Legislator Case Law & Legislation
1299/2018 AI generated

Supreme Court annuls lower court ruling for invalid contract formed by liquidator during insolvency proceedings.

Case Number 1299/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision regarding a contract signed by the liquidator of a company in liquidation. The plaintiff argued the contract was void because the liquidator, who was also the company's legal representative, entered into an agency agreement while holding both positions. The court held that such a contract violates mandatory insolvency laws prohibiting the liquidator from acting as an agent for the company during the liquidation phase.

Legislator headnote

AI generated

Article 174 of the Civil Code; Article 4a of Law 1806/1988: A contract concluded by a liquidator during insolvency proceedings is void if it contravenes mandatory provisions prohibiting the liquidator from acting as an agent for the company.

Keywords

AI generated
insolvency proceedings liquidator authority void contract mandatory law agency agreement conflict of interest company liquidation

Cited Legislation

AI generated
Article 174 of the Civil Code
Article 4a of Law 1806/1988
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1299 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1299/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία ".... υπό εκκαθάριση" που τελεί υπό εκκαθάριση, εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ιωαννίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Β. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-4-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2011 του ίδιου δικαστηρίου και 3602/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-11-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 174 Α.Κ. δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Εξ άλλου με το άρθρο 4α ν. 1806/1988 (ΦΕΚ Α 207), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2651/1998 (ΦΕΚ Α 248), στη συνέχεια του προστέθηκε παράγραφος 11 με το άρθρο 18 ν. 2733/1999 (ΦΕΚ Α 155), τροποποιήθηκε με το άρθρο 48 ν. 3283/2004 (ΦΕΚ Α 210) και καταργήθηκε με το άρθρο 85 παρ. 1 περ.

δ ν. 3606/2007 (ΦΕΚ Α 195), έχει δε εφαρμογή στην προκειμένη διαφορά (αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και δεκτά γενόμενα από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ένδικη σύμβαση έμμισθης εντολής καταρτίσθηκε κατά τη διάρκεια της ισχύος του και συγκεκριμένα στις 27-1-2006 προφορικά και στις 6-3-2006 γραπτά) ορίζονταν τα εξής: "Μετά την κατά τις κείμενες διατάξεις ανάκληση της άδειας λειτουργίας ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας ("Α.Χ.Ε.") ή άλλης εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ("Ε.Π.Ε.Υ."), πλην των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανακαλείται υποχρεωτικά και η υπουργική απόφαση με την οποία χορηγήθηκε η άδεια σύστασης και εγκρίθηκε το καταστατικό της εταιρίας και ακολουθεί στάδιο εκκαθάρισής τους σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

Κατά το στάδιο αυτό και μέχρι την έκδοση της προβλεπόμενης από την παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου, η Α.Χ.Ε. ή Ε.Π.Ε.Υ. δεν μπορεί να κηρυχθεί σε πτώχευση. Για το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται και οι ατομικές διώξεις και κάθε αναγκαστική εκτέλεση κατά της εταιρίας.

Σε Α.Χ.Ε. ή Ε.Π.Ε.Υ. που έχουν ήδη κηρυχθεί σε πτώχευση κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, παύουν οι εργασίες της πτώχευσης εφόσον αυτή έχει κηρυχθεί μέσα στη διετία πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Ο σύνδικος πτώχευσης παραδίδει προς τους αναφερόμενους κατωτέρω επόπτη και εκκαθαριστή τα περιουσιακά στοιχεία της Α.Χ.Ε.

ή Ε.Π.Ε.Υ. και διαβιβάζει όλα τα σχετικά έγγραφα, στοιχεία και παραστατικά" (παρ. 1, όπως το εδ. β αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 παρ. 1 ν. 3283/2004). "Με απόφασή της η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διορίζει τον επόπτη της εκκαθάρισης, ο οποίος, ύστερα από έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, δύναται να προσλάβει ως σύμβουλό του φυσικό ή νομικό πρόσωπο εξειδικευμένο σε θέματα λειτουργίας των Α.Χ.Ε.

ή Ε.Π.Ε.Υ. Με την ίδια απόφαση ορίζεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς η αμοιβή του επόπτη και του συμβούλου του, η οποία βαρύνει την εταιρία, και δύνανται επίσης να ρυθμίζονται θέματα της διαδικασίας εκκαθάρισης εν γένει. Εάν, μετά τη θέση Α.Χ.Ε. ή Ε.Π.Ε.Υ. στην ειδική εκκαθάριση του παρόντος άρθρου, διαπιστωθεί ότι η υπό εκκαθάριση εταιρία στερείται των αναγκαίων χρημάτων για την πορεία των εργασιών της εκκαθάρισης, το Συνεγγυητικό, ύστερα από σχετική αιτιολογημένη αίτηση του επόπτη, καλύπτει τις δαπάνες της αμοιβής του επόπτη και του εκκαθαριστή, καθώς και τις λοιπές αναγκαίες λειτουργικές δαπάνες της εκκαθάρισης για χρονική περίοδο που δεν δύναται να υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία ανάληψης καθηκόντων του επόπτη.

Η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου δύναται να παραταθεί με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα εργασιών της ειδικής εκκαθάρισης που συμφωνείται μεταξύ Συνεγγυητικού και επόπτη" (παρ. 2, όπως το εδ. β αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 παρ. 2 ν. 3283/2004). "Ο επόπτης υποβάλλει, μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την επίδοση του διορισμού του, αίτηση διορισμού εκκαθαριστή στο αρμόδιο δικαστήριο.

Μέχρι το διορισμό εκκαθαριστή ο επόπτης ασκεί όλες τις εξουσίες του εκκαθαριστή. Μετά το διορισμό εκκαθαριστή ο επόπτης παρακολουθεί τις εργασίες της εκκαθάρισης, γνωμοδοτεί, εφόσον το ζητήσει ο εκκαθαριστής, σε θέματα της εκκαθάρισης, ενημερώνει γραπτά την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την πορεία της εκκαθάρισης τουλάχιστον ανά δίμηνο και όποτε άλλοτε του ζητηθεί και υποβάλλει έκθεση μετά τη λήξη της εκκαθάρισης.

Τυχόν ακυρότητα του διορισμού του επόπτη δεν θίγει το κύρος των πράξεών του από του διορισμού μέχρι την ακύρωση αυτού" (παρ. 3). "Αμέσως μετά το διορισμό του ο επόπτης προβαίνει σε απογραφή και αποχωρίζει από τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας τα περιουσιακά στοιχεία, χρήματα και τίτλους της εταιρίας, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία, χρήματα και τίτλους τρίτων, τα οποία συνδέονται με την παροχή από την εταιρία των επενδυτικών υπηρεσιών του άρθρου 2 του ν. 2393/1996 και βρίσκονται στην κατοχή της εταιρίας ή έχουν παραδοθεί από αυτές στο Κεντρικό Αποθετήριο Τίτλων ή Τράπεζες προς φύλαξή τους.

Ο επόπτης καλεί, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από το διορισμό του, τους δικαιούχους κάθε φύσεως απαιτήσεων, με ανακοίνωση που δημοσιεύεται μία φορά την εβδομάδα επί τρεις συνεχείς εβδομάδες σε πέντε ημερήσιες, ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδες, από τις οποίες τρεις τουλάχιστον είναι οικονομικές, να του αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους με όλα τα δικαιολογητικά τους στοιχεία μέσα σε τρεις (3) μήνες από την τελευταία δημοσίευση.

Η παραπάνω ανακοίνωση γνωστοποιείται εγγράφως στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. της έδρας της εταιρίας" (παρ. 5). "Ειδικά για τις απαιτήσεις που αφορούν την αυτούσια παράδοση χρημάτων ή τίτλων που βρίσκονται στην κατοχή της εταιρίας και συνδέονται με την παροχή από αυτήν επενδυτικών υπηρεσιών του άρθρου 2 του ν. 2396/1996, ο επόπτης επαληθεύει τις απαιτήσεις με βάση τις εγγραφές στα βιβλία και στοιχεία της εταιρίας, μέσα σε χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών" (παρ. 6). "Σε χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δεκαπέντε (15) ημέρες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας απόδοσης περιουσιακών στοιχείων πελατών Α.Χ.Ε.

ή άλλης Ε.Π.Ε.Υ. κατά τις ρυθμίσεις των παραγράφων 5 έως και 7 του παρόντος άρθρου, ο επόπτης ενημερώνει την επιτροπή αποζημιώσεων που προβλέπεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 68 του ν. 2533/1997 για υποβληθείσες απαιτήσεις ως προς επενδυτικές υπηρεσίες που δεν ικανοποιήθηκαν σύμφωνα με τα παραπάνω, προκειμένου αυτή να αποφασίσει, αφού παραλάβει από τον επόπτη κάθε απαραίτητο στοιχείο από τα βιβλία της εταιρίας, για ποιες από αυτές υπάρχει υποχρέωση του Συνεγγυητικού για καταβολή αποζημίωσης σύμφωνα με το άρθρο 66 του ν. 2533/1997.

Το Συνεγγυητικό, χωρίς να υποχρεούται στην τήρηση οποιασδήποτε πρόσθετης διαδικασίας ή γνωστοποιήσεως, καταβάλλει αποζημιώσεις στους δικαιούχους σύμφωνα με το άρθρο 67 του ν. 2533/1997 και ενημερώνει αμελλητί τον επόπτη για τις σχετικές καταβολές. Ο επόπτης και ο εκκαθαριστής μειώνουν ανάλογα τα ποσά των απαιτήσεων κατά της εταιρίας" (παρ. 8). "Μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων από επενδυτικές υπηρεσίες σύμφωνα με τα άρθρα 65 έως 67 του ν. 2533/1997, όπως ισχύει, με τη διαδικασία αυτούσιας παράδοσης ή με την καταβολή των αποζημιώσεων από το Συνεγγυητικό, ολοκληρώνεται η ειδική εκκαθάριση του παρόντος άρθρου.

Η περάτωση της εκκαθάρισης του παρόντος άρθρου κηρύσσεται με απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου της έδρας της εταιρίας που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 739 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ύστερα από αίτηση του επόπτη ή κάθε άλλου που έχει έννομο συμφέρον. Με την ίδια απόφαση το δικαστήριο διατάσσει τον επόπτη και τον εκκαθαριστή να συγκαλέσουν γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρίας προκειμένου να αποφασισθεί η εκλογή νέων εκκαθαριστών σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού της εταιρίας και του άρθρου 49 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, και ορίζει ως χρόνο περάτωσης της εκκαθάρισης του παρόντος άρθρου και λήξης της θητείας επόπτη και εκκαθαριστή το χρόνο κατά τον οποίο αναλαμβάνουν καθήκοντα οι κατά τα ανωτέρω εκλεγόμενοι εκκαθαριστές.

Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν καταστεί δυνατή η κατά τα ανωτέρω εκλογή νέων εκκαθαριστών, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 69 του Αστικού Κώδικα. Η σχετική αίτηση υποβάλλεται στο δικαστήριο από τον επόπτη. Στην περίπτωση αυτή, η ειδική εκκαθάριση του παρόντος άρθρου περατώνεται και η θητεία του επόπτη και του εκκαθαριστή λήγει από την ανάληψη των καθηκόντων των κατά τα ανωτέρω διορισθέντων από το δικαστήριο εκκαθαριστών.

Η περάτωση της ειδικής εκκαθάρισης του παρόντος άρθρου και η λήξη της θητείας του επόπτη και του εκκαθαριστή γνωστοποιούνται με επιμέλεια του επόπτη στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία παύει να ενημερώνεται περαιτέρω για την πορεία της εκκαθάρισης της εταιρίας. Ταυτόχρονα με τη γνωστοποίηση του προηγούμενου εδαφίου ο επόπτης και ο εκκαθαριστής υποβάλλουν προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απολογισμό για την εκκαθάριση του παρόντος άρθρου.

Κατά τα λοιπά η περάτωση των εκκρεμών υποθέσεων της εταιρίας, συμπεριλαμβανομένης και της ικανοποίησης των απαιτήσεων του Συνεγγυητικού, σύμφωνα με το άρθρο 67 παράγραφος 4 του ν. 2533/1997, όπως ισχύει, των απαιτήσεων από επενδυτικές υπηρεσίες στην έκταση που αυτές δεν ικανοποιήθηκαν κατά τη διαδικασία της αυτούσιας παράδοσης ή λήψης αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό, καθώς και κάθε άλλου είδους απαιτήσεων κατά της εταιρίας, συνεχίζεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 49 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, από τους εκκαθαριστές" (παρ. 9, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 παρ. 3 ν. 3283/2004).

Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο επόπτης της εκκαθαρίσεως ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας ή εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών είναι όργανο που εποπτεύει τη διαδικασία ειδικής εκκαθαρίσεως των απαιτήσεων τρίτων κατά της εταιρείας από επενδυτικές υπηρεσίες, αφού διορίζεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προκειμένου να εποπτεύει τις εργασίες της ειδικής εκκαθαρίσεως, ενώ η αμοιβή του βαρύνει την εταιρεία και ορίζεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με την απόφαση του διορισμού του.

Ειδικότερα ο επόπτης εκκαθαρίσεως αμέσως μετά το διορισμό του οφείλει να μεριμνήσει για τον ορισμό εκκαθαριστή από το αρμόδιο δικαστήριο, εκτελώντας ο ίδιος καθήκοντα εκκαθαριστή μέχρι το διορισμό εκείνου, μετά δε το διορισμό του εκκαθαριστή παρακολουθεί τις εργασίες της εκκαθαρίσεως, γνωμοδοτεί, αν το ζητήσει ο εκκαθαριστής, σε θέματα της εκκαθαρίσεως, ενημερώνει γραπτά την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την πορεία της εκκαθαρίσεως τουλάχιστον ανά δίμηνο και όποτε άλλοτε του ζητηθεί και υποβάλλει έκθεση μετά τη λήξη της εκκαθαρίσεως.

Από τις πιο πάνω διατάξεις επίσης προκύπτει ότι ο επόπτης της ειδικής εκκαθαρίσεως ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας ή εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ο οποίος κατά τα προεκτεθέντα είναι όργανο της ειδικής εκκαθαρίσεως που ορίζεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προκειμένου να εποπτεύσει τη νομιμότητα της διαδικασίας ειδικής εκκαθαρίσεως των απαιτήσεων τρίτων κατά της εταιρείας από επενδυτικές υπηρεσίες) αν έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, δεν επιτρέπεται κατά το χρόνο που ασκεί το λειτούργημά του να αναλαμβάνει την εντολή χειρισμού των υποθέσεων της εταιρείας, η εποπτεία της εκκαθαρίσεως της οποίας του έχει ανατεθεί, και μάλιστα των διαφορών μεταξύ της εταιρείας και των επενδυτών.

Τούτο δε πέραν του ότι, όταν η εντολή του χορηγείται κατά το χρόνο πριν από το διορισμό του εκκαθαριστή, ο ίδιος (ο επόπτης εκκαθαρίσεως) έχει και την ιδιότητα του εκκαθαριστή, ήτοι του εκπροσώπου της τεθείσης υπό ειδική εκκαθάριση εταιρείας και συνακόλουθα στην περίπτωση αυτή πρόκειται για απαγορευμένη αυτοσύμβαση (άρθρα 235 Α.Κ., 23α παρ. 2 εδ.α, 3, 4 και 5, 49 παρ. 7 εδ.

β ν. 2190/1920). Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε.

Με την παραίτηση όμως δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που να εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων.

Τούτο διότι, αν δεν διευκρινίζεται ποιων αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποιων η καταψήφιση, δεν θα είναι δυνατόν να διαγνωσθεί, σε περίπτωση που θα κριθούν νόμω ή ουσία αβάσιμες κάποιες από τις αξιώσεις αυτές, αν πρόκειται για αξιώσεις των οποίων ζητήθηκε η αναγνώριση ή καταψήφιση και ιδίως να αποφασισθεί ποιες από τις γενόμενες δεκτές υπόλοιπες αξιώσεις πρέπει να αναγνωρισθούν και ποιες να επιδικασθούν στον ενάγοντα (Ολ.

Α.Π. 30/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 13-4-2011 αγωγή του ο ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε τα εξής: Ότι ο ίδιος είναι δικηγόρος και η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία και εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Ότι με την ...26-1-2006 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς η εναγομένη τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως, με την ίδια δε απόφαση αυτός διορίσθηκε επόπτης εκκαθαρίσεως αυτής.

Ότι με την 1085/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διορίσθηκε εκκαθαριστής της εναγομένης ο ορκωτός ελεγκτής Ι. Π. και με την 709/2009 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου κηρύχθηκε η περάτωση της ειδικής εκκαθαρίσεως της εναγομένης. Ότι στις 27-1-2006 η εναγομένη του έδωσε την εντολή όπως, μόνος του ή με τους συνεργάτες του δικηγόρους, ενεργήσει ως πληρεξούσιός της και παρασταθεί ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων σε όλες τις εκκρεμείς δικαστικές της υποθέσεις και σε όσες θα προέκυπταν στο μέλλον κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Ότι η παροχή της εντολής, η οποία έγινε προφορικά κατά την ανωτέρω ημερομηνία , επαναλήφθηκε και γραπτά στις 6-3-2006 σχετικά με τους γενικούς όρους αυτής αλλά και σε κάθε επί μέρους υπόθεση, η δε αμοιβή του συμφωνήθηκε στα ελάχιστα όρια που προβλέπονται από τον κώδικα δικηγόρων. Ότι σε εκτέλεση της εντολής προέβη στις αναφερόμενες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, για τις οποίες του οφείλονται τα αναφερόμενα ποσά και συνολικά το ποσό των 169.793,13 ευρώ.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 169.793,13 ευρώ, μετά δε από μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης και με τις προτάσεις του, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει το ποσό των 159.793,13 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της οχλήσεώς της, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας ερήμην της εναγομένης, δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ, αναγνώρισε δε ότι η πρώτη οφείλει να καταβάλει στο δεύτερο το ποσό των 159.793,13 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Μετά από έφεση της εναγομένης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το άρθρο 528 Κ.Πολ.Δ., στη συνέχεια δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ο ενάγων είναι δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, εγγεγραμμένος στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, η δε εναγομένη χρηματιστηριακή εταιρεία, η οποία με τη... ...26-1-2006 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης σύμφωνα με το άρθρο 4α του ν. 1806/88, ως ίσχυε τότε, και ανακλήθηκε η άδεια σύστασης και λειτουργίας της που της είχε χορηγηθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λόγω διαπίστωσης σοβαρών παραβάσεων της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και μη πλήρωσης των προϋποθέσεων λειτουργίας των χρηματιστηριακών εταιριών.

Με την ίδια ως άνω απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ορίσθηκε ο ενάγων επόπτης εκκαθάρισης της πιο πάνω εταιρίας. Με τη... 1085/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα εκούσιας δικαιοδοσίας) διορίσθηκε εκκαθαριστής της εναγομένης ο ορκωτός ελεγκτής Ι. Π.. Με τη... 709/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 27-9-2007 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου .../2007 αίτησής του, κηρύχθηκε η περάτωση της ειδικής εκκαθάρισης της εταιρείας.

Η εναγόμενη από την ημερομηνία που τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση στις 27-1-2006 έδωσε την εντολή στον ενάγοντα, όπως μόνος του ή με τους συνεργάτες του δικηγόρους, ενεργήσει ως πληρεξούσιός της και να παρασταθεί ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων σε όλες τις εκκρεμείς δικαστικές της υποθέσεις και σε όσες θα προέκυπταν στο μέλλον, να συντάσσει αγωγές, προτάσεις, αιτήσεις, να ασκεί ένδικα μέσα, τακτικά ή έκτακτα κατά των εκδοθησομένων αποφάσεων αν το κρίνει απαραίτητο, να παρίσταται κατά τη συζήτηση αυτών, να υποβάλλει αιτήσεις, να παραλαμβάνει πιστοποιητικά και γενικά να προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια κρίνει απαραίτητη για την εκπροσώπηση της εντολέως του και την προάσπιση των συμφερόντων της μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης και κατά το στάδιο της τυχόν εκτέλεσης.

Η παροχή της εντολής κατά τα παραπάνω έγινε τόσο προφορικά όσο και γραπτά στις 6-3-2006 σχετικά με τους γενικούς όρους αυτής αλλά και σε κάθε επί μέρους υπόθεση. Η συμφωνία σχετικά με την αμοιβή του ήταν ότι αυτή θα είναι σύμφωνη με τα ελάχιστα όρια που προβλέπονται στον κώδικα περί δικηγόρων. Σε εκτέλεση δε της ως άνω εντολής, ο ενάγων προέβη στις κάτωθι ενέργειες, για τις οποίες και του οφείλονται τα ποσά τα οποία κατωτέρω αναλύονται ως εξής: [Ακολουθεί αναλυτική παράθεση των ενεργειών του ενάγοντος και των αντίστοιχων αμοιβών του γι’ αυτές με βάση τα προβλεπόμενα από τον τότε ισχύοντα κώδικα δικηγόρων ελάχιστα όρια αμοιβών].

Σύμφωνα δε με τα παραπάνω η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα ως αμοιβή του για τις πιο πάνω δικηγορικές εργασίες που πραγματοποίησε το συνολικό ποσό των εκατόν εξήντα εννέα χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα τριών ευρώ και δεκατριών λεπτών (169.793,13 ευρώ), τον δε πίνακα με τις ανωτέρω αμοιβές του κοινοποίησε στην εναγομένη και με την από 26-7-2010 αγωγή του, καλώντας την παράλληλα να τον εξοφλήσει, η δε τελευταία δεν έχει καταβάλει στον ενάγοντα κανένα ποσό...

Η ένσταση περί εξοφλήσεως της εναγομένης.... για τη θεμελίωση της οποίας η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η υποχρέωση της εναγομένης για την καταβολή αμοιβών στον ενάγοντα εξαντλείται στην καταβολή του ποσού των 1.500 ευρώ μηνιαίως, που αντιστοιχεί στη μηνιαία αμοιβή του για την εκτέλεση των καθηκόντων του του επόπτη εκκαθάρισης, όπως το ποσό αυτό της αμοιβής είχε προκαθοριστεί με σχετική απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία και τον διόρισε, τις οποίες μηνιαίες αμοιβές ο ενάγων και εισέπραξε από την εναγομένη και συνολικά εισέπραξε για το χρονικό διάστημα από 26-1-2006 έως 9-4-2010 το ποσό των 76.500 ευρώ (51 μήνες Χ 1.500 ευρώ), είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.

Όπως αποδείχθηκε η εναγομένη χρηματιστηριακή εταιρεία τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης με την... ...26-1-2006 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και ο ενάγων διορίστηκε με την ίδια απόφαση επόπτης εκκαθάρισης αυτής, ορίστηκε δε η αμοιβή του με την απόφαση αυτή στο ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως, αφορούσε δε η αμοιβή του τις υπηρεσίες που θα παρείχε με την ιδιότητα του επόπτη εκκαθάρισης, όπως οι υπηρεσίες αυτές ορίζονται στο νόμο (παρακολούθηση των εργασιών της εκκαθάρισης, γνωμοδότηση για θέματα σχετικά με αυτή, ενημέρωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για την πορεία της εκκαθάρισης).

Επομένως η καταβολή από την εναγομένη στον ενάγοντα του ως άνω ποσού των 1.500 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 26-1-2006 έως 9-4-2010, την οποία είχε ορίσει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αφορούσε το έργο του ενάγοντος ως επόπτη εκκαθάρισης και δεν αφορούσε την εξόφληση αμοιβών για τις ως άνω δικηγορικές εργασίες που αυτός πραγματοποίησε, ήτοι αμοιβών για τη σύνταξη αγωγών, αιτήσεων και προτάσεων, καθώς και αμοιβών για την παράστασή του κατά την εκδίκασή τους ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων, εκπροσωπώντας την εναγομένη είτε ως ενάγουσα ή αιτούσα είτε ως εναγομένη ή καθ’ ης η αίτηση.

Άλλωστε και η εναγομένη δεν αμφισβητεί ότι στα καθήκοντα του επόπτη εκκαθάρισης που εκτελούσε ο ενάγων δεν περιλαμβάνονταν ο χειρισμός των δικαστικών υποθέσεων αυτής... Η εκκαλούσα με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου προέβαλε την ένσταση ακυρότητας της επίμαχης συμβάσεως εντολής ως αντιβαίνουσας στα χρηστά ήθη, άλλως σε απαγορευτική διάταξη νόμου, για τη θεμελίωση της οποίας ισχυρίζεται ότι η σύμβαση εντολής με την οποία ανατέθηκε ο χειρισμός των δικαστικών υποθέσεων αυτής στον εφεσίβλητο αντίκειται στα χρηστά ήθη, άλλως αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, διότι ο ίδιος παράλληλα εκτελούσε καθήκοντα επόπτη εκκαθάρισης αυτής.

Η προβολή της προαναφερομένης ενστάσεως από την εκκαλούσα στον παρόντα βαθμό, η οποία εκτιμάται ως πρόσθετος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, παραδεκτά προβάλλεται από την εκκαλούσα με τις προτάσεις της, αφού... η υπό κρίση διαφορά δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 678-681 Κ.Πολ.Δ. και η εκκαλούσα δικάσθηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας.

Η ένσταση όμως αυτή είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Και τούτο διότι από καμία διάταξη νόμου προκύπτει ότι απαγορεύεται ο χειρισμός δικαστικών υποθέσεων υπό εκκαθάριση εταιρίας από το δικηγόρο που έχει διοριστεί κατ’ άρθρο 4α παρ. 5 του ν. 1806/1988 ως επόπτης εκκαθάρισης αυτής. Εξ άλλου δεν αποδείχθηκε ότι ο χειρισμός από τον εφεσίβλητο των δικαστικών υποθέσεων της εναγομένης κατά το χρονικό διάστημα που εκτελούσε καθήκοντα επόπτη εκκαθάρισης αυτής αντίκειται στα χρηστά ή συναλλακτικά ήθη, αφού δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί η ανάθεση της εντολής αντίθετη με τα χρηστά ήθη το ότι ο εφεσίβλητος, παράλληλα με την ιδιότητα του επόπτη εκκαθάρισης, είχε και την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου της εκκαλούσας ενώπιον των δικαστηρίων.

Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι η ανάθεση εντολής στον εφεσίβλητο να χειριστεί τις δικαστικές υποθέσεις της εκκαλούσας δεν διασφάλιζε τη σύννομη εκτέλεση των καθηκόντων του ως επόπτη της εκκαθάρισης, καθώς και ότι, εξαιτίας της ιδιότητάς του ως επόπτη εκκαθάρισης, ήταν βέβαιο ότι ο χειρισμός των δικαστικών υποθέσεων της εκκαλούσας ενώπιον των δικαστηρίων θα ήταν πλημμελής".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο, το οποίο κατά τα προεκτεθέντα είχε δεχθεί τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση της εναγομένης και είχε εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια από παραδρομή δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση. Έτσι που έκρινε το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που παρατέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, αφού δέχθηκε ότι δεν ήταν απαγορευμένη από τις διατάξεις αυτές και συνακόλουθα άκυρη η ένδικη σύμβαση έμμισθης εντολής, η οποία κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του αφενός μεν καταρτίσθηκε μεταξύ του επόπτη εκκαθαρίσεως της εναγομένης εταιρείας ενάγοντος και της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσης εναγομένης, αφετέρου δε καταρτίσθηκε στις 27-1-2006, δηλαδή την επομένη του διορισμού του ενάγοντος ως επόπτη εκκαθαρίσεως της εναγομένης (με την ...26-1-2006 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς), ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο την ιδιότητα του εκκαθαριστή της εναγομένης και συνακόλουθα την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της είχε ο ίδιος ο ενάγων κατά το άρθρο 4α παρ. 3 εδ.

β ν. 1806/1988, χωρίς να δέχεται περαιτέρω ότι συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κατάρτιση αυτοσυμβάσεως.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, εφόσον δε η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.

α Κ.Πολ.Δ.). Στη συνέχεια πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση της ερημοδικασθείσης εναγομένης (άρθρο 528 Κ.Πολ.Δ.), να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή, η οποία, έχοντας το περιεχόμενο και αίτημα που αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη, ήταν απορριπτέα, πέραν της αοριστίας της (η οποία έγκειται στο ότι ο ενάγων περιόρισε με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το αίτημα της αγωγής από το αρχικά αιτηθέν καταψηφιστικά ποσό των 169.793,13 ευρώ, το οποίο ήταν κατανεμημένο σε περισσότερα επί μέρους κονδύλια, σε 10.000 ευρώ αναγνωριστικά και 159.793,13 ευρώ καταψηφιστικά, χωρίς να διευκρινίσει ποια κονδύλια αφορά ο περιορισμός ή να δηλώσει ότι ο περιορισμός αφορά όλα τα κονδύλια συμμέτρως), προεχόντως ως μη νόμιμη, αφού με αυτήν ο ενάγων ισχυρίζεται ότι μετά το διορισμό του ως επόπτη της εκκαθαρίσεως της εναγομένης συνεβλήθη με την εναγομένη με απαγορευμένη από τις ανωτέρω διατάξεις σύμβαση εντολής και μάλιστα ότι η σύμβαση αυτή καταρτίσθηκε πριν από το διορισμό εκκαθαριστή της εναγομένης και συνακόλουθα κατά το χρόνο που ο ίδιος (ο ενάγων), πλην της ιδιότητας του επόπτη εκκαθαρίσεως της εναγομένης, είχε και την ιδιότητα του εκκαθαριστή της, δηλαδή του νομίμου εκπροσώπου της, χωρίς να επικαλείται και ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έγκυρης αυτοσυμβάσεως.

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας (διότι στον πρώτο βαθμό αυτή ερημοδίκησε) και της παρούσης δίκης σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3602/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 19-10-2011 έφεση της εναγομένης. Δέχεται αυτήν. Εξαφανίζει την εκκαλούμενη 137/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 13-4-2011 αγωγή.

Απορρίπτει αυτήν.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσης δίκης, την οποία ορίζει σε πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ