129/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated129/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης, αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", δηλαδή σε πραγματικό αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (Ολομ.ΑΠ 24/1992).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 129 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 129/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. συζ. Θ. Α., 2. Θ. Μ. Α. και 3. Μ. Θ. Α., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Μανιαδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Α. συζ. Α. Λ., 2. Χ. Π. του Α., 3. Β. Κ. του Ν., 4. Α. Π. του Α. και 5. Χ.-Δ. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από3-9-2004και 18-3-2005 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4899/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3177/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 6-10-2008 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1283/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν για συζήτηση οι καλούσες με την από 27/9/2011 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 29-1-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της απόφασης κατά παραδοχή των αναφερομένων στο σκεπτικό λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους μετέχοντες στη δίκη για την αναίρεση διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος και μη επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 27-9-2011 κλήση των αναιρεσειόντων, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση, με επιμέλεια των ίδιων, η ένδικη αναίρεση. Από τις υπ' αριθμ. 4078, 4081,4082, 4079 και 4080/24-1-2011 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω κλήσεως προς συζήτηση της υποθέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου για την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο (14-5-2012), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους, στους οποίους επιδόθηκε προγενέστερα και αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως προκύπτει τούτο από τις υπ' αριθμ. 11440, 14438, 11436, 11439 και 14437/5-2-2010 εκθέσεις επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή. Επομένως εφόσον οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει η συζήτηση της υποθέσεως να προχωρήσει παρά την απουσία τους.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης, αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", δηλαδή σε πραγματικό αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (Ολομ.ΑΠ 24/1992).
Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ: "Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.
Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται". Κατά το άρθρο 59 ίδιου Κώδικα: "Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια, το στοιχείο δε αυτό της υπαιτιότητας, πρέπει να μνημονεύεται ρητά στην απόφαση και να εξειδικεύεται ο βαθμός του πταίσματος, δεδομένου ότι μορφή υπαιτιότητας συνιστούν ο δόλος αλλά και η αμέλεια.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση συνεκδικάσθηκαν η από 3-9-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και η από 18-3-2005 όμοια των ήδη αναιρεσιβλήτων, με τις οποίες και τα δύο διάδικα μέρη, ζήτησαν, κατά μετατροπή του αρχικώς καταψηφιστικού αιτήματος, την αναγνώριση της υποχρεώσεως (το ένα του άλλου) στην καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, επικαλούμενο κάθε μέρος προσβολή της προσωπικότητάς του από το άλλο με τις αναφερόμενες σε κάθε αγωγή υπαίτιες πράξεις.
Επ' αυτών εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 499/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγιναν δεκτές κατά ένα μέρος αμφότερες οι αγωγές. Κατ' αυτής ασκήθηκε έφεση από τους ήδη αναιρεσείοντες η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι δυο πρώτοι ενάγοντες της από 3-9-2004 αγωγής, εναγόμενοι της από 18-3-2005 αγωγής, Σ.
και Θ. Α. (ήδη δύο πρώτοι αναιρεσείοντες), που τυγχάνουν καθηγητές μέσης εκπαίδευσης, διαμένουν σε ιδιόκτητο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου της πολυκατοικίας, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... αριθ. 36 και ..., στα ..., μαζί με την τρίτη ενάγουσα-εναγομένη θυγατέρα τους Μ. (ήδη τρίτη αναιρεσείουσα) και τα άλλα δυο τέκνα τους Χ.
και Μ.. Οι πέντε πρώτοι και μοναδικοί πλέον ενάγοντες της από 18-3-2005 αγωγής-1η, 2η, 6ος, 3η και 5ος αντίστοιχα εναγόμενοι της από 3-9-2004 αγωγής, Ε. Α. σύζυγος Λ., Χ. Π., Χ. Δ. Α., Β. Κ. και Α. Π. (ήδη αναιρεσίβλητοι), διαμένουν στην ίδια πολυκατοικία ... . Στις 29-6-2004, προσήλθαν στο ΑΤ Βριλησσίων οι τρεις πρώτες εναγόμενες της από 3-9-2004 αγωγής-ενάγουσες της από 18-3-2005 αγωγής, η πρώτη των οποίων ετύγχανε και διαχειρίστρια της πολυκατοικίας και προσκόμισαν την με την ίδια ημερομηνία, εισαγγελική παραγγελία, εκφράζοντας τα εξής παράπονα σε βάρος τον τριών εναγόντων της πρώτης αγωγής " Α) σε ώρες κοινής ησυχίας με θορύβους διατάρασσαν την ηρεμία των ενοίκων, Β) ρίχνουν σκουπίδια από το μπαλκόνι της οικίας τους, Γ) αποφάγια στην πυλωτή που συγκεντρώνονται τα ζώα της περιοχής (σκύλοι-γάτες), με αποτέλεσμα την μόλυνση-δυσοσμία και την αντιαισθητική εικόνα, Δ) ρίψη φαγητών στις τέντες του κάτω ορόφου με αποτέλεσμα να λερώνονται, Ε) την 13-6-2004 και ώρα 23.00 και καθόσον υπήρχε συγκέντρωση-γιορτή του παιδιού της κ Π.
στην οποία παρευρίσκονταν και πολλοί άλλοι ένοικοι, η κ. Α. άρχισε το τίναγμα του χαλιού με τα αναμενόμενα αποτελέσματα για τους ανθρώπους και τα φαγητά που βρίσκονταν στο μπαλκόνι, Ζ) την 23-6-2004 και ώρα 07.15 ενώ ο ένοικος Δημήτριος Αμπτίν πότιζε στον κήπο, ο κ. Α. βγήκε στο παράθυρο και έφτυσε δυο φορές προς το μέρος του, Η) σε ώρες κοινής ησυχίας χρησιμοποιούν κάποιο βαρύ αντικείμενο για να χτυπούν στο πάτωμα για να ενοχλήσουν τους κάτω και αυτό οδήγησε τους προηγούμενους ιδιοκτήτες να πουλήσουν το διαμέρισμα και ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός και εξουθενωτικός, Θ) συμπεριφορά ανάρμοστη του κ.
Α. προς τα παιδιά που έπαιζαν στην πυλωτή με υβριστικές εκφράσεις..., Κ) τον Σεπτέμβριο του 2003 η διαμαρτυρία της κ. Κ. Β. για την ρίψη φαγητών, οδήγησε στη βίαιη αποπομπή της σπρώξιμο και απότομο κλείσιμο της πόρτας. Τα παράπονα αυτά καταχωρήθηκαν στο βιβλίο αδικημάτων-συμβάντων του Α.Τ. την 1-7-2004 και αυθημερόν κλήθηκαν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι αφού έλαβαν γνώση των καταγγελλομένων, τα διέψευσαν ως αναληθή.
Δεδομένου δε ότι τα υπό στοιχ. α, β, γ, δ, η, θ, και κ καταγγελόμενα περιστατικά είναι αληθή, κατά σαφή, άλλωστε ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του μάρτυρα των εναγόντων της από 18-3-2005 αγωγής και συζύγου της πρώτης αυτών, Α. Λ., έχοντας ίδια γνώση των γεγονότων ως διαχειριστού ήδη της πολυκατοικίας και πρώην φίλου του δεύτερου εναγομένου της ως άνω αγωγής, τα υποστηριζόμενα από τους τρεις ενάγοντες με την από 3-9-2004 αγωγή τους, ότι οι αντίδικοι τους εν γνώσει της αναλήθειας κατάγγειλαν τα προαναφερόμενα γεγονότα, των οποίων έλαβαν γνώση ο εισαγγελέας στον οποίον τα εξέθεσαν καθώς και οι γραμματείς της εισαγγελίας και του αστυνομικού τμήματος που διεκπεραίωσαν την σχετική αίτηση, (είναι) αβάσιμα και συνεπώς, απορριπτόμενης της από 3-9-2004 αγωγής κατ' ουσίαν ως προς το μέρος αυτό και γενομένης δεκτής αντίστοιχα της από 18-3-2005 αγωγής ως προς τους τέσσερις πρώτους αναιρεσιβλήτους, θα πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση καταβολής στους τελευταίους χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστησαν εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητάς τους.
Κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου το εύλογο ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως εκάστου των τεσσάρων εναγόντων από κάθε εναγόμενο, λαμβανομένων υπόψη του είδους της προσβολής, του βαθμού πταίσματος των εναγομένων, της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των διαδίκων και των κανόνων της κοινής λογικής και πείρας θα πρέπει να προσδιορισθεί στο ποσό των 1000 ευρώ.....
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι στις 22-9-2003 και περί ώρα 15.30 όταν η τέταρτη ενάγουσα της από 18-3-2005 αγωγής Β. Κ. διαμαρτυρήθηκε προς την πρώτη εναγομένη Σ. Α. για το γεγονός ότι ο γιος της Μ., ηλικίας 5 ετών, πέταξε φαγητό στην γάτα και λέρωσε την τέντα της βεράντας του υποκείμενου διαμερίσματός της, η τελευταία, αντιδρώντας, απεύθυνε σ' αυτήν τη μειωτική της τιμής και υπόληψης της φράση "άι στο διάβολο, μαλακισμένη" και συνεπώς θα πρέπει να γίνει δεκτή η ως άνω αγωγή κατά το μέρος αυτό και να αναγνωριστεί η υποχρέωση καταβολής στην ενάγουσα, ως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για την προσβολή της προσωπικότητας της, του εύλογου, με βάση τα ως άνω κριτήρια, χρηματικού ποσού των 1000 ευρώ.
Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι, η ως άνω Β. Κ., τρίτη εναγομένη στην από 3-9-2004 αγωγή, κατά την διαμαρτυρία της στο ίδιο επεισόδιο, απεύθυνε προς την πρώτη ενάγουσα, Σ. Α. τη μειωτική της τιμής και υπόληψης της φράσης "μαλάκω αϊ στο διάβολο" και συνεπώς η αγωγή ως προς το μέρος αυτό, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν.
Εξάλλου αποδείχθηκε ότι στης 17-9-2004 και περί ώρα 00.25, που ήταν η ονομαστική γιορτή της πρώτης ενάγουσας της από 3-9-2004 αγωγής Σ. Α., ο πέμπτος εναγόμενος Α. Π., διαμαρτυρήθηκε στους ενάγοντες και τους επισκέπτες τους που κάθονταν στη βεράντα με την φράση "κάντε ησυχία" όπως καταθέτει με σαφήνεια ο μάρτυρας των εναγόμενων Α.
Λ. και όχι με την φράση "σκάστε μαλάκες, αϊ στο διάβολο, να μην ξανακούσω κιχ μαλάκες" και συνεπώς η ως άνω αγωγή κατά το μέρος αυτό είναι απορριπτέα κατ' ουσίαν. Επίσης αποδείχθηκε ότι κατά την χρονική περίοδο 18-25 Αυγούστου 2003, η πρώτη εναγομένη της από 3-9-2004 αγωγής Ε. Α. σύζυγος Α. Λ. συνάντησε στο φούρνο της γειτονιάς τη φίλη και μάρτυρα στο ακροατήριο των εναγόντων Α.
Ι.-Κ. και ισχυρίστηκε σ' αυτήν ότι ο δεύτερος ενάγων είναι εμπαθής και εγωιστής. Το γεγονός αυτό σχετίζεται με το ότι ο ως άνω ενάγων, ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης, παρέδιδε από το έτος 2001 ιδιαίτερα μαθήματα στον ανηψιό της πρώτης εναγομένης Α., στον οποίο είχε ιδιαίτερη αδυναμία, λόγω του ότι αυτή δεν είχε αποκτήσει τέκνα.
Όταν διαταράχτηκαν οι σχέσεις του δεύτερου ενάγοντος και της οικογένειας του με τους ενοίκους της πολυκατοικίας, μεταξύ των οποίων και η πρώτη εναγομένη, ο δεύτερος ενάγων έπαυσε τα ιδιαίτερα μαθήματα στον ως άνω ανηψιό της, ο οποίος δεν είχε καμία σχέση με τα διαδραματιζόμενα γεγονότα στη πολυκατοικία.
Επομένως, όσα διέδωσε η πρώτη εναγομένη είναι αληθή και το γεγονός του χαρακτηρισμού ως εμπαθούς του δεύτερου ενάγοντος δεν είχε σχέση με την δήθεν αποκατάσταση μιας αυθαιρεσίας στην πυλωτή της πολυκατοικίας που διέπραξε η δεύτερη εναγομένη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο δεύτερος ενάγων αλλά με το ότι ο τελευταίος για να εκδικηθεί αυτήν διέκοψε, χωρίς εύλογη αιτία, τα ιδιαίτερα μαθήματα στον άσχετο με τα προσωπικά του ζητήματα ανηψιό της και ουδόλως αποδείχθηκε ότι ήθελε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του δεύτερου ενάγοντος.
Επομένως η ως άνω αγωγή κατά το μέρος αυτό πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν. Τέλος, αποδείχθηκε ότι, στις 9-3-2003 ο δεύτερος εναγόμενος της από 18-3-2005 αγωγής Θ. Α., κατά την διάρκεια των εργασιών της συνέλευσης των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας στο διαμέρισμα της δεύτερης ενάγουσας Χ. Π., αμφισβήτησε τη διαχείριση του τότε (2002-2003) διαχειριστή της πολυκατοικίας Ν.
Γ., σχετικά με το ποσό των χρημάτων που είχαν κατατεθεί για την αγορά του πετρελαίου και το τελικά αγορασθέν πετρέλαιο, με συνέπεια να κληθεί η πρώτη ενάγουσα της από 18-3-2005 αγωγής Ε. Α. για να ενεργήσει διαχειριστικό έλεγχο των οικονομικών της πολυκατοικίας. Μετά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε κάποιο έλλειμμα, γεγονός που γνωστοποιήθηκε στον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος, απευθυνόμενος προς την ως άνω πρώτη ενάγουσα της είπε ότι "συγκαλύπτει την ατασθαλία των προηγούμενον διαχειριστών" παρά το ότι αυτός, για το ίδιο ως άνω περιστατικό, συνυπόγραψε με το Ν.
Γ. το από 12-11-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο δηλώνουν ο πρώτος ότι δεν έχει σκοπό (να) αμφισβητήσει την έντιμη διαχείριση του Ν. Γ. και ο δεύτερος ότι ικανοποιείται πλήρως από την δήλωση αυτή, γι' αυτό, άλλωστε, και στη συνέχεια ο τελευταίος παραιτήθηκε της από 18-3-2005 αγωγής ως προς το δεύτερο εναγόμενο.
Συνεπώς, θα πρέπει να γίνει δεκτή η ως άνω αγωγή κατά το μέρος αυτό και να αναγνωριστεί η υποχρέωση καταβολής στην πρώτη ενάγουσα, ως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για την προσβολή της προσωπικότητας της του εύλογου με τα ως άνω κριτήρια, χρηματικού ποσού των 1000 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ακολούθως την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης.
Με τις ανωτέρω εκτεθείσες παραδοχές του, το εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι αφ' ενός μεν διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης υπαιτιότητας στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων, αναφορικά με τα καταγγελθέντα από τους αναιρεσιβλήτους στο ΑΤ Βριλησσίων περιστατικά, για τα οποία δέχθηκε ότι είναι βάσιμα και ότι προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη των αναιρεσιβλήτων, αφ' ετέρου δε, δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες επίσης ζήτημα της απορρίψεως της αγωγής των αναιρεσειόντων και για τα λοιπά εκ των καταγγελθέντων περιστατικών, τα οποία εμμέσως δέχεται ότι ήσαν αληθή.
Ειδικότερα, δεν εκθέτει εν προκειμένω, με τρόπο σαφή και πλήρη, αν δέχεται και ποίου βαθμού υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) των αναιρεσειόντων, αναφορικά με τα υπό στοιχεία α, β, γ, δ, η, θ και κ καταγγελθέντα στο ΑΤ Βριλησσίων περιστατικά, ούτε προσδιορίζει το βαθμό συμμετοχής κάθε αναιρεσείοντα στην τέλεση αυτών.
Επίσης, δεν αιτιολογεί καθόλου την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειόντων και ως προς τα υπό στοιχεία ε και ζ περιστατικά που περιλαμβάνονται στην καταγγελία των αναιρεσιβλήτων στο ΑΤ Βριλησσίων, παρά το ότι, εμμέσως πλην σαφώς, δέχεται ότι αυτά δεν συνέβησαν και ως εκ τούτου ήταν ψευδή, εξ αντιδιαστολής προς τα λοιπά τα οποία θεωρεί ότι ήσαν αληθινά.
Επομένως, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ και οι σχετικοί τρεις πρώτοι αναιρετικοί λόγοι, κατά το οικείο μέρος τους, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι, παρελκούσης της έρευνας αυτών ως προς τις λοιπές αιτιάσεις τους από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αλλά και της έρευνας του τετάρτου αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ κατά το μέρος του που αφορά την μη λήψη υπόψη εγγράφων σχετικών με τα περιλαμβανόμενα στην καταγγελία των αναιρεσιβλήτων στο ΑΤ Βριλησσίων περιστατικά.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της αγωγής των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που αυτή αφορούσε τα συμβάντα στις 22-9-2003 και 17-9-2004 περιστατικά, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τις χωρίς όρκο εξετάσεις των δεύτερης αναιρεσίβλητης και δεύτερου αναιρεσείοντος αντίστοιχα, τις ειδικά προσδιοριζόμενες ένορκες βεβαιώσεις αμφοτέρων των διαδίκων που λήφθηκαν νομότυπα και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. "για μερικά εκ των οποίων (όπως βεβαιώνει το Εφετείο) γίνεται ειδική ερμηνεία, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα εξ αυτών για την κατ' ουσίαν διάγνωση της διαφοράς".
Από τη διαβεβαίωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για την απόρριψη της αγωγής ως προς τα ανωτέρω κεφάλαιά της και τα αναφερόμενα στον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως έγγραφα, ήτοι την από 26-9-2004 καταγγελία των αναιρεσιβλήτων, τις από 12-10-2005 ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Χ.
Π. και Α. Χ. και τις υπ' αριθμ. 2369/2006 και 2367/2006 ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Γ. Π. και Ά. Π. αντίστοιχα, ορισμένα εκ των οποίων μάλιστα ρητά μνημονεύει. Επομένως ο τέταρτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ κατά το μέρος του με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα αυτά, κατά την απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειόντων ως προς τα ανωτέρω περιστατικά, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση και συνακόλουθα η από 3-9-2004 αγωγή των αναιρεσειόντων και έγινε αντίστοιχα δεκτή η από 18-3-2005 αντίθετη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναφορικά με την ουσιαστική βασιμότητα η μη των καταγγελθέντων με την από 29-6-2004 καταγγελία των αναιρεσιβλήτων στο ΑΤ Βριλησσίων περιστατικών και να παραπεμφθεί ακολούθως η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Επίσης, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων σε βάρος των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της, την υπ' αριθμ. 3177/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Σεπτεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ