Legislator Case Law & Legislation
1299/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on expropriation compensation, ruling tenant claims do not override owner's right to final unit price.

Case Number 1299/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's determination of the final compensation unit price for expropriated land. The appellant, a business tenant, argued that the court failed to respect his property rights as a holder under a lease contract, claiming the compensation amount was insufficient to cover his business relocation costs. The court rejected this, holding that the statutory obligation to respect property rights does not extend to the tenant's specific financial losses in this context, as the owner remains liable for the tenant's claims under the lease or unjust enrichment principles.

Legislator headnote

AI generated

Art. 68, Art. 559(1) KPolD; The right to judicial protection under Art. 68 KPolD does not extend to a tenant's claim for compensation reduction based on leasehold property rights when the owner is the sole recipient of expropriation compensation.

Keywords

AI generated
expropriation compensation tenant property rights judicial protection scope leasehold claims unjust enrichment

Cited Legislation

AI generated
Art. 68 KPolD
Art. 559(1) KPolD
Art. 183 KPolD
495 § 4 ed. 4 KPolD

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1299 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1299/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Λ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Σοφό και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΕ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2007 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 7-11-2007, 19-11-2007, 15-11-2007, 1-2-2009, 12-4-2011, 20-11-2007,10-10-2007(2), 19-11-2007, 29-10-2007 αντίθετες αιτήσεις του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση και την από 27-7-2010 αίτηση διόρθωση, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Ναυπλίου, για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης σε απαλλοτριούμενες εκτάσεις, μετά την έκδοση της 54/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου που καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης. Συνεκδικαζόμενων των ανωτέρω, εκδόθηκε η απόφαση 258/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-9-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ειρήνη Καλού, ανέγνωσε την από 26-3-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 12-9-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 258/30-10-2012 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία την από 19-11-2007 (αρ. εκθ. καταθ. 854/23-11-2007) αίτηση του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία ως ιδιοκτήτης αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου, έχων ως εκ τούτου έννομο συμφέρον, ζήτησε τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν τμήμα του ακινήτου του και καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομένον τμήμα του καθώς και την επιδίκαση εξόδων μετεγκατάστασης της λειτουργούσας σ' αυτό (εναπομένον τμήμα) επιχείρησης (ελαιοτριβείου) σε άλλο ακίνητο.

Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον". Ο ΚΠολΔ συνδέει τη νομιμοποίηση του διαδίκου προς το έννομο συμφέρον, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο, δηλαδή να αναφέρεται σε υπαρκτές έννομες σχέσεις και όχι σε υποθετικές, και επί πλέον η ανάγκη δικαστικής προστασίας να είναι ενεστώσα.

Τα πρόσωπα τα οποία έχουν άμεσο έννομο συμφέρον στη διαδικασία προσδιορισμού της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και μπορούν να είναι διάδικοι, δηλαδή έχουν την εξουσία να διεξάγουν τη δίκη ενεργητικά ή παθητικά ή με άλλο τρόπο, ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ).

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή «ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι δύνανται να ζητήσουν δικαστικώς τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι α) ο υπόχρεος να καταβάλει την αποζημίωση, β) ο υπερού κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση και γ) όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο.

Η κατά τα ανωτέρω νομιμοποίηση των διαδίκων στη δίκη προσδιορισμού της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης, η οποία ρυθμίζεται ειδικά από την ως άνω διάταξη, εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ. Αν δε από την έρευνα αυτή προκύψει ότι λείπει η προϋπόθεση της νομιμοποίησης, η αίτηση απορρίπτεται.

Το δικαστήριο, ερευνώντας τη νομιμοποίηση του διαδίκου που αξιώνει (προβάλλει) κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο θα ερευνήσει παρεμπιπτόντως, εκτιμώντας ελεύθερα τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, το προβαλλόμενο εμπράγματο δικαίωμά του που του παρέχει το δικαίωμα αποζημίωσης και το οποίο θεμελιώνει τη νομιμοποίησή του και δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του, για την κίνηση της διαδικασίας προσδιορισμού της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης.

Η έρευνα δε αυτή, δεν εμποδίζεται από το ότι στη διαδικασία του καθορισμού της αποζημίωσης, η δικαιοδοσία του δικαστηρίου περιορίζεται κατά κανόνα μόνο στον προσδιορισμό τιμής μονάδος, χωρίς την αναγνώριση δικαιούχων και την καταψήφιση υποχρέων (Πρβλ. άρθρα 14 παρ. 1, 18, 19, 20 και 26 ν. 2882/2001), αφού από το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί η έρευνα ζητημάτων, τα οποία έχουν σχέση με θεμελιώδεις ιδιότητες των δικαζομένων, όπως είναι και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος για την κίνηση της διαδικασίας αυτής, ζήτημα το οποίο εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης κατ' άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1247/2007, ΑΠ 528/2005).

Περαιτέρω, η παραπάνω ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 1γ του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), κατά την οποία ενδιαφερόμενος να ζητήσει δικαστικώς τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι και όποιος αξιώνει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο είναι επακόλουθη της ρυθμίσεως του άρθρου 4 του άνω ΚΑΑΑ, κατά το οποίο η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συνεπάγεται αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, κατασκευής και δέντρου, που υπάρχει πάνω σε αυτό και κάθε άλλου συστατικού του πράγματος, κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του ΑΚ, ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα, καθώς και του άρθρου 5 του ίδιου ΚΑΑΑ, κατά το οποίο η αναγκαστική απαλλοτρίωση αφορά στο πράγμα, ανεξάρτητα από το πρόσωπο που έχει την κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε αυτό.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 9 παρ.2 του αυτού ΚΑΑΑ, κατά την οποία μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κάθε νομέας ή κάτοχος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου υποχρεούται να παραδώσει τούτο ελεύθερο στον υπέρου η απαλλοτρίωση, συνάγονται τα ακόλουθα: 1) ο νομοθέτης περιόρισε τον αριθμό των προσώπων και καθόρισε επακριβώς τα πρόσωπα, τα οποία δύνανται να προσλάβουν την ιδιότητα του διαδίκου στις δίκες καθορισμού τιμής μονάδας αποζημιώσεως (προσωρινής ή οριστικής) λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως. 2) Ακόμη, ο νομοθέτης, συνεπής προς τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και των άρθρων 947, 948, 949, 999 και 1000 του ΑΚ, περιόρισε την προβλεπόμενη από την άνω διάταξη του Συντάγματος και του άρθρου 13 παρ.1 του ΚΑΑΑ και επιδικαζόμενη αποζημίωση λόγω απαλλοτριώσεως μόνο για τα ακίνητα πράγματα και τα επ' αυτών υπάρχοντα κτίσματα, κατασκευές και δέντρα, καθώς και όλα τα κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του ΑΚ συστατικά.

Και περαιτέρω, 3) την αποζημίωση από την απαλλοτρίωση των ανωτέρω πραγμάτων παρέχει, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 26 του ΚΑΑΑ, μόνο στους αναγνωριζόμενους κατά τη διαγραφόμενη στο άρθρο αυτό (και τον ΚΠολΔ) διαδικασία ως κυρίους ή έχοντες άλλο εμπράγματο δικαίωμα (από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στο νόμο -άρθρ. 973 ΑΚ) και απέκλεισε ρητώς την αναγνώριση ως δικαιούχου της αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση τον έχοντα επί του απαλλοτριωθέντος δικαίωμα νομής, πολύ δε περισσότερο κατοχής, ορίζοντας στην παρ. 9 του άνω άρθρου 26, ότι η νομή καθ' εαυτή δεν θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω διατάξεων, εκείνος που έχει δικαίωμα κατοχής επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και των συστατικών του δυνάμει ενοχικής έννομης σχέσεως (π.χ. μισθώσεως, η οποία λύνεται με τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως και ο κάτοχος , μετά τη συντέλεσή της έχει υποχρέωση να παραδώσει το απαλλοτριωθέν στον υπερού η απαλλοτρίωση), και πολύ περισσότερο εκείνος, ο οποίος έχει τέτοιο δικαίωμα στο εναπομένον, εκτός της απαλλοτρίωσης, τμήμα του όλου ακινήτου και στα συστατικά του, ούτε αξίωση αποζημιώσεως έχει έναντι του υπόχρεου να καταβάλει την αποζημίωση ή του υπέρ ου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση για το δικαίωμα κατοχής του στα επικείμενα συστατικά του ακινήτου και την ασκούμενη σ' αυτά επιχείρησή του, ούτε νομιμοποιείται ενεργητικώς να ζητήσει τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως (προσωρινής και οριστικής) για τα συστατικά και την επιχείρηση αυτή (ΑΠ 1608/2011, ΑΠ 888/2008).

Η ρύθμιση αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αντίκειται, αλλά είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος, ούτε προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το.

ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, η οποία ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου, με την οποία προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του.

Και τούτο διότι: α) Κατά την έννοια των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, το δικαίωμα κατοχής επί των συστατικών του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ή του εναπομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος του όλου ακινήτου, δεν αποτελεί αυτοτελές απαλλοτριούμενο περιουσιακό στοιχείο, δεδομένου ότι τα συστατικά αυτά κατά την καθιερούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954 και 955 του ΑΚ αρχή "τα επικείμενα είκει τοις υποκειμένοις", ακολουθούν τη νομική τύχη του δικαιώματος κυριότητας επί του ακινήτου και δεν μπορούν να είναι χωριστά αντικείμενα κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος , β) Στην έννοια της "πλήρους αποζημιώσεως" για την απαλλοτρίωση πράγματος για δημόσια ωφέλεια, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και δικαιούται ο ιδιοκτήτης του πράγματος ως ενιαίου συνόλου από ακίνητο και συστατικά αυτού, περιλαμβάνεται και η αξία της κατοχής επί των συστατικών, γ) Η αποζημίωση για την αξία της επιχειρήσεως που ασκείται στο ακίνητο, που απαλλοτριώνεται, κατά τις ίδιες άνω διατάξεις, δεν συμπεριλαμβάνεται στην έννοια της "πλήρους αποζημιώσεως", αλλά λαμβάνεται υπόψη η συνδεόμενη με το ακίνητο, που απαλλοτριώθηκε, πρόσοδος, σε σχέση με την ασκούμενη σε αυτό επιχειρηματική δραστηριότητα κατά την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου (Ολ.ΑΠ 7-8/2006), δ) Ο δυνάμει ενοχικής σχέσεως κάτοχος του ακινήτου και των συστατικών του δεν στερείται του δικαιώματος να διεκδικήσει τις τυχόν αξιώσεις του για τα απαλλοτριωθέντα συστατικά και τις γενόμενες στο απαλλοτριωθέν ακίνητο για τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του δαπάνες από τον ιδιοκτήτη του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο οποίος είναι δικαιούχος της αποζημιώσεως λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης αυτού, είτε βάσει της μεταξύ τους ενοχικής σχέσεως (π.χ.

βάσει του άρθρου 338 ΑΚ - αξίωση για το περιελθόν στον ιδιοκτήτη του ακινήτου, λόγω ανυπαίτιας (νομικής, εφόσον πρόκειται για συντελεσθείσα απαλλοτρίωση) αδυναμίας προ εκπλήρωση της παροχής του, όπως είναι η αξίωση αποζημίωσης ή η εισπραχθείσα αποζημίωση λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης- ή επί μισθώσεως ακινήτου, βάσει του άρθρου 571 ΑΚ κ.λ.π.), είτε βάσει των διατάξεων περί διοικήσεως αλλότριων (άρθρα 736 επ.

ΑΚ), ή αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ) ή και αδικοπραξιών του ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, το ύψος των οποίων μάλιστα μπορεί να είναι μεγαλύτερο της καθορισθείσας και καταβλητέας στον ιδιοκτήτη αποζημίωσης, η οποία δεν οριοθετεί το μέγεθος των παραπάνω αξιώσεων του κατόχου (ΑΠ 1608/2011).

Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε μα κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση ( Αριθμός 976/2012, ΑΠ 1522/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με το να απορρίψει την ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου του και καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομένον τμήμα του καθώς και επιδίκαση εξόδων μετεγκατάστασης της λειτουργούσας σ' αυτό επιχείρησης (ελαιοτριβείου) σε άλλο ακίνητο, δεχόμενο ότι αυτός δεν είναι κύριος ή εμπράγματος δικαιούχος του ως άνω ακινήτου, και ότι συνεπώς δεν δικαιούτο να ζητήσει δικαστικώς τον οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως αν και αρκούσε για τη νομιμοποίησή του ως διαδίκου στην ως άνω δίκη ο ισχυρισμός του στην αίτηση αυτή ότι είναι ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, έχων ως εκ τούτου έννομο συμφέρον στην υποβολή της , χωρίς να απαιτείται προς τούτο και απόδειξη του προβληθέντος δικαιώματός του στο αναγκαστικώς απαλλοτριωθέν ακίνητο, δεδομένου ότι στη δίκη προσδιορισμού τιμής μονάδος αποζημίωσης το δικαστήριο περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στον προσδιορισμό αυτής χωρίς να μπορεί να εξετάσει την ύπαρξη του προβαλλόμενου εμπράγματος δικαιώματος του καθού η απαλλοτρίωση, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1, 19 παρ. 5 και 20 παρ. 6 του Ν. 2882/2001 που αναφέρονται στη νομιμοποίηση των διαδίκων κατά τη διαδικασία καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομένον.

Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον, τα όσα εκτίθενται σ' αυτόν για τη θεμελίωσή του, και αληθή υποτιθέμενα, δεν έχουν κατά νόμο ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού, σύμφωνα με τις παραπάνω νομικές σκέψεις, το δικαστήριο, στη διαδικασία του καθορισμού της αποζημίωσης, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, δεν εμποδίζεται για τους λόγους που αναφέρει ο αιτών, να ερευνήσει παρεμπιπτόντως, την ύπαρξη του εμπραγμάτου δικαιώματος που προβάλλει ο καθού η απαλλοτρίωση διάδικος, το οποίο αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για τη θεμελίωση της νομιμοποίησής του και τη δικαιολόγηση του εννόμου συμφέροντός του για την κίνηση της διαδικασίας αυτής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 Σ, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του ΚΠολΔ 559 αρ. 19 ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1672/2012, ΑΠ 2182/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τα δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την αίτηση του αναιρεσείοντος για καθορισμό τιμής μονάδος αποζημίωσης και ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομένον τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου καθώς και για επιδίκαση εξόδων μετεγκατάστασης της ως άνω επιχείρησης σε άλλο ακίνητο κρίνοντας ότι αυτός δεν είναι κύριος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου αλλά τρίτο πρόσωπο, και ότι συνεπώς δεν δικαιούται να ζητήσει δικαστικώς τον οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως περιέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της κυριότητάς του στο απαλλοτριωθέν ακίνητο, το οποίο (ζήτημα) αναφέρεται στη νομιμοποίηση του διαδίκου για την υποβολή της ένδικης αίτησης, και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης .

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του που αφορά δίκη καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για ακίνητα και τα συστατικά τους, τα οποία απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας (για την κατασκευή της νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής κανονικού πλάτους και υψηλών ταχυτήτων μεταξύ Κορίνθου - Πατρών στο τμήμα από χ.θ. 40+000 έως χ.θ.59+250 (Υποτμήμα από χ.θ. 53+600 έως χ.θ. 59+250), στις κτηματικές περιφέρειες των Δήμων Ευρωστίνης και Αιγείρας, στους νομούς Κορινθίας και Αχαΐας, αντίστοιχα, υπέρ του Ο.Σ.Ε.

και με δαπάνες αυτής (της αιτούσας), με την υπ' αριθμ. 8412/2-6-2005 απόφαση της Γενικής Γραμματείας Περιφέρειας Πελοποννήσου, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 668Δ/22-6-2005) και μεταγράφηκε νόμιμα, συνεκδίκασε, μεταξύ, άλλων, την από 12-11-2007(αριθμ. εκθ. Καταθ. 808/2007 (κύρια) αίτηση της ανώνυμης εταιρίας «ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ» στρεφόμενη κατά 245 συνολικά «Εικαζομένων ιδιοκτητών ακινήτων των οποίων οι ιδιοκτησίες ευρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Ευρωστίνης του Νομού Κορινθίας» , μεταξύ των οποίων ο 207ος καθού στην ως άνω αίτηση και μη διάδικος στην παρούσα δίκη Λ.

Π. του Α., κάτοικος ... (αριθμ. ιδιοκτ. 073) με την από 19-11-2007 (αριθμ. εκθ. καταθ. 854/23-11-2007 ) αυτοτελή «αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης» έντεκα (11) συνολικά αιτούντων, μεταξύ των οποίων ο 5ος αιτών Α. Λ. του Π. (αναιρεσείων) για την υπ' αριθμ. 073 κτημ. πίνακα ιδιοκτησία), επίσης, στρεφόμενη κατά της ως άνω ανώνυμης εταιρίας ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ., με την οποία ο αναιρεσείων με την ιδιότητά του ως ιδιοκτήτη της υπ' αριθμ. 073 κτημ.

πίνακα ιδιοκτησίας και έχων ως εκ τούτου έννομο συμφέρον, ζήτησε να καθοριστεί, απευθείας από το Εφετείο, οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για το απαλλοτριωθέν τμήμα , έκτασης 29,66 τ.μ. της ως άνω ιδιοκτησίας του, συνολικής έκτασης 606,66 τετρ. μέτρων, τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομένον τμήμα του ακινήτου του, στο οποίο υφίσταται διώροφη οικοδομή, η οποία λειτουργεί κατά ένα τμήμα της ως κατοικία και κατά ένα τμήμα της ως βιομηχανικό κτίριο, στο οποίο στεγάζεται επιχείρηση ελαιοτριβείου και την επιδίκαση εξόδων μετεγκατάστασης της ως άνω επιχείρησης.

Το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μεταξύ άλλων, απέρριψε την από 19-11-2007 αυτοτελή αίτηση ως προς τον αιτούντα Α. Λ. του Π. (αναιρεσείοντα) ως ουσία αβάσιμη, ενώ δέχτηκε κατά ένα μέρος την κύρια αίτηση της ανώνυμης εταιρίας ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ και καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων και των επικειμένων τους, μεταξύ των οποίων και η υπ' αριθμ. 073 κτημ.

πίνακα ιδιοκτησία, της οποίας εικαζόμενος ιδιοκτήτης στην εν λόγω (κύρια) αίτηση φερόταν ο μη διάδικος στην παρούσα δίκη 207ος καθού Λ. Π. του Α., κάτοικος ... . Ειδικότερα, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις:

«'Όσον αφορά την ΑΚΠ 073 ιδιοκτησία: από το φάκελο που προσκομίζει ο αιτών αποδεικνύεται ότι η ένδικη ιδιοκτησία (της οποίας απαλλοτριώνεται ένα τμήμα, 29,56 τ.μ., στην πρόσοψη της επί της δημοτικής οδού), ανήκει κατά κυριότητα στον Π. Λ., βάσει των με αρ. .../1971, .../1985 και .../1985 συμβολαίων των συμβ/φων Ακράτας Δημ.

Αναγνωστόπουλου, Κων/νου Παλαιολογόπουλου και Αθανασίου Παλαιολογόπουλου αντίστοιχα και ότι ο αιτών, Α. Λ. εκμεταλλεύεται, βάσει της με αρ. πρωτ. ΔΒΦ 14.2/185/1340/1995 άδειας της Νομαρχίας Αχαΐας, την επιχείρηση ελαιοτριβείου, που είναι εγκατεστημένη σε τμήμα του εν λόγω ακινήτου, και συγκεκριμένα στο πετρόκτιστο, ισόγειο, πλακοσκεπές κτίσμα, που φέρει στην είσοδο του την επιγραφή του, συνδεόμενος, προφανώς, με το εν λόγω ακίνητο, μόνο ενοχικά.

Συνεπώς, εφόσον δεν συνδέεται με την εν λόγω ιδιοκτησία με κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομένον και βέβαια και το αίτημα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας και το αίτημα επιδίκασης εξόδων μετεγκατάστασης, αφού, η απαλλοτρίωση ξένου ακινήτου δεν του δίδει το δικαίωμα να επιδιώξει την αποζημίωση του απ' την ΕΡΓΟΣΕ, λόγω μεταφοράς της επιχείρησης του σε άλλο ακίνητο».

Με όσα, ως άνω, δέχθηκε ανελέγκτως το Εφετείο, και ειδικότερα ότι ο αναιρεσείων-αιτών δεν συνδέεται με την αναγκαστικώς απαλλοτριωθείσα έκταση, με κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα, αλλά με ενοχικό δικαίωμα και ότι συνεπώς δεν είχε δικαίωμα να ζητήσει δικαστικά τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο και ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομένον καθώς και την επιδίκαση εξόδων μετεγκατάστασης της εγκατεστημένης σε κτίσμα του ως άνω ακινήτου επιχείρησης, απορρίπτοντας ακολούθως την αίτηση ως προς αυτόν, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, περιέλαβε στην απόφασή του σαφή και επαρκή αιτιολογία που στηρίζει το διατακτικό της, δηλαδή την απόρριψη της αίτησης και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε.

Δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας του, να διαλάβει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων α) εάν και κατά πόσον αυτός αναφέρεται στον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης ως εικαζόμενος δικαιούχος, β) πόθεν συνήγαγε το Εφετείο το συμπέρασμα, ότι μετά τα προσκομισθέντα συμβόλαια και μέχρι σήμερα δεν μεσολάβησαν άλλες νομικές μεταβολές από τον φερόμενο σ' αυτά, ως κύριο, Π.

Λ. προς αυτόν, γ) τους τόμους και αριθμούς μεταγραφής των τριών ως άνω συμβολαίων στα αρμόδια Υποθηκοφυλακεία, δ) πόθεν συνήγαγε το συμπέρασμα ότι τα ως άνω συμβόλαια προσκομίσθησαν στο δικαστήριο για τη νομιμοποίησή του και όχι για άλλο σκοπό και ε) εάν και κατά πόσο η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε στο Εφετείο ότι δεν ήταν ο αναιρεσείων κύριος της ένδικης υπ' αριθμ. (073) κτημ.

πίνακα ιδιοκτησίας, αφού καθόσον αφορά στις υπό στοιχ. α' και β' ελλείψεις, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να συμπεριλάβει στις αιτιολογίες του σχετικές με αυτές παραδοχές, δεδομένου ότι κατά τη διατύπωση του ερευνώμενου λόγου αναφορικά με τις εν λόγω αιτιάσεις, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, ούτε από τις παραδοχές του Εφετείου σχετικά με το περιεχόμενο της αίτησης προκύπτει, αφενός μεν ότι υπέβαλε την αίτηση αυτή με την ιδιότητα του αναφερόμενου στον κτηματολογικόν πίνακα της απαλλοτρίωσης εικαζόμενου δικαιούχου της υπ' αριθμ. 073 ιδιοκτησίας, οπότε στην περίπτωση αυτή, η μνεία αυτού στην ως άνω πράξη ως κυρίου ή εμπράγματου δικαιούχου του απαλλοτριούμενου ακινήτου, θα αρκούσε για τη νομιμοποίησή του ως διαδίκου στη δίκη καθορισμού αποζημιώσεως, χωρίς να απαιτείται η επίκληση των τίτλων κυριότητάς του, αντίθετα δε αυτός επικαλείται στην αίτηση αναίρεσης ότι υπέβαλε την ως άνω αίτηση ως αξιώνων δικαίωμα κυριότητας στην υπ' αριθμ. 073 ιδιοκτησία, αφ'ετέρου δε, ότι μετά τη σύνταξη των ως άνω συμβολαίων επακολούθησαν εμπράγματες μεταβολές του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, βάσει των οποίων απέκτησε αυτός δικαίωμα κυριότητας με μεταγενέστερες των ως άνω συμβολαίων νομικές πράξεις του φερόμενου βάσει αυτών ως κυρίου Π.

Λ. προς αυτόν, όπως υπονοεί, ώστε για την πληρότητα της αιτιολογίας του να υποχρεούται το Εφετείο, να περιλάβει παραδοχές περί νομικών μεταβολών που έχουν σχέση με το ως άνω ακίνητο και τη κτήση της κυριότητας του από τον ίδιο, τις οποίες, άλλωστε, ούτε και με τον ως άνω λόγο επικαλείται ότι έλαβαν χώρα, αναφερόμενος μόνο υποθετικά σ' αυτές, και συνεπώς δεν πρόκειται για ελλείψεις που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από το αναιρεσείοντα με την αίτηση ή τις προτάσεις του προς επιστήριξη του προβληθέντος δικαιώματος ιδιοκτησίας του στο απαλλοτριούμενο ακίνητο, ώστε να αφορούν ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Καθόσον δε αφορά στις λοιπές προβαλλόμενες ελλείψεις, αυτές, ανάγονται στην πληρέστερη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ανάλυση του σαφώς εκτιθεμένου στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση στις αιτιολογίες της στοιχείων που δεν είναι κρίσιμα για τη θεμελίωση της κρίσης του Εφετείου περί απόρριψης της αίτησης και δεν συνιστούν ουσιαστικές παραδοχές η έλλειψη των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από την προβλεπόμενη στο άρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, με το τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι ο αναιρεσείων ως έχων ενοχικό μόνο και όχι εμπράγματο δικαίωμα στο ακίνητο που απαλλοτριώθηκε και επομένως ως κάτοχος, δυνάμει ενοχικής σχέσεως, του εν λόγω ακινήτου, στο εναπομένον, εκτός της απαλλοτρίωσης, τμήμα του οποίου λειτουργούσε η ως άνω επιχείρησή του, δεν δικαιούται να παραστεί στο δικαστήριο ως διάδικος και να ζητήσει καθορισμό τιμής μονάδος και ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, αφού κατ' αυτήν η απαλλοτρίωση ξένου ακινήτου δεν του δίνει το δικαίωμα να επιδιώξει την αποζημίωσή του από τον ΕΡΓΟΣΕ λόγω μεταφοράς της επιχείρησης (ελαιουργείου) σε άλλο ακίνητο και με την παραδοχή αυτή να απορρίψει την αίτηση, ως προς τα δύο αυτά αιτήματα καθώς και ως προς το αίτημα επιδίκασης εξόδων μετεγκατάστασης της ως άνω επιχείρησης σε άλλο ακίνητο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης για τα δικαιώματα του Ανθρώπου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες αυτού που επικυρώθηκε με το Ν.Δ 53 της 19-9-1974 (ΦΕΚ 256/1974 Τ.Α) και σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αποτελεί αναπόσπαστον μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου, η οποία επιτάσσει το σεβασμό και την προστασία της περιουσίας του προσώπου, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα ενοχικά δικαιώματα, τα οποία έχουν οικονομική αξία.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, ανεξαρτήτως του ότι στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί αιτήσεως του αναιρεσείοντος με την ιδιότητά του ως κατόχου, δυνάμει ενοχικής εννόμου σχέσεως, του ως άνω κτίσματος, στο οποίο λειτουργούσε η ως άνω επιχείρησή του, και όχι επί αιτήσεως αυτού , όπως συμβαίνει πράγματι, με την ιδιότητά του ως ιδιοκτήτη της όλης έκτασης και των συστατικών της, χωρίς αναφορά σε οποιαδήποτε ενοχική σχέση συνδέουσα αυτόν με τα ακίνητο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με τη σχετική νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, και ιδίως διότι, ναι μεν η ως άνω διάταξη επιτάσσει το σεβασμό και την προστασία της περιουσίας του προσώπου, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του, πλην, όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται έλλειψη σεβασμού της περιουσίας του δυνάμει ενοχικής σχέσεως κατόχου, η οποία υφίσταται όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως, αφού όπως προαναφέρθηκε αυτός, ως δυνάμει ενοχικής σχέσεως κάτοχος επικείμενου συστατικού στο εναπομείναν τμήμα της ως άνω ιδιοκτησίας, στο οποίο λειτουργεί η ως άνω επιχείρηση, δεν στερείται του δικαιώματος να διεκδικήσει τις τυχόν αξιώσεις του αναφορικά με συστατικά του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και τις γενόμενες σ' αυτό για τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του δαπάνες από τον ιδιοκτήτη του όλου απαλλοτριωθέντος ακινήτου, με τον οποίο συνδέεται ενοχικά, ο οποίος είναι δικαιούχος της αποζημιώσεως λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης αυτού, είτε βάσει της μεταξύ τους ενοχικής σχέσεως, είτε βάσει των διατάξεων περί διοικήσεως αλλότριων ή αδικαιολογήτου πλουτισμού ή και αδικοπραξιών του ΑΚ, το ύψος των οποίων μάλιστα μπορεί να είναι μεγαλύτερο της καθορισθείσας και καταβλητέας στον ιδιοκτήτη αποζημίωσης, η οποία δεν οριοθετεί το μέγεθος των παραπάνω αξιώσεων του κατόχου.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495§4 εδ.4) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ. 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-9-2013 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 258/30-10-2012 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 9η Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ