129/2011 · 129/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 129 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη: Το Εφετείο, δεν παραβίασε, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο ζήÏ...
Full Text of the Judgment · 129/2011
Απόφαση 129 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Το Εφετείο, δεν παραβίασε, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο ζήτημα της μη κατάδηλης υπεροχής του αναιρεσείοντος έναντι των προαχθέντων συναδέλφων του, για την προαγωγή του στο βαθμό του διευθυντή. Περαιτέρω, απορρίπτοντας ως νομικά αβάσιμο το παρεπόμενο αγωγικό αίτημα για την αναγνώριση της οφειλής τόκων επιδικίας, διότι η ένδικη αγωγή ήταν απλώς αναγνωριστική, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθων 340, 346 του ΑΚ.
Αριθμός 129/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σπυριδούλα Μαυροκεφάλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 367/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6143/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 10 §§ 1, 9 και 13 του Οργανισμού Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας, ο οποίος περιέχεται στην από 11-11-1977 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 46806/10314 της 21/26-11-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ, Β' τεύχος 1255), κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869 της 10/27 -7-1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ, Β' τεύχος 446) και έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις, προκύπτει ότι οι προαγωγές του λογιστικού κλάδου από το βαθμό του τμηματάρχη Α' στο βαθμό του υποδιευθυντή Β' και από εκείνο στο βαθμό του υποδιευθυντή Α' και άνω γίνονται κατ' εκλογήν και εφόσον έχει συμπληρωθεί τριετής ευδόκιμη παραμονή στον προηγούμενο βαθμό. Ενεργούνται δε από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, ύστερα από εισήγηση της Γενικής Διεύθυνσής της. Στις περιπτώσεις αυτές το παραπάνω αρμόδιο όργανο αποφαίνεται κατ' ελεύθερη κρίση, εκτιμώντας τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κάθε υποψήφιου για προαγωγή υπαλλήλου. Η κρίση αυτή των οργάνων της Τράπεζας, ως άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων κατά τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία συντρέχει όταν κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη παραλείπεται από τις προαγωγές υπάλληλος που έχει τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, προάγεται δε άλλος έναντι του οποίου αυτός που παραλείφθηκε υπερέχει καταφανώς σε ουσιαστικά προσόντα και επομένως η απόφαση του ΔΣ είναι κατάφωρα άδικη. Σε τέτοια περίπτωση, ο υπάλληλος που παραλείφθηκε, δικαιούται να ασκήσει αγωγή προς αναγνώριση του δικαιώματός του προαγωγής (ΚΠολΔ 68, 70), οπότε με την τελεσιδικία της αποφάσεως, η προαγωγή λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε αυτοδικαίως, από το χρόνο στον οποίο έπρεπε να συντελεσθεί (άρθρο 12 Ν. 1082/1980). Eξάλλου οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ιδρύονται, ο μεν πρώτος αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εφαρμοστέου κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, όχι, όμως, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές αποδεικτικού πορίσματος. Δεν υπάρχει, εξάλλου, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη την 22/11/1967 ως δόκιμος λογιστής και εξελίχθηκε ιεραρχικά έως το βαθμό του Υποδιευθυντή Α' τον οποίο φέρει από 1/7/1995. Είναι κάτοχος πτυχίου ΑΣΟΕΕ και γνωρίζει αγγλικά και γερμανικά χωρίς πτυχίο. Έχει παρακολουθήσει 22 επιμορφωτικά σεμινάρια. Άσκησε τα ακόλουθα υπεύθυνα καθήκοντα: Από 1/7/1985 Προϊστάμενος Υπηρεσίας Α' Τμήματος Ελέγχου Περιφ. Δ/νσης Πειραιά και Νήσων Δυτ. Ελλάδος-Κρήτης και Δωδεκανήσου του τομέα Επιθεώρησης, από 28/8/ έως 31/8/1990 προσωρινή απόσπαση για αναπλήρωση του Διευθυντή στο Κατ/μα ..., από 1/8/1992 Τμηματάρχης Τμήματος Ελέγχου Κεντρικών Υπηρεσιών - Τομέα Ελέγχου Μονάδων Διοίκησης της Δ/νσης Επιθεώρησης, από 1/2/1995 Τμηματάρχης Τμήματος Εργασιών Εξωτ/κού και Συν/τος του Τομέα Εκτέλεσης Εργασιών και Διοικ/κού της Δ/νσης Εργασιών και Διοικ/κού στην Τράπεζα Μεγ. Επιχ/σεων και Οργ/σμών, από 17/4 έως 2/5/1995 Αναπλήρωση του Τμηματάρχη του Τμήματος Οικονομικών Λειτουργιών και Διοικ/κού του Τομέα Εκτέλεσης Εργασιών και Διοικ/κού της Τράπεζας Μεγ. Επιχειρήσεων και Οργανισμών, από 1/6 έως 31/12/1995 τακτική αναπλήρωση (για το 1995) του Τμηματάρχη του Τμήματος Καταθέσεων -Κίνησης Κεφαλαίων και Διαχ/σεων της Δ/νσης Εργασιών και Διοι/κού της Τράπεζας Μεγ. Επιχ/σεων και Οργ/σμών, από 1/1 έως 31/12/1996 τακτική αναπλήρωση (για το 1996) του Τμηματάρχη του Τμήματος Καταθέσεων- Κίνησης Κεφαλαίων και Διαχειρίσεων στη Δ/νση Εργασιών και Διοικ/κού της Τράπεζας Μεγ. Επιχειρήσεων και Οργ/σμών, από 5/7 έως 15/7/1996 Αναπλήρωση του Δ/ντή του Τομέα Εκτέλεσης Εργασιών και Διοικ/κού - Δ/νσης Εργασιών και Διοικ/κού της Τράπεζας Μεγ. Επιχειρήσεων και Οργ/σμών, από 16/8 και 30/8/1996 Αναπλήρωση του Διευθυντή του Τομέα Εκτέλεσης Εργασιών και Διοικ/κού στη Δ/νση Εργασιών και Διοικ/κού της Τράπεζας Μεγ. Επιχειρήσεων και Οργ/σμών, από 2/1 έως 31/12/1997 τακτική αναπλήρωση (για το 1997) του Διευθυντή του Τμήματος Καταθέσεων του Τομέα Εκτέλεσης Εργασιών και Διοικ/κού στη Δ/νση Εργασιών και Διοικ/κού της Τρ. Κεφαλαίων και Διαχ/σεων του Τομέα Εκτέλεσης και Διοικ/κού στη Δ/νση Εργασιών και Διοικητικού, από 1/1/1998 έως τον χρόνο της προαγωγικής κρίσης τακτική αναπλήρωση (για το 1998) του Διευθυντή Τομέα Εκτέλεσης Εργασιών και Διοικητικού στη Διεύθυνση Εργασιών και Διοικητικού. Ο μέσος όρος βαθμολογίας του κατά τα έτη 1984 έως 1995 είναι 8,3 (έκτοτε δεν συντάσσονται δελτία αξιολογήσεως). Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του Λογιστικού Κλάδου του μόνιμου προσωπικού για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στον βαθμό του Διευθυντή από 1/10/1998 ο ενάγων παραλείφθηκε, ενώ προήχθη, μεταξύ άλλων, ο Σ. Σ., προτεινόμενος προς σύγκριση με την αγωγή. Ο εν λόγω συγκρινόμενος προσλήφθηκε την 2/5/1968 ως κλητήρας και προήχθη στον βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1/7/1994. Είναι κάτοχος απολυτηρίου εξαταξίου Γυμνασίου και γνωρίζει αγγλικά χωρίς πτυχίο. Έχει παρακολουθήσει 10 επιμορφωτικά σεμινάρια και υπήρξε εισηγητής στο Πρόγραμμα Εισαγωγικού Εμπορίου κατά την περίοδο 1985 - 1986 και, επίσης, εκτελούσε χρέη εισηγητή τουλάχιστον 4 φορές το χρόνο. Επίσης, υπήρξε εισηγητής στο πρόγραμμα "Καλημέρα Τράπεζα" το 1996. Άσκησε τα ακόλουθα υπεύθυνα καθήκοντα: Από 6/11/1985 Υποδιευθυντής Εργασιών Κατ/τος ..., από 10/4/1987 Διευθυντής Κατ/τος ..., από 27/8/1990 Διευθυντής Κατ/τος Βουλής, από 4/3/1991 Διευθυντής Κατ/τος ..., από 9/2/1994 Διευθυντής στο Κεντρικό, από 25/5/1994 Διευθυντής Διεύθυνσης Πελατείας της Τράπεζας Επιχειρήσεων, από 16/10 έως 20/10/1995, Αναπλήρωση του Διευθυντή Δ/νσης Εργασιών και Διοικητικού, από 8/12 έως 12/12/1997 Αναπλήρωση του Διευθυντή της Τραπ. Μον. Επιχ/σεων - Ιδιωτών στη Δ/νση Πελατείας Ιδιωτών. Ο μέσος όρος της βαθμολογίας του κατά τα έτη 1982 έως 1993 είναι 8,8. Από τη σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος και του εν λόγω συγκρινόμενου ο ενάγων υπερέχει έναντι αυτού, ως προς την γενική αρχαιότητα, τους τίτλους σπουδών και τη γνώση ξένων γλωσσών, υστερεί όμως έναντι αυτού ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό, την υπηρεσιακή επιμόρφωση (ο τελευταίος υπήρξε και εισηγητής σε σεμινάρια) και τα αποφασιστικής σημασίας κριτήρια της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων και τη βαθμολογία. Έτσι, έναντι του εν λόγω συγκρινόμενου δεν υφίσταται καταφανής υπεροχή του ενάγοντος ώστε η παράλειψη προαγωγής του στο βαθμό του Διευθυντή από 1/10/1998 να μη είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Περαιτέρω, στην 2607/4-10-1999 συνεδρίαση το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης αποφάσισε τις προαγωγές του Λογιστικού Κλάδου για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Διευθυντή από 1/1/1999 και 1/10/1999, ο ενάγων παραλείφθηκε, ενώ προήχθησαν, μεταξύ άλλων, οι Σ. Α. και Γ. Γ., αντιστοίχως, προτεινόμενοι προς σύγκριση με την αγωγή. Ο συγκρινόμενος Σ. Α. προσλήφθηκε την 16/8/1967 και προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1/7/1994. Είναι απόφοιτος Λυκείου, απόφοιτος της Σχολής ΑΣΜΕ, Τμήμα Προγραμματιστών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, Πτυχιούχος Προγραμματιστής Ηλεκτρονικών Υπολογιστών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας. Γνωρίζει αγγλικά χωρίς πτυχίο (Μ.Ο.Β. 8). Έχει παρακολουθήσει 27 επιμορφωτικά σεμινάρια και υπήρξε εισηγητής στο πρόγραμμα Ανάπτυξης Εργασιών στην Αγορά Ιδιωτών από το 1995 έως το 1996 και εκτελούσε χρέη εισηγητή τουλάχιστον 4 φορές τον χρόνο, ενώ είναι εισηγητής στο πρόγραμμα Εμποροκάρτας με τουλάχιστον 6 εισηγήσεις το χρόνο, επί πλέον είναι τεχνικός υπεύθυνος του προγράμματος Εμποροκάρτας και έχει την ευθύνη συντονισμού όλου του προγράμματος. Άσκησε τα ακόλουθα υπεύθυνα καθήκοντα: Από 1/4/1988 Τμηματάρχης Γ' Τμήματος Εφαρμογών της Δ/σης Μηχανοργάνωσης, από 25/5/1994 Δ/ντής Δ/νσης Πελατείας στην Τράπεζα Ιδιωτών, από 18/101 1996 Δ/ντής Διεύθυνσης Πιστωτικών Καρτών, από 31/10 έως 1/11/1996 Αναπληρωτής του Δ/ντή της Δ/νσης Πιστωτικών Καρτών της Τραπ. Μονάδος Επιχ/σεων - Ιδιωτών. Ο μέσος όρος βαθμολογίας του κατά τα έτη 1980 έως 1989 είναι 9,2. Από τη σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος και του εν λόγω συγκρινόμενου ο ενάγων υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική αρχαιότητα, τους τίτλους σπουδών, τη γνώση ξένων γλωσσών, υστερεί όμως έναντι αυτού ως προς την υπηρεσιακή επιμόρφωση και τα αποφασιστικής σημασίας κριτήρια της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων και της βαθμολογίας. Έτσι, έναντι του εν λόγω συγκρινόμενου δεν υφίσταται καταφανής υπεροχή του ενάγοντος, ώστε η παράλειψη προαγωγής του να μη είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου. 281 ΑΚ. Εξάλλου ο συγκρινόμενος Γ. Γ. προσλήφθηκε την 19/2/1968 και προήχθη στον βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1/10/1994. Είναι πτυχιούχος Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Γνωρίζει γαλλικά χωρίς πτυχίο (Μ.Ο.Β. 7). Έχει παρακολουθήσει 13 επιμορφωτικά σεμινάρια και υπήρξε εισηγητής στο πρόγραμμα ελέγχου πιστοδοτήσεων, εκτελεί δε χρέη εισηγητή τουλάχιστον 5 φορές τον χρόνο. Άσκησε τα ακόλουθα υπεύθυνα καθήκοντα: Από 1/7/1985 Προϊστάμενος Γραφείου ΤΕΧ του τομέα Επιθεώρησης Χορηγήσεων της Διεύθυνσης Επιθεώρησης, από 1/7/1987 Προϊστάμενος της Υπηρεσίας του Τμήματος Ελέγχου Μονάδων Διοίκησης Κεντρικών και Περιφ/κών Δ/νσεων Αθηνών, Αττικής και Κεντρικής Ελλάδος, από 1/7/1989 Τμηματάρχης Τμήματος Ελέγχου Πιστοδοτήσεων Περ/κών Δ/νσεων Αθηνών, Αττικής και Κεντρικής Ελλάδος του Τομέα Επιθεώρησης Πιστοδοτήσεων της Δ/νσης Επιθ/σης, από 1/8/1992 Τμηματάρχης Τμήματος Ελέγχου Π. Δ. Αθηνών Αττικής Κεντρικού του Τομέα Επιθεώρησης Πιστοδοτήσεων της Δ/νσης Επιθεώρησης, από 6/9/1994 Διευθυντής Τομέα Επιθεώρησης Πιστοδοτήσεων - Δ/νση Επιθεώρησης, από 9/7/1996 Διευθυντής Υπηρεσίας Πιστωτικής Πολιτικής στην Τρ. Μον. Ναυτιλίας, από 21/7 έως 3/8/1997 Αναπληρωτής του Δ/ντή Πιστωτικής Πολιτικής στην Τρ. Μονάδα Επιχ/σεων και Οργανισμών, από 15/12 έως 19/12/1997 Αναπληρωτής του Δ/ντή Πιστωτικής Πολιτικής στη Τρ. Μον. Επιχ/σεων και Οργανισμών, από 10/2/1998 Διευθυντής Πιστωτικής Πολιτικής στην Τρ. Μον. Επιχ/σεων και Οργαν., ενώ παράλληλα ασκούσε τα καθήκοντα του Διευθυντή Πιστωτικής Πολιτικής στη Δ/νση Εμπλοκών, από 21/4/1998 Δ/ντής Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού. Ο μέσος όρος βαθμολογίας του κατά τα έτη 1983 έως 1992 είναι 8,3. Από τη σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος και του εν λόγω συγκρινόμενου ο ενάγων υπερέχει έναντι αυτού ως προς τη γενική αρχαιότητα και τη γνώση ξένων γλωσσών, είναι ισοδύναμος ως προς αυτόν ως προς τους τίτλους σπουδών και τη βαθμολογία, ενώ υστερεί έναντι αυτού ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό, την υπηρεσιακή επιμόρφωση (ο τελευταίος υπήρξε και Εισηγητής σε σεμινάρια) και το αποφασιστικής σημασίας κριτήριο της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων. Έτσι, έναντι του εν λόγω συγκρινόμενου, δεν υφίσταται καταφανής υπεροχή του ενάγοντος, ώστε η παράλειψη προαγωγής του να μη είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑK. Περαιτέρω, κατά τις προαγωγικές κρίσεις του Λογιστικού Κλάδου για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Δ/ντή από 1/1/2001 ο ενάγων παραλείφθηκε, ενώ προήχθησαν, μεταξύ άλλων, οι Κ. Π., Θ. Π., Ν. Κ. και Τ. Κ., προτεινόμενοι προς σύγκριση με την αγωγή. Ειδικότερα, ο Κ. Π. προσελήφθη από την εναγομένη την 3/7/1969 και προήχθη στον βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1/4/1996. Είναι κάτοχος πτυχίου Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Γνωρίζει αγγλικά χωρίς πτυχίο. Έχει παρακολουθήσει 15 επιμορφωτικά σεμινάρια. Άσκησε τα ακόλουθα υπεύθυνα καθήκοντα: Από 22/7 έως 9/8/1985 αποσπάσθηκε για αναπλήρωση του Διευθυντή στο Κατάστημα της ..., από 13/4/1987 Διευθυντής στο Κατάστημα ..., από 15/6/1992 Διευθυντής Καταστήματος ..., από 22/4/1994 Διευθυντής Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος και Αλβανίας. Ο μέσος όρος βαθμολογίας του κατά τα έτη 1983 έως 1993 είναι 8,3. Την 26/6/1990 του επιβλήθηκε η ποινή της έγγραφης παρατηρήσεως.Ο συγκρινόμενος Θ. Π. προσελήφθη την 17/1/1967 και προήχθη στον βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1/10/1994. Είναι απόφοιτος Λυκείου και γνωρίζει αγγλικά χωρίς πτυχίο. Έχει παρακολουθήσει 9 επιμορφωτικά σεμινάρια. Άσκησε τα ακόλουθα υπεύθυνα καθήκοντα: Από 23/12/1985 Διευθυντής στο Κατάστημα ..., από 13/4/1987 Διευθυντής στο Κατάστημα ..., από 6/3/1989 Διευθυντής στο Κατάστημα ..., από 31/8/1990 Διευθυντής στο Κατάστημα ..., από 1/9/1993 Διευθυντής Καταστήματος ..., από 22/4/1994 Γενικός Διευθυντής περιφέρειας, από 16/2/1998 Γενικός Διευθυντής περιφέρειας Νήσων. Ο μέσος όρος βαθμολογίας του, κατά τα έτη 1982 έως 1992, είναι 8,2. Ο συγκρινόμενος Τ. Κ. προσελήφθη από την εναγομένη την 10/3/1967 και προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' από 1/1/1996. Είναι κάτοχος απολυτηρίου Λυκείου και γνωρίζει αγγλικά, χωρίς πτυχίο. Έχει παρακολουθήσει 9 επιμορφωτικά σεμινάρια. Άσκησε τα ακόλουθα υπεύθυνα καθήκοντα: Από 8/4/1985 Διευθυντής Καταστήματος ..., από 27/8/1987 Διευθυντής Καταστήματος ..., από 25/8/1992 Διευθυντής Καταστήματος Λεωφόρου ..., από 20/5/1994 Γενικός Διευθυντής Περιφέρειας Κεντρικής Ελλάδος, από 8/11/1996 Γενικός Διευθυντής Περιφέρειας Αθηνών. Ο μέσος όρος βαθµολογίας του κατά τα έτη 1982 έως 1992 είναι 8,4. Περαιτέρω, ο συγκρινόμενος Ν. Κ. προσελήφθη από την εναγομένη την 10/12/1968 και προήχθη στο βαθµό του Υποδιευθυντή Α' από 1/10/ί994. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής. Γνωρίζει αγγλικά χωρίς πτυχίο. Έχει παρακολουθήσει 13 επιμορφωτικά σεµινάρια. Άσκησε τα ακόλουθα υπεύθυνα καθήκοντα: Από 1/7/1985 Προϊστάμενος Γραφείου ΤΕΧ του Τοµέα Επιθεώρησης Χορηγήσεων της Δ/νσης Επιθεώρησης, από 1/7/1987 Προϊστάμενος Υπηρεσίας Β' τοµέα Επιθεωρήσεως Πιστοδοτήσεων, από 1/7/1989 Τμηματάρχης Αποκεντρωμένου Τμήματος Ελέγχου Περ/κών Δ/νσεων Θεσσαλονίκης Β.Α. Ελλάδος και Β. Δ. Ελλάδος, από 22/4/1994 Γενικός Διευθυντής Περιφέρειας Β.Δ. Ελλάδος και πρώην Γιουγκοσλαβίας. Ο μέσος όρος βαθµολογίας του κατά τα έτη 1981 έως 1991 είναι 8,3. Από τη σύγκριση των προσόντων Α) έναντι του Κ. Π. ο ενάγων υπερέχει ως προς τη γενική αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό και τη γνώση ξένων γλωσσών, είναι ισοδύναμος ως προς αυτόν ως προς τους τίτλους σπουδών και τη βαθµολογία, ενώ υστερεί ως προς την υπηρεσιακή και το αποφασιστικής σηµασίας κριτήριο της άσκησης καθηκόντων ευθύνης. Η πειθαρχική ποινή της έγγραφης παρατήρησης επιβλήθηκε στον ως άνω συγκρινόμενο πριν από πολύ χρόνο και δεν επέδρασε στην κατ' απόλυτη προαγωγή του στον προηγούμενο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' παρόλο που επιβλήθηκε σε χρόνο πλησιέστερο προς αυτήν (προαγωγή).
Συνεπώς, δεν επιδρά αποφασιστικά μόνη αυτή στη σύγκριση Β) έναντι του Θ. Π. ο ενάγων υπερέχει ως προς τους τίτλους σπουδών, τη γνώση ξένων γλωσσών, την υπηρεσιακή επιμόρφωση και τη βαθµολογία, ενώ υστερεί έναντι αυτού ως προς τη γενική αρχαιότητα, την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθµό και το αποφασιστικής σηµασίας κριτήριο της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, Γ) έναντι του Τ. Κ. ο ενάγων υπερέχει ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθµό, τους τίτλους σπουδών, τη γνώση ξένων γλωσσών και την υπηρεσιακή επιμόρφωση, ενώ υστερεί έναντι αυτού ως προς τη γενική αρχαιότητα, τη βαθµολογία και το πλέον αποφασιστική σηµασίας κριτήριο της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων και Δ) έναντι του Ν. Κ. ο ενάγων υπερέχει ως προς τη γενική αρχαιότητα, τη γνώση ξένων γλωσσών και την υπηρεσιακή επιμόρφωση, είναι ισοδύναμος προς αυτόν ως προς τους τίτλους σπουδών και τη βαθµολογία ενώ υστερεί έναντι αυτού ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθµό και το αποφασιστικής σηµασίας κριτήριο της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων.
Συνεπώς, έναντι των ως άνω συγκρινόμενων δεν υφίσταται καταφανής υπεροχή του ενάγοντος, ώστε η παράλειψη προαγωγής του να µη είναι καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των διατάξεων, που εφάρμοσε, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της μη κατάδηλης υπεροχής του αναιρεσείοντος έναντι των προαχθέντων ως άνω συναδέλφων του, ως προς τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτού, για την προαγωγή του από 1-10-1998, 1-1-1999, 1-10-1999 και 1-1-2001 στο βαθμό του διευθυντή. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και κατά το τρίτο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια, από τον αρ. 8 του ΚΠολΔ, διότι, εκ των πραγμάτων που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα του, έλαβε υπόψη του και τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι, κατά το χρόνο που αναφέρεται στο αναιρετήριο, άσκησε τα ειδικότερα, σ' αυτόν αναφερόμενα διευθυντικά καθήκοντα ως Επιθεωρητής, ενώ οι συγκρινόμενοι με αυτόν δεν άσκησαν τέτοια καθήκοντα και τον απέρριψε.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 346 του ΑΚ και 221 παρ.1 στοιχ. γ' του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως αγωγή, από την επίδοση της οποίας οφείλονται τόκοι, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 346 του ΑΚ, νοείται μόνον καταψηφιστική, όχι δε η απλώς αναγνωριστική (άρθρο 70 ΚΠολΔ), η οποία, ως τέτοια, δεν ενέχει, άλλωστε, όχληση προς εκπλήρωση της παροχής . Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ζήτησε με την ένδικη αγωγή του να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από το βαθμό του Υποδιευθυντή Α', στο βαθμό του Διευθυντή. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του απέρριψε ως νομικά αβάσιμο το εν λόγω παρεπόμενο αγωγικό αίτημα για την αναγνώριση της οφειλής τόκων επιδικίας, ακριβώς διότι η ένδικη αγωγή ήταν απλώς αναγνωριστική. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με τα παραπάνω, τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις του ΑΚ, τις οποίες, αντιθέτως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως ο, περί του αντιθέτου, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί o αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (176,183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-12-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος για αναίρεση της με αριθμό 6143/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2011
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ