Supreme Court dismisses appeal for vague grounds violating procedural law requirements for specific legal errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a bank enforcement order. The appellant argued procedural violations but failed to specify the exact legal errors or factual assumptions in the appeal petition. The court ruled that vague grounds do not constitute a valid basis for review under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 561(2) of the Civil Procedure Code; An appeal petition must clearly specify the legal errors and factual assumptions of the challenged decision, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1299 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1299/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Κ. Π. του Γ., κατοίκου Κάντζας Αττικής, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αδάμ Δήμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεώργιου Σουμελά και Κωνσταντίνου Κωνσταντέλλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 903/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2502/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2- -9-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της ένδικης, από 27-10-2014, αγωγής, που ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι σ αυτή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι με την 5554/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων κατόπιν αιτήσεώς του κατά της τότε εργοδότριάς του ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ανώνυμη εταιρεία", καθολική διάδοχος της οποίας είναι από τις 28-6-2013 λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Άλφα Τράπεζα ανώνυμος εταιρεία" , υποχρεώθηκε η ανωτέρω εργοδότριά του να προβεί στη διατασσόμενη με την απόφαση αυτή πράξη και σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της εν λόγω υποχρέωσής της καταδικάσθηκε σε χρηματική ποινή υπέρ του ενάγοντος .
Ότι, αν και επέδωσε στις 31-5-2013 την ανωτέρω απόφαση με επιταγή προς εκτέλεση προς την Εμπορική Τράπεζα, τόσο αυτή όσο στη συνέχεια και η εναγομένη καθολική της διάδοχος, παραβίασαν οπτό πρόθεση και δεν συμμορφώθηκαν προς το διατακτικό της ως άνω απόφασης. Ζήτησε δε με την αγωγή του αυτή ο ενάγων να υποχρεωθεί η εναγομένη λόγω μη συμμόρφωσής της προς το διατακτικό της απόφασης των ^ασφαλιστικών μέτρων α) να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 17.400 ευρώ, 'άλλως αυτό των 12.400 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 6-6-2013 έως 31-8-2013, β) να αναγνωρισθεί ότι αυτή υποχρεούται να του καταβάλει για το διάστημα από 1-9-2013 έως 30-9-2014 το ποσό των 79.000 ευρώ, άλλως αυτό των 54.400 ευρώ και γ) να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά των προστηθέντων οργάνων της εναγομένης το ποσό των 200.000 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 903/2016 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη ως προς το αίτημά της για επιδίκαση υπέρ του ενάγοντος και σε βάρος της εναγομένης της χρηματικής ποινής στην οποία καταδικάσθηκε η εναγομένη για το διάστημα από 1-9-2013 έως 30-9-2014, νόμιμη δε ως προς τα άλλα δύο αιτήματά της και κρίθηκε βάσιμη κατ' ουσία εν μέρει ως προς τα υπό στοιχεία α και γ αιτήματά της.
Κατόπιν δε ασκήσεως αντίθετων εφέσεων από τους διαδίκους εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτές τις εφέσεις αυτές, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και ακολούθως απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το υπό στοιχείο α αίτημά της και έκανε εν μέρει δεκτή αυτή ως προς το υπό στοιχείο γ αίτημα, αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 7.000 ευρώ.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 εδ. γ', λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου κλπ.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το συναφές αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή αλυσιτελές ή μη νόμιμο, καθώς και όταν η πρωτόδικη απόφαση δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο με την έφεση, τους πρόσθετους λόγους ή με τις προτάσεις, κατά περίπτωση, και ως προς το φερόμενο ως μη δικασθέν αίτημα (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 467/2019, ΑΠ 670/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν κάνει καμία αναφορά στην απόφασή του για τη δικαστική ομολογία της εναγομένης τράπεζας, η οποία περιέχεται τόσο στο δικόγραφο της έφεσής της κατά της πρωτόδικης απόφασης όσο και στις έγγραφες προτάσεις της, ότι, δηλαδή, επιδόθηκε η επιταγή προς εκτέλεση στην Εμπορική Τράπεζα στις 31-5-2013 και δεν ασκήθηκε κατ' αυτής οπτό την τελευταία ανακοπή, εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ , κατά της εκτέλεσης, οπότε η εν λόγω πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας τη δεσμεύει ως καθολική διάδοχο της, καθόσον έχει καταστεί απρόσβλητη.
Ο λόγος αυτός, έτσι όπως είναι διατυπωμένος, είναι απαράδεκτος, πρωτίστως διότι η μη απάντηση του δικαστηρίου στον ισχυρισμό αυτό του ενάγοντος δεν αποτελεί αυτοτελή αίτηση, που δημιουργεί εκκρεμοδικία, αλλά πρόκειται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που επίσης δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 9 εδ, γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339, 352 παρ. 1 και 353 του ΚΠολ,Δ., δεν αποτελεί δικαστική ομολογία οποιαδήποτε τοιαύτη, αλλά εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (Α.Π. 1711/2008, 325/2007, 1718/2014).
Τέλος, για να δημιουργηθεί ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απαιτείται να γίνει επίκληση της ομολογίας από τον ωφελούμενο διάδικο ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο (Α.Π.365/2020, 702/2019, 204/2017, 878/2014, 848/2014, 33/2014,545/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11εδ γ' ΚΠολ.Δ λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του τη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, που περιέχεται τόσο στο δικόγραφο της έφεσής της κατά της πρωτόδικης απόφασης, όσο και στις προτάσεις της ενώπιον του, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη ομολόγησε ότι επιδόθηκε η επιταγή προς εκτέλεση στην Εμπορική Τράπεζα, της οποίας αποτελεί καθολική διάδοχο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, εφόσον ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι την ρηθείσα ομολογία της αναιρεσίβλητης επικαλέστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε άλλωστε προκύπτει από το περιεχόμενο των προσκομιζομένων προτάσεών του η επίκληση εκ μέρους του τέτοιας ομολογίας.
Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει δε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν αυτή με δύναμη δεδικασμένου, σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο, ο τρόπος με τον οποίο συγκεκριμένα παραβιάστηκε αυτό και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 1311/2018, ΑΠ 945/2008, ΑΠ 509/2002).
Ειδικότερα, μολονότι κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά ωστόσο τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ' αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά πρωτίστως συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός προτάθηκε κατά το άρθρο 562§2 ΚΠολΔ νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος (Ολ ΑΠ 1339/1985, ΑΠ 2/2006, ΑΠ 1002/2006).
Αντίθετα, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την προϋπόθεση, που πρέπει επίσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (ΑΠ 1808/2005, 130/2004, 853/2001), Με το δεύτερο λόγο της αίτησης και το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι παραβίασε πλαγίως το δεδικασμένο, που παράγεται από "αμετάκλητες δικονομικές καταστάσεις", όπως επί λέξη ισχυρίζεται, και από την 5554/2013 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, επειδή δεν ασκήθηκε ανακοπή κατά της εκτέλεσης κατά της ως άνω επιταγής προς εκτέλεση από την Εμπορική Τράπεζα .
Ο λόγος όμως αυτός, εφόσον δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο τα αναφερόμενα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη στοιχεία, ήτοι αν υπάρχει τελεσίδικη δικαστική απόφαση μεταξύ των διαδίκων, από την οποία να απορρέει δεδικασμένο, αν ο αναιρεσείων πρόβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την ένσταση περί δεδικασμένου, την οποία ισχυρίζεται ότι πρόβαλε με την προσθήκη στις προτάσεις του στο Εφετείο, όσον αφορά το δεδικασμένο από την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, πρωτίστως είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Όμως, ενόψει της παραδοχής του αναιρεσείοντος ότι δεν περιέχεται αρνητική κρίση περί δεδικασμένου στην προσβαλλόμενη απόφαση, πράγμα το οποίο προκύπτει και από την επισκόπηση αυτής, δεν ιδρύεται καν ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.
Λόγος αναίρεσης ιδρύεται και από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠοΑΔ, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 8/2013, ΟΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 1120/2007).
Για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναίρεσης, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή, τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, και να αναφέρεται ποία επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΑΠ 71/2019, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 668/2016, ΑΠ 1591/2008), Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παρέλειψε να απαντήσει στον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ύπαρξης δεδικασμένου απορρέοντος από την 5554/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών(διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων).
Ο ανωτέρω λόγος είναι αόριστος, διότι δεν επικαλείται ο αναιρεσείων αν πρόβαλε παραδεκτά αυτόν ενώπιον του Πρωτοδικείου, αν τον πρόβαλε παραδεκτά στο Εφετείο για πρώτη φορά, επικαλούμενος για την προβολή του για πρώτη φορά στο Εφετείο τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ποιο ήταν το περιεχόμενο της ένστασής του, προκειμένου να κριθεί αν η ένσταση αυτή ήταν ορισμένη και νόμιμη και άρα ουσιώδης για την έκβαση της δίκης.
Από την παραδεκτή δε επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και γενικά των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ένσταση περί δεδικασμένου, ούτε περιέχεται αυτή στο δικόγραφο της από 26-5-2016 έφεσης του αναιρεσείοντος ή στις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου.
Για πρώτη φορά ο αναιρεσείων προέβαλε την εν λόγω ένσταση στην προσθήκη των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου, όπως αναφέρει στη σελίδα 33 της αναίρεσής του. Τα παραπάνω είναι αναγκαίο στοιχείο του δικογράφου της αναίρεσης, δεδομένου ότι η ένσταση περί δεδικασμένου λαμβάνεται μεν υπόψη και αυτεπάγγελτα, όμως δεν αφορά στη δημόσια τάξη, αλλά στις ιδιωτικού δικαίου σχέσεις των διαδίκων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης οπτό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠοΑΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή, για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013).
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68, 225, 321, 322, 324, 325 παρ. 2, 332 ,532, 533, 522, 524 παρ, 1, 536,591, 946, 947 ΚΠολΔ, 281, 288 ΑΚ, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 17,παρ. 1, 20 παρ. 1, 22 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Ειδικότερα, όσον αφορά την ευθεία παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων, εκ των οποίων οι διατάξεις των άρθρων 68, 522, 524, 536 και 591 ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου και δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 όσον αφορά αυτές, είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα αποδιδόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικά σφάλματα περί την ερμηνεία και εφαρμογή αυτών και η επίδραση που είχαν τα σφάλματα αυτά στο διατακτικό της απόφασης, καθόσον δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, Επίσης, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της ελάσσονος πρότασης που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, διότι δεν αρκεί να παρατίθενται στο αναιρετήριο αποσπασματικές παραδοχές από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον η αοριστία του λόγου δεν μπορεί να συμπληρωθεί από στοιχεία εκτός του αναιρετηρίου, δηλαδή με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι επίσης αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν εξειδικεύονται οι πλημμέλειες του Εφετείου, αν δηλαδή πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογιών ή για ανεπάρκεια αιτιολογιών και στην περίπτωση αυτή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατ' ακολουθία όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ AYTΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-9-2018 αίτηση για αναίρεση της 2502/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο
ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ