συμπερασματικά το Εφετείο με ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και με σαφή και χωρίς κενά αιτιολογία δέχθηκε, ότι συνέτρεξαν οι ανωτέρω περιστάσεις, που δικαιολογούν την αμφιβολία του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ για την ύπαρξη της υποχρέωσής του να επιστρέψει την εγγυητική επιστολή, μέχρι την τελεσίδικη επίλυση του νομικού ζητήματος για τη φύση της σύμβασης, που είχε καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων και ότι οι ανωτέρω περιστάσεις συνδυαστικά στοιχειοθετούσαν την ένσταση του άρθρου 342 του ΑΚ περί μη περιέλευσης αυτού σε κατάσταση υπερημερίας από δικαιολογημένη αμφιβολία.
Συνακόλουθα, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος, κατ' αμφότερα τα σκέλη αυτού εκ του άρθρου 559 αρ.1α' και 19 ΚΠολΔ, για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατόπιν τούτου και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδ.ΒΔ ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρ. 176,183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ,που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις,κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, μειωμένα όμως κατ'αρ. 22 Ν 3693/1957, που ενεργεί υπέρ και κατά του Δημοσίου και συνεπώς και κατά του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ (ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 251/2017) όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-9-2017 (αρ. κατ. 639/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3047/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, που η αναιρεσείουσα κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα μειωμένα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ