Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for attacking non-reviewable facts and substantive custody rulings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's custody decision. The appellant argued procedural errors regarding mandatory mediation attempts and substantive errors in evaluating evidence and the grounds for marital separation. The court ruled that these arguments targeted non-reviewable factual findings and the core substantive judgment, which are legally inadmissible for appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(14) C.P.D.; Art. 561(1) C.P.D.; Art. 1391(1) A.C.: Appeals are inadmissible when they challenge non-reviewable factual findings or the substantive judgment on the merits, as such attacks lack the necessary legal standing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1299 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1299/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ο. Π. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Βασιλείου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ως άνω δικηγόρος διορίστηκε σύμφωνα με το ν. 3226/2004 και την 172/2015 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κωνσταντινίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 30-1-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2142/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 119/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-4-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 6-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων κύρους της (ΟΛ Α.Π12/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.14ΚΠολΔ,μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής που αφορούσε στην επιμέλεια ανήλικου τέκνου, λόγω μη τήρησης της υποχρεωτικώς προβλεπόμενης από τη διάταξη του τότε ισχύοντος άρθρου 681ΓΚΠολΔ,απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, απέρριψε λόγο έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας περί μη τήρησης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ενώπιον του οποίου είχαν εισαχθεί προς συζήτηση αντίθετες αγωγές αμφοτέρων των διαδίκων περί ανάθεσης της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου τους σ αυτούς, της άνω υποχρεωτικώς προβλεπόμενης απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς ,δεχόμενο τα ακόλουθα:"Η προϋπόθεση αυτή τηρήθηκε πριν τη συζήτηση των αγωγών ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 15-10-2013, δοθέντος ότι όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, οι διάδικοι παραστάθηκαν μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους και η υποχρεωτική απόπειρα συμβιβασμού των διαδίκων απέτυχε, όπως αναφέρεται στην εκκαλούμενη απόφαση, ύστερα από ακρόαση των διαδίκων".
Με βάση τα προαναφερθέντα, ο ανωτέρω λόγος, πλην του απαραδέκτου αυτού ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας να τον προβάλει, εφόσον η σχετική έλλειψη θα καθιστούσε απαράδεκτη τη συζήτηση και της δικής της αγωγής που αφορούσε στην επιμέλεια του ανήλικου τέκνου της, είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη ότι α) η δικαστική απόφαση, που βεβαιώνει ότι τηρήθηκε η πιο πάνω διαδικασία, όπως και τα πρακτικά, ως προς τη διατύπωση των οποίων η αναιρεσείουσα δεν προβάλει ότι εξέφρασε αντίρρηση, είναι δημόσια έγγραφα(ΑΠ46/2002)και αποτελούν πλήρη απόδειξη, εφόσον δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά(αρθρ.438ΚΠολΔ) για τη διενέργεια της απόπειρας συμβιβασμού και β)δεν υφίσταται ανάγκη πανηγυρικής διατύπωσης σ’ αυτά (πρακτικά) της εν λόγω απόπειρας, ορθώς απορρίφθηκε ο άνω λόγος έφεσης και το δικαστήριο δεν υπέπεσε στην από τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.14(και όχι και 1)ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια.
Σύμφωνα με το άρθρο 559αριθμ.11α,αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Όπως προκύπτει εξάλλου από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι δεν έπρεπε να είχε λάβει υπόψη το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τα έγγραφα, που ο ήδη αναιρεσίβλητος είχε προσκομίσει εκπρόθεσμα ,μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριό του, τα οποία επίσης ρητώς αναφέρει, ότι δεν θα ληφθούν υπόψη και απ’ αυτό, χωρίς σ’ εκείνο το στάδιο να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση κατ’ αποδοχή σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσείουσας (και ορθά, εφόσον αυτό θα εξηρτάτο από την ύπαρξη ή μη διαφορετικής κρίσης ως προς την ουσία της υπόθεσης),προχώρησε στην ουσιαστική διερεύνηση αυτής. Επομένως, τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου, ότι δεν έλαβε υπόψη τα εκπροθέσμως προσκομισθέντα από τον αναιρεσίβλητο έγγραφα, όσο και από τις λοιπές αιτιολογίες της και το όλο περιεχόμενα της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Δικαστήριο δεν τα έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα,(καίτοι, επισημαίνεται ,ότι θα μπορούσε να το έχει πράξει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529ΚΠολΔ,με την προϋπόθεση της νομότυπης προσαγωγής και επίκλησης αυτών ενώπιον του).
Συνεπώς, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, κατ’ εκτίμηση από το άρθρο 559αριθμ. 8ΚΠολΔ,διότι δεν εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, κατ’ αποδοχή του άνω λόγου έφεσης της και 11αΚΠολΔ,λόγω δήθεν λήψης υπόψη των άνω απαράδεκτων αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμα ,όπως και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης.
Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ851/2015).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
Α.Π. 11/1996). Εξάλλου, ο από την διάταξη του άρθρου 559αριθμ.10ΚΠολΔ,λόγος αναίρεσης ιδρύεται ,όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς ,με την προαναφερθείσα έννοια του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη γι’ αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την σχετική απόδειξη (ΑΠ1413/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο(ΟλΑΠ2/2008).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατά το άρθρο 561 παρ. ΙΚΠολΔ(ΑΠ600/2016). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ’ όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο(ΑΠ551/2011).Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της(αρθρ.561παρ.2ΚΠολΔ),έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στις 2-2-2000 στο Δημαρχείο ..., ο οποίος στη συνέχεια ιερολογήθηκε κατά το τυπικό της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στις 13-3-2000, από τον οποίο απέκτησαν ένα τέκνο, την Ι., που γεννήθηκε στις 30-3-2005, ηλικίας σήμερα εννέα(9) περίπου ετών.
Η ενάγουσα(ήδη αναιρεσείουσα),......, ήρθε στην Ελλάδα από την Ουκρανία και το έτος 1999 γνωρίστηκε με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο), ...., καθ’ ό χρονικό διάστημα αυτή εργαζόταν ως χορεύτρια στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, με την επωνυμία "...", οπότε ο εναγόμενος μαζί με φίλους του επισκέφθηκε το ανωτέρω κατάστημα.
Ο ενάγων - εναγόμενος,...., ισχυρίζεται ότι η ήδη εν διαστάσει σύζυγος του, κατά το χρονικό διάστημα που εργάζονταν στο ανώτερο κατάστημα, εξαναγκάζονταν από άτομα "του περιβάλλοντος του καταστήματος να εκδίδεται σε πελάτες που αυτοί επέλεγαν για λογαριασμό της" ενώ αυτός, μετά από επίπονες προσπάθειες κατάφερε και απέσπασε αυτήν από το "καθεστώς ομηρίας" στο οποίο αυτή είχε περιέλθει, οπότε μετά από λίγους μήνες τέλεσαν το γάμο τους.
Ανεξαρτήτως της βασιμότητας των επικαλούμενων ως άνω από τον ενάγοντα - εναγόμενο για την εν διαστάσει σύζυγο του, ήτοι περί του ότι αυτή υπήρξε θύμα trafficking γεγονός το οποίο αυτή δεν αρνείται ειδικότερα - η έγγαμη συμβίωση των ανωτέρω διαδίκων- τα πρώτα χρόνια αυτής- υπήρξε αρμονική. Αμέσως μετά το γάμο τους, εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα που μίσθωσαν στην περιοχή ..., ενώ στη συνέχεια, εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα που μίσθωσαν στη ..., επί της οδού ..., που αποτέλεσε και την άλλοτε οικογενειακή στέγη των διαδίκων.
Η ενάγουσα, μητέρα της ανήλικης Ι., ήδη είχε από προηγούμενο γάμο της, ένα ακόμη ανήλικο τέκνο, τον Δ. (Ν. Ν.), που κατά το χρόνο του γάμου της με τον εναγόμενο ήταν περίπου έξι (6) ετών και διέμενε μόνιμα στην πόλη ... με τους παππούδες του από τη μητρική γραμμή. Μετά από επίπονες προσπάθειες του εναγομένου, το άλλοτε ανήλικο τέκνο της ενάγουσας, Ν., την 29-1-2001 ήρθε στην Ελλάδα προκειμένου να διαμείνει με τη μητέρα του και τον δεύτερο σύζυγο της.
Όπως, αμφότεροι οι διάδικοι και κυρίως η ενάγουσα συνομολογούν, ο εναγόμενος και ήδη εν διαστάσει σύζυγος της, προσφέρθηκε να διδάξει στον τότε εννιάχρονο υιό της ενάγουσας, την ελληνική γλώσσα, καθόσον αυτός μιλούσε μόνο τη μητρική του γλώσσα, δηλαδή την ουκρανική και είναι δεδομένο ότι αντιμετώπιζε δυσκολίες προσαρμογής και του παρείχε όλα τα απαραίτητα υλικά αγαθά, προκειμένου να εγκλιματιστεί όσο πιο ομαλά γινόταν στη νέα πραγματικότητα.
Οι σχέσεις των ενήλικων διαδίκων μεταξύ τους, αλλά και αυτές του εναγομένου με τον υιό της ενάγουσας από τον πρώτο γάμο της, ήταν φυσιολογικές και κύλισαν ομαλά, έως και περίπου το έτος 2010, σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρα, ενήλικου υιού της ενάγουσας. Το έτος 2010 ο εναγόμενος, που μέχρι τότε εργαζόταν ως ψυκτικός στο ..., σταμάτησε να εργάζεται εκεί και μαζί με δύο φίλους του, προέβη στη λειτουργία καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Το ανωτέρω κατάστημα λειτούργησε έως και το έτος 2012, η λειτουργία δε αυτού από την πρώτη στιγμή υπήρξε ζημιογόνος και συσσώρευε χρέη, οπότε για το λόγο αυτό ο εναγόμενος παράλληλα συνέχιζε να εργάζεται και ως ψυκτικός. Όπως ήταν φυσικό, το γεγονός της παράλληλης εργασίας του εναγομένου στο ανωτέρω κατάστημα και ως ψυκτικού, είχε ως αποτέλεσμα να απουσιάζει αρκετές ώρες από την οικία του και να επιστρέφει αργά, ενώ η ενάγουσα που δεν εργάζονταν και ασχολούνταν με τα οικιακά (μέχρι τότε είχε εργαστεί περιστασιακά σε βιοτεχνία ρούχων και στη ΔΕΘ) αντιδρούσε, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται μεταξύ των ενήλικων διαδίκων έριδες προστριβές.
Ενόψει των ανωτέρω και των συνακόλουθων τριβών που προκαλούνταν, ο εναγόμενος πρότεινε στην ενάγουσα, ήδη σε διάσταση σύζυγο του να εργάζεται τις πρωινές ώρες στο ανωτέρω κατάστημα, προκειμένου τις βραδινές ώρες να είναι στην οικία με τα τέκνα τους, ωστόσο αυτή αρνήθηκε, παράτα επί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την ίδια, καθόσον ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος αρνήθηκε να της προσφέρει εργασία στο κατάστημα του και κατά της πρωινές ώρες λέγοντας σ’ αυτήν ότι προτιμούσαν να εργαστούν νέες κοπέλες......Το Πάσχα του έτους 2012 και ενώ οι διάδικοι και η πατρική οικογένεια του εναγομένου, μαζί με την αδελφή του.........είχαν συγκεντρωθεί στην κατοικία των γονέων αυτού (εναγομένου) στη Χαλκιδική, η ενάγουσα απομακρύνθηκε προς την παραλία και μετά από λίγο έστειλε μήνυμα στο κινητό τηλέφωνο του εναγομένου ότι θα βουτούσε στη θάλασσα προκειμένου να αυτοκτονήσει, για το λόγο δε αυτό τον παρακαλούσε να φροντίσει τα παιδιά τους.
Μόλις ο εναγόμενος έλαβε το ανωτέρω μήνυμα αναζήτησε την ενάγουσα στην παραλία, όπου τη βρήκε ξαπλωμένη και σε κατάσταση νευρικού κλονισμού - αφού πράγματι είχε βουτήξει στη θάλασσα - κλαίγοντας και μιλώντας ακατάληπτα, ενώ στη συνέχεια αυτή αρνήθηκε να της χορηγηθεί εξειδικευμένη βοήθεια από ψυχολόγο.......
Περαιτέρω, η ίδια η ενάγουσα δεν κάνει καμία αναφορά για το ανωτέρω περιστατικό, αναφέροντας μόνο στο δικόγραφο της αγωγής της ότι "τις ημέρες του Πάσχα του έτους 2012, υπήρξε θύμα επιθετικής συμπεριφοράς εκ μέρους του αντιδίκου σε συνδυασμό με πρωτοφανή ψυχολογικό πόλεμο με εκδήλωση ψυχρής υποτιμητικής και αδιάφορης στάσης απέναντι μου".
Τα ανωτέρω όμως αναφερόμενα από αυτή - πέραν του ότι δεν επιβεβαιώνονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο - είναι και παντελώς αόριστα, ενόψει και του ότι αυτή (ενάγουσα) δεν αναφέρει και δεν δικαιολογεί περαιτέρω, τα ειδικότερα περιστατικά που έλαβαν χώρα, ώστε να κριθεί η βασιμότητα των όσων επικαλείται.
Την 18- 6-2012, η ενάγουσα επισκέφθηκε το αστυνομικό τμήμα ..., όπου και δήλωσε ότι "ύστερα από επιδείνωση της έγγαμης σχέσης της με το σύζυγο της, εχθές και περί ώρα 20.00’ αναγκάστηκε ν’ αποχωρήσει προσωρινά από την κοινή συζυγική τους κατοικία, στην οδό ... στη ..., παίρνοντας μαζί της και το ανήλικο τέκνο της Ι., προκειμένου ν’ αποφευχθεί περαιτέρω επιδείνωση και επεισόδια, τα οποία θα μπορούσαν να βλάψουν την ίδια και το ανήλικο τέκνο της".
Από το περιεχόμενο της ανωτέρω δήλωσης προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν ανέφερε ότι ο εναγόμενος βιαιοπράγησε σε βάρος της- όπως εκ των υστέρων ισχυρίστηκε - ενόψει και της από 17-6-2012 επίσκεψης της στο Γ.Ν.Θ. Ιπποκράτειο, όπου και ανέφερε ξυλοδαρμό. Πέραν τούτων, για τον ανωτέρω επικαλούμενο από την ενάγουσα ξυλοδαρμό της από τον εναγόμενο, δεν καταθέτει τίποτα σχετικό ο μάρτυρας υιός της, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος και αποδίδει τα προβλήματα στις σχέσεις των διαδίκων στην εργασιακή απασχόληση του εναγομένου στο κατάστημα.
Τελικώς, οι διάδικοι περί τον Σεπτέμβριο του έτους 2012, κατέθεσαν αντίθετες αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων με τις οποίες, ο μεν εναγόμενος αιτούνταν την προσωρινή ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου του ανήλικου τέκνου του σ’ αυτόν, τη ρύθμιση της χρήσης της άλλοτε οικογενειακής στέγης και την παραχώρηση της σ’ αυτόν, τη μετοίκηση της ενάγουσας από την άλλοτε οικογενειακή στέγη, ενώ με προφορική ανταίτησή του, κατά τη συζήτηση της αίτησης στο ακροατήριο εκείνου του Δικαστηρίου, αιτήθηκε επικουρικά τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο του, ενώ η ενάγουσα αιτούνταν την προσωρινή ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου του ανήλικου τέκνου της σ’ αυτή, να διαταχθεί η μετοίκηση της από την άλλοτε οικογενειακή στέγη, να της παραχωρηθεί η χρήση των εκεί αναφερομένων κινητών πραγμάτων και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλλει προσωρινά διατροφή στην ίδια, λόγω υπαίτιας διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της, ως διατροφή ανηλίκου.
Επί των ανωτέρων αιτήσεων, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2586/2013 απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου, με την οποία διατάχθηκε η μετοίκηση της ενάγουσας από την άλλοτε οικογενειακή στέγη, παραχωρήθηκε προσωρινά αποκλειστικά στον εναγόμενο η χρήση της ανωτέρω οικογενειακής στέγης, ανατέθηκε στην ενάγουσα προσωρινά η επιμέλεια του προσώπου του ανήλικου τέκνου τους, υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλλει στην ενάγουσα ως διατροφή της ίδιας το ποσό των 150 ευρώ, λόγω υπαίτιας διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης και ως συνεισφοράς στη διατροφή του ανηλίκου τέκνου του το ποσό των 250ευρώ, ρυθμίστηκε προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του εναγομένου με το ανήλικο τέκνο του και συνεπώς μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, διασπάστηκε και τυπικά η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων.
Από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας, προέκυψε ότι η ενάγουσα υπήρξε αποκλειστικά υπαίτια της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης. Ειδικότερα, τα επικαλούμενα από την ενάγουσα, περιστατικά υπαιτιότητας σε βάρος του εναγομένου, ήτοι κλονιστικά της έγγαμης συμβίωσης περιστατικά, που αφορούν το πρόσωπο του εναγομένου, ήτοι ότι αυτός κατανάλωνε μεγάλες ποσότητες οινοπνευματωδών ποτών μετά τη λειτουργία του καταστήματος, ότι κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της στο τέκνο τους Ι., δεν της συμπαραστάθηκε ψυχικά και ηθικά, δεν την προέτρεψε να αναζητήσει τη συμβολή ειδικού, αλλά απομακρύνθηκε από αυτήν, ότι επέστρεφε τις πρώτες πρωινές ώρες μεθυσμένος, ότι όταν του τηλεφωνούσε στο κατάστημα έδειχνε να ενοχλείται και την αντιμιλούσε βρίζοντας και απειλώντας αυτήν, ότι δεν έδινε χρήματα για τις ανάγκες της οικογένειας του, ενώ άρχισαν να της δημιουργούνται υπόνοιες για εξωσυζυγικές σχέσεις με άλλες γυναίκες, το κυριότερο δε όλων ότι ο εναγόμενος χειροδίκησε σε βάρος της την 18-6-2013, δεν αποδείχθηκαν, καθόσον περί των ανωτέρω δεν καταθέτει τίποτα σχετικό ο μάρτυρας που με επιμέλεια της ενάγουσας εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο αφού εκθέτει και αξιολογεί την κατάθεση του άνω μάρτυρα συνεχίζει:".....τα λοιπά επικαλούμενα από την ενάγουσα περιστατικά -και που ούτως ή άλλως δεν επιβεβαιώνονται από τον ανωτέρω μάρτυρα-κρίνονται ως παντελώς αβάσιμα, καθόσον σύμφωνα με όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν, ο εναγόμενος πρότεινε στην ενάγουσα να εργάζεται πρωινές ώρες, ενώ αυτή αρνήθηκε......
Αντίθετα, από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας προέκυψε ότι, παρά το γεγονός ότι ο εναγόμενος από την αρχή της έγγαμης συμβίωσης στήριξε με όποιο τρόπο μπορούσε, τόσο την ενάγουσα, όσο και το άλλοτε ανήλικο τέκνο της, ενόψει τουλάχιστον της δυσκολίας που αντιμετώπιζαν κατά τη προσαρμογή τους σε μία ξένη χώρα, η ενάγουσα το Πάσχα του 2012, αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει.
Οι λόγοι και οι αιτίες που οδήγησαν την ενάγουσα στην ανωτέρω πράξη, δεν προσδιορίστηκαν επακριβώς, από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας, όμως, σε κάθε περίπτωση, αποδείχθηκε ότι δεν προκλήθηκαν από τη συμπεριφορά του εναγομένου προς την ενάγουσα και από οποιαδήποτε ψυχολογική επιβάρυνση που αυτός της προκάλεσε, η όποια δε συμπεριφορά του εναγομένου ήταν απότοκος της συμπεριφοράς της τελευταίας προς αυτόν.
Συνεπώς, ο εναγόμενος δεν επέδειξε σε βάρος της συζύγου του συμπεριφορά που να μπορεί να αποτελέσει στοιχείο ικανό για να θεμελιώσει εύλογη αιτία, διακοπής της έγγαμης συμβίωσης της ενάγουσας με τον εναγόμενο σύζυγο της, ενώ η έγγαμη συμβίωση τους διασπάσθηκε τον Δεκέμβριο του έτους 2012, με την αποχώρηση του εναγομένου από την άλλοτε οικογενειακή στέγη και αφού πρώτα αμφότεροι οι ήδη εν διαστάσει σύζυγοι είχαν καταθέσει αντίθετες αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, αιτούμενοι τη μετοίκηση τους από την άλλοτε οικογενειακή στέγη. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα, δεν υπάρχει εύλογη αιτία για την αιτούσα διατροφή, ενάγουσα, που να προκάλεσε την εκ μέρους της διακοπή της έγγαμης συμβίωσης με τον εναγόμενο σύζυγο της, εφόσον και η ίδια είχε την πρωτοβουλία της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης χωρίς εύλογη αιτία, ήτοι αιτούμενη και η ίδια τη μετοίκηση της από την άλλοτε οικογενειακή στέγη.
Συνεπώς, δεν δικαιούται διατροφής, αφού και η ίδια η ενάγουσα, όχι από εύλογη αιτία είχε την πρωτοβουλία για διακοπή της έγγαμης συμβίωσης αιτούμενη, κατά τα ανωτέρω, τη μετοίκηση της από την άλλοτε οικογενειακή στέγη και δεν δικαιούται να αξιώνει διατροφή από τον εναγόμενο, κατ" άρθρο 1391 ΑΚ, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτια της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης των ενηλίκων διαδίκων υπήρξε η ενάγουσα (δικαιούχος της διατροφής), η οποία και κατέθεσε και τη σχετική αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων, διότι η ευθύνη της εν λόγω διακοπής, βαρύνει την ίδια δικαιούχο (ενάγουσα ατομικά), που επιθυμεί τη διακοπή της συμβίωσης.....
Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας αυτής, ως προς τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, θα πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος και η αγωγή, καθ’ ο μέρος αφορά τη διατροφή λόγω υπαίτιας διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, θα πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη.....
Περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε με την ανωτέρω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών, μέτρων, η επιμέλεια του προσώπου του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, ανατέθηκε προσωρινά στην ενάγουσα μητέρα του, ενώ επετράπη στην ενάγουσα να μετοικήσει από την άλλοτε οικογενειακή στέγη και παραχωρήθηκε η χρήση αυτής στον εναγόμενο.
Παρά ταύτα, ο τελευταίος και όπως αυτός συνομολογεί και με το αγωγικό δικόγραφο, είχε αποχωρήσει από την άλλοτε οικογενειακή στέγη τον Δεκέμβριο του 2012, έκτοτε δε η ενάγουσα για μικρό χρονικό διάστημα διέμενε με το ανήλικο τέκνο της Ι. και τον ενήλικο υιό της Δ. στην ανωτέρω κατοικία και στη συνέχεια σε οικία που μίσθωσε επί της οδού ..., ασκώντας την επιμέλεια του προσώπου του.
Σύμφωνα με τα υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα πατέρα της ανήλικης, Ι., η μητέρα της παραμελεί τη φροντίδα και τη μόρφωση της ανήλικης Ι., δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στο ρόλο της, καθόσον αυτή παρουσιάζει εκρήξεις οργής και τις οποίες αδυνατεί να ελέγξει ενώπιον της ανήλικης, δεν επιτρέπει στην ανήλικη να επικοινωνεί με αυτόν και την πατρική του οικογένεια, την απειλεί ότι δεν θα ξαναδεί τον πατέρα της, σε βάρος του συμφέροντος της ανήλικης Ι., η οποία ήδη εμφανίζει προβλήματα στη συμπεριφορά της.
Κατά την προσωπική επικοινωνία του Δικαστή με την ανήλικη Ι., αυτή εξέφρασε την επιθυμία της να παραμείνει μαζί με τον πατέρα της, στο σπίτι του οποίου αισθάνεται πιο άνετα. Η ανήλικη Ι., που όπως διαπιστώθηκε από την προαναφερθείσα επικοινωνία μαζί της είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο και τρυφερό παιδί, το οποίο όμως παρουσιάζεται βαθιά προβληματισμένο και με έκδηλη αγχώδη διαταραχή που το εμποδίζει να εκφρασθεί ελεύθερα και με τον αυθορμητισμό που διακρίνει τα παιδιά της αντίστοιχης ηλικίας.
Επίσης, προέκυψε ότι η ανήλικη Ι., που είναι μαθήτρια της Δ’ τάξης δημοτικού δημόσιου σχολείου, διαμένει πλησίον της κατοικίας της μητέρας της, ενώ φάνηκε ότι με τον πατέρα της και το υπόλοιπο συγγενικό του περιβάλλον αισθάνεται μεγαλύτερη συναισθηματική ασφάλεια, καθόσον η μητέρα (γιαγιά της ανήλικης) και η αδελφή του (θεία της ανήλικης) μπορούν να τη φροντίζουν σε καθημερινή βάση, συνεπικουρώντας τον πατέρα της.
Ο πατέρας της ανήλικης, από την πρώτη στιγμή της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, περιέλαβε την ανήλικη Ι., με περισσή αγάπη, καθόσον ο τελευταίος τη φροντίζει με όποιο τρόπο και μέσο μπορεί, μεριμνώντας για τη διατροφή της, τη σωματική της υγιεινή και κυρίως την ψυχική και συναισθηματική της ισορροπία, δημιουργώντας συνθήκες πρόσφορες ώστε το τέκνο του να τον εμπιστεύεται, ενόψει της δύσκολης, ευαίσθητης και καθοριστικής σημασίας ηλικίας, που αυτό διάγει.
Περαιτέρω, φαίνεται ότι αυτός αντιλαμβάνεται πλήρως την άσχημη ψυχολογική κατάσταση στην οποία αυτό (ανήλικο) έχει περιέλθει, σε αντίθεση με τη μητέρα του η οποία αδυνατεί να αντιδράσει ουσιαστικά, συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της ανήλικης. Η ανωτέρω κατάσταση θα πρέπει να εκληφθεί ως αδυναμία της ενάγουσας- εναγομένης μητέρας της ανήλικης, να ασκήσει το παραπάνω γονεϊκό καθήκον της επιμέλειας του προσώπου της ανήλικης, ασχέτως του αν αυτό οφείλεται στις δύσκολες συνθήκες και τις ειδικές περιστάσεις που αντιμετώπισε όταν ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα και στις συνακόλουθες δυσκολίες προσαρμογής της.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο πατέρας της ανήλικης επιδεικνύει ιδιαίτερο πραγματικό ενδιαφέρον και αμέριστη αγάπη για το τέκνο του, το οποίο δεν εγκατέλειψε ψυχικά, συναισθηματικά και ηθικά, αντίθετα ενεργούσε πάντα προς όφελος και προς το συμφέρον αυτού. Εξάλλου, παρά το ότι η επιμέλεια του προσώπου του παραπάνω ανήλικου τέκνου ασκούνταν από τη μητέρα του προσωρινά, ο ενάγων πατέρας του δεν επέδειξε αδιαφορία γι’ αυτό, αντίθετα μάλιστα επικοινωνούσε μαζί του, ενδιαφερόμενος για την ανατροφή του, προσπαθώντας με συνέπεια ν’ αντιμετωπίσει τα προβλήματα που το τέκνο του αντιμετωπίζει (φοβίες, ανασφάλειες),αντιλαμβανόμενος πλήρως το γονεϊκό λειτουργικό του ρόλο και καθήκον.
Ο πατέρας, λοιπόν, του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, είναι ικανός και άξιος να το διαπαιδαγωγήσει, συμβάλλοντας θετικά στην ομαλή ψυχοσωματική και πνευματική του ανάπτυξη καθώς και στην κοινωνική του καταξίωση, ενώ αυτό είναι επίσης συναισθηματικά δεμένο μαζί του. Η μητέρα της ανήλικης Ι., παρά το ότι τρέφει αισθήματα αγάπης προς αυτό, στην παρούσα χρονική στιγμή δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται το μέγεθος των προβλημάτων που το ανήλικο τέκνο της αντιμετωπίζει, ενόψει και του ότι αυτή (μητέρα της ανήλικης) αρνείται να αντιμετωπίσει καταρχήν τα δικά της προβλήματα, γεγονός που την οδηγεί σε ακραίες συμπεριφορές (εκρήξεις θυμού, απόπειρα αυτοκτονίας) που με τη σειρά τους δημιουργούν διαταραχές στη συμπεριφορά του τέκνου της (αισθήματα ανασφάλειας, φοβίας, άγχους) που δεν είναι συμβατά με την παιδική ηλικία της ανήλικης και την εκθέτουν σε πλείστους κινδύνους για την ψυχική και συναισθηματική της ισορροπία.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, το καλώς νοούμενο συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, υπαγορεύει την ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου του, στον πατέρα του, ο οποίος αντιλαμβάνεται καλύτερα τα προβλήματα που το τέκνο του αντιμετωπίζει και δεν "μεταφέρει" σ’ αυτό τα όποια προβλήματα αντιμετωπίζει.
Τα ανωτέρω γίνονται δεκτά, παρά το ότι από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων αυτό διαμένει με τη μητέρα του, καθόσον η οικία του πατέρα του βρίσκεται πλησίον της οικίας της μητέρας του και του σχολείου του, το οποίο δεν θα χρειαστεί ν’ αλλάξει και. συνεπώς δεν θα διαταραχθούν οι μέχρι τώρα συνήθειες και δραστηριότητες του, που συνάδει με την ομαλή ψυχοπνευματική του ανάπτυξη και το καλώς νοούμενο συμφέρον της ανήλικης.
Διασφαλίζεται, επιπλέον, το ενδιαφέρον και η ενεργός συμμετοχή της ενάγουσας μητέρας της ανήλικης Ι., η οποία διατηρεί από κοινού με τον πατέρα της ανήλικης, την άσκηση των λοιπών λειτουργιών της γονικής του μέριμνας σε κάθε κρίσιμο ζήτημα που ήθελε προκύψει στη διαδρομή του βίου της ανήλικης μέχρι την ενηλικίωση της.
Με βάση λοιπόν τα προαναφερόμενα, το συμφέρον της ανήλικης και μάλιστα όχι μόνο το ψυχικό, αλλά και το σύνολο της διαμόρφωσης της προσωπικότητας της και της ιδιαίτερης της ανάγκης για τη μητρική στοργή και φροντίδα, υπαγορεύει την ανάθεση της άσκησης της επιμέλειας του προσώπου της στον ενάγοντα πατέρα της και όχι στη μητέρα της.".Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, ακολούθως απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή της με την οποία ζητούσε την καταβολή διατροφής από τον αναιρεσίβλητο και την ανάθεση στην ίδια της επιμέλειας του προσώπου της ανήλικης θυγατέρας τους.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, κατ’ επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559αριθμ.8,10 και 11γΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα ,με το οποίο ανατέθηκε η επιμέλεια της ανήλικης κόρης τους στον αναιρεσίβλητο, διότι, αντίστοιχα: α)δεν έλαβε υπόψη τους δικούς της ισχυρισμούς, ότι η ίδια είναι η πλέον κατάλληλη για την άσκηση της επιμέλειας της ανήλικης κόρης της και ότι αυτό επιβάλει το συμφέρον αυτής, β) δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι,"ο πατέρας της ανήλικης αντιλαμβάνεται πλήρως την άσχημη ψυχολογική κατάσταση στην οποία αυτή έχει περιέλθει ,σε αντίθεση με τη μητέρα της η οποία αδυνατεί να αντιδράσει ουσιαστικά, συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της ανήλικης",ότι "η μητέρα της ανήλικης Ι.
παρά το ότι τρέφει αισθήματα αγάπης προς αυτή, στην παρούσα χρονική στιγμή δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται το μέγεθος των προβλημάτων που το ανήλικο τέκνο της αντιμετωπίζει, ενόψει και του ότι αυτή αρνείται να αντιμετωπίσει καταρχήν τα δικά της προβλήματα ,γεγονός που την οδηγεί σε ακραίες συμπεριφορές που ...δημιουργούν διαταραχές στη συμπεριφορά του τέκνου της που δεν είναι συμβατά με την παιδική ηλικία της ανήλικης και την εκθέτουν σε πλείστους κινδύνους για την ψυχική και συναισθηματική της ισορροπία",και ότι μεταφέρει (η αναιρεσείουσα) δικά της προβλήματα στην ανήλικη κόρη της και γ) δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων της και τις αποδείξεις των επιδόσεων της κόρης της στο σχολείο, κατά το διάστημα που είχε την επιμέλεια της αλλά και αξιολόγησε εσφαλμένα και όχι κατά τον τρόπο που έπρεπε τις αποδείξεις που αυτή προσκόμισε ενώπιον του, βάσει των οποίων θα έπρεπε να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι το συμφέρον της ανήλικης κόρης της επιτάσσει να της ανατεθεί η επιμέλεια της.
Ο υπό στοιχείο α λόγος είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και τους απέρριψε ρητά, δεχόμενο ότι το συμφέρον της ανήλικης κόρης των διαδίκων επιτάσσει να ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου της στον κατάλληλο προς τούτο αναιρεσίβλητο πατέρα της. Ο υπό στοιχείο β λόγος είναι απαράδεκτος εφόσον τα επικαλούμενα στο πλαίσιο του ανωτέρω αναιρετικού λόγου δεν είναι "πράγματα",αλλά αντλούμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων συμπεράσματα και επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας.
Ο υπό στοιχείο γ ίδιος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος που επικαλείται μη λήψη υπόψη αποδεικτικών στοιχείων είναι αβάσιμος, εφόσον από τη ρητή αναφορά του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν ενώπιόν του και από το περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία περί της λήψης υπόψη και αυτών.
Κατά τα λοιπά όμως, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος ,εφόσον η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Επισημαίνεται, ότι και με τις λοιπές περιλαμβανόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις της η αναιρεσείουσα, με την κατ’ επίφαση επίκληση των ανωτέρω αναιρετικών πλημμελειών μέμφεται το Εφετείο σε σχέση με το ίδιο αποδεικτικό πόρισμα που υποστηρίζει ότι είναι εσφαλμένο, επιχειρώντας έτσι την επανεκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη(αρθρ.561παρ.1ΚΠολΔ).
Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, που αφορά το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου σε σχέση με την αιτούμενη επιδίκαση διατροφής αυτής, η αναιρεσείουσα επικαλούμενη πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8, 10 και 11ΚΠολΔ,μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι "εσφαλμένα εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία και τις μαρτυρικές καταθέσεις", μη αποδεχόμενη την απόδειξη του ξυλοδαρμού της, της κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών από τον αναιρεσίβλητο, αλλά και δεχόμενη εσφαλμένα ότι η ίδια είχε την πρωτοβουλία της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης χωρίς εύλογη αιτία.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι υπό την κατ’ επίφαση επίκληση πλημμέλειας από τις ανωτέρω διατάξεις πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (αρθρ.561παρ.1ΚΠολΔ).
Από το άρθρο 1391 παρ. 1 Α.Κ. προκύπτει ότι, αν διακοπεί η έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, η υποχρέωση διατροφής, που υποκαθιστά στην περίπτωση αυτή την υποχρέωση συνεισφοράς, διέπεται από τους ίδιους όπως και η τελευταία, κανόνες των άρθρων 1389 και 1390 του Α.Κ., πλην όμως για τη θεμελίωση της για διατροφή αξίωσης αυτής απαιτείται είτε ο δικαιούχος της διατροφής σύζυγος να διέκοψε ο ίδιος την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία όπως ρητά ορίζεται στην ανωτέρω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1391 Α.Κ., είτε, κατ’ επέκταση η διακοπή της έννομης συμβιώσεως να προήλθε από την πλευρά του υπόχρεου νια διατροφή συζύγου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία ο σύζυγος που αξιώνει την καταβολή διατροφής, είναι εκείνος που διέκοψε την έννομη συμβίωση χωρίς εύλογη αιτία, αυτός δεν δικαιούται διατροφής, ούτε καν ελαττωμένης κατά τα άρθρα 1392 εδαφ.
β’ και 1495 Α.Κ(ΑΠ132/2003).Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με ειδικότερη αιτίαση του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης της, όπως εκτιμάται κατά την αληθή νοηματική της έννοια, από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ,μέμφεται το Εφετείο διότι εσφαλμένα δεν της επεδίκασε έστω και μειωμένη διατροφή, εφόσον ο αναιρεσίβλητος διέκοψε την έγγαμη συμβίωση πριν την υποβολή εκ μέρους της, της αίτησης μετοίκησης.
Η ανωτέρω αιτίαση είναι απαράδεκτη, εφόσον,(εκτός του ότι δεν αποτελούσε περιεχόμενο της ιστορικής βάσης της από 28-2-2013 αγωγής της, με την οποία επικαλείτο εύλογη αιτία διακοπής εκ μέρους της, της έγγαμης συμβίωσης με τον αναιρεσίβλητο από τον οποίο ζητούσε πλήρη διατροφή) η αναιρεσείουσα, με επίφαση την (εκτιμώμενη) ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, ότι η ίδια είχε την πρωτοβουλία για διακοπή της έγγαμης συμβίωσης με τον αναιρεσίβλητο όχι από εύλογη αιτία.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων λόγω της σχέσης τους ως συζύγων(αρθρ.179,183ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Απριλίου 2015 αίτηση της Ο. Π. για αναίρεση της 119/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ