Legislator Case Law & Legislation
1299/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal on public sector salary law interpretation while dismissing main claim.

Case Number 1299/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding public sector salary reductions. The appellant argued that the lower court incorrectly applied specific statutes governing public sector remuneration, while the respondents sought dismissal. The court ruled that the statutory provisions were constitutionally valid and the lower court's interpretation was erroneous, thereby overturning the judgment on the subsidiary ground but rejecting the primary claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1st para. 1 and 2 of Art. 576 of the Code of Civil Procedure; Article 143 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Articles 29 para. 2 and 31 of Law 4024/2011; Article 1st para. 1 of Law 4354/2015: The Supreme Court may examine ex officio procedural defects and substantive law errors regarding public sector salary regulations, allowing the appeal if the lower court misapplied the constitutionally valid statutory framework.

Keywords

AI generated
public sector salary Code of Civil Procedure substantive law error ex officio review constitutional validity remuneration reduction appeal procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 para. 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 143 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 1st para. 1 of Law 4354/2015
Article 29 para. 2 of Law 4024/2011
Article 31 of Law 4024/2011
Article 1st para. 1 of Law 4093/2012
Article 31 of Law 4354/2015

Cited Case Law

AI generated
Case 1121/2020
Case 24/2016
Case 1/2021
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1299 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1299/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ" και τον διακριτικό τίτλο "Ο.Σ.Υ Α.Ε" η οποία προσήλθε από τη συγχώνευση με απορρόφηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΚΙΝΗΤΑ ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΑΘΗΝΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (Η.Λ.Π.Α.Π. ΑΕ) από την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΡΜΙΚΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ" (Ε.ΘΕ.Λ. Α.Ε.), που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπούρλο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) …, και 10) …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Πουρνάρα, με δήλωση το άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νίκαιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2609/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 20/10/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικο του.

Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντίθετα, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης κλπ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1121/2020, ΑΠ 24/2016).

Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ.4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 667/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 1034/2019).

Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα της απόφασης ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (ΑΠ 1305/2020, ΑΠ 153/2019, ΑΠ 364/2016).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως η παρ.3 του άρθρου 96 συμπληρώθηκε με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017, προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου έχουν υποχρέωση οι διάδικοι να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υφίσταται πληρεξουσιότητα, ενώ ως προς την συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται μόνον με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και προκειμένου περί υποθέσεων εργατικών διαφορών και με ιδιωτικό έγγραφο που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημοσία ή δημοτική αρχή και ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως κατά πάσα στάση της δίκης την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, της οποίας η έλλειψη ή η μη προσήκουσα χορήγηση συνεπάγεται την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά την συζήτηση της υπόθεσης και την κήρυξη ως άκυρων όλων των προπαρασκευαστικών πράξεων και των κλήσεων (ΑΠ 954/2020, ΑΠ 676/2020, ΑΠ 711/2019, ΑΠ 356/2019).

Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με αριθ. 2724Ε/1.2.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Α. Μ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 20 Οκτωβρίου 2020 με αριθμ. καταθ. 8097/701/21.10.2020 αίτησης αναίρεσης της με αριθ. 2609/24.7.2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με πράξη ορισμού, ως αρμοδίου, του Β2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο στις 28 Σεπτεμβρίου 2021 και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε, αιτήσει των αναιρεσίβλητων, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτής, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την παρασταθείσα ενώπιον ως άνω του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου πληρεξούσια δικηγόρο των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων Α.

Π., η οποία, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης . Κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης όλοι οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Πουρνάρα.

Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας από τον πέμπτο (5ο) αναιρεσίβλητο Π. Σ. στην ως άνω δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει στην παρούσα αναιρετική δίκη. Εφόσον, δε, ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν μετέχει με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος στη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, για την οποία, όπως προεκτέθηκε, κλήθηκε να παραστεί, δεδομένου ότι η αναβολή της συζήτησης εκ του πινακίου θεωρείται ως κλήτευση προς όλους τους διαδίκους (άρθρο 226 παρ.4 εδαφ.δ ΚΠολΔ), θεωρείται δικονομικά απών.

Συνεπώς πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία του. Με την από 20 Οκτωβρίου 2020 με αριθμ. καταθ. 8097/701/21.10.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2609/24.7.2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθμό 25/13.4.2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Νικαίας.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 15.9.2017 με αριθ. κατ. 49/19.9.2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και εξαφανίστηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία την από 22.12.2015 και με αριθμό κατ. 136/28.12.2015 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά το επικουρικό αίτημα της κυρίας βάσης.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε και ερεύνησε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της, ενώ δέχθηκε την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στους ενάγοντες κι ήδη αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα σε έκαστο εξ αυτών ποσά.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ) είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Ο ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο- βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α` 226/27-10-2011), ορίζει στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού και υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α` και Β` βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", τα εξής:

Στο άρθρο 4, ότι "1. Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), [...]. 2.

Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, [...] εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17". Στο άρθρο 6 παρ.1, αυτού ορίζεται ότι "Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης - Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) - κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, [...]", στο άρθρο 12 του νόμου αυτού καθορίζεται το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του άρθρου 4 με την κατάταξή τους σε μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) ανάλογα του χρόνου υπηρεσίας τους, και στο άρθρο 14 καθορίζονται οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου.

Στο άρθρο 29 παρ.2 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ. 3 της ΠΝΠ 16/16-12-2011 (ΦΕΚ Α` 262/16-12-2011), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4047/2012 (ΦΕΚ Α 31/23.2.2012) ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: [α)...

β)... γ)...]. Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής:

α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου".

Εξάλλου, στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", ορίζεται στην παρ.1 αυτού ότι: "α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005 (Α` 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ.1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α` 212), με εξαίρεση τα ΝΠΙΔ του ν. 3864/2010 (Α` 119) και άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (Α` 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους. [...]".

Στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου, όπως αυτές συμπληρώθηκαν από τις παρ. 3 και 4, αντίστοιχα, του άρθρου 1 της από 31-12-2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α` 268/31-12-2011), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 (Α` 31) και έχει ισχύ νόμου από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ορίζεται ότι: "3.

Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ` εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο. [...].

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου καθ` ύλην Υπουργού μπορεί να εξαιρούνται κλάδοι ή ειδικότητες των φορέων της υποπαραγράφου 1α από τα ανώτατα όρια μηνιαίων τακτικών αποδοχών που προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια της παρούσης παραγράφου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, δεν υπερβαίνει τα όρια που ορίζονται στην επόμενη παράγραφο του παρόντος άρθρου. 4.

Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900,00) ευρώ το μήνα. Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%".

Ακόμη, στην παρ. 7 του άρθρο 31 του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζομένους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 29", στο δε άρθρο 32 παρ. 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1.11.2011".

Με το νόμο αυτό επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της Χώρας (ΟλΑΠ 1/2021).

Περαιτέρω, ο ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016" (ΦΕΚ Α 222/12.11.2012), στην παράγραφο Γ`, υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου αυτού, υπό τον τίτλο "Μισθολογικές Διατάξεις του Δημοσίου Τομέα", περ. 2 και 12, ορίζει, αντίστοιχα, τα εξής: "2.

Αναστέλλεται μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β` του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α` 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31.10.2012" και "12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005 (Α` 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α` 212). [...].

Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Με τις διατάξεις του νόμου αυτού, προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο στο πλαίσιο αυτό για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω ν. 4093/2012, την ένταξη από 1-1-2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο, που είχε θεσπιστεί με το ν. 4024/2011.

Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, που αποσκοπεί στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας, όσο και τη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν κατ` αρχήν τη λήψη μέτρων ρύθμισης μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟλΑΠ 1/2021).

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι και τα αναφερόμενα στην περ. 12 της παραγράφου Γ` υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 νομικά πρόσωπα λειτουργούν χάριν του δημοσίου συμφέροντος και, λόγω ακριβώς της ουσιαστικής ένταξής τους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και του σκοπού τους, είναι δυνατή, με ειδική νομοθετική πρόβλεψη, η υπαγωγή τους σε καθεστώς μισθολογικών μέτρων, που αποσκοπούν στην αναμόρφωση του συστήματος οικονομικών απολαβών του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης (ΟλΑΠ 1/2021).

Εξάλλου, με το ν. 4354/2015, με τον οποίο επαναρρυθμίσθηκαν οι διατάξεις περί μισθολογίου του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, και ειδικότερα με το άρθρο 34, από την έναρξη ισχύος αυτού (1.1.2016) καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του ν. 4024/2011, η περ. 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ. Γ` του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, ενώ στο άρθρο 31 παρ.1 του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α` 176/16-12-2015), ορίζεται ότι "Στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ.

Γ` του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α` 222), προστίθεται νέο εδάφιο, από τότε που ίσχυσε, ως εξής: Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύει από 1.1.2013". Εξάλλου στο άρθρο 1 του ν. 3920/2011 "Εξυγίανση, αναδιάρθρωση και ανάπτυξη των αστικών συγκοινωνιών Περιφέρειας Αττικής και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α` 33/3-3-2011), ορίζεται ότι:

Οι δημόσιες συγκοινωνίες, που εκτελούνται μέσα στα όρια της Περιφέρειας Αττικής, όπως αυτή ορίζεται στο ν. 3852/2010 (ΦΕΚ Α` 87), εκτός από τις νήσους, οι οποίες εξυπηρετούν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον, αναδιαρθρώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Όπου στον παρόντα νόμο γίνεται μνεία στον "Όμιλο ΟΑΣΑ" ή στις "Εταιρίες του Ομίλου ΟΑΣΑ" νοούνται ο ΟΑΣΑ και οι εταιρίες της παραγράφου 1 του άρθρου 7 (παρ.1).

Προκειμένου να εξυπηρετηθεί το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, που συνίσταται στην αποδοτικότερη λειτουργία των ακόλουθων φορέων- εταιριών προς όφελος του επιβατικού κοινού και της Εθνικής Οικονομίας με την παράλληλη τεχνικοοικονομική εξυγίανσή τους, οι εταιρίες "Ανώνυμη Συγκοινωνιακή Εταιρία Θερμικών Λεωφορείων" ("ΕΘΕΛ"), "Ηλεκτροκίνητα Λεωφορεία Περιοχής Αθηνών Πειραιώς Ανώνυμη Εταιρία" ("ΗΛΠΑΠ"), "Αττικό Μετρό Εταιρία Λειτουργίας Ανώνυμη Εταιρία" ("ΑΜΕΛ"), "Ηλεκτρικοί Σιδηρόδρομοι Αθηνών Πειραιώς Ανώνυμη Εταιρία" ("ΗΣΑΠ") και "ΤΡΑΜ Ανώνυμη Εταιρία" ("ΤΡΑΜ") μετασχηματίζονται κατά τις ειδικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ. 2).

Σύμφωνα με την παρ. 5 εδ. α του ίδιου άρθρου, από τη δημοσίευση του παρόντος στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως α) η ΕΘΕΛ τίθεται σε διαδικασία συγχώνευσης με τον ΗΛΠΑΠ με απορρόφηση του τελευταίου από την πρώτη. Με τη συντέλεση της συγχώνευσης, σύμφωνα με την παρ. 6 του παρόντος άρθρου η ΕΘΕΛ μετονομάζεται σε "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (ΟΣΥ)", ενώ για τις συγχωνεύσεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ Α` 134) και των άρθρων 68 επ.

του κ.ν. 2190/1920 (ΦΕΚ Α` 216), με τις ακόλουθες παρεκκλίσεις: ....(παρ.6). Στη συνέχεια, εκδόθηκε η με αριθμ. 28738/2638/2011 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (ΦΕΚ Β` 1454/17-6-2011), με την οποία συγχωνεύθηκαν οι ανώνυμες εταιρίες "ΗΛΠΑΠ ΑΕ και ΑΕ ΕΘΕΛ με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη, μετά τη συντέλεση της οποίας η απορροφώσα εταιρία μετονομάσθηκε σε "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (ήδη αναιρεσείουσα).

Τέλος, στο άρθρο 7 παρ.1 του ανωτέρω ν. 3920/2011, ορίζεται ότι "Ο ΟΑΣΑ, οι ΟΣΥ και ΣΤΑΣΥ υπάγονται στο ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α` 314)". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα "ΟΣΥ ΑΕ", η οποία υπάγεται στο ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΔΕΚΟ)", υπόκειται στις ρυθμίσεις των προαναφερθεισών διατάξεων του ν. 4024/2011 και της περ. 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ.

Γ` του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι αρχικά, με το ν. 4024/2011, θεσμοθετήθηκε ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο για τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, το οποίο δεν καταλάμβανε το προσωπικό της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, όμως με το άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", για το ανωτέρω προσωπικό προβλέφθηκε ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλήν κόστους αμοιβών προσωπικού με τη θέσπιση ανωτάτου ορίου μέσου μισθολογικού κόστους ύψους 1.900 ευρώ και με τη θέσπιση ανωτάτου ορίου μηνιαίων τακτικών αποδοχών κάθε εκπαιδευτικής κατηγορίας το αντίστοιχο ανώτατο μηνιαίο όριο της αντίστοιχης εκπαιδευτικής κατηγορίας υπαλλήλων του Δημοσίου, με πρόβλεψη ότι, σε περίπτωση που από την εφαρμογή αυτού του ορίου θα προέκυπτε μείωση αποδοχών ανώτερη του 25%, η πέραν του 25% μείωση θα ήταν σταδιακή, εντός διαστήματος δύο ετών από την πάροδο ενός έτους από την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011, ήτοι από 1.11.2012 έως 1.11.2014, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, εφαρμοζόμενο αναλογικώς κατά την παρ. 7 του άρθρου 31 του ιδίου νόμου, του οποίου στη συνέχεια η εφαρμογή ανεστάλη αναδρομικά μέχρι 31.12.2016, κατ' εφαρμογή της περ. 2 της παρ.

Γ υποπαρ. Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Κατ` εφαρμογή των διατάξεων αυτών οι αναιρεσίβλητοι, με βάση το προβλεπόμενο ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλήν κόστους αμοιβών, υπέστησαν την 1.11.2011 μειώσεις επί των κατά την 31 Οκτωβρίου 2011 αποδοχών τους, μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενες κατά το τυχόν υπερβάλλον μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016.

Ακολούθως, με το ν. 4093/2012, από 1.1.2013 υπήχθη στο μισθολόγιο και βαθμολόγιο του στενού δημόσιου τομέα, από το οποίο μέχρι τότε εξαιρείτο, και το προσωπικό της "ΟΣΥ ΑΕ", με συνέπεια την εφεξής κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό των αποδοχών της συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών, που καταλαμβάνονται πλέον από τη ρύθμιση της παραγράφου 4 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, η οποία ρητά ορίζει ότι οι ρυθμίσεις περί μισθολογίου δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Κατά την ένταξη του προσωπικού της εταιρείας "ΟΣΥ ΑΕ", από 1.1.2013, στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του ν. 4024/2011 σύμφωνα με την περ. 12 υποπ. Γ1 παρ. Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, διαμορφώθηκαν οι αποδοχές του προσωπικού της με βάση το ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του ν. 4024/2011 και από την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών (1.1.2013) έπαυσε η ισχύς των διατάξεων "αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημοσίου τομέα" του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, ως χωρίς αντικείμενο πλέον, εκτός της παρ. 2 αυτού (που δεν αφορά την κρινόμενη περίπτωση).

Κατά τον προσδιορισμό των αποδοχών, την 1.1.2013, με βάση τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου, επήλθαν, επί το πλείστον, νέες μειώσεις επί των κατά την 31 Δεκεμβρίου 2012 προκυπτουσών από την εφαρμογή της πρώτης μείωσης αποδοχών και κατ` εφαρμογή των διατάξεων αυτών οι αναιρεσίβλητοι υπήχθησαν σε νέες μειώσεις μέχρι ποσοστού 25% με την ένταξή τους, ετεροχρονιζόμενες μετά την 31 Δεκεμβρίου 2016 κατά τα τυχόν υπερβάλλοντα ποσά.

Κατά τις ανωτέρω διατάξεις και το, με βάση τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις, σκοπό θέσπισής τους, αφενός της άμεσης αντιμετώπισης της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου του εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης, της άρσης των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων και της ανταμοιβής της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, συνάγεται ότι τυγχάνουν εφαρμοστέες δύο μειώσεις, ήτοι μια την 1.11.2011 επί των κατά την 31 Οκτωβρίου 2011 αποδοχών μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, με βάση το προβλεπόμενο όριο μέσου κατά κεφαλήν κόστους αμοιβών, ετεροχρονιζόμενη κατά το υπερβάλλον και μια την 1η Ιανουαρίου του 2013 κατά ποσοστό πάλιν μέχρι 25% επί των προκυπτουσών την 31.12.2012 από την εφαρμογή της πρώτης μειώσεως αποδοχών, ετεροχρονιζόμενη, κατά το τυχόν υπερβάλλον, μετά την 31.12.2016 (ΟλΑΠ 1/2021).

Οι ρυθμίσεις αυτές εισήχθησαν, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, για την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων (εν όψει του ότι, παρά τις αρχικές μειώσεις με βάση το άρθ. 31 του ν. 4024/2011, οι μέσες μηνιαίες αποδοχές των απασχολουμένων στις πιο πάνω δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς και ανώνυμες εταιρίες, εξακολουθούσαν να υπερτερούν των αντιστοίχων αποδοχών υπαλλήλων του στενού δημόσιου τομέα, στο μισθολόγιο του οποίου όμως εντάχθηκαν από 1.1.2013 και αυτοί, με το άρθρο πρώτο παρ.

Γ υποπαρ. Γ1 περ. 12 του ν. 4093/2012), η δεύτερη δε ρύθμιση αποτελεί τμήμα ευρύτερου ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας (ΟλΑΠ 1/2021). Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, ότι, δηλαδή, τυγχάνει εφαρμοστέα μία ενιαία μείωση μέχρι ποσοστού 25% συνολικά, επί των κατά την 31 Οκτωβρίου 2011 αποδοχών, δεν συνάγεται 1) από τη ρύθμιση της περ. 2 της παρ.

Γ` υποπ. Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία ανεστάλη μέχρι 31.12.2016, μεταξύ άλλων και η εφαρμογή της περίπτωσης β` του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, δηλαδή η εφαρμογή της υπερβάλλουσας το 25% μείωσης και τούτο, διότι η αναστολή αυτή, που εισάγεται με το ίδιο πρώτο άρθρο του ν. 4093/2012, με το οποίο εισάγεται με την παρ. 12 αυτού και η ένταξη από 1.1.2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, αναφέρεται στην τυχόν προκύπτουσα υπερβάλλουσα μείωση του 25% λόγω της εφαρμογής των διατάξεων περί ενιαίου μισθολογίου και εναρμονίζεται με τον επιδιωκόμενο με το μέτρο αυτό σκοπό εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης με την ένταξη από 1.1.2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στις διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου ν. 4024/2011 και 2) από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1 του ν. 4354/2015, με την οποία ορίστηκε ότι για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12 η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύουν από 1.1.2013 και τούτο, διότι αυτή δεν έχει την έννοια αναστολής των διατάξεων περί υπαγωγής του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο αλλά αφορά την αναστολή της υπερβάλλουσας μείωσης του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011 και τέθηκε, ενόψει της κατάργησης με τον ίδιο νόμο (4354/2015 άρθρο 34 αυτού) της περ. 12 παρ.

Γ` υποπ. Γ1 του ν. 4093/2012, ώστε και μετά την κατάργηση της διάταξης αυτής (περ.12) να ισχύει για το προσωπικό του ευρύτερου δημόσιου τομέα η αναστολή της ανωτέρω υπερβάλλουσας μείωσης (Ολ. ΑΠ 1/2021). Οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις είναι συνταγματικά ανεκτές, διότι παρά τη διπλή μείωση των αποδοχών των αναιρεσίβλητων που προκύπτουν από την εφαρμογή τους, το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί, τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, περιλαμβανομένων και των ελλειμμάτων που δημιουργούνταν από τη λειτουργία δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών που λειτουργούν χάριν του κοινωνικού συνόλου, όπως η αναιρεσείουσα εταιρία, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ` αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Επομένως, το επίδικο μέτρο, που συνεπάγεται την περαιτέρω διπλή μείωση των αποδοχών του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, δεν παρίσταται απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο καταλαμβάνει γενικά όλους τους μισθωτούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών του Δημοσίου.

Ακόμη, η εκτίμηση του νομοθέτη, ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης κατάστασης, υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (ΟλΑΠ 1/2021, ΑΠ 476/2022, πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 3372, 3373/2015), δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (ΟλΑΠ 1/2021, βλ.

απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39). Κατά συνέπεια, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (ΟλΑΠ 1/2021, πρβλ.

Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48). Περαιτέρω, ενόψει του κατά τα ανωτέρω προκύπτοντος ποσοστού μείωσης των αποδοχών και του λόγου της θέσπισής του, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο οι αποδοχές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (ΟλΑΠ 1/2021, ΟλΣτΕ 1310/2019 σκ. 16.) Υπό τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, με την αμφισβητούμενη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, δεν παραβιάζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των προαναφερόμενων αναιρεσίβλητων και, συνεπώς, αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α (ΟλΑΠ 1/2021.

Τέλος το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. . .". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1044/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής: Με την από 22.12.2015 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νίκαιας οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι απασχολούνταν με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με πλήρη απασχόληση στην εναγομένη ανώνυμη εταιρία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με το διακριτικό τίτλο "Ο.Σ.Υ Α.Ε" που υπάγεται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σύμφωνα με το άρθρο 1 του καταστατικού της και το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 3920/2011 (ΦΕΚ Α 33) και εντάσσεται στις ανώνυμες εταιρείες του Κεφαλαίου Α` του ν.3429/2005, ότι οι μισθολογικές τους αποδοχές ρυθμίζονται από επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και με αμοιβή ανερχόμενη τον μήνα Οκτώβριο του 2011 στο ποσό που ο καθένας τους αναφέρει.

Ότι με το άρθρο 31 του ν. 4024/2011 τέθηκαν συγκεκριμένα όρια αμοιβών, μεταξύ των άλλων, και των εργαζόμενων της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, με την κατάργηση διατάξεων ή όρων συλλογικών συμβάσεων εργασίας κατά το μέτρο που υπερέβαιναν τα όρια αυτά. Ότι κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 31 του ως άνω νόμου (4024/2011), η εναγόμενη προέβη από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2011 σε μείωση των αποδοχών τους και για όσους από αυτούς οι μειώσεις αποδοχών τους υπερέβαιναν το πλαφόν του άρθρου 31 του ως άνω νόμου μειώθηκαν κατά ποσοστό 25% βάσει του άρθρου 29 παρ.2 του ιδίου νόμου, η, δε, περαιτέρω μείωση που ετεροχρονίσθηκε για την 1.11.2012 δεν εφαρμόσθηκε λόγω αναστολής μέχρι 31.12.2016 της παρ. 2 του άρθρου 29 του ως άνω νόμου (4024/2011) με την υποπαράγραφο Γ.1 εδαφ.2 της παραγράφου Γ του ν. 4093/2012.

Ότι με την υποπαράγραφο Γ.1 εδαφ.12 της παραγράφου Γ του ν. 4093/2012 επιβλήθηκε από 1.1.2013 η εφαρμογή των διατάξεων του ενιαίου μισθολογίου και στους εργαζόμενους των ΝΠΙΔ των επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και των ΔΕΚΟ. Ότι η ως άνω ένταξη συνεπαγόταν περαιτέρω μείωση των αποδοχών τους αφενός μεν γιατί μειώνεται ο βασικός μισθός και αφετέρου γιατί χορηγούνται μόνο τα περιοριστικά προβλεπόμενα επιδόματα.

Ότι επειδή με τις ως άνω διατάξεις του ν. 4093/2012 δεν προβλέπεται τρόπος υλοποίησης των νέων μειώσεων, αντίστοιχος με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011, διατηρείται η αρχική ποσόστωση του ανώτερου ποσοστού μείωσης κατά 25%, που ήδη είχε εφαρμοσθεί στις αποδοχές τους από 1.11.2011. Ότι για το λόγο αυτό και επειδή είχαν υποστεί μείωση των αποδοχών τους έως το ποσοστό 25% από 1.11.2011 δεν δικαιολογείτο να υποστούν νέα μείωση των αποδοχών τους από 1.1.2013 παρά την ένταξή τους στο ενιαίο μισθολόγιο, καθότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να μην υπάρξουν νέες μειώσεις μέχρι 31.12.2016.

Ότι η εναγόμενη, ενώ όφειλε να μην προβεί από 1.1.2013 σε περαιτέρω μείωση των αποδοχών τους, εφάρμοσε τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου και προέβη εκ νέου σε περικοπές στις αποδοχές τους, σε σχέση με αυτές που τους κατέβαλε το Δεκέμβριο του έτους 2012. Ότι οι ως άνω περικοπές αντιβαίνουν στις διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011, που απαγόρευε τη μείωση σε ποσοστό πλέον του 25% καθότι η επί πλέον προκύπτουσα μείωση ανεστάλη μέχρι 31.12.2016.

Ότι άλλως σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι η εναγόμενη ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και προέβη σε διπλή μείωση των αποδοχών τους οι επίδικες περικοπές των αποδοχών τους με βάση το ν. 4093/2012 αντιβαίνουν στις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 5, 22 παρ. 2, 25 παρ. 1, 106 παρ. 1, του Συντάγματος, καθώς και στις διατάξεις του άρθρου 8 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 151/1978, του άρθρου 5 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 154/1981 και των άρθρων 6 και 12 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης που κυρώθηκε με το ν. 1426/1984.

Ζητούσαν δε για τους ως άνω λόγους να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει τα αναγραφόμενα για τον καθένα από αυτούς ποσά που αντιστοιχούν α) κατά το κύριο αίτημα στη διαφορά που προκύπτει μεταξύ των αποδοχών που ελάμβανε έκαστος το Δεκέμβριο του 2012 (μετά τις αρχικές μειώσεις των αποδοχών τους που υπέστησαν από 1.11.2011 κατ' εφαρμογή του άρθρου 31 του ν. 4024/2011 και ανεξαρτήτως δηλαδή του εάν οι επιβληθείσες ως άνω αρχικές μειώσεις ήταν μικρότερες του ανωτάτου ορίου του 25%) και των καταβαλλομένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1.1.2013 έως 31.12.2015 και β) κατά το επικουρικό αίτημα στη διαφορά των αποδοχών που έλαβε έκαστος κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα (από 1.1.2013 έως 31.12.2015) από τις αποδοχές του μηνός Οκτωβρίου 2011, μειωμένες κατά το ανώτατο όριο του ποσοστού 25%, ως ειδικότερα εκτίθετο αναλυτικά για κάθε ενάγοντα το αιτούμενο ποσό.

Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 25/2017 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή ως προς κατά το κύριο αίτημα αυτής και έγινε δεκτή εν μέρει κατά το επικουρικό της αίτημα ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες, τα αναφερόμενα για τον καθένα εξ αυτών ποσά, με το νόμιμο τόκο.

Επί της από 15.9.2017 και με αριθ. καταθ. 49/19.9.2017 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου μεν την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η έφεση, εξαφανίστηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αφού κρατήθηκε η αγωγή απορρίφθηκε αυτή ως μη νόμιμη ως προς την κυρία βάση της, με την οποία ζητούσαν να τους καταβληθούν οι διαφορές που προέκυπταν από τις καταβληθείσες από την αναιρεσείουσα αποδοχές το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 31.12.2015 σε σχέση με τις αποδοχές που έλαβε έκαστος ενάγων το Δεκέμβριο του έτους 2012 (ανεξαρτήτως δηλ.

του εάν οι επιβληθείσες μειώσεις ήταν μικρότερες του ορίου του 25%) και έγινε δεκτή ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη ως προς την επικουρική της βάση με την οποία ζητούσαν να τους καταβληθούν οι διαφορές που προέκυπταν από τις καταβληθείσες από την αναιρεσείουσα αποδοχές το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 31.12.2015 κατά το μέρος που οι περικοπές των αποδοχών του ως άνω χρονικού διαστήματος υπερβαίνουν το ποσοστό του 25%, με βάση υπολογισμού τις αποδοχές που έλαβε έκαστος το μήνα Οκτώβριο 2011 (δηλαδή πριν την έναρξη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 31 και 29 παρ.2 του ν. 4024/2011) και υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σε έκαστο εξ αυτών ποσά.

Στην προκειμένη περίπτωση για να καταλήξει στην ανωτέρω κρίση του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: "...Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) είναι υπάλληλοι της εναγομένης εταιρίας (ήδη αναιρεσείουσας) με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Σε εφαρμογή του ν. 4024/2011 η εναγομένη προέβη μετά τον Οκτώβριο του 2011 σε μειώσεις των αποδοχών των εναγόντων έως ποσοστό 25%, ανάλογη με την εκπαιδευτική βαθμίδα και το χρόνο προϋπηρεσίας του καθενός, λόγω του ότι οι μισθοί τους ήταν μεγαλύτεροι του ανωτάτου ορίου που θεσπίστηκε με την παρ. 4 του άρθρου 31 του ν. 4024/2011.

Ακολούθως και εν όψει της ένταξης και των εναγόντων στο ενιαίο μισθολόγιο από 1.1.2013, η εναγομένη βάσει και της με αριθμ. πρωτ. Οικ. 2/85127/0022-22-11-2012 ερμηνευτικής εγκυκλίου, προέβη σε νέες περικοπές. Από τα προσκομιζόμενα επίσημα αντίγραφα αποδείξεων μισθοδοσίας (ατομικές μερίδες απασχόλησης) που αφορούν έκαστο των εναγόντων σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από την εκκαλούσα καταστάσεις μισθοδοσίας των εναγόντων, προκύπτει ότι η εναγομένη προέβη σε περικοπές από τον Οκτώβριο του 2011 έως την 1.1.2013 στις μικτές μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων, οι οποίες υπερέβησαν το ποσοστό του 25%, που - σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας - έχει τεθεί εκ του νόμου 4093/2012 ως ανώτατο όριο μειώσεων καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 30-10-2011 μέχρι 31-12-2016, απορριπτόμενων των περί αντιθέτων ισχυρισμών της εναγομένης ως αβασίμων.

Συνεπώς, η ως άνω μείωση, κατά το μέρος που υπερβαίνει το προρρηθέν νόμιμο ποσοστό (25%), είναι παράνομη ως αντικείμενη στις διατάξεις της υποπαραγράφου Γ.1 εδ. 2 και 12 του ν. 4093/2012 και οι ενάγοντες δικαιούνται τα κάτωθι ποσά ως διαφορές αποδοχών για το επίδικο αιτηθέν χρονικό διάστημα. Ειδικότερα και αναφορικά με έκαστο των εναγόντων:

Η πρώτη ενάγουσα [...]. Κατόπιν των ανωτέρω η από 22.12.2015 αγωγή πρέπει να γίνει ως προς την επικουρική βάση της δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες, τα ποσά που ειδικότερα ορίζονται για έκαστο των εναγόντων στο διατακτικό της παρούσης με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα κάθε μήνα που έπεται εκείνου κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθεί κάθε επί μέρους χρηματικό ποσό...".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, ότι για τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους τυγχάνει συνολικώς εφαρμοστέα μια μείωση, την 1.1.2013, μέχρι ποσοστού 25% επί των κατά το μήνα Οκτώβριο του 2011 αποδοχών τους κατ' ανώτατο όριο, για την εύρεση της οποίας τυγχάνουν συνυπολογιστέες οι αρχικές μειώσεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, και κρίνοντας νόμω βάσιμη την αγωγή, κατά την προεκτεθείσα επικουρική της βάση, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 2 τελευταίο εδάφιο του ν. 4024/2011 και της περίπτωσης 12 της υποπ.

Γ1 της παρ. Γ` του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Τούτο, διότι, κατ` ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, με την ένταξη του προσωπικού της αναιρεσείουσας στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου του ν. 4024/2011 (Κεφάλαιο δεύτερο αυτού άρθρο 4 επ.), οι αποδοχές των αναιρεσίβλητων προσδιορίστηκαν την 1.1.2013 με βάση τις διατάξεις αυτές (ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου) και σε σχέση με τις προκύπτουσες αποδοχές της 31.12.2012, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί από την εφαρμογή την 1.11.2011 της πρώτης μείωσης μέχρι ποσοστού 25% με βάση το προβλεπόμενο όριο μέσου κατά κεφαλήν κόστους αμοιβών, την 1.1.2013 υπήχθησαν περαιτέρω σε μειώσεις, με βάση την εφαρμοστέα μείωση κατά ποσοστό μέχρι 25%, ετεροχρονιζόμενη κατά το τυχόν υπερβάλλον μετά την 31.12.2016.

Οι επίμαχες διατάξεις είναι, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, συνταγματικά ανεκτές, καθόσον μ` αυτές ο νομοθέτης προέβη στην ένταξη του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο νέο μισθολόγιο, ως άμεσο μέτρο για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.

Κατά συνέπεια, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και ως προς το πρώτο του σκέλος, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, περί παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων α) της περ. 2 της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, β) των άρθρων 29 παρ. 2 και 31 του ν. 4024/2011, γ) της παρ. 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του ν. 4093/2012 και δ) του άρθρου 31 του ν. 4354/2015, είναι βάσιμος.

Πρέπει, λοιπόν, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του λόγου αυτού κατά το δεύτερο από τον αριθμό 6 του ΚΠολΔ σκέλος του με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθώς και του δεύτερου εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 λόγου αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό της που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ενόψει δε του ότι η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδαφ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και να απορριφθεί η από 22.12.2015 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, κατά την επικουρική αυτής βάση, την οποία αυτεπαγγέλτως ερεύνησε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της με αριθ. 25/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Νικαίας και την απόρριψη της αγωγής κατά την κύρια αυτής βάση.

Τέλος τα δικαστικά έξοδα για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ), λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, γεγονός που αποδεικνύεται και από το ότι τα ανωτέρω νομικά ζητήματα ετέθησαν και στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου και επιλύθηκαν με την υπ' αριθμ. 1/2021 απόφασή του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2609/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δικάσαντος ως Εφετείου, κατά το μέρος που δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την επικουρική βάση της από 22.12.2015 αγωγής.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό.

Απορρίπτει την από 22.12.2015 και με αριθμό κατάθεσης 136/28.12.2015 αγωγή, κατά την ως άνω επικουρική της βάση. Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα τόσο για την παρούσα αναιρετική δίκη όσο και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ