Supreme Court dismisses appeal against bank loan contract terms regarding variable interest rates and administrative fees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against a first-instance judgment regarding a consumer loan contract. The bank argued that the court erred in finding the variable interest rate clause and administrative fee terms unclear and unfair to the consumer. The court held that the contract terms were sufficiently clear and that the bank had not violated transparency principles by applying the agreed-upon rates.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1) and 560(6) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court ruled that a court did not err in applying substantive law when it found contract terms regarding variable interest rates and administrative fees to be clear and binding, rejecting the appellant's claim of unfairness despite the consumer's status.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1299 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1299/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά την δικάσιμο της 17ης Ιανουαρίου 2022 είχε εκπροσωπηθεί από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Σίμογλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Κ. Η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο στο ακροατήριο. Κατά την δικάσιμο της 17ης Ιανουαρίου 2022 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χαρίλαο Καφεντζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 2806/2018 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 26-10-2018 αίτησή της, η οποία συζητήθηκε κατά την δικάσιμο η 17η Ιανουαρίου 2022, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την υπ' αριθμ. 198/2024 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου, από την ορισθείσα εισηγήτρια Παναγιώτα Πασσίση και την υπ' αριθμ. 246/2024 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η δικάσιμος που αναφέρεται παραπάνω.
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο, ο οποίος εμφανίστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατον να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού ορισθεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση προς συζήτηση να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.
Το ίδιο εφαρμόζεται και όταν το δικαστήριο διατάζει να επαναληφθεί η συζήτηση. Η κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί, όπως και αυτή του άρθρου 254 ΚΠολΔ, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση, τούτο δε παρόλο που στο άρθρο 307 αυτό δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, πλην όμως, ουδείς δικαιολογητικός λόγος συντρέχει να αντιμετωπισθούν διαφορετικά οι δύο περιπτώσεις, δεδομένου ότι οι δύο περί επαναλήψεως διατάξεις διαφέρουν μόνο ως προς τον λόγο της επανάληψης, ο οποίος μάλιστα, στη περίπτωση του άρθρου 307 δεν είναι δυνατό να οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου, ο οποίος και δεν δύναται να αποτρέψει αυτή την επανάληψη, ώστε να υφίσταται δικαιολογητικός λόγος στη τελευταία περίπτωση, να έχει, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως, δυσμενέστερη μεταχείριση, δικαζόμενος ερήμην.
Κατά συνέπεια, ο διάδικος ο οποίος τυχόν δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, και επειδή η αρχική συζήτηση δεν αποδυναμούται, τα πρακτικά τα οποία συνετάγησαν κατ' αυτή παρέχουν πλήρη απόδειξη (ΑΠ 50/2024, ΑΠ 17/2023, ΑΠ 32/2023, ΑΠ 936/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ'αριθ. 246/2024 πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κοινοποιήθηκε νομίμως σε αμφότερους τους διαδίκους (σχετ. τα από 29-1-2025 και 16-1-2025 αποδεικτικά επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Δικαστηρίου τούτου, Ε. Π. και Π. Φ., αντιστοίχως) ορίστηκε νέα δικάσιμος η 28-4-2025 για την ανασυζήτηση της ένδικης από 26-10-2018 αίτησης αναίρεσης, εξαιτίας διαπιστώσεως αδυναμίας έκδοσης απόφασης επ' αυτής υπό της ορισθείσης Εισηγήτριας, κατά την συζήτησή της στην μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο της 30-3-2020 και εν συνεχεία τη δικάσιμο της 26-10-2020, ορισθείσα δικάσιμο της 17-1-2022.
Κατά τη δικάσιμο της 28-4-2025, και την κατά τη σειρά του οικείου πινακίου εκφώνηση της υπόθεσης, αμφότεροι οι διάδικοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο, πλην όμως, αυτοί είχαν παρασταθεί νομίμως τόσο κατά τη δικάσιμο της 26-10-2020 όσο στη μετ' αναβολή ορισθείσα δικάσιμο της 17-1-2022 η μεν αναιρεσείουσα δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Βασιλικής Σίμογλου, η δε αναιρεσίβλητη δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Χαριλάου Καφεντζή.
Ενόψει συνεπώς, του ότι η παρούσα συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγουμένης, η συζήτηση της υπόθεσης θα γίνει αντιμωλία των διαδίκων. Η υπό κρίση από 26-10-2018 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθ. 2806/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η ως άνω αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επιδόθηκε, όπως συνομολογείται, στις 27-7-2018 χωρίς να ασκηθεί έφεση κατ'αυτής, ενώ η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με κατάθεση του δικογράφου στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών στις 26-10-2018 μαζί με το νόμιμο παράβολο, ότε η πρωτόδικη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη δια της παρόδου της νόμιμης γνήσιας προθεσμίας (άρθ. 147 § 2, 495, 518 § 1, 553, 556, 558 ΚΠολΔ).
Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της. Στο άρθρο 9 του ΚΠολΔ ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι για την εκτίμηση του αντικειμένου της διαφοράς λαμβάνεται υπόψη το αίτημα της αγωγής (εδ. α), ότι δεν συνυπολογίζονται οι παρεπόμενες αιτήσεις για καρπούς, τόκους και έξοδα (εδ.
β`) και ότι συνυπολογίζονται περισσότερες απαιτήσεις που επιδιώκονται με την ίδια αγωγή (εδ. γ'). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του ανωτέρω άρθρου συνάγεται ότι, όταν στο ίδιο δικόγραφο σωρεύονται περισσότερες απαιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγόμενου, η σώρευση των οποίων αποτελεί δικαίωμα του ενάγοντος, η αρμοδιότητα, ανεξαρτήτως αν οι απαιτήσεις απορρέουν από την ίδια ιστορική και νομική αίτια η όχι, προσδιορίζεται από το σύνολο των απαιτήσεων, παρά την αυτοτέλεια κάθε σωρευόμενης απαίτησης έναντι των άλλων.
Αν οι σωρευόμενες απαιτήσεις ή κάποια από αυτές, δεν είναι αποτιμητή σε χρήμα ή υπάγεται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου (πριν την κατάργησή του) ή του μονομελούς πρωτοδικείου, συνυπολογισμός δεν χωρεί. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο θα ερευνήσει την αρμοδιότητα για κάθε απαίτηση, ανάλογα με το ποσό αν είναι αποτιμητή σε χρήμα και ανάλογα με τη φύση της αν δεν είναι αποτιμητή σε χρήμα.
Αν για κάθε μία είναι αρμόδιο το δικαστήριο θα εκδικαστούν από αυτό, ενώ αλλιώς το δικαστήριο θα κρατήσει εκείνη, για την οποία έχει αρμοδιότητα, και θα παραπέμψει την άλλη για την οποία δεν έχει αρμοδιότητα στο αρμόδιο δικαστήριο, εκτός αν έχουν συνάφεια μεταξύ τους. Στην περίπτωση αυτή η αρμοδιότητα θα καθοριστεί με βάση την κύρια απαίτηση.
Κατά το άρθ. 560 αριθ. 3 (αντίστοιχο με άρθ. 559 αριθ. 5) ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ` ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο, ενώ δεν είχε καθ'ύλην αρμοδιότητα να δικάσει. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε εσφαλμένη παραδοχή καθ` ύλην αρμοδιότητος αυτού του ιδίου (ΟλΑΠ 30/1995, ΑΠ 383/2010).
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 3 του άρθ. 560 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Ειρηνοδικείο που δίκασε την υπόθεση δεν ήταν καθ'ύλην αρμόδιο να δικάσει και θα έπρεπε να παραπέμψει την υπόθεση να δικαστεί από το καθ'ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο κατά παραδοχή και της σχετικής ενστάσεως της αναιρεσείουσας.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 10-3-2017 αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι με την εναγόμενη συνήψε σύμβαση ανοιχτού προσωπικού δανείου με πίστωση κατ'ανώτατο όριο τις 15.000 ευρώ για την κάλυψη προσωπικών της αναγκών. Ότι στις 4-9-2008 τροποποιήθηκε η αρχική σύμβαση και συνομολογήθηκε ότι το πιστωτικό όριο θα ανέρχεται σε 20.000 ευρώ.
Ότι την 1-12-2012 ο δανειακός λογαριασμός έκλεισε και το υπόλοιπό του μεταφέρθηκε σε άλλο δανειακό λογαριασμό. Ότι κατά τη σύμβαση αυτή (αρχική και τροποποιητική) οι τόκοι υπολογίζονται τοκαριθμικά επι του αναληφθέντος κάθε φορά κεφαλαίου ου δανείου, ενώ το ετήσιο ονομαστικό συμβατικό επιτόκιο που συμφωνήθηκε κυμαινόμενο, καθορίζεται κάθε φορά από την τράπεζα σε διαστήματα όχι μικρότερα του μηνός και λαμβάνονται υπόψη οι παράμετροι που αναφέρονται στην αγωγή.
Στη συνέχεια αφού αναφέρει τα ισχύοντα από 16-5-2008 έως 30-3-2016 επιτόκια, όπως αυτά διαμορφώθηκαν ισχυρίστηκε ότι ο υπολογισμός των τόκων από την εναγόμενη έγινε με βάση τα επιτόκια που καταχρηστικά και παράνομα επέβαλε η εναγομένη με σχετικό όρο της σύμβασης, που παραβιάζει το νόμο, καθώς υπερβαίνει το όριο του εξωτραπεζικού επιτοκίου υπερημερίας.
Ότι, όπως προκύπτει από τον επισυναπτόμενο στην αγωγή πίνακα, αν η εναγομένη εφάρμοζε το εξωτραπεζικό επιτόκιο, θα έπρεπε αυτή να καταβάλει για τόκους το ποσό των 9.305,74 ευρώ και όχι 19.143,26 ευρώ ήτοι 9.837,52 ευρώ λιγότερα και επομένως η συμφωνία περί επιτοκίου κατά το μέρος που επιτρέπει να ισχύει επιτόκιο μεγαλύτερο του ισχύοντος εξωτραπεζικού επιτοκίου είναι καταχρηστική και πρέπει να κηρυχθεί άκυρη κατά το μέρος που η συμφωνία αυτή παραβιάζει το άρθ. 2 Ν.2251/1994 και 281 ΑΚ.
Ζήτησε ως εκ τούτου να αναγνωριστεί η ακυρότητα της συμφωνίας με την οποία το επιτόκιο ορίστηκε μεγαλύτερο του εκάστοτε ισχύοντος εξωτραπεζικού επιτοκίου και ότι αχρεωστήτως κατέβαλε αυτή στην εναγομένη Τράπεζα το ποσό των 10.467,52 ευρώ (9.837,52 ευρώ ως διαφορά και 630 ευρώ για έξοδα δανείου), το οποίο ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της το αποδώσει με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Η εναγομένη με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου πρότεινε την ένσταση της καθ'ύλην αναρμοδιότητος αυτού, προσδιορίζοντας ως καθ'ύλην αρμόδιο δικαστήριο να δικάσει το Πολυμελές Πρωτοδικείο λόγω του αναγνωριστικού της ακυρότητος μέρους του αγωγικού αιτήματος. Το Ειρηνοδικείο απέρριψε σιωπηρά το εν λόγω αίτημα κρίνοντας ότι αυτό ήταν καθ'ύλην αρμόδιο να δικάσει με βάση το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής.
Ετσι που έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και θεώρησε εαυτό καθ'ύλην αρμόδιο για αμφότερα τα αιτήματα, δεν υπέπεσε στην παράβαση εκ του αριθ. 3 του άρθ. 560 ΚΠολΔ, καθόσον το κύριο εν προκειμένω αντικείμενο της δίκης προσδιορίζεται από το καταψηφιστικό αίτημα για την καταβολή του ποσού των 10.467,52 ευρώ με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, το οποίο προϋπέθετε την κατάφαση της ακυρότητας του σχετικού όρου της συμβάσεως ως προδικαστικό αυτής ζήτημα.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ι. Στο άρθρο 2 παρ. 1-6 του Ν. 2251/1994 "Προστασία των Καταναλωτών", ο οποίος αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων, που συνάπτονται με καταναλωτές", όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 Ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (ΟλΑΠ 15/2007, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 387/2020, ΑΠ 368/2019), ορίζονται τα ακόλουθα: "1.
Όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξη τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους. 2.
Οι γενικοί όροι συμβάσεων και παρεπόμενων συμφωνιών, που καταρτίζονται στην Ελλάδα, διατυπώνονται γραπτώς στην ελληνική γλώσσα, κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και εύληπτο, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να αντιληφθεί πλήρως το νόημα τους και εκτυπώνονται με ευανάγνωστους χαρακτήρες σε εμφανές μέρος του εγγράφου της σύμβασης.
Οι γενικοί όροι των διεθνών συναλλαγών, που εφαρμόζονται στην ελληνική αγορά, αποτυπώνονται υποχρεωτικά και στην ελληνική γλώσσα. 3. Όροι που συμφωνήθηκαν μετά από ατομική διαπραγμάτευση μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών (ειδικοί όροι) υπερισχύουν των αντίστοιχων γενικών όρων. 4. Κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας των καταναλωτών.
Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτον για λογαριασμό του, σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή. 5. Ειδικώς, όταν ελέγχεται το περιεχόμενο γενικού όρου συναλλαγών κατά την εφαρμογή των παραγράφων 16 α' και 2 και 3 των άρθρων 10 και 13 α' αντίστοιχα, επιλέγεται η δυσμενέστερη για τον καταναλωτή ερμηνευτική εκδοχή, εφόσον οδηγεί σε απαγόρευση διατύπωσης και χρήσης του σχετικού όρου. 6.
Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης, από την οποία αυτή εξαρτάται".
Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γενικών όρων συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.), συνεπεία σημαντικής διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, η οποία περιλαμβάνεται στην ανωτέρω παρ. 6, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω άρθρου 2, παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ` αμάχητο τεκμήριο ως καταχρηστικών (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1138/2020 ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1463/2017), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι υπό στοιχ.
ε' και ια' οι όροι που "ε') επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο, ο οποίος να αναφέρεται στη σύμβαση" και "ια') χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή".
Η σωρευτική, ωστόσο, εφαρμογή από το δικαστήριο των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 2 του ν.2251/1994, δεν μπορεί να αποκλεισθεί, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου "της σημαντικής διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή" είναι δυνατό να έχει αξία και χρησιμότητα για την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων, που χρησιμοποιεί ο νόμος στις επί μέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., ενώ, εξάλλου και οι περιγραφόμενες από το νόμο ειδικές περιπτώσεις, κατ` αμάχητο τεκμήριο, καταχρηστικότητας, αποτελούν ενδείκτες, που καθοδηγούν στην ερμηνεία της γενικής ρήτρας και συγκεκριμένα της έννοιας της σημαντικής διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας (ΑΠ 994/2018, ΑΠ 13/2018, ΑΠ 1495/2006).
Με τους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ), είτε επιχειρείται απόκλιση από ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου, είτε ρυθμίζονται πρόσθετα στοιχεία, που δεν αντιμετωπίζονται από διατάξεις του ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 652/2010). Η ρύθμιση των ανωτέρω παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 2 του Ν.2251/1994 αποτελούν εξειδίκευση του βασικού κανόνα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, για την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης ενός δικαιώματος ή χρήσης ενός θεσμού (της συμβατικής ελευθερίας) (ΑΠ 387/2020, ΑΠ 652/2010), με τα αναφερόμενα σε αυτή κριτήρια και πρέπει, για την κρίση περί της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών, να λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή, με συνεκτίμηση όμως της φύσεως των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επιτεύξεως σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, ως μέτρο δε ελέγχου της διαταράξεως της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο, που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση (ΑΠ 387/2020, ΑΠ 763/2017).
Με τους ΓΟΣ δεν απαγορεύεται η απόκλιση από οποιαδήποτε διάταξη ενδοτικού δικαίου, αλλά μόνο από εκείνες, που φέρουν "καθοδηγητικό" χαρακτήρα ή, σε περίπτωση άτυπων συναλλακτικών μορφών, από τα ουσιώδη, για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσης της σύμβασης, δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, που απηχούν πράγματι δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη για το συγκεκριμένο είδος συναλλαγής.
Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, είναι κάθε ΓΟΣ, ο οποίος, χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία, αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου διαταράσσεται όταν, με το περιεχόμενο του ΓΟΣ, αλλάζει η εικόνα που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου για τη συγκεκριμένη συμβατική μορφή.
Επίσης ελέγχεται για καταχρηστικότητα ρύθμιση ενός ΓΟΣ, με τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της. Αυτή ταυτίζεται με κάθε απόκλιση από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου ή από τις ρυθμίσεις εκείνες που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού και την διατήρηση της φύσης της σύμβασης, με βάση το ενδιάμεσο πρότυπο του συνήθως απρόσεκτου μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντος τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης καταναλωτή του συγκεκριμένου είδους αγαθών ή υπηρεσιών(ΑΠ 652/2010).
Έτσι, κατά τη διαδικασία προς διαπίστωση της καταχρηστικότητας ΓΟΣ, πρέπει πρώτα να ερευνάται αν υπάρχει τυπική διατάραξη ως απόκλιση από τη συνηθισμένη ρύθμιση και στη συνέχεια, να ερευνάται ο βαθμός έντασης της απόκλισης αυτής, δηλαδή αν η απόκλιση αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφορά αξιολογικές εκτιμήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα.
Εντέλει, κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ, εξετάζεται σε πρώτη φάση αν αντίκειται σε απαγορευτική ρήτρα, που συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2 παρ.7 του Ν.2251/1994, ο οποίος περιέχει "per se" καταχρηστικές ρήτρες.
Σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου, όπως προεκτέθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 652/2010, ΑΠ 1987/2006). Επίσης, οι ΓΟΣ, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, που δεν ορίζεται ρητά στις ανωτέρω διατάξεις αλλά συνάγεται σαφώς από αυτές, πρέπει να παρουσιάζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, κατά τρόπο ορισμένο, ορθό κα σαφή (ΑΠ 13/2018, ΑΠ 652/2010), ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως η διάρκεια της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής. Η σχέση αυτή παροχής και αντιπαροχής, ενώ καταρχήν δεν λαμβάνεται υπόψη για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιου Γ.Ο.Σ., εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της ανωτέρω Οδηγίας, ελέγχεται εάν ο σχετικός όρος δεν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν δηλαδή έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας (ΑΠ 13/2018, ΑΠ 561/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` του ιδίου ως άνω Ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.
Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητος του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του Ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 1540/2022, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019).
Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους.
Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το Ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος Ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών.
Στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις, που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών, με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους, πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές.
Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` του Ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους.
Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβαση τους (ΑΠ 168/2024, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019).
ΙΙ. Με το άρθρο 1 του Ν. 1266/1982 καταργήθηκαν η Νομισματική Επιτροπή και οι υποεπιτροπές της και παράλληλα ορίστηκε ότι οι αρμοδιότητές της, με εξαίρεση τις αναφερόμενες περιπτώσεις των άρθρων 2 και 3, μεταβιβάστηκαν αυτοδικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της (ΠΔ/ΤΕ) ή οργάνων της εξουσιοδοτημένων από τον διοικητή, στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής.
Σε εκτέλεση των διατάξεων αυτών εκδόθηκε η 336/29.2.1984 απόφαση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ 28/τ. Α`/14.4.1984), με την οποία συστήθηκε η Επιτροπή Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΝΠΘ/ΤΕ), που με την 2435/26.6.1998 πράξη του (ΦΕΚ 142/τ. Α`/29.6.1998) μετανομάσθηκε σε Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΤΠΘ/ΤΕ), στις αρμοδιότητες της οποίας περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η έκδοση αποφάσεων που αφορούν στους όρους λειτουργίας των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων.
Οι εκδιδόμενες από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και την εν λόγω Επιτροπή αποφάσεις, κατ` εξουσιοδότηση του άρθρ. 1 του ν. 1266/1982, έχουν κανονιστικό χαρακτήρα και αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Αντίστοιχου περιεχομένου είναι η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 6 του Ν. 3601/2007, κατά τους ορισμούς της οποίας "Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να θεσπίζει κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες και τα στοιχεία που τα πιστωτικά ιδρύματα και τα λοιπά εποπτευόμενα από αυτήν πρόσωπα οφείλουν να παρέχουν στους συναλλασσόμενους με αυτά ως προς τους όρους των συναλλαγών τους, για τη διασφάλιση της διαφάνειας και σαφήνειας" (ΑΠ 354/2020, ΑΠ 652/2010).
Στο πλαίσιο αυτό, με τις περιπτώσεις i) και iv) της παραγράφου 2 εδ. α` του κεφαλαίου Β` της ΠΔ/ΤΕ/2501/2002 (ΦΕΚ Α` 277/18.11.2002) "Ενημέρωση των συναλλασσόμενων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους, που διέπουν τις συναλλαγές τους" ορίστηκε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν κατ` ελάχιστο να παρέχουν πληροφορίες σχετικές με "το ύψος των βασικών επιτοκίων χορηγήσεων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται όλες οι τυχόν χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, και το ύψος του περιθωρίου επιτοκίου (spread), όπου αυτό εφαρμόζεται.
Επιπλέον, αναφέρονται χωριστά οι ειδικές εισφορές, οι φόροι και τα τέλη που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία (είδος και ποσό ή ποσοστό)", καθώς και "σε περιπτώσεις δανειακών συμβάσεων με κυμαινόμενο επιτόκιο, το γενικό επιτόκιο αναφοράς, σαφώς προσδιορισμένο με βάση τα ισχύοντα επιτόκια των χρηματαγορών, τις περιόδους ισχύος του, καθώς και πληροφόρηση σχετικά με βασικούς παράγοντες, η ενδεχόμενη μεταβολή των οποίων θα επηρεάσει το συνολικό κόστος του αντίστοιχου δανείου (όπως π.χ.
παρεμβατικά επιτόκια Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας)". Ακολούθως, κατ' επίκληση, μεταξύ άλλων, της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 18 παρ. 5 εδ. πρώτο του ν. 2076/1992 εκδόθηκε η 178/2004 απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία, σύμφωνα με τον ομώνυμο τίτλο της, αναφέρεται σε "Διευκρινίσεις των ΠΔ/ΤΕ ...
και της ΠΔ/ΤΕ2501/2002, που αφορούν τη διαμόρφωση των επιτοκίων και την ενημέρωση των συναλλασσόμενων εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων" (Α' 152). με τα εδάφια α' β' και γ' της παραγράφου 2 της οποίας ορίζεται ότι: "α) Η παρ. 2 εδ. α` (iv) του Κεφαλαίου Β` της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 περί κυμαινόμενου επιτοκίου είναι σύμφωνη με την ως άνω αρχή και αποβλέπει στην εξασφάλιση πλήρους διαφάνειας και αποτελεσματικής ενημέρωσης των συναλλασσόμενων, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλεται το αρχικά καθορισμένο επιτόκιο της δανειακής σύμβασης.
β) Η μεταβολή του κυμαινόμενου επιτοκίου συνδέεται αποκλειστικά με δείκτες γενικού και ευρέως προσβάσιμου επιτοκιακού χαρακτήρα, όπως παρεμβατικά επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, euribor, απόδοση ομολόγων, βραχυπρόθεσμων τίτλων κ.λ.π., οι οποίοι πρέπει να αναφέρονται ρητά στη σύμβαση. Στη σύμβαση προσδιορίζεται επίσης ρητά ο τρόπος προσαρμογής του συμβατικού επιτοκίου ως εξής: i) ως το ανώτατο πολλαπλάσιο της εκάστοτε μεταβολής του επιτοκιακού δείκτη ή ii) ως το εκάστοτε προκύπτον άθροισμα του ύψους του επιτοκιακού δείκτη πλέον ενός περιθωρίου καθοριζομένου μέχρι ενός ανώτατου ορίου.
Σε περίπτωση που επιλεγούν περισσότεροι του ενός από τους ως άνω δείκτες πρέπει επίσης να σταθμίζεται στη σύμβαση η συμμετοχή του κάθε δείκτη στη συνολική διαμόρφωση της μεταβολής του κυμαινόμενου επιτοκίου. γ) Η έννοια της διάταξης της παραγράφου 2 εδ. α (iv) του Κεφ. Β` "..., καθώς και ...αντίστοιχου δανείου", αφορά αποκλειστικά την προσυμβατική πληροφόρηση σχετικά με τους λοιπούς, μη επιτοκιακού χαρακτήρα, παράγοντες, που ενδέχεται να επηρεάσουν την εξέλιξη του εκάστοτε συμφωνούμενου επιτοκίου αναφοράς.
Τα στοιχεία, περί των οποίων η ως άνω πρόσθετη πληροφόρηση, δεν μπορούν να αποτελέσουν καθεαυτά παράγοντες προσδιορισμού του συμβατικού επιτοκίου", ενώ με το εδ. α'του άρθρου 5 αυτής ορίζεται ότι " α) Η αναφερόμενη στο κεφάλαιο Β της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 ελάχιστη ενημέρωση δεν υποκαθιστά την υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να περιλαμβάνουν στις συμβάσεις τους σαφείς όρους για τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των αντισυμβαλλομένων τους".
Με την εν λόγω 178/2004 κανονιστική απόφασή της (Σ.τ.Ε. 2857/2015 7μ.), η Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων "αφού έλαβε υπόψη: ... θ) την ανάγκη διευκρίνισης ορισμένων διατάξεων των προαναφερόµενων ΠΔ/ΤΕ ώστε να διασφαλισθεί η ορθή και ενιαία εφαρµογή τους, χάριν της ευχερέστερης επίτευξης των σκοπών τους, ι) ..., αποφάσισε:
Να διευκρινίσει...και τις διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 ... Κεφ. Β. ... παρ. 2 εδ. α (vi) ... και Κεφ. ΣΤ, ως εξής: 1. ... 3. α) Οι εφάπαξ δαπάνες, τα έξοδα υπέρ τρίτων καθώς και οι αμοιβές για ειδικές υπηρεσίες που εισπράττονται από τα πιστωτικά ιδρύματα κατά τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων (στις οποίες περιλαμβάνονται και η ανάληψη μετρητών μέσω πιστωτικών καρτών), διαμορφώνονται όχι κατ' αναλογικό τρόπο, αλλά καθορίζονται σε σταθερό, κατά περίπτωση, ποσό που να δικαιολογείται από τη φύση και το είδος της παρεχόμενης υπηρεσίας (Κεφ.
Β παρ. 2 εδ. α (vi) και ΣΤ της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002). β) Τα κριτήρια της εξειδίκευσης κατά την αιτιολογία και το εύλογο ύψος ισχύουν και για τις δαπάνες και έξοδα που αφορούν τις καταθέσεις και τις λοιπές τραπεζικές εργασίες (Κεφ. Β' παρ. 1 εδ. στ' και παρ. 3 της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002) .... 4 ... 5. α) Η αναφερόμενη στο κεφάλαιο Β της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 ελάχιστη ενημέρωση δεν υποκαθιστά την υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να περιλαμβάνουν στις συμβάσεις τους σαφείς όρους για τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των αντισυμβαλλομένων τους.
β)... ". Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων και ιδίως των διατάξεων του κεφαλαίου ΣT της 2501/2002 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, καταρχήν δεν επιτρέπεται η είσπραξη προμηθειών στις χορηγήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Περαιτέρω, στις περιπτώσεις που κατ' εξαίρεση είναι επιτρεπτή η είσπραξη ποσών ως στοιχούντων σε "αμοιβές για τις παρεχόμενες τυχόν ειδικές υπηρεσίες, εφάπαξ δαπάνες και τα έξοδα υπέρ τρίτων", επιβάλλεται τα εν λόγω ποσά να προσδιορίζονται εκ των προτέρων, σε σταθερό ποσό και με διαφανή, σαφή και κατανοητό τρόπο, ώστε να προκύπτει ειδικώς σε τι αφορούν, προκειμένου να δύναται να ελέγξει ο δανειολήπτης τόσο την αιτία και το ύψος τους όσο και αν τυχόν επαναχρεώνονται.
Εξάλλου, η εξαίρεση από τον κανόνα της απαγόρευσης είσπραξης προμηθειών είναι σε κάθε περίπτωση στενώς ερμηνευτέα και το βάρος της απόδειξης ότι πρόκειται για επιτρεπτή εξαίρεση φέρει το πιστωτικό ίδρυμα. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Ν. 2251/1994, που εφαρμόζονται και επί καταναλωτικών δανείων, που χορηγούνται από Τράπεζα, με προμηθευτή την τελευταία και καταναλωτή τον δανειολήπτη (ΑΠ 354/2020, ΑΠ 1196/2010, ΑΠ 2123/2009, ΑΠ 430/2005) και των πιο πάνω, εχουσών κανονιστική ισχύ, αποφάσεων της ΠΔ/ΤΕ και της ΕΤΠΘ/ΤΕ, προκύπτει, αφενός ότι δεν είναι καταχρηστικός ο προδιατυπωμένος και περιλαμβανόμενος σε σύμβαση στεγαστικού δανείου Γ.Ο.Σ., που δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με τον οποίο προβλέπεται η δυνατότητα μεταβολής από την δανείστρια τράπεζα του συνομολογηθέντος κυμαινόμενου επιτοκίου σε περίπτωση μεταβολής του βασικού παρεμβατικού επιτοκίου για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, οικονομικού μεγέθους που δικαιολογεί τη συμβατική αυτή ρύθμιση, με ανώτατο πολλαπλάσιο αυτής το 200/100 της διαφοράς μεταξύ του προηγούμενου και του νέου παρεμβατικού επιτοκίου, αφού το πολλαπλάσιο αυτό, δεν αποτελεί σημαντική απόκλιση και ουσιαστική διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας [με την έννοια της απόκλισης από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου, στο πλαίσιο των οποίων και εμπίπτει], δοθέντος ότι το διπλάσιο της μεταβολής κατ` ανώτατο όριο δικαιολογημένα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβατικής ρύθμισης (ΑΠ 354/2010, ΑΠ 652/2010).
Επίσης, ο ίδιος ως άνω όρος, δεν είναι καταχρηστικός ως αντίθετος στα άρθρο 2 παρ. 6 και 7 περ. ε` και ια` του ν. 2251/1994, με την έννοια δηλαδή ότι εμφανίζει αοριστία και επιτρέπει στη δανείστρια τράπεζα τη μονομερή τροποποίηση της σύμβασης δανείου, ως προς τον τρόπο αναπροσαρμογής του συμφωνηθέντος κυμαινόμενου επιτοκίου, και, εν τέλει, ότι επιφέρει σημαντική διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας εις βάρος του καταναλωτή - δανειολήπτη, επειδή παραλείπει να αναφέρει τους λοιπούς, μη επιτοκιακού χαρακτήρα, παράγοντες, που ενδέχεται να επηρεάσουν την εξέλιξη του εκάστοτε συμφωνούμενου επιτοκίου αναφοράς, δεδομένου ότι, κατά την προαναφερθείσα ρητή διάταξη της ανωτέρω υπ' αρ. 178/2004 απόφασης της ΕΤΠΘ, οι παράγοντες αυτοί συνδέονται αποκλειστικά και μόνο με την προσυμβατική ενημέρωση του δανειολήπτη και δεν μπορούν, καθεαυτοί, να αποτελέσουν στοιχείο προσδιορισμού του συμβατικού επιτοκίου, ώστε να περιληφθούν και στη σύμβαση, αφού τέτοιοι παράγοντες μπορούν να είναι μόνο δείκτες γενικού και ευρέως προσβάσιμου επιτοκιακού χαρακτήρα, όπως είναι και το παρεμβατικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Αντιθέτως, όμως, ο προδιατυπωμένος σε σύμβαση καταναλωτικού ή και στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο ΓΟΣ, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση μεταβολής του συμφωνηθέντος παρεμβατικού επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) (επιτοκίου προσφοράς για τις πράξεις αναχρηματοδότησης), η δανείστρια τράπεζα έχει το δικαίωμα να μεταβάλει το συμφωνηθέν επιτόκιο προς την ίδια κατεύθυνση (αύξηση ή μείωση, αντίστοιχα) και έως του διπλασίου της μεταβολής αυτής, είναι άκυρος ως καταχρηστικός, κατά το μέρος που προβλέπει δικαίωμα μόνο και όχι και υποχρέωση της τράπεζας να προβεί στην μείωση αυτή, καθόσον ο εν λόγω ΓΟΣ παρέχει μεν το δικαίωμα στην τράπεζα, όταν μεν αυξάνεται το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ για τις πράξεις αναχρηματοδότησης και συνεπώς το κόστος απόκτησης χρήματος για την ίδια, να αυξάνει το συμφωνηθέν ως κυμαινόμενο επιτόκιο του δανείου έως το διπλάσιο της μεταβολής αυτής και έτσι να απορροφά την, δυσμενή για την ίδια, ως άνω μεταβολή και να διατηρεί την αντιπαροχή του δανειολήπτη της (τοκοχρεωλυτική δόση) σε επίπεδο κερδοφόρο για την ίδια, πλην όμως, δεν καθιερώνει, όταν μειώνεται το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ και, συνακόλουθα, το κόστος απόκτησης χρήματος για την ίδια, αντίστοιχη υποχρέωση της τράπεζας να προβεί σε μείωση του επιτοκίου, προς όφελος του δανειολήπτη, διαψεύδοντας, για το λόγο αυτό, τις εύλογες προσδοκίες του τελευταίου, που συνάπτει σύμβαση στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, συνδεδεμένο με το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ, ότι, όπως σε περίπτωση αύξησης του επιτοκίου αυτού θα επιβαρυνθεί με την καταβολή επιπλέον τόκων, λόγω της αύξησης του επιτοκίου του δανείου, έτσι και σε περίπτωση μείωσης του επιτοκίου της ΕΚΤ θα ωφεληθεί και ο ίδιος από την μείωση αυτή και δεν θα αποβεί η μείωση σε περαιτέρω αύξηση του κέρδους της τράπεζας εις βάρος του.
Και τούτο διότι, ο παραπάνω ΓΟΣ, α) επιφυλάσσει, ουσιαστικά, στην Τράπεζα το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης της σύμβασης επ' ωφελεία της, ως προς το ύψος του συμφωνηθέντος κυμαινόμενου επιτοκίου, χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο αναφερόμενο στη σύμβαση, και μετατροπής, έτσι, αυτής σε σύμβαση σταθερού επιτοκίου, διαψεύδοντας τις ανωτέρω εύλογες προσδοκίες του δανειολήπτη (σε δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο συνδεδεμένο με το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ), ότι η υποχρέωσή του ως δανειολήπτη-καταναλωτή θα εξαρτάται πράγματι από τις διακυμάνσεις του επιτοκίου αυτού, σύμφωνα και με την κυμαινόμενη φύση της υποχρέωσής του (πρβλ ΑΠ 830/2021), β) αφήνει αόριστο το επιτόκιο της σύμβασης, σε περίπτωση μειώσεως του παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ, χωρίς να είναι δυνατός ο προσδιορισμός του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα στον δανειολήπτη, καίτοι επιβάλλεται η αναπροσαρμογή να γίνεται με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις τόσο στην περίπτωση αύξησης όσο και στην περίπτωση μείωσης του επιτοκίου, και γ) επί πλέον, συνεκτιμώντας τη φύση του αγαθού που παρασχέθηκε με τη σύμβαση, δηλαδή του στεγαστικού δανείου, το οποίο έχει μακρά διάρκεια αποπληρωμής με σημαντική επιβάρυνση του δανειολήπτη, η οποία είναι τόσο μεγαλύτερη όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια του δανείου, ώστε και η μικρότερη διαφοροποίηση στο επιτόκιο του δανείου να έχει μεγάλη επίπτωση στο ύψος των καταβλητέων τόκων, ο ανωτέρω ΓΟΣ επιφέρει σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, σε βάρος του δανειολήπτη και υπέρ της δανείστριας τράπεζας, αφού χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία, αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του καταναλωτή - δανειολήπτη για μείωση του επιτοκίου σε περίπτωση μειώσεως του κόστους του χρήματος για την τράπεζα, προς αντίστοιχο όφελός του, το οποίο (όφελος) αντισταθμίζει τον κίνδυνο που ο ίδιος φέρει σε περίπτωση αύξησης του παρεμβατικού επιτοκίου (με την έννοια ότι το κόστος του δανείου θα αυξηθεί αν αυξηθεί το παρεμβατικό επιτόκιο και θα μειωθεί αν μειωθεί το εν λόγω επιτόκιο), κατά παραβίαση, έτσι, και της αρχής της διαφάνειας, αφού δεν είναι αμέσως σαφής στον μέσο καταναλωτή, που λαμβάνει στεγαστικό δάνειο, η σημασία του συγκεκριμένου όρου για την σε βάρος του διαμόρφωση του ύψους του κυμαινόμενου επιτοκίου και εντεύθεν στην επιβάρυνσή του με τόκους, εφόσον η τράπεζα ασκήσει το παρασχεθέν με τον ανωτέρω Γ.Ο.Σ.
δικαίωμά της να μην μειώσει το κυμαινόμενο επιτόκιο του δανείου, όταν μειωθεί το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ, αλλά να διατηρήσει αυτό στο υψηλό ποσοστό, που διαμορφώθηκε, νομίμως κατ' εφαρμογή του ιδίου Γ.Ο.Σ., λόγω αύξησης του παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ, με αποτέλεσμα να οδηγεί, εν τέλει, η ασάφεια αυτή σε ενίσχυση των δικαιωμάτων της τράπεζας, αφού ουσιαστικά τροποποιεί την παροχή του δανειολήπτη από κυμαινόμενο επιτόκιο σε (διαμορφωμένο, υψηλότερο του αρχικού) σταθερό.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 8 του ανωτέρω Ν. 2154/1994, που ορίζει ότι " Ο προμηθευτής δεν μπορεί να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, για το λόγο ότι ένας ή περισσότεροι γενικοί όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί", προς τις διατάξεις των άρθρων 181, 200 και 371 ΑΚ που ορίζουν ότι "η ακυρότητα μέρους συνεπιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της δικαιοπραξίας, αν συνάγεται ότι δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος" (άρθρο 181 του ΑΚ), "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" (άρθρο 200 του ΑΚ) και "αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση.
Αν δεν γίνεται με δίκαιη κρίση ή βραδύνει, πρέπει να γίνεται από το δικαστήριο" (άρθρο 371 του ΑΚ), προκύπτει ότι η ακυρότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) δεν επιδρά επί του κύρους όλης της σύμβασης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνο ο συγκεκριμένος καταχρηστικός, σύμφωνα με το νόμο, όρος, εκτός αν συνάγεται ότι η σύμβαση δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος (άρθρο 181 ΑΚ), δηλαδή συνάγεται ότι τα μέρη δεν θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος, αλλά απέβλεπαν σ` αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο.
Ως προς το ζήτημα της πλήρωσης του κενού, που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός ΓΟΣ, γίνεται δεκτό ότι το σχετικό κενό καλύπτεται καταρχήν με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου, εφόσον προβλέπεται σχετική ρύθμιση, διαφορετικά από τη συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης κατά το άρθρο 200 του ΑΚ (ΑΠ 168/2024, ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 105/2019).
Ως εκ τούτου, όταν ο όρος δανειακής σύμβασης, που αφορά το κυμαινόμενο επιτόκιο και ειδικότερα τον τρόπο αναπροσαρμογής του, είναι αόριστος, τότε η σύμβαση αυτή πάσχει από μερική ακυρότητα, δηλαδή μόνον ως προς αυτόν τον όρο της. Η πλήρωση του αναφυόμενου κενού θεραπεύεται με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 371 του ΑΚ και την ιδέα της "δίκαιης κρίσης", που διέπει το εν λόγω άρθρο, με στόχο τη δίκαιη επαναφορά της συμβατικής ισορροπίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Έτσι, η αναπροσαρμογή του κυμαινόμενου επιτοκίου γίνεται σύμφωνα με τα ορθά κριτήρια, κατόπιν σχετικής συμφωνίας των μερών, διαφορετικά γίνεται από το δικαστήριο κατά το άρθρο 371 ΑΚ (ΑΠ 105/2019), μετά από άσκηση σχετικής αγωγής από το επικαλούμενο την ακυρότητα μέρος.
ΙΙΙ. Τέλος, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά δε το άρθρο 908 εδ.
α του ιδίου Κώδικα ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό. Επομένως, η ωφέλεια της χορηγήσασας δάνειο τράπεζας, που προήλθε από την εκτέλεση άκυρου κατά το άρθρο 2 παρ. 6 και 7 ΓΟΣ της σύμβασης δανείου, ως προς τον τρόπο αναπροσαρμογής του συμφωνηθέντος κυμαινόμενου επιτοκίου της σύμβασης, αναζητείται από τον δανειολήπτη, που την κατέβαλε αχρεωστήτως, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 168/2024).
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 4/2005).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 560 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθ. 2 του ν.1046/1980, 1 περ. Β της ΠΔ/ΤΕ 1955/1991, ΠΔ/ΤΕ 2286/28.1.1994 και ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 δεχόμενο ότι το όριο των επιτοκίων όλων ανεξαιρέτως των τραπεζικών συναλλαγών ανακύπτει με βάση το νομοθετικά καθοριζόμενο επιτόκιο για τις εξωτραπεζικές συναλλαγές.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ομοίως από τον αριθ. 1 του άρθ. 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Ειρηνοδικείο παραβίασε ευθέως την κανονιστικής ισχύος υπ'αριθ. 178/19-7-2004 απόφαση της ΕΤΠΘ/ΤΕ, καθώς και τα άρθ. 2 § 3 ΝΔ 588/1948 σε συνδ. με το άρθ. 1 του ν.1266/1982 και το άρθ. 15 § 5 ν.876/1979, δεχομένη ότι ο όρος που ρυθμίζει τη διαμόρφωση του κυμαινόμενου επιτοκίου είναι καταχρηστικός διότι εμφανίζει αοριστία αφού επιτρέπει στην Τράπεζα να μεταβάλει μονομερώς οποτεδήποτε το συμβατικό επιτόκιο χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στον καταναλωτή κριτήρια ειδικά και εύλογα με βάση τα οποία θα γίνεται κάθε φορά η μεταβολή αυτή.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα σύναψε την με αριθ. ...-2008 σύμβαση ανοιχτού προσωπικού δανείου πιστωτικού ορίου 15.000€, το οποίο αυξήθηκε στο ποσό των 20.000 Ε σύμφωνα με την με αριθ. ...-2008 τροποποιητική σύμβαση της ως άνω.
Την 1-10-2012 έκλεισε ο δανειακός λογαριασμός ... και το υπόλοιπο του δανείου μεταφέρθηκε στον δανειακό λογαριασμό ...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με τις ως άνω συμβάσεις συνομολογήθηκε ο εκτοκισμός της απορρέουσας από αυτές οφειλής της με κυμαινόμενο επιτόκιο κλιμακωτό ανάλογα με το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου, πλέον της εισφοράς του ν. 128/75, που ανέρχονταν στα 0,60%, το οποίο τυγχάνει άκυρο και παράνομο κατά το μέρος και στο βαθμό που υπερβαίνει το εκάστοτε ισχύον εξωτραπεζικό επιτόκιο.
Κατά το διάστημα, από καταβολής της πρώτης δόσης του δανείου 31-8-2008 έως την 30-3-2016, παρά το γεγονός ότι υπήρξαν συνεχείς και μεγαλύτερες μειώσεις των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με βάση το οποίο θα έπρεπε να αναπροσαρμόζεται και το επιτόκιο της επίδικης σύμβασης, η ενάγουσα κατέβαλε, εμπρόθεσμα, τοκοχρεολυτικές δόσεις συνολικού ποσού 19.143,26 ευρώ, ενώ, θα έπρεπε να καταβάλει το συνολικό ποσό των 9.035,74 ευρώ, εάν οι δόσεις είχαν υπολογιστεί με το ορθό επιτόκιο, όπως προκύπτει από τον παρακάτω πίνακα στον οποίο αναφέρονται αναλυτικά:
α) η ημερομηνία χρέωσης της δόσης, β) το επιτόκιο το οποίο επέβαλε στην ενάγουσα η εναγόμενη Τράπεζα, γ) το ποσό των τόκων που κατέβαλε η ενάγουσα σύμφωνα με το ως άνω επιτόκιο, δ) το εξωτραπεζικό επιτόκιο που ίσχυε κατά την ημερομηνία χρέωσης και ε) το ποσό που θα έπρεπε να καταβάλει η ενάγουσα σύμφωνα με το εξωτραπεζικό επιτόκιο.
Συγκεκριμένα: (ακολουθεί αναλυτικός συγκριτικός πίνακας διακυμάνσεως των ποσών με βάση αφ'ενός το τραπεζικό και αφ'ετέρου το εξωτραπεζικό επιτόκιο).... Με αποτέλεσμα να ενέχεται, πρωτογενώς, η εναγομένη στη διαφορά, κατά την οποία έγινε πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία. Η ενάγουσα συνεπώς κατέβαλε αχρεωστήτως το ποσό των 9.837,52 ευρώ για τόκους πέραν του εκάστοτε ισχύοντος εξωτραπεζικού επιτοκίου, προσέτι δε και το ποσό των 630 € συνολικά για διαχειριστικά έξοδα της τράπεζας εκ των επιδίκων συμβάσεων (εθνοδανείου), χωρίς την συμφωνία της, και συνολικά κατέβαλε το ποσό των 10.467,52 ευρώ, το οποίο ποσό και ζητεί να της καταβάλει η εναγόμενη Τράπεζα ως καταβληθέν χωρίς νόμιμη αιτία.
Όπως προελέχθη το επιτόκιο της σύμβασης αυτής, συμφωνήθηκε κυμαινόμενο κλιμακωτό ανάλογα με το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου, πλέον της εισφοράς του Ν. 128/75, που ανέρχονταν στα 0,60%, η δε Τράπεζα διατήρησε το δικαίωμα μεταβολής του, εφόσον υπήρχε μεταβολή του παρεμβατικού (επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις αναχρηματοδότησης) επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προς την ίδια κατεύθυνση (αύξηση ή μείωση) αντίστοιχα και έως του διπλάσιου της μεταβολής, ενώ, αυτή θα λάμβανε χώρα εντός 30 ημερών από την ημερομηνία μεταβολής του παρεμβατικού επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και θα ίσχυε από την ημερομηνία λήψης της σχετικής απόφασης της Τράπεζας, κατά ειδικότερους, στη σύμβαση, όρους.
Ο όρος αυτός, ο οποίος ήταν εκ των προτέρων διατυπωμένος στη σύμβαση για απροσδιόριστο αριθμό πελατών της εναγομένης και δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης, αποτελεί γενικό όρο συναλλαγών, ο οποίος είναι άκυρος ως καταχρηστικός, αφού αφήνει το επιτόκιο της δανειακής σύμβασης αόριστο χωρίς να περιέχει εύλογα για τον καταναλωτή, όπως είναι η ενάγουσα, κριτήρια, βάσει των οποίων λαμβάνει χώρα η αναπροσαρμογή του.
Το νέο επιτόκιο συμφωνείται ότι θα ισχύει από την ημερομηνία λήψης της σχετικής απόφασης της Τράπεζας, ο δε οφειλέτης θα λάβει γνώση για τη μεταβολή αυτή από την Τράπεζα είτε με ανακοίνωση της Τράπεζας, που θα δημοσιεύεται στον ημερήσιο τύπο, είτε με ειδοποίηση της προς τον οφειλέτη. Εάν ο οφειλέτης διαφωνήσει με το νέο επιτόκιο δικαιούται μέσα σε περίοδο 30 ημερών από τη γνωστοποίηση της ισχύος του νέου επιτοκίου, να καταγγείλει τη σύμβαση και να εξοφλήσει άμεσα το υπόλοιπο της οφειλής του σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στο σχετικό όρο για την πρόωρη εξόφληση.
Στην περίπτωση της μη αποδοχής από τον οφειλέτη του νέου επιτοκίου η Τράπεζα επίσης δικαιούται να απαιτήσει την άμεση εξόφληση του δανείου. Ο ανωτέρω όρος, ο οποίος ήταν προδιατυπωμένος από την εναγόμενη και περιλαμβανόταν στους ΓΟΣ, χωρίς να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης με την ενάγουσα, κατά το μέρος που ρυθμίζει τη διαμόρφωση του κυμαινόμενου επιτοκίου είναι καταχρηστικός, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 και 7 περ.
ε και ια του Ν. 2251/94. Και τούτο διότι εμφανίζει αοριστία, αφού επιτρέπει στην προμηθεύτρια τράπεζα-εναγόμενη, να μεταβάλλει μονομερώς οποτεδήποτε το συμβατικό επιτόκιο, χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στον καταναλωτή-πελάτη, εν προκειμένω στην ενάγουσα, κριτήρια ειδικά και εύλογα, με βάση τα οποία θα γίνεται κάθε φορά η μεταβολή αυτή, επιτρέποντας στην προμηθεύτρια τράπεζα να μην αποδίδει την μείωση του επιτοκίου αναφοράς στο επιτόκιο του δανείου, παραβιάζοντας, κατ'αυτόν τον τρόπο, την αρχή της διαφάνειας που διαπνέει το δίκαιο προστασίας του καταναλωτή και διαταράσσοντας ουσιωδώς την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των συμβαλλομένων σε βάρος της ενάγουσας, πράγμα που οδηγεί στη διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών του πελάτη ως προς την εξέλιξη της συναλλακτικής σχέσεως προς την τράπεζα.
Για να μπορεί να δικαιολογηθεί η αοριστία στο τίμημα του δανείου που εισάγει η συμφωνία κυμαινόμενου επιτοκίου, θα πρέπει η διακύμανσή του να μπορεί να λειτουργήσει και προς τις δυο κατευθύνσεις. Με τον παραπάνω όρο, όμως, η τράπεζα επιφυλάσσει στον εαυτό της τη δυνατότητα να μην μειώνει το συμβατικό επιτόκιο του δανείου όταν το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ ακολουθεί καθοδική πορεία, αφού, εξαρτά ενδεχόμενη μείωσή του από την ημερομηνία λήψης σχετικής απόφασης της ιδίας αποκλειστικά, ανεξαρτήτως, δηλαδή, της ημερομηνίας αντίστοιχης αναπροσαρμογής του επιτοκίου της ΕΚΤ.
Εξάλλου, στην περίπτωση του κυμαινόμενου επιτοκίου, η τράπεζα δεν αναλαμβάνει κανένα κίνδυνο, εφόσον, μπορεί, με βάσει το επιτόκιο αναφοράς, να αναπροσαρμόζει το συμβατικό επιτόκιο και να διατηρεί σταθερό το κέρδος της, ο δε δανειολήπτης αναλαμβάνει τον κίνδυνο δυσμενούς μεταβολής του κόστους του χρήματος, προσδοκώντας αντίστοιχο όφελος του στην περίπτωση μειώσεως του επιτοκίου αναφοράς (...).
Συνεπώς, η επίδικη σύμβαση πρέπει να εκτελεστεί, κατά τρόπο, ώστε, να διαφυλάσσεται η αμφίδρομη επενέργεια του επιτοκίου, εφόσον, το τμήμα που αφορά στη διαμόρφωσή του, αποτέλεσε εξαρχής ΓΟΣ, ο οποίος το άφησε αόριστο και ήταν αδιαφανής όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ενάγουσας, η οποία παραδόθηκε στην κρίση της εναγόμενης, χωρίς να μπορεί να προβλέψει υπό ποιους όρους θα επωφελούταν ελαφρύνσεως στο επιτόκιό της, όμως, δικαιολογημένα προσδοκούσε σε περίπτωση μειώσεως του παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ.
Εύλογο, δε, κριτήριο που αντανακλά τις συνθήκες της χρηματαγοράς, δηλαδή, του κόστους του χρήματος για την εναγόμενη, και εκφράζει τη βούληση των μερών να συνδέσουν τη διακύμανση του επιτοκίου με τις εκάστοτε μεταβολές του κόστους αυτού, αποτελεί το Επιτόκιο Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που είναι το επιτόκιο με το οποίο η τελευταία χορηγεί δάνεια στα πιστωτικά ιδρύματα.
Το ανωτέρω κριτήριο, επιπλέον, αποτελεί το πλέον πρόσφορο, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από το ότι και η Τράπεζα της Ελλάδας στην ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, η μοναδική αναφορά που κάνει είναι στα παρεμβατικά επιτόκια της ΕΚΤ, ενώ, με την συμπληρωματική αυτή ερμηνεία, δεν τροποποιείται η επίδικη σύμβαση, όπως αλυσιτελώς η εναγόμενη προτάσσει, αλλά συμπληρώνεται το κενό που δημιουργήθηκε από τη διαπίστωση της ακυρότητας του ανωτέρω ΓΟΣ, μη εφαρμοζόμενου, εν προκειμένω, κατά τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, του γενικού και αόριστου κριτηρίου της δίκαιης κρίσης του αρ. 371 ΑΚ.
Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη στην συνέχεια, ενώ παρακολούθησε όλες τις αυξήσεις του επιτοκίου της ΕΚΤ, έλαβε υπόψη τις αντίστοιχες μειώσεις αυτού και δεν αναπροσάρμοσε αντίστοιχα, το επιτόκιο της επίδικης σύμβασης, η δε ενάγουσα, όπως προκύπτει και από τον ενσωματωμένο στην αγωγή της πίνακα, ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε από την εναγόμενη, έχει καταβάλει, από συνάψεως της σύμβασης, και έως την 30-3-2016, το συνολικό ποσό των 19.143,26 ευρώ, πλην όμως, θα έπρεπε να είχε καταβάλει, εάν οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις του δανείου της ακολουθούσαν τις μειώσεις του επιτοκίου ΕΚΤ, το συνολικό ποσό των 9.305,74 ευρώ, η δε εναγόμενη ενέχεται στην επιστροφή της διαφοράς στην ενάγουσα, κατά την οποία έγινε πλουσιότερη από την περιουσία του, condictio ob causam indebiti.
Και τούτο διότι, η αξίωση της ενάγουσας στον αδικαιολόγητο πλουτισμό της εναγόμενης για το επίδικο διάστημα, δεν έχει υποπέσει στην συνήθη εικοσαετή παραγραφή του αρ. 249 ΑΚ, ούτε η τελευταία έχει απωλέσει τον πλουτισμό της, κατ'αρ. 909 ΑΚ, όπως, αλυσιτελώς, η ίδια προτάσσει, αφού η διανομή μερίσματος στους μετόχους της και η καταβολή των νομίμων φόρων επί των κερδών της αφενός ανάγεται στις εσωτερικές της σχέσεις και αφετέρου αφορά στην εξυπηρέτηση των δικών της υποχρεώσεων, χωρίς να συνεπάγεται απώλεια, ή έστω μείωση του πλουτισμού της από τους αχρεωστήτως καταβληθέντες τόκους της ενάγουσας.
Εξάλλου, το δικαίωμα της τελευταίας στην ανωτέρω διαφορά δεν ασκείται καταχρηστικά, εφόσον η μακρά αδράνεια της, αληθής υποτιθέμενη, δεν αρκεί, καταρχήν, να καταστήσει την επιγενόμενη άσκησή του καταχρηστική, ούτε, δε, η δεκαετής και πλέον αποπληρωμή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων του δανείου, όπως, μονομερώς, το επιτόκιό της διαμορφώθηκε από την εναγόμενη μπορεί να θεωρηθεί ως ειδική περίσταση που καθιστά μη ανεκτή την άσκηση της επίδικης αξίωσης, ιδίως, αν ληφθεί υπόψη, και η αρνητική τακτική της τελευταίας να μην αναπροσαρμόζει, αντίστοιχα, το επιτόκιο της επίδικης δανειακής σύμβασης κατά τη μείωση του επιτοκίου της ΕΚΤ.
Με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, απορριπτομένων των ισχυρισμών της εναγομένης ως ουσιαστικά αβασίμων και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των (9.837,52+630 =) 10.467,52 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση".
Έτσι που έκρινε το Ειρηνοδικείο δεχόμενο ότι ο εκτοκισμός της απορρέουσας από τις συμβάσεις ανοιχτού προσωπικού δανείου οφειλής της ενάγουσας/αναιρεσίβλητης με κυμαινόμενο επιτόκιο κλιμακωτό ανάλογα με το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου, πλέον της εισφοράς του ν. 128/75, που ανέρχονταν στα 0,60%, είναι άκυρος και παράνομος κατά το μέρος και στο βαθμό που υπερβαίνει το εκάστοτε ισχύον εξωτραπεζικό επιτόκιο, καθό μέρος συμφωνήθηκε με τον σχετικό όρο η σύνδεση της μεταβολής του συμφωνηθέντος επιτοκίου με τη μεταβολή του παρεμβατικού επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Ε.Κ.Τ.) και έως το διπλάσιο της εκάστοτε μεταβολής (αύξησης ή μείωσης) αυτού, χωρίς αναφορά στον τρόπο αναπροσαρμογής και άλλων κριτηρίων, όπως ενδεικτικά οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες που επικρατούν στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, ο ανταγωνισμός των Τραπεζών και οι συνθήκες της χρηματαγοράς και το λειτουργικό κόστος των Τραπεζών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 6 και 7 περ.
ε' και ια' του Ν. 2251/1994, καθώς και τις έχουσες κανονιστική ισχύ ΠΔΤΕ 2501/2002 άρθρο Β παρ. 2 και 178/2004 άρθρο 2 παρ. α', β' και γ', οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην υπό κρίση υπόθεση, αφού το πολλαπλάσιο αυτό, δεν αποτελεί σημαντική απόκλιση και ουσιαστική διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, με την έννοια της απόκλισης από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου, στο πλαίσιο των οποίων και εμπίπτει, δοθέντος ότι, το διπλάσιο της μεταβολής κατ` ανώτατο όριο, δικαιολογημένα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβατικής ρύθμισης, ενώ και η παράλειψη αναφοράς στην σύμβαση των λοιπών, μη επιτοκιακού χαρακτήρα, παραγόντων, που ενδέχεται να επηρεάσουν την εξέλιξη του εκάστοτε συμφωνούμενου επιτοκίου αναφοράς, δεν ήταν αναγκαίοι και τούτο γιατί οι παράγοντες αυτοί, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις της ανωτέρω υπ' αρ. 178/2004 απόφαση της ΕΤΠΘ, συνδέονται αποκλειστικά και μόνο με την προσυμβατική ενημέρωση του δανειολήπτη και δεν μπορούν να αποτελέσουν καθεαυτοί στοιχείο προσδιορισμού του συμβατικού επιτοκίου, ώστε να περιληφθούν και στη σύμβαση, αφού τέτοιοι παράγοντες μπορούν να είναι μόνο δείκτες γενικού και ευρέως προσβάσιμου επιτοκιακού χαρακτήρα, όπως είναι και το παρεμβατικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Η πλημμέλεια όμως αυτή του Δικαστηρίου με την διατυπούμενη εσφαλμένη πλεοναστική αιτιολογία δεν στηρίζει αυτοτελώς του διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω, όμως, το Ειρηνοδικείο, με το να κρίνει, ότι ο ίδιος ανωτέρω ΓΟΣ, κατά το μέρος, που, σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του, προβλέπει μόνον δικαίωμα της αναιρεσείουσας να μεταβάλει το κυμαινόμενο επιτόκιο του επίδικου προσωπικού δανείου προς την ίδια κατεύθυνση και έως το διπλάσιο της μεταβολής, εφόσον υπάρξει μεταβολή (αύξηση ή μείωση) του παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ, όχι δε και αντίστοιχη υποχρέωση αυτής, είναι άκυρος ΓΟΣ, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αγωγικό αίτημα, έλλειψη που όμως δεν επηρεάζει το δεδικασμένο, το οποίο πηγάζει από την απόφαση και μόνο, η οποία δεν πλήττεται εν προκειμένω για πλημμέλεια από τον αριθ. 5 του άρθ. 560 ΚΠολΔ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατ'αποτέλεσμα, τις ίδιες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 6 και 7 παρ.
ε' και ια' Ν. 2251/1994, καθόσον, κατά το περιεχόμενό του αυτό, ο ανωτέρω ΓΟΣ είναι άκυρος ως καταχρηστικός, όπως αναφέρθηκε αναλυτικά στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι επιφυλάσσει, ουσιαστικά, στην Τράπεζα το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης της σύμβασης επ' ωφελεία της, ως προς το συμφωνηθέν κυμαινόμενο επιτόκιο, χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο αναφερόμενο στη σύμβαση, και, επίσης, αφήνει αόριστο το επιτόκιο της σύμβασης, σε περίπτωση μειώσεως του παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ, χωρίς να είναι δυνατός ο προσδιορισμός του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα στον δανειολήπτη, επί πλέον δε, συνεκτιμώντας τη φύση του αγαθού που παρασχέθηκε με τη σύμβαση, ο ανωτέρω ΓΟΣ επιφέρει σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, σε βάρος της δανειολήπτριας αναιρεσίβλητης και υπέρ της δανείστριας τράπεζας (αναιρεσείουσας), αφού χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία, αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες της αναιρεσίβλητης για μείωση του επιτοκίου σε περίπτωση μειώσεως του κόστους του χρήματος για την τράπεζα, προς αντίστοιχο όφελός της, το οποίο και αντισταθμίζει τον κίνδυνο, που η ίδια ανέλαβε να φέρει σε περίπτωση αύξησης του παρεμβατικού επιτοκίου, κατά παραβίαση, έτσι, και της αρχής της διαφάνειας, αφού δεν ήταν αμέσως σαφής στην αναιρεσίβλητη, έχουσα την ιδιότητα του μέσου καταναλωτή, η σημασία του συγκεκριμένου όρου για την σε βάρος της διαμόρφωση του ύψους του κυμαινόμενου επιτοκίου και εντεύθεν στην επιβάρυνσή της με τόκους, εφόσον η τράπεζα ήθελε ασκήσει το παρασχεθέν με τον ανωτέρω Γ.Ο.Σ.
δικαίωμά της να μην μειώσει το κυμαινόμενο επιτόκιο του δανείου, όταν μειωθεί το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ, αλλά να διατηρήσει αυτό στο υψηλό ποσοστό, που διαμορφώθηκε, νομίμως κατ' εφαρμογή του ιδίου Γ.Ο.Σ., λόγω αύξησης του παρεμβατικού επιτοκίου της ΕΚΤ. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, ως σύνολο ερευνωμένους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 6 του άρθ. 560 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Ειρηνοδικείο υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να αποδώσει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 630 ευρώ που η τελευταία της είχε καταβάλει ως διαχειριστικά έξοδα εκ της επίδικης σύμβασης κατά παράβαση των διατάξεων της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, ισχυριζόμενη ότι ο σχετικός όρος ήταν σαφής και επαρκώς προσδιορισμένος με τον τίτλο "ΕΤΗΣΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΕΞΟΔΑ" έλαβε δε γνώση αυτού η αναιρεσίβλητη.
Από την προεκτεθείσα επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) κατέβαλε αχρεωστήτως, πέραν του ποσού των 9.837,52 ευρώ για τόκους πέραν του εκάστοτε ισχύοντος εξωτραπεζικού επιτοκίου, προσέτι δε και το ποσό των 630 € συνολικά για διαχειριστικά έξοδα της τράπεζας εκ των επιδίκων συμβάσεων (εθνοδανείου), χωρίς την συμφωνία της.
Ετσι που έκρινε το Ειρηνοδικείο, με το να δεχθεί ότι η ενάγουσα/ δανειολήπτης (ήδη αναιρεσίβλητη) δεν είχε ενημερωθεί για το τι αφορούσαν τα εις αυτήν επιβληθέντα έξοδα των 630 ευρώ και ότι συνεπώς ο σχετικός όρος με τον οποίο επιβλήθηκαν αυτά σ'αυτήν ήταν άκυρος, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις αλλά ορθά τις εφάρμοσε και επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Μη υπάρχοντος ετέρου προς έρευνα αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, ενώ δεν θα υπάρξει διάταξη περί δικαστικής δαπάνης ελλείψει σχετικού περί αυτής αιτήματος από την αναιρεσίβλητη που νίκησε (άρθ. 106 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-10-2018 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 2806/2018 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ