Legislator Case Law & Legislation
1299/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where adult party's legal representative status ended automatically upon reaching majority age.

Case Number 1299/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an adult individual against a lower court judgment regarding their minor child. The appellants argued that the court erred in ignoring specific evidence concerning the deceased's working hours, but the court found this argument vague and unsupported by the record. The court ruled that the appeal was procedurally inadmissible because the appellant had reached the age of majority, automatically terminating their legal representative's authority without needing a formal court order.

Legislator headnote

AI generated

Articles 127 of the Civil Code and 63 of the Code of Civil Procedure; Upon reaching the age of majority, the legal representative's authority terminates automatically, and the adult party may participate in court proceedings in their own name.

Keywords

AI generated
automatic termination of representation reaching age of majority procedural inadmissibility legal representative authority civil procedure code appeal dismissal minor child custody

Cited Legislation

AI generated
Article 127 of the Civil Code
Article 63 of the Code of Civil Procedure
Article 1510 of the Civil Code
Article 286 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1299 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1299/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Mαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ατομικά και κατά τον ένδικο χρόνο νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης, και 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ - ΤΕΧΝΟΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Ι. Μ. Α.Ε.", και τον διακριτικό τίτλο "Ι. Μ. Α.Ε.", που εδρεύει στη Ληξούρι Κεφαλληνίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Αμφότερες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Μ. χήρας Ε. Σ., το γένος Β. Β., ως ασκούσας κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Ε. Σ. του Ε., 2.Μ. Σ. του Ε. και 3.Ε. Σ. του Ε., ήδη ενήλικης κατά το χρόνο συζήτησης όλων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευτυχία Αναστασιάδη, με δήλωση το άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2013 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, λόγω αρμοδιότητας, 19/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και 276/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-1-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανίκανου παράστασης στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νόμιμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ' άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ' άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία με την συμμετοχή του ήδη ενήλικου διαδίκου (ΑΠ 665/2022, ΑΠ 175/2022, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1686/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση από 31-1-2022 με αριθμ. καταθ. 9/31-1-2022 αίτηση αναίρεσης στρέφεται, μεταξύ άλλων και κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης Μ. χήρας Ε. Σ. ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της τρίτης αναιρεσίβλητης Ε. Σ. του Ε. Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτει, ότι η ως άνω τρίτη αναιρεσίβλητη γεννήθηκε στις 21-3-2005 και, συνεπώς ενηλικιώθηκε στις 21-3-2023, δηλαδή μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Πατρών στις 31-1-2022.

Η ανωτέρω αναιρεσίβλητη, η οποία εν τω μεταξύ, κατά τα προαναφερθέντα, είχε ενηλικιωθεί, κατά την εκφώνηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στη σειρά της από το σχετικό πινάκιο κατά την ως άνω νόμιμη δικάσιμο, εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευτυχία Αναστασιάδη του Σταύρου, στην οποία είχε χορηγήσει σχετική πληρεξουσιότητα δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Ληξουρίου Ι. Λ. του Β.

Συνεπώς, νομίμως αυτή παραστάθηκε με το δικό της όνομα κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού μετά την ενηλικίωσή της κατέστη ικανή για να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό της όνομα και έχει ήδη παύσει η αντιπροσωπευτική εξουσία της νόμιμης αντιπροσώπου της, μητέρας της. Σημειώνεται ότι η από την μητέρα της ανήλικης Μ. χήρα Ε. Σ. παρασχεθείσα με το ίδιο ως άνω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο πληρεξουσιότητα στην ίδια δικηγόρο προκειμένου να την εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη ως και η σχετική κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση παράστασης είναι άνευ αντικειμένου αφού αυτή(Μ. χήρα Ε. Σ.) δεν είναι διάδικος ατομικά στην παρούσα δίκη .

Η υπό κρίση, αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η με αριθ. 276/13-7-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 10-5-2017 με αριθ.καταθ.24/23-5-2017 έφεσης των τρίτου και τέταρτης ανώνυμης εταιρείας εναγόμενων ήδη αναιρεσειόντων, κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, με αριθ. 19/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 10-1-2022 (βλ.

σχ. επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών Α. Β. στο προσκομιζόμενο αντίγραφο αυτής) και από αυτήν (επίδοση) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (31-1-2022), δεν παρήλθε η προθεσμία των τριάντα ημερών (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων(άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα:

Οι, μεταξύ άλλων εναγόντων, και οι δεύτερος και τρίτη ενάγοντες ήδη δεύτερος και τρίτη αναιρεσίβλητοι Μ. Σ. του Ε. και Ε. Σ. του Ε., αντίστοιχα, όπως, λόγω της τότε ανηλικότητάς τους, εκπροσωπούνταν από την πρώτη ενάγουσα μητέρα τους Μ. χήρα Ε. Σ. (μη διάδικο ατομικά στην παρούσα δίκη) με την από 27-7-2010 με αριθμ.

κατάθ. 159/28-7-2010 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας κατά των: 1)Σ. Β. προϊσταμένου των τεχνικών υπηρεσιών του ΟΤΕ, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΤΕ Α.Ε.", νόμιμα εκπροσωπούμενης, (που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη), 3) Κ. Μ. του Π. ατομικά και ως νόμιμου εκπρόσωπου της πιο κάτω ανώνυμης εταιρείας και 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι.

Μ. Α.Ε. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΕΜΠΟΡΙΚΗ-ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ήδη αναιρεσειόντων) ισχυρίσθηκαν ότι στις 4 Ιουλίου 2006 ο πατέρας τους Ε. Σ. του Μ., ο οποίος την 1-7-2005 είχε προσληφθεί από την τέταρτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, νόμιμος εκπρόσωπος και τεχνικός ασφαλείας της οποίας τυγχάνει ο τρίτος εναγόμενος, προκειμένου να προσφέρει σε αυτήν τις υπηρεσίες του ως οδηγός μεταφοράς έτοιμου σκυροδέματος, υπέστη κατά την εκτέλεση της εργασίας του εργατικό ατύχημα με αποτέλεσμα το θάνατό του, που έλαβε χώρα κάτω από τις συνθήκες που αναλυτικά εκτίθενται στην αγωγή, οφειλόμενο σε συγκλίνουσα αμέλεια όλων των εναγόμενων.

Με βάση το ιστορικό αυτό οι ως άνω ενάγοντες ήδη δεύτερος και τρίτη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στην πρώτη ενάγουσα με την ιδιότητά της ως ασκούσα αποκλειστικά τη γονική τους μέριμνα, λόγω της τότε ανηλικότητάς τους και για λογαριασμό τους τα αναφερόμενα στην αγωγή για τον καθένα ποσά ως αποζημίωση λόγω της στέρησης διατροφής εξ αιτίας του θανάτου του πατέρα τους και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θάνατό του, κατά το ως άνω ένδικο εργατικό ατύχημα.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 77/2013 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου(Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας), με την οποία διατάχθηκε ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς όλους τους ενάγοντες και τους τρίτο και τέταρτη ανώνυμη εταιρεία εναγόμενους, κήρυξε ως προς τους τελευταίους εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή, κατά το μέρος αυτό, στο αρμόδιο καθ' ύλην Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, προκειμένου να εκδικαστεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.

Μετά ταύτα με την από 4-6-2015 με αριθμ. καταθ. 66/9-6-2015 κλήση, μεταξύ άλλων, των δεύτερου και τρίτης των εναγόντων ήδη δεύτερου και τρίτης αναιρεσίβλητων, όπως, λόγω της τότε ανηλικότητάς τους, εκπροσωπούνταν κατά τα προαναφερθέντα, η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του ως άνω καθ' ύλην αρμόδιου δικαστηρίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και εξέδωσε την υπ' αριθμ. 19/2017 οριστική απόφασή του.

Με αυτήν, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, το ως άνω δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τους τρίτο και τέταρτη εναγόμενους ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν στη πρώτη ενάγουσα για λογαριασμό καθενός των ανήλικων τέκνων της, δεύτερου και τρίτης εναγόντων ήδη δεύτερου και τρίτης αναιρεσίβλητων το ποσό των 50.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης οι ως άνω εναγόμενοι-εκκαλούντες ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 10-5-2017 με αριθμ. καταθ. 24/23-5-2017 έφεσή τους και επ' αυτής εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω διαδικασία των εργατικών διαφορών η υπ'αριθμ. 276/13-7-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών , με την οποία η έφεση αφού έγινε τυπικά δεκτή απορρίφθηκε κατ'ουσίαν και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση.

Από τα άρθρα 914 και 932 Α.Κ. και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 παρ. 1 Εισ.Ν.Α.Κ.), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ ΑΠ 1117/1986, ΑΠ 246/2022, ΑΠ 534/2017, ΑΠ 255/2016, Α.Π. 80/2016).

Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 (ΑΠ 723/2022, ΑΠ 1389/2018, ΑΠ 534/2017, ΑΠ 80/2016).

Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, από το οποίο πηγάζει υποχρέωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή σε περίπτωση θανάτου, λόγω ψυχικής οδύνης, μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 ΑΚ (ΑΠ 80/2016).

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β, 914 και 922 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης κα της επελθούσας ζημίας.

Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Τέτοια υποχρέωση είναι και αυτή που απορρέει από το άρθρο 662 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την παροχή της εργασίας και το χώρο αυτής έτσι, ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζόμενου ("υποχρέωση πρόνοιας"). Η εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 288). (ΑΠ 617/2022, ΑΠ 160/2021).

Και αντίθετα, παράβαση της υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη δεν μπορεί να νοηθεί, όταν οι σ' αυτόν αποδιδόμενες παραλείψεις ούτε από το νόμο ή τη σύμβαση επιβάλλονται ως θετικές ενέργειες, ούτε από την καλή πίστη υπαγορεύονται ως συνήθεις ή ευλόγως αναμενόμενες συμπεριφορές στο πλαίσιο της αποδοχής συγκεκριμένης εργασίας. (ΑΠ 220/2021, ΑΠ 959/2019).

Κατά το άρθρο 298 ΑΚ, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος συνίσταται στο ότι η πράξη ή η παράλειψη είναι πρόσφορη προς παραγωγή της ζημίας, δηλαδή έχει την τάση, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει και, επιπλέον, σε συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αυτή που πράγματι την επέφερε.

Το πρώτο ζήτημα είναι νομικό, ενώ το δεύτερο πραγματικό. (ΑΠ 959/2018). Δηλαδή αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε (ΑΠ 220/2021, ΑΠ 518/2017, ΑΠ 81/2013).

Το αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει την ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παράβασης ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η κρίση όμως ότι η πράξη ή παράλειψη υπήρξε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένας από τους αναγκαίους όρους του επιζήμιου αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικά. Δεν αποκλείεται κατ' αρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συντέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφ' όσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται επίσης ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν, τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικά (ΑΠ 220/2021, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 1212/2019, ΑΠ 1546/2014). Τέλος, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Προσδιοριστικό στοιχείο για τον καθορισμό χρηματικής ικανοποίησης, κατ' άρθρο 932 ΑΚ, αποτελεί, πλην των άλλων, και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος (ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1158/2012).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. (Ολ.ΑΠ 3/2020).

Από δε την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, κατά την οποία, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε κανόνες δικαίου, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλονότι τις συναγόμενες επαγωγικά από την εμπειρική πραγματικότητα γενικές αρχές περί την εξέλιξη των πραγμάτων, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει ή μη σε κανόνα δικαίου τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όχι δε και όταν παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, καθότι τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα κατά τα άρθρα 336 παρ.4 και 339 παρ.4 και 339 του ΚΠολΔ οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Ολ.ΑΠ 8/2005, Ολ.ΑΠ 2/2008).

Πρέπει δε να εκτίθεται περαιτέρω στο σχετικό λόγο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου που χαρακτηρίζεται εσφαλμένα και η, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει και να καθορίζονται συγκεκριμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει. (ΑΠ 220/2021, ΑΠ 959/2018, ΑΠ 457/2016, ΑΠ 1662/2010).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 686/2022).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξάλλου, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (Ολ.ΑΠ 2/2022).

Η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.

Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ). Ως "αιτιολογίες", όμως, στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ (ΑΠ 80/2016, ΑΠ 104/2014, ΑΠ 951/2013, ΑΠ 282/2010, ΑΠ 1020/2005).

Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1082/2018).

Περαιτέρω, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, γιατί η μη πληττόμενη ή η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 483/2022, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 175/2020).

Τέλος λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ( ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1611/2008).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των κρίσιμων για την έρευνα ως άνω αναιρετικών λόγων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Πατρών δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα: "Ο Ε. Σ. του Μ., σύζυγος της πρώτης, πατέρας των νομίμως από την ίδια εκπροσωπουμένων ανήλικων τέκνων της, Μ.

και Ε. Σ., (ήδη αναιρεσιβλήτων) [...]που γεννήθηκε την 15/3/1966, προσλήφθηκε την 1/7/2005 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τη δεύτερη των εκκαλούντων ανώνυμη εταιρία, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και τεχνικός ασφαλείας ήταν τότε ο πρώτος εξ αυτών (ήδη αναιρεσείοντες) προκειμένου να εργαστεί ως οδηγός. Την 4/7/2006 εμφανίστηκε στην εργασία του, στις εγκαταστάσεις της εργοδότριάς του εταιρίας στο ...

περί ώρα 08:00 πρωινή και, αναλόγως των εντολών και οδηγιών που ελάμβανε από την εργοδότρια του, εκτελούσε δρομολόγια μεταφοράς έτοιμου σκυροδέματος από τις εγκαταστάσεις της δεύτερης των εκκαλούντων προς τον τόπο που κάθε φορά εντέλλονταν να παραδώσει τις μεταφερόμενες από αυτόν ποσότητες σκυροδέματος.

Στο πλαίσιο της εκτέλεσης της εργασίας του και ενώ είχε συμπληρώσει το νόμιμο ωράριο απασχόλησης, του ανατέθηκε να μεταφέρει δυνάμει του υπ' αριθμ. ... δελτίου αποστολής και παραδώσει έτοιμο σκυρόδεμα στις εγκαταστάσεις της ξενοδοχειακής επιχείρησης με την επωνυμία "Kefalonia Homes Finlay Barry και ΣΙΑ Ο.Ε.", στα Δελλαπορτάτα.

Έτσι, περί ώρα 20:00, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο μεταφοράς έτοιμου σκυροδέματος (βαρέλα), κυριότητας της δεύτερης των εκκαλούντων, κινούνταν επί της δημοτικής οδού ..., με κατεύθυνση από τις εγκαταστάσεις της δεύτερης των εκκαλούντων προς τα Δελλαπορτάτα. Στην περιοχή "..." ..., την οποία μεταξύ άλλων διασχίζει η οδός αυτή, η ανώνυμη εταιρία "Ο.Τ.Ε.

Α.Ε." είχε εγκαταστήσει διερχόμενο κάθετα από την οδό (σε δύο τουλάχιστον σημεία της) δίκτυο εναέριων καλωδίων παροχής υπηρεσιών ενσύρματης τηλεφωνίας. Τα καλώδια βρίσκονταν αναρτημένα σε ξύλινες κολώνες και ήταν τύπου 8 χαρακτηριζόμενα ως πρόσθετης μηχανικής αντοχής, διέθεταν δε τοποθετημένο εφαπτόμενο σε αυτά συρματόσχοινο κατασκευασμένο από ατσάλι.

Το οδηγούμενο από τον Ε. Σ. φορτηγό αυτοκίνητο είχε μέγιστο ύψος 3,70μ. στο σημείο της χοάνης έκχυσης σκυροδέματος της βαρέλας, ενώ το ύψος αναρτήσεως των ως άνω καλωδίων υπολειπόταν των 3,70μ. από το έδαφος (στην κατεύθυνση που κινούνταν το φορτηγό το καλώδιο μετρήθηκε στο δεξιό τμήμα της οδού και βρέθηκε να έχει ύψος 3,50μ.

από την επιφάνεια του οδοστρώματος), ο δε οδηγός δεν είδε τα καλώδια που βρίσκονταν στο οπτικό του πεδίο και δεν αντιλήφθηκε ότι αυτά αποτελούσαν εμπόδιο στην κίνηση του λόγω του ιδιαίτερα χαμηλού και επικίνδυνου ύψους τους. Υπό τις συνθήκες αυτές, κατά την κίνηση του οχήματος-από το συγκεκριμένο σημείο της οδού τα καλώδια αγκιστρώθηκαν - στη χοάνη εισαγωγής σκυροδέματος του φορτηγού και εγκλωβίστηκαν εντός του χώρου αυτού.

Ωστόσο, ο οδηγός δεν αντιλήφθηκε αμέσως την εμπλοκή, αλλά συνέχισε κανονικά την πορεία του διανύοντας απόσταση 170μ. περίπου, μέχρι που διέκοψε τελικώς αυτήν. Κατά τη διάρκεια της κίνησης αυτής του φορτηγού, παρέσυρε τα καλώδια, τα οποία δεν αποκόπηκαν, αλλά παρέμεναν αγκιστρωμένα εκθεμελιωνοντας από τη βάση τους τις τρεις εκ των τεσσάρων κολώνων του δικτύου της ΟΤΕ ΑΕ (οι οποίες παρουσίαζαν στη βάση τους σαθρότητα σε επικίνδυνο βαθμό), ενώ προκλήθηκε η θραύση περίπου από τη βάση της τέταρτης κολώνας.

Στο σημείο της οδού, που, όπως προεκτέθηκε, απείχε 170μ. περίπου από το αρχικό σημείο εγκλωβισμού των καλωδίων, ο οδηγός ακινητοποίησε προσωρινά το φορτηγό, προκειμένου να διαπιστώσει τι ακριβώς είχε συμβεί και ενώ η μηχανή αυτού παρέμενε σε λειτουργία και χωρίς να τη σβήσει, άνοιξε την πόρτα του οδηγού, κατέβηκε από το όχημα και, διαπιστώνοντας την εμπλοκή των καλωδίων στη χοάνη, κινήθηκε προς το πλάγιο οπίσθιο σημείο, όπου βρίσκεται η σκάλα ανόδου, που καταλήγει στο χώρο αποθήκευσης του σκυροδέματος, στο σημείο όπου βρίσκεται η χοάνη, και ανήλθε από τη σκάλα αυτή μέχρι το ύψος της χοάνης, όπου και στάθηκε.

Στο σημείο αυτό ο Ε. Σ. επιχείρησε χρησιμοποιώντας τα χέρια του να απομακρύνει τα καλώδια, που είχαν εγκλωβιστεί στο όχημα και εμπόδιζαν τη κίνηση του. Κατά την προσπάθειά του όμως αυτήν απώλεσε την ισορροπία του και από το ύψος των 3,70μ. το σώμα του έπεσε στο έδαφος και το κεφάλι του προσέκρουσε βιαίως στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρότατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, εξαιτίας των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, προκλήθηκε ο θάνατος του.

Δυνάμει της υπ' αριθμ. 63/2016 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (τακτικής διαδικασίας), επί της ίδιας αγωγής κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της ΟΤΕ ΑΕ και του Β. Σ., Προϊσταμένου των Τεχνικών Υπηρεσιών της, ως προστηθέντος, κρίθηκε ότι οι εκεί εναγόμενοι ευθύνονται εις ολόκληρο ν για το θάνατο του οδηγού, του τελευταίου όντας συνυπαιτίου κατά ποσοστό 50% στο θανάσιμο τραυματισμό του.

Πέραν όμως της ευθύνης αυτών, με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, η πτώση του Ε. Σ. και ο θανάσιμος τραυματισμός του αποτελεί εργατικό ατύχημα, διότι το βίαιο συμβάν, που προκάλεσε το θάνατο του, συνέβη κατά την ώρα της εργασίας του, αφού αυτός απασχολούνταν κατόπιν ρητής εντολής της εργοδότριας του κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας που τον συνέδεε με τη δεύτερη των εκκαλούντων, οφείλεται δε σε υπαιτιότητα-αμέλεια (και) των εκκαλούνπον, ευθυνομένων εις ολόκληρον τόσο με τους ΟΤΕ Α.Ε.

και Β. Σ. όσο και μεταξύ τους, της δεύτερης εξ αυτών ως εργοδότριας του, του δε πρώτου εξ αυτών ως νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης και τεχνικού ασφαλείας και υπεύθυνου της τήρησης των μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων της κατά τον κρίσιμο χρόνο που συνέβη το επίμαχο εργατικό ατύχημα, οι οποίοι με τις πράξεις και τις παραλείψεις τους εξέθεσαν αυτόν σε σοβαρό κίνδυνο, εξαιτίας του οποίου επήλθε η πτώση και ο θάνατός του.

Συγκεκριμένα, η δεύτερη των εκκαλούντων (δια του πρώτου εξ αυτών), υπό την προμνησθείσα ιδιότητά της, ήταν υπόχρεη να δίδει τις κατάλληλες οδηγίες στους εργαζομένους της, μεταξύ των οποίων και στο θανόντα, ενόψει του ότι γνώριζε πως ο τελευταίος θα ακολουθήσει τη συγκεκριμένη διαδρομή, να ελέγξει αυτήν για τυχόν εμπόδια και να ενημερώσει σχετικά τον ίδιο για τους κινδύνους που επρόκειτο να αντιμετωπίσει κατά τη μετάβαση του από το χώρο της στο χώρο του ξενοδοχείου προς τον οποίο μετέφερε υλικά, αλλά και τον τρόπο αντιμετώπισης των κινδύνων αυτών.

Ωστόσο, η ίδια, δια των προστηθέντων οργάνων της και του νομίμου εκπροσώπου της και υπεύθυνου της τήρησης των μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων της, από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, παρέλειψε ως υπόχρεος εργοδότης καταρχήν να ελέγξει την οδό που θα διέσχιζε ο εργαζόμενος κατ' εντολήν της και παρέβλεψε έτσι ότι τα καλώδια του δικτύου της ΟΤΕ ΑΕ στο σημείο όπου μπλέχτηκαν στο φορτηγό που οδηγούσε ο θανών, ήταν σε ιδιαίτερα χαμηλό ύψος για την ασφαλή διέλευση των οχημάτων με ύψος 3,70μ., όσο δηλαδή ήταν το ύψος του οδηγούμενου από τον Ε.

Σ. φορτηγού μέχρι τη χοάνη έκχυσης σκυροδέματος, και παρέλειψε εντέλει να ενημερώσει σχετικά τον εργαζόμενο οδηγό της τόσο για την ύπαρξη των καλωδίων όσο και για τον τρόπο αντιμετώπισης της επικίνδυνης κατάστασης που αυτός θα αντιμετώπιζε. Τούτο οφειλόταν προφανώς σε πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεών της απέναντι στον εργαζόμενο.

Ειδικότερα, υπό την ιδιότητά της ως εργοδότριας, ανέθεσε στον ανωτέρω παθόντα την εργασία μεταφοράς έτοιμου σκυροδέματος δια του ανωτέρω φορτηγού, χωρίς να μεριμνήσει να λάβα τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας, που μπορούσαν να εξασφαλίσουν επαρκή και κατά το δυνατόν ασφαλή διενέργεια της υπ' αυτού εκτελέσεως του άνω μεταφορικού έργου, ήτοι, δίχως, ως προαναφέρθηκε, να ελέγξει την οδό επί της οποίας επρόκειτο να κινηθεί ο εργαζόμενος και να γνωστοποιήσει σ' αυτόν τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία του, καθώς και τους τρόπους με τους οποίους όφειλε αυτός, σε περίπτωση ανάγκης, να εκτιμά τον κίνδυνο, στον οποίο ενδέχετο να εκτεθεί, κατά τρόπο ώστε να αντικαθιστά την τυχόν επιβαλλόμενη εκ των συνθηκών επικίνδυνη ενέργεια από μη επικίνδυνη ή έστω λιγότερο επικίνδυνη, δίδοντάς του τις κατάλληλες οδηγίες και πληροφορίες.

Σημειώνεται δε, ότι τα καλώδια του ΟΤΕ στη συγκεκριμένη περιοχή ήταν τοποθετημένα αρκετό χρονικό διάστημα πριν από τη χορήγηση της εντολής προς εκτέλεση του σχετικού δρομολογίου από τον παθόντα εργαζόμενο. Περαιτέρω, η εκκαλούσα, την κρίσιμη ανωτέρω ημερομηνία της επέλευσης του θανατηφόρου για τον εργαζόμενο ατυχήματος, απασχολούσε αυτόν επί 11 συνεχόμενες ώρες, με συνέπεια, ο τελευταίος, εξαιτίας του είδους και της χρονικής διάρκειας της απασχόλησης του, όταν εκτελούσε το συγκεκριμένο δρομολόγιο να βρίσκεται σε κατάσταση αυξημένης κόπωσης και, επακολούθως, να έχει μειωμένα αντανακλαστικά αντίδρασης, γεγονός που συντέλεσε στο να μην αντιληφθεί εγκαίρως ούτε την ύπαρξη των καλωδίων ούτε την εμπλοκή αυτών στη χοάνη του φορτηγού και στη συνέχεια, όταν ανήλθε επ' αυτής, να μη σκεφτεί το σωστό τρόπο αντιμετώπισης της κατάστασης, αλλά και κατά την προσπάθεια απεγκλωβισμού τους, να μη μπορέσει να κρατήσει την ισορροπία του.

Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι ο Ε. Σ. απασχολήθηκε με διακεκομμένο ωράριο δεν αποδείχθηκε, αφού άλλωστε με βάση την από 5/7/2006 δήλωση του ατυχήματος στην Επιθεώρηση Εργασίας από τον πρώτο των εκκαλούντων, η οποία ελήφθη υπόψη και για τη σύνταξη της υπ' αριθμ. 2.901/14-11-2006 έκθεσης αυτοψίας των Επιθεωρητών Εργασίας, ερωτηθείς αυτός σχετικώς, απάντησε ότι λόγω άσχημων καιρικών συνθηκών (βροχής) δεν εργάστηκαν από το πρωί μέχρι τις 12:00μμ, οπότε, προκειμένου να καλύψει δημιουργηθείσες ανάγκες της εταιρίας, ο θανών εργάστηκε μέχρι την ώρα που συνέβη το θανατηφόρο ατύχημα, και όχι ότι αυτός απασχολήθηκε διακεκομμένα από 08:30 έως 10:30, 11:30 έως 13:30 και 15:00 έως 20:00, όπως εκ των υστέρων δηλώθηκε, με το αριθμ. 1986/6-7-2006 (τροποποιητικό) πρόγραμμα ωρών εργασίας που αφορούσε στο θανόντα οδηγό, το οποίο απέστειλε η εργοδότρια εταιρία στο αρμόδιο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεωρήσεως Κεφαλληνίας και Ιθάκης για να αναγγείλει την αλλαγή του ωραρίου εργασίας του, κατ' άρθρο 3 ν. 3385/2005 (και έτσι χωρίς να έχει προβεί στις νόμιμες διαδικασίες έγκρισης για τη σχετική άδεια υπερωριακής απασχόλησης του άρθρου 2 του β.δ/τος της 28ης/1/1938 και του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3385/2005).

Ούτε άλλωστε το γεγονός ότι σταμάτησε την εργασία του από 13:30 έως 15:00, όπως κατέθεσε ο ενόρκως βεβαιώσας Γ. Μ.-Κ., αναιρεί ότι ο θανών βρισκόταν σε κατάσταση κόπωσης, αφού δεν αποδείχθηκε ότι τις ώρες αυτές δεν παρέμεινε στο χώρο της επιχείρησης, αλλά απομακρύνθηκε για να ξεκουραστεί, καθόσον από κανένα αποδεικτικό μέσο αυτό δεν προσεπιβεβαιώνεται.

Ούτε εξάλλου ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι ο θανών δεν ήταν σε κατάσταση κόπωσης, με την αιτιολογία ότι καθόλη τη διάρκεια της ημέρας πριν το ένδικο δρομολόγιο είχε εκτελέσει μόνο 4 δρομολόγια, έχοντας διανύσει μόλις 74 χιλιόμετρα, κρίνεται βάσιμος κατ' ουσίαν, καταρχήν διότι η εργασία του δεν τελείωνε κάθε φορά που έφτανε στον προορισμό του, αλλά καθόλη τη διάρκεια της ημέρας βρισκόταν στον τόπο που του όριζε η εργοδότρια του και υπό τις εντολές της τελευταίας.

Η κατάθεση δε του ενόρκως βεβαιώσαντος Α. Κ., ότι ήταν μία μέρα χωρίς κούραση στη δουλειά, με βάση και τα προσκομιζόμενα δελτία αποστολής, αναιρείται από την κατάθεση του πρώτου των εκκαλούντων, ότι απαιτήθηκε πλήρης απασχόληση του θανόντος για να καλυφθούν οι δημιουργηθείσες ανάγκες της εταιρίας και από την απολογία του ίδιου στο Δικαστήριο, όπου κατέθεσε ότι "δεν μπορούσε να διακοπεί η εργασία, ήταν πλάκα διάστρωσης 2ου ορόφου και δεν επιτρεπόταν η διακοπή, δεν μπορεί να διακοπεί αυτή η εργασία και εξ αυτού του λόγου και του καιρού είχε γίνει υπέρβαση ωραρίου χωρίς να το ξέρει ο επόπτης", σημειουμένου ωστόσο ότι με βάση τα προσκομισθέντα από τους εκκαλούντες δελτία αποστολής τόσο της ίδιας όσο και της προτεραίας ημέρας, δεν αποδείχθηκε άλλη μεταφορά σκυροδέματος στα Δελλαπορτάτα είτε από το θανόντα είτε από άλλον οδηγό.

Πέραν δε τούτου, η δεύτερη των εκκαλούντων δεν προσκόμισε στην Επιθεωρήτρια Εργασίας το βιβλίο δρομολογίων του φορτηγού, που της ζητήθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. πρωτ. 64/2006 δελτίου ελέγχου, προκειμένου να διαπιστωθούν οι ώρες έναρξης και λήξης εργασίας του θανόντος οδηγού κατά την ημέρα του ατυχήματος, επικαλούμενη αφαίρεση τόσο αυτού όσο και του ταχογράφου του φορτηγού από άγνωστα άτομα.

Ως προς την αφαίρεση των ως άνω στοιχείων λεκτέον ότι, ενώ κατά τον ισχυρισμό των εκκαλούντων, τον οποίο επιβεβαιώνει και ο πρώτος εξ αυτών στην από 9/4/2008 ένορκη εξέτασή του ως μάρτυρα προανακριτικά (και στην οποία αναφέρεται με το από 27/12/2008 απολογητικό του υπόμνημα), αυτά αφαιρέθηκαν στις 5/7/2006, σε περιστατικό που συνέβη στο χώρο του λατομείου της δεύτερης των εκκαλούντων με (τρίτα μη διάδικα) μέλη της οικογένειας του θανόντος, χωρίς όμως αυτό να έχει δηλωθεί στα αρμόδια αστυνομικά όργανα που επιλήφθηκαν του περιστατικού, ο Ν.

Λ., υπεύθυνος στην παρασκευή και διάθεση σκυροδέματος του εργοταξίου της δεύτερης των εκκαλούντων στο Λιβάδι Κεφαλληνίας, στην από 18/7/2006 κατάθεση του ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων, κατέθεσε ότι η απώλεια των στοιχείων αυτών έγινε αντιληπτή σε μεταγενέστερο χρόνο από τον αναφερόμενο από τους ίδιους τους εκκαλούντες και δη στις 6/7/2006 και συνεπώς, δεν θα μπορούσαν να έχουν δηλώσει την απώλεια προφορικά στους αστυνομικούς που ήταν παρόντες στα γεγονότα της 5/7/2006, όπως αβασίμως ισχυρίζονται.

Αλλά και ενώ με το προαναφερόμενο υπ' αρ. 64/2006 δελτίο ελέγχου η δεύτερη εκκαλούσα κλήθηκε από την Υπεύθυνη Εργασίας Αργοστολίου να προσκομίσει το βιβλίο δρομολογίων του φορτηγού που οδηγούσε ο θανών, ουδέν σχετικά με την απώλεια των στοιχείων αυτών δήλωσε, οπότε και στις 17/7/2006 έγινε επιτόπιος έλεγχος από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Υπηρεσίας Επιθεώρησης στο εργοτάξιο της εκκαλούσας στο Λιβάδι, όπου εδρεύει η επιχείρηση, οπότε και ούτε τότε προσκομίστηκε το βιβλίο, ούτε όμως αναφέρθηκε στους υπαλλήλους οτιδήποτε σε σχέση με κλοπή του, αν και κατά τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων βρίσκονταν ήδη σε γνώση της απώλειάς του, αλλά ζητήθηκε από τους υπαλλήλους να αναζητήσουν αυτό στα γραφεία της επιχείρησης στην περιοχή ..., ακολούθως δε, την επόμενη ημέρα, απεστάλη στην Υπηρεσία Επιθεώρησης τηλεομοιοτυπικώς έγγραφη απάντηση, σύμφωνα με την οποία η εργοδότρια εταιρία, δια του νομίμου εκπροσώπου της υποστήριζε ότι το βιβλίο δρομολογίων είχε κλαπεί από την επιχείρηση και συγκεκριμένα στις 5/7/2006 κατά τη διάρκεια βιαιοπραγιών στο χώρο που βρισκόταν το φορτηγό αυτοκίνητο (βλ.

από 15/6/2008 ένορκη κατάθεση της Υπεύθυνης Εργασίας Φ. Μ. κατά την προανάκριση), την ίδια δε ημέρα έγινε και η σχετική κατάθεση του Ν. Λ. με το προαναφερθέν αντιφατικό περιεχόμενο. Εάν η εκκαλούσα, δια του νομίμου εκπροσώπου της και τεχνικού ασφαλείας εκκαλούντος, αλλά και των λοιπών προστηθέντων οργάνων της, δεν είχε παραλείψει να ελέγξει επισταμένως τη διαδρομή που θα εκτελούσε ο εργαζόμενος και να ενημερώσει αυτόν για τους κινδύνους, στους οποίους αυτός θα εκτίθετο και δεν απασχολούσε αυτόν διαρκώς για πλέον των 11 ωρών κατά τη διάρκεια της ίδιας ημέρας στη συγκεκριμένη επίπονη εργασία, με συνέπεια την κόπωσή του, ευχερώς θα είχε αποφευχθεί το ατύχημα, δεδομένου ότι ο εργαζόμενος της αφενός μεν θα είχε ενημερωθεί ότι τα καλώδια ήταν αναρτημένα σε μη ασφαλές για τους χρήστες της οδού ύψος, αλλά και θα είχε διαπιστώσει και ο ίδιος τον κίνδυνο και όντας ενήμερος θα είχε αποφύγει τα καλώδια ή θα είχε ενεργήσει διαφορετικά, ώστε να αποφύγει τον εγκλωβισμό τους στη χοάνη εισαγωγής σκυροδέματος του φορτηγού, αλλά και, περαιτέρω, την (ανεπιτυχή) προσπάθεια απεγκλωβισμού των καλωδίων από τον ίδιο ή θα προέβαινε στον απεγκλωβισμό τους με ορθό τρόπο, ώστε να αποφύγει την πτώση του και το θανάσιμο τραυματισμό του.

Οι παραπάνω παραλείψεις τελούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, κατά το οποίο επήλθε ο θάνατος του Ε. Σ., διότι κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκώς ικανές (πρόσφορες) να επιφέρουν το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επήλθε.

Στο αποτέλεσμα αυτό συντέλεσε όμως και ο θανών με δικό του πταίσμα, κατά ποσοστό 50% και πρέπει, ως εκ τούτου, να γίνει εν μέρει δεκτή η σχετική νόμιμη (άρθρο 300 ΑΚ) ένσταση των εναγομένων-εκκαλούντων περί συντρέχοντος πταίσματος ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Ειδικότερα, αυτός ευθύνεται, διότι, οδηγώντας αμελώς, χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του το φορτηγό αυτοκίνητο, δεν αντιλήφθηκε εξαρχής την ύπαρξη των καλωδίων στην πορεία του, με συνέπεια να εγκλωβιστούν αυτά στο όχημα, ακολούθως δε δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τον εγκλωβισμό αυτών, με συνέπεια να καταστήσει ακόμη δυσκολότερο τον απεγκλωβισμό τους και να απαιτείται υπερένταση των δυνάμεών του στην προσπάθεια που κατέβαλε για να τα απεγκλωβίσει.

Περαιτέρω δε, ανήλθε εντελώς βιαστικά στην κορυφή της βαρέλας, όπως μαρτυρά το γεγονός ότι κατέβηκε από τη θέση του οδηγού αφήνοντας τη μηχανή του φορτηγού αναμμένη και μάλιστα χωρίς να φορέσει το κράνος, που είχε στην κατοχή του, αλλά άφησε αυτό στο κάθισμα του συνοδηγού, όπου και ανευρέθηκε μετά το ατύχημα, ούτε τουλάχιστον να χρησιμοποιήσει κάποιο σχοινί συγκρατήσεως του σώματος του.

Αν ο Ε. Σ. είχε φορέσει το κράτος του, είναι σφόδρα πιθανό, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να είχε αποφευχθεί ο θανάσιμος τραυματισμός του, ο οποίος προκλήθηκε από τις σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις που υπέστη κατά την πτώση του στο έδαφος από την κορυφή της βαρέλας, ήτοι από ύψος 3,70μ.. Και όντας όμως ανεβασμένος στην κορυφή του οχήματος, αφού διαπίστωσε την εμπλοκή των καλωδίων στη χοάνη της βαρέλας, αντί να κατέβει αμέσως και να ειδοποιήσει τηλεφωνικά την εργοδότρια, ώστε να λάβει σχετικές εντολές και οδηγίες, αλλά και τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές ή την πυροσβεστική υπηρεσία, προκειμένου να λάβει οδηγίες, για το τι έπρεπε να πράξει και κυρίως τι έπρεπε να αποφύγει να πράξει, ώστε να μην εκτεθεί σε κίνδυνο ζωής ή σωματικής βλάβης, όπως δηλαδή θα ενεργούσε ο μέσος συνετός επαγγελματίας οδηγός, εκείνος προτίμησε να επιχειρήσει μόνος του την απεμπλοκή των καλωδίων και δη με γυμνά χέρια, ενέργεια που, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν ήταν η αναμενόμενη, δεδομένου ότι δεν μπορούσε μετά βεβαιότητας να γνωρίζει ότι αυτά δεν μεταφέρουν ηλεκτρικό φορτίο και ότι, αγγίζοντάς τα δεν θα κινδύνευε να υποστεί ηλεκτροπληξία και να χάσει τη ζωή του και περαιτέρω, είχε ως συνέπεια να απωλέσει την ισορροπία του, να πέσει στο έδαφος από το ύψος των 3,70μ.

και να τραυματιστεί θανάσιμα. Επομένως, ο θανών, αν και είχε εμπειρία από τη συγκεκριμένη εργασία και ήταν σε θέση να αντιλαμβάνεται τους προερχόμενους από τη φύση της εργασίας αυτής κινδύνους και αν και γνώριζε ότι ο ανωτέρω κίνδυνος επιτείνεται λόγω της έλλειψης προστατευτικών μέτρων, εντούτοις, δεν κατέβαλε την απαιτούμενη στην περίπτωση αυτή επιμέλεια, ώστε να αποφύγει κάθε πράξη, που θα τον έθετε σε κίνδυνο και προέβη αμελώς στις προαναφερθείσες ενέργειες, μη ακολουθώντας ούτε τις οδηγίες που κατά την κοινή πείρα ακολουθούνται στο ανέβασμα σε τέτοιο ύψος και την αστάθεια που προκαλείται στη χοάνη του φορτηγού.

Οι παραπάνω πράξεις και παραλείψεις τελούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, κατά το οποίο επήλθε ο θάνατος του Ε. Σ., διότι κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκώς ικανές (πρόσφορες) να επιφέρουν το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επήλθε [...].

Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε ότι βαρύνει τους εκκαλούντες ήδη αναιρεσείοντες υπαιτιότητα (αμέλεια) για το θάνατο του πατέρα των δεύτερου και τρίτης αναιρεσίβλητων Ε. Σ., η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το ως άνω επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, και αφού περαιτέρω δέχθηκε ότι συνυπαίτιος για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος κατά ποσοστό 50% ήταν ο θανών, με την εν μέρει παραδοχή ως κατ'ουσίαν βάσιμης της σχετικής περί συνυπαιτιότητας αυτού ένστασης των εκκαλούντων ήδη αναιρεσειόντων, απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους έφεσης, που αναφέρονταν στην υπαιτιότητα, επικυρώνοντας ως προς το κεφάλαιο αυτό την πρωτόδικη απόφαση , που είχε δεχθεί τα ίδια.

Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι με το να δεχθεί πως ο θανάσιμος τραυματισμός του παθόντος Ε. Σ., πατέρα των ως άνω εναγόμενων ήδη δεύτερου και τρίτης αναιρεσίβλητων οφείλεται και σε αμελή συμπεριφορά(συνυπαιτιότητα) των ίδιων:

Α) παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 914 επ., 297, 298 και 330 ΑΚ καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας(κατά την ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων), καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα δέχθηκε δεν θεμελιώνουν αμελή συμπεριφορά του πρώτου απ' αυτούς καθώς και των προστηθέντων της δεύτερης γιατί:

α) Δεν καθιερώνεται από διάταξη νόμου, κανονισμού ή διατάγματος ούτε από το γενικό καθήκον πρόνοιας του εργοδότη, ούτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη υποχρέωση του εργοδότη οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου να ελέγχει το οδικό δίκτυο και τη διαδρομή που θα ακολουθήσει ο οδηγός κατά την εκτέλεση της εργασίας του και, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι παρεμβάλλονται εμπόδια ή κίνδυνοι, να τον ενημερώσει και να του δώσει οδηγίες για τον τρόπο αντιμετώπισής τους, αλλά οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι κατά την οδήγηση αντιμετωπίζονται από τον οδηγό στα πλαίσια των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, β) η απασχόληση του οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου πέραν του νόμιμου ωραρίου των οκτώ (8) ωρών επιτρέπεται σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως ,μεταξύ άλλων, όταν είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση επείγουσας γενικά εργασίας(ολοκλήρωση κατασκευής από μπετόν) σύμφωνα με τις διατάξεις του Β.Δ.

της 28.1/4-2-1938, και του Β.Δ. 882/1961 για επιπλέον δύο (2) ώρες και δεν θεμελιώνει άνευ άλλου τινός ευθύνη του εργοδότη, αν δεν συνδυάζεται με ειδικές περιστάσεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η επί έντεκα (11) ώρες απασχόληση του παθόντος εργαζόμενου, που ήταν νέος και υγιής, χωρίς, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, να υπάρχει αναφορά σε συνεχή οδήγηση, δεν συνεπάγεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, άνευ άλλου τινός κόπωση αυτού και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να επηρεάζει την ικανότητά του στην οδήγηση.

Σε κάθε περίπτωση και, αν ακόμη η κατά τα ανωτέρω συνεχής απασχόληση του προκάλεσε κόπωση, αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, γιατί η ύπαρξη των ως άνω καλωδίων στο οδόστρωμα σε ύψος 3,50 μ. αντί 3,70 μ., δεν θα γινόταν αντιληπτή ούτε από το μέσο οδηγό, που δεν θα βρισκόταν σε κατάσταση κόπωσης.

Β) παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης(θεμελίωση αμέλειας αυτών για το θανάσιμο τραυματισμό του παθόντος) και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα: α) ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι η τέταρτη εναγόμενη ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία είχε υποχρέωση ως εργοδότρια να ελέγξει το οδικό δίκτυο και τη διαδρομή που θα ακολουθούσε ο εργαζόμενος σε αυτήν οδηγός, το παρέλειψε και εν τέλει παρέλειψε να τον ενημερώσει για την ύπαρξη των καλωδίων σε ιδιαίτερα χαμηλό ύψος για τη διέλευση οχημάτων με ύψος 3,70 μ., όπως αυτό που εκείνος οδηγούσε, και για τον τρόπο διαχείρισης της κατάστασης που θα αντιμετώπιζε, δεν αναφέρει από ποια διάταξη νόμου, διατάγματος ή κανονισμού πηγάζουν οι ανωτέρω υποχρεώσεις της ή αν εντάσσονται στο γενικό καθήκον πρόνοιας, καθόσον η συμμόρφωση του εργοδότη σε μια τέτοια υποχρέωση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη λογική και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, εκτός εάν ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τη ζωή και την υγεία του εργαζόμενου είναι γνωστός στον εργοδότη ή σφόδρα προβλέψιμος, οπότε αυτός έχει σχετική υποχρέωση στα πλαίσια του γενικού καθήκοντος πρόνοιας να τον ενημερώσει και να του δώσει οδηγίες, γεγονός που δεν περιέχεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, β) ενώ αναφέρει ότι στην πρόκληση του ατυχήματος συνετέλεσε και η κόπωση του παθόντος οδηγού επειδή αυτός απασχολήθηκε συνεχώς επί έντεκα (11) ώρες δεν προσδιορίζει:

αν η οδήγηση ήταν συνεχής ή διακεκομμένη, πόσα δρομολόγια εκτέλεσε, πόσα χιλιόμετρα διήνυσε, πότε ακριβώς έγινε το ατύχημα, πότε άρχισε την εργασία του, τη συγκεκριμένη ημέρα αν οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες(βροχή) τις οποίες δέχεται ότι υπήρξαν επηρέασαν το χρόνο πραγματικής απασχόλησης του εργαζόμενου και πώς εξηγείται ότι, ενώ δέχεται ότι αυτός απασχολήθηκε συνεχώς επί έντεκα (11) ώρες πραγματοποίησε μόνον πέντε(5) δρομολόγια και διήνυσε μόνον εβδομήντα τέσσερα (74) χιλιόμετρα.

Περαιτέρω δεν αναφέρει πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη της κόπωσής του και δεν διευκρινίζει αν η κόπωση ήταν σωματική ή πνευματική, διάκριση η οποία έχει σημασία για την κρίση, αν και με ποιο τρόπο επηρεάστηκε η ικανότητά του για ορθή και αποτελεσματική αντίδραση και γ) δεν αναφέρει σε τι συνίσταται η αμελής συμπεριφορά του πρώτου απ'αυτούς και των προστηθέντων της δεύτερης σχετικά με την πτώση του παθόντος από την κορυφή του οχήματος και τον εντεύθεν θανάσιμο τραυματισμό του, ενόψει και του ότι, κατά τις παραδοχές, δεν τους ειδοποίησε, όπως όφειλε, για το πρόβλημα που εμφανίσθηκε.

Ο λόγος αυτός: Ι) Κατά το μέρος που αφορά αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και κατά το στοιχείο Αβ είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με την αμέλεια των ως άνω εναγόμενων ήδη αναιρεσειόντων για το θανάσιμο τραυματισμό του παθόντος, δέχθηκε ανέλεγκτα, ότι η κόπωση αυτού οφειλόταν στη υπέρβαση του ωραρίου και τη συνεχή επί έντεκα (11) απασχόλησή του σε συνδυασμό με το είδος της εργασίας που αυτός παρείχε και όχι αποκλειστικά και μόνο στην υπέρβαση του ωραρίου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες.

Μετά ταύτα ο ίδιος λόγος, κατά το στοιχείο Αα, είναι αλυσιτελής, καθόσον η μη πληττόμενη αποτελεσματικά υπό στοιχείο Αβ αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Περαιτέρω, η αιτίαση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας γιατί, σύμφωνα με αυτά η προαναφερθείσα παραβίαση του ωραρίου του θανόντος δεν συνεπάγεται άνευ άλλου τινός κόπωση και σε κάθε περίπτωση δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος είναι προεχόντως απορριπτέα ως αόριστη, αφού οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριό τους, ποια ήταν τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (επιστήμης, φυσικής και μηχανικής ορθής), που κατά τους ισχυρισμούς τους, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε, ούτε η σύνδεση αυτών με την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου που εφαρμόσθηκαν.

Κατά τα λοιπά η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται απαράδεκτα στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε κανόνες δικαίου.

ΙΙ) Κατά το μέρος αυτού που αφορά την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και κατά το στοιχείο Βα είναι απαράδεκτος, γιατί η μη αναφορά των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, ενώ κατά τα στοιχεία Ββ και Βγ αβάσιμος.

Ειδικότερα οι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση παραδοχές ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα την κρίσιμη ημερομηνία επέλευσης του θανατηφόρου ατυχήματος, απασχόλησε τον παθόντα, ο οποίος είχε προσέλθει στο χώρο ανάληψης εργασίας ώρα 8.00 της πιο πάνω ημέρας, επί έντεκα(11) συνεχόμενες ώρες με συνέπεια, όταν περί ώρα 20.00 της ίδιας ημέρας και ενώ εκτελούσε την εργασία (δρομολόγιο μεταφοράς έτοιμου σκυροδέματος) που η ίδια του είχε αναθέσει, ο τελευταίος εξ αιτίας της χρονικής διάρκειας και του είδους της απασχόλησής του, όταν εκτελούσε το συγκεκριμένο δρομολόγιο, να βρίσκεται σε κατάσταση αυξημένης κόπωσης και, συνακόλουθα να έχει μειωμένα αντανακλαστικά αντίδρασης, γεγονός που συνετέλεσε στο να μην αντιληφθεί έγκαιρα ούτε την ύπαρξη των καλωδίων ούτε την εμπλοκή αυτών στη χοάνη του φορτηγού και στη συνέχεια, όταν ανήλθε επ' αυτής να μη σκεφτεί το σωστό τρόπο αντιμετώπισης της κατάστασης, αλλά και κατά την προσπάθεια απεγκλωβισμού τους, να μη μπορέσει να κρατήσει την ισορροπία του, ενώ εάν δεν τον απασχολούσε διαρκώς πλέον των έντεκα (11) ωρών κατά τη διάρκεια της ίδιας ημέρας στη συγκεκριμένη επίπονη εργασία με συνέπεια την κόπωσή του, ευχερώς θα είχε αποφευχθεί το ατύχημα, καθόσον θα είχε διαπιστώσει ο ίδιος τον κίνδυνο από την ανάρτηση των καλωδίων σε μη ασφαλές για τους χρήστες της οδού ύψος και θα τα είχε αποφύγει ή θα είχε αντιδράσει διαφορετικά, ώστε να αποφύγει τον εγκλωβισμό τους στη χοάνη εισαγωγής σκυροδέματος του φορτηγού και περαιτέρω θα είχε αποφύγει την ανεπιτυχή προσπάθεια απεγκλωβισμού των καλωδίων από τον ίδιο ή θα προέβαινε στον απεγκλωβισμό τους με τον ορθό τρόπο, ώστε να αποφύγει την πτώση του και το θανάσιμο τραυματισμό του, αρκούν για τη θεμελίωση αμέλειας αυτών στην επέλευση του θανατηφόρου τραυματισμού του παθόντος.

Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί ανεπάρκειας των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης επί του κρίσιμου ζητήματος της αμέλειάς τους στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, που πιο πάνω αναφέρονται με στοιχείο Ββ και Βγ, [με εξαίρεση τις αναφερόμενες ως ελλείψεις λόγω της μη αναφοράς του χρόνου έναρξης της εργασίας του θανόντος, του χρόνου όπου έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, καθώς και σε τι συνίσταται η αμελής συμπεριφορά των αναιρεσειόντων σχετικά με την πτώση του θανόντος, οι οποίες είναι αβάσιμες, αφού τα στοιχεία αυτά ρητά αναφέρονται], είναι απαράδεκτες, καθόσον δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά αφορούν την πληρέστερη κατά την άποψη των αναιρεσειόντων ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας(άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως ο πρώτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

Με τον δεύτερο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι με το να δεχθεί πως η αμελής συμπεριφορά τους συνδέεται αιτιωδώς με το ως άνω επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα δηλαδή το θανάσιμο τραυματισμό του παθόντος Ε.

Σ., συγγενούς των ως άνω εναγόμενων ήδη αναιρεσίβλητων και ότι συνυπαίτιος γι' αυτό είναι ο ίδιος ο παθών, αντί του ορθού ότι, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες παραδοχές της, η αμελής συμπεριφορά τους εκτείνεται μέχρι την εμπλοκή των καλωδίων του ΟΤΕ στη χοάνη της μπετονιέρας και ο θανάσιμος τραυματισμός του παθόντος οφείλεται αποκλειστικά στην αμελή συμπεριφορά του ίδιου, η οποία διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της δικής τους αμελούς συμπεριφοράς και του θανάσιμου τραυματισμού του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914 επ., 297, 298, 300 και 330 εδ.

α ΑΚ. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αφορά αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, καθόσον με τα πραγματικά περιστατικά που, αναιρετικά ανέλεγκτα δέχθηκε το Εφετείο, η ενέργεια των εναγόμενων ήδη αναιρεσειόντων να απασχολήσουν τον θανόντα επί έντεκα (11) συνεχόμενες ώρες, με συνέπεια ο τελευταίος εξ αιτίας του είδους και της χρονικής διάρκειας της απασχόλησής του, όταν εκτελούσε το συγκεκριμένο δρομολόγιο να βρίσκεται σε κατάσταση αυξημένης κόπωσης και να έχει μειωμένα αντανακλαστικά αντίδρασης τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τον επελθόντα θάνατο του, γιατί είναι γεγονός καθεαυτό ικανό και μπορούσε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα που επέφερε δηλαδή το θάνατο του επί έντεκα(11) ώρες εργαζόμενου οδηγού μεταφοράς έτοιμου σκυροδέματος, λόγω της συνακόλουθης, ανεξάρτητα από την ηλικία του, κόπωσης αυτού.

Ο ίδιος λόγος αυτός κατά το μέρος που αφορά αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή δεν διευκρινίζεται αν και με πιο τρόπο επέδρασε η κόπωση στις αμελείς ενέργειες του παθόντος είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν πρόκειται για παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά αφορούν την πληρέστερη κατά την άποψη των αναιρεσειόντων ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας(άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Τέλος, με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, χωρίς αντιφάσεις και ενδοιαστικές αιτιολογίες ως προς την υπαιτιότητα των εναγόμενων ήδη αναιρεσειόντων και τη συνυπαιτιότητα του θανόντος. Ειδικότερα, ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ της παραδοχής ότι οι εναγόμενοι ήδη αναιρεσείοντες είναι υπαίτιοι για το θανάσιμο τραυματισμό του παθόντος, αλλά συνυπαίτιος είναι και ίδιος κατά ποσοστό 50%, επειδή, μεταξύ άλλων, δε φορούσε το κράνος του, το οποίο, αν φορούσε είναι σφόδρα πιθανό ότι θα είχε αποφευχθεί ο θανάσιμος τραυματισμός του.

Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008).

Δεν συνάγεται δε ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση, ενώ ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) (ΑΠ 498/2018).

Για την πληρότητα του λόγου αυτού πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, ενώ αυτά προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους, να αναφέρεται επίσης ότι έγινε παραδεκτή επίκληση και προσκομιδή τους, και ν'αναφέρεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε αυτό, προκειμένου να κριθεί εάν αυτός ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης και το αποδεικτικό μέσο χρήσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 376/2022, ΑΠ 1252/2022, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 333/2009).

Για τον έλεγχο δε της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 12/2015).

Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο του αναίρεσης, ορθά από τον αριθμό 11 εδ. γ'(και όχι εδ. β' που αναφέρεται στην αναίρεση) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη το υπ'αριθμ. ... από 11-2-2011 έγγραφο της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας με το συνημμένο από 11-2-2011 πιστοποιητικό της ίδιας Υπηρεσίας, το οποίο προσκόμισαν τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό, για να αποδείξουν τον ουσιώδη, προς αντίκρουση του θεμελιωτικού της αμελούς συμπεριφοράς τους ισχυρισμό των εναγόμενων ήδη αναιρεσίβλητων περί συνεχούς επί έντεκα (11) ώρες απασχόλησης του θανόντος, δικό τους ισχυρισμό, ότι ο τελευταίος εργάστηκε χωρίς να υπερβεί το νόμιμο οκτάωρο, διότι, λόγω της βροχόπτωσης που δεν επέτρεπε την χρήση έτοιμου σκυροδέματος, τροποποίησαν νόμιμα το ωράριο εργασίας του θανόντος από συνεχές σε διακεκομμένο, ενώ, αν είχε λάβει υπόψη το πιο πάνω έγγραφο, η κρίση της θα ήταν διαφορετική, όσον αφορά το χρόνο απασχόλησης του θανόντος οδηγού.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο έγινε η επίκληση του εγγράφου αυτού στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, καθόσον, ανεξάρτητα από το ότι δεν προσκομίζεται το εν λόγω έγγραφο , σύμφωνα με τα πιο πάνω εκτιθέμενα, ώστε να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτού, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η λήψη ή μη λήψη του υπόψη από το Εφετείο, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρει (13ο φύλλο) ότι λήφθηκαν υπόψη και "[..]τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων[...]" σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναμφίβολα προκύπτει, ότι το ως άνω φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού και καθενός εγγράφου.

Η άποψη των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση του επίμαχου αποδεικτικού μέσου θα οδηγούσε το δικαστήριο σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν και συγκεκριμένα, ότι ο θανών εργάστηκε λιγότερες ώρες οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακόλουθα, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν προσηκόντως και κατέθεσαν προτάσεις(άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31 Ιανουαρίου 2022 με αριθμό καταθ. 9/31-1-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ 276/13-7-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ