Legislator Case Law & Legislation
1299/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy court ruling on unpaid professional fees and damages.

Case Number 1299/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the widow's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding unpaid professional fees. The appellant argued the company's capital was fictitious, but the court found the lower court's reasoning on the debt and damages sufficient. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on clear, complete, and non-contradictory reasoning regarding the application of substantive law to the facts.

Keywords

AI generated
bankruptcy proceedings unpaid professional fees fictitious capital appeal admissibility legal costs civil procedure code damages assessment

Cited Legislation

AI generated
Articles 1710(b), 1813, and 1820 of the Civil Code
Articles 286(a), 287(1), and 290 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1299 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1299/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : ... χας Χ1, κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Μουζάκη.

Του αναιρεσιβλήτου :Ψ1 ο οποίος δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε η ... χήρα Ψ1, το, δικηγόρος, κάτοικος ..., η οποία δήλωσε ότι ο Ψ1 απεβίωσε την 11.10.2007. Οι εγγύτεροι συγγενείς του είναι η ιδία και το κοινό τέκνο αυτών ... θυγ. Ψ1, δικηγόρος, κάτοικος ...., οι οποίες είναι οι μόνες εξ αδιαιθέτου συγκληρονόμοι του. Γνωστοποίησε το θάνατο του υπ' αυτών κληρονομηθέντος Ψ1 στην αντίδικό τους και δήλωσε ότι επαναλαμβάνουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και ότι η ιδία ως δικηγόρος, παρίσταται αυτοπροσώπως και ως πληρεξουσία της ως άνω θυγατέρας της ... θυγ. Ψ1.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Μαΐου 2003 αγωγή του Ψ1, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 7131/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8606/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Μαϊου 2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 13 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η αυτοπροσώπως παραστάσα πρώτη των αναιρεσιβλήτων και ως πληρεξουσία της δευτέρας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, μετά τη γνωστοποίηση του επισυμβάντος στις 11-10-2007 θανάτου του αναιρεσιβλήτου Ψ1 και της εκ του λόγου τούτου βιαίας διακοπής της δίκης, από τη σύζυγό του ... και τη θυγατέρα του ..., οι οποίες δικαιούνται να επαναλάβουν τη δίκη, ως μόνες εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι του (άρθρα 1710 εδ. β', 1813 και 1820 ΑΚ), με προφορική δήλωση αυτών περί εκουσίας επαναλήψεως της δίκης, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα πρακτικά συζητήσεως της υποθέσεως, νομίμως συνεχίζεται η δίκη (άρθρα 286 περ. α', 287 παρ. 1 και 290 Κ.Πολ.Δ). Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 β' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται μόνον αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν από το δικαστήριο για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων που αποτέλεσαν τις παραδοχές του Εφετείου και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας. Στην προκειμένη περίπτωση αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια αυτή, διότι παρείδε τον ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας ότι δεν είχε καταβληθεί το εταιρικό κεφάλαιο και αν είχε καταβληθεί θα είχε κάπου κατατεθεί και δεν θα παρέμενε ανεκμετάλλευτο. Τούτο όμως δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας και πάντως δεν χρησιμοποιήθηκε από το Εφετείο για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 β' Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν οι αντιφατικές διατάξεις εντοπίζονται στο διατακτικό αυτής, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού.

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από το διατακτικό αυτής, απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και καταδίκασε αυτή στη δικαστική δαπάνη του ήδη αναιρεσιβλήτου, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας. Οι διατάξεις αυτές δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Επομένως, ο τρίτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.

ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι αγνοούσε την ύπαρξη και το ύψος της απαιτήσεως του ενάγοντος, αλλά απέρριψε αυτόν ως αβάσιμο.

Συνεπώς, ο έκτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθή, χωρίς απόδειξη (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 259/2007). Η πρακτική σημασία του λόγου αυτού αναιρέσεως μειώθηκε, μετά τον περιορισμό της προδικαστικής αποφάσεως με τους Ν. 2207/1994, 2479/1997 και 2915/2001, αφού για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση (Ολομ.

ΑΠ 12/1991, ΑΠ 205/1996). Κατ' ακολουθίαν, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν εφαρμόσθηκε η διαδικασία του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ., κατά την § 7 του οποίου, η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., πέμπτος, κατά το οικείο μέρος του, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.

ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1218/2007, ΑΠ 1854/2007). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε την υπόθεση κατ' ουσίαν, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 38/2008, ΑΠ 1911/2007).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη),β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας που επήλθε από αυτή (ΑΠ 299/2007).

Η υποχρέωση αυτή του ζημιώσαντος δεν παύει να υφίσταται εκ του λόγου ότι ο ζημιωθείς δύναται να επιδιώξει την ικανοποίηση των αξιώσεών του προς αποζημίωση και κατ' άλλου προσώπου ή κατ' άλλον τρόπο. Τέλος, κατά το άρθρο 75 ΑΚ, ο εκκαθαριστής ευθύνεται να αποζημιώσει τους δανειστές του νομικού προσώπου για κάθε υπαίτια παράβαση των υποχρεώσεών του.

Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα ότι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΣΤΑΥΡΑΚΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ-ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΣΤΑΥΡΑΚΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ Α.Ε", συστήθηκε με το με αριθμό ...καταστατικό της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Παντελάκη, όπως διορθώθηκε με την ...

πράξη αυτής και δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Δελτίο Ανωνύμων Εταιρειών (ΦΕΚ 3744/1993). Νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρείας ορίσθηκε ο Πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου και σύζυγος της εναγομένης Χ1, ο οποίος κατείχε το 50% των μετοχών της, η δε εναγομένη ήταν επίσης μέτοχος αυτής με ποσοστό 10%. Σκοπός της εταιρείας ήταν, μεταξύ άλλων, η αξιοποίηση ακινήτου ιδιοκτησίας της εναγομένης, που βρίσκεται στην ..., επί της οδού ...

εμβαδού του οικοπέδου 624,71 τμ, επί του οποίου είχε ανεγερθεί το έτος 1961 θέατρο με την επωνυμία " ...", εμβαδού 534,10 τ. μ. το οποίο αυτή εκμίσθωσε στην άνω εταιρία για χρονικό διάστημα 12 ετών, με το από 3-12-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, αντί μισθώματος 500.000 δραχμών, αναπροσαρμοζόμενο σύμφωνα με τον ισχύοντα τιμάριθμο.

Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της άνω εταιρίας που καταβλήθηκε ήταν 10.000.000 δραχμές και στη συνέχεια με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της 29-3-1995 αυτό αυξήθηκε κατά το ποσό των 180.000.000 δραχμών και ορίσθηκε στο ποσό των 190.000.000 δραχμών, με τροποποίηση του άρθρου 5 του καταστατικού. Η εναγόμενη, με το από 3-12-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, εκμίσθωσε στην άνω εταιρία, για χρονικό διάστημα 12 ετών, αντί μισθώματος 500.000 δραχμών, αναπροσαρμοζόμενο σύμφωνα με τον ισχύοντα τιμάριθμο, το ανωτέρω θέατρο "...", συμφωνήθηκε δε ότι επιτρέπεται στη μισθώτρια εταιρία να ανακατασκευάσει και να επιφέρει οποιαδήποτε προσθήκη, τροποποίηση ή μεταρρύθμιση του μισθίου ακινήτου.

Ακολούθως, η ανωτέρω εταιρία, προκειμένου να προβεί στην κατασκευή τηλεοπτικού πλατώ με μετασκευή του άνω θεάτρου και προσθήκη ορόφου, υπέβαλε στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...αίτησή της με φάκελλο τεχνικοοικονομικής μελέτης σκοπιμότητας της επένδυσης για το παραπάνω έργο, που περιείχε σχετική αρχιτεκτονική μελέτη του μηχανικού...., προσμέτρηση και προϋπολογισμό του έργου, προκειμένου η επένδυση αυτή να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 1892/1990, και υπολογισμό αμοιβών των μελετητών και επιβλεπόντων μηχανικών που συντάχθηκαν από τον ενάγοντα μηχανικό.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η άνω εταιρία, δια του νομίμου εκπροσώπου της, Χ1, ανέθεσε εγγράφως, την 19-12-1994, στον ενάγοντα, διπλωματούχο πολιτικό μηχανικό και μέλος του ΤΕΕ, την εκπόνηση μελετών προς έκδοση άδειας για τη μετασκευή του θεάτρου σε τηλεοπτικό πλατώ και προσθήκη ορόφου . Η πιο πάνω αίτηση της εταιρίας "ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΣΤΑΥΡΑΚΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ Α.

Ε." εγκρίθηκε με τη με αριθμό πρωτ. 24015/ΝΝ355/1892/90/30-5-1995 απόφαση του ΥΠΕΘΟ. Παράλληλα η εναγομένη, ως ιδιοκτήτρια του άνω ακινήτου, ανέθεσε στον ενάγοντα προφορικά την εκπόνηση μελέτης για την εξαίρεση της κατεδάφισης αυθαίρετου τμήματος του θεάτρου προκειμένου να είναι εφικτή η έκδοση της οικοδομικής άδειας μετασκευής του θεάτρου, σε τηλεοπτικό πλατώ και προσθήκης ορόφου και στις 11-4-1995 αυτή κατέθεσε στην αρμόδια Πολεοδομία Αθηνών τη με αριθμό ...σχετική αίτησή της μετά του φακέλλου μελέτης του ενάγοντος για τη νομιμοποίηση του αυθαιρέτου τμήματος του θεάτρου.

Το Συμβούλιο Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος γνωμοδότησε θετικά για την εξαίρεση της κατεδάφισης του αυθαιρέτου τμήματος, η δε εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα, ως αμοιβή, ποσό 1.400.000 δραχμών, πλέον Φ.Π.Α 252.000 δραχμών. Ο ενάγων συνέταξε πλήρη αρχιτεκτονική μελέτη, προσμέτρηση και προϋπολογισμό, τοπογραφικό διάγραμμα, διάγραμμα κάλυψης, τεχνική περιγραφή και χρονικό προγραμματισμό του έργου που του ανατέθηκε, ως άνω, με την από 19-12-1994 έγγραφη δήλωση ανάθεσης, το οποίο παρέδωσε στο νόμιμο εκπρόσωπο της άνω εταιρίας τον Ιούλιο του έτους 1995, μετά δε την παράδοση της μελέτης, η εν λόγω εταιρία αποφάσισε να τεθεί σε προσωρινή αναμονή η έκδοση της σχετικής άδειας, διότι αυτή κατασκεύαζε επί της οδού ...

άλλο τηλεοπτικό πλατώ που είχε επίσης μελετήσει και κατασκευάσει ο ενάγων και στη συνέχεια αυτή (εταιρία) ματαίωσε την πραγματοποίηση της παραπάνω μετασκευής, χωρίς να έχει καταβάλει την αμοιβή του ενάγοντος για τη μελέτη, η οποία δεδομένου ότι όπως αποδείχθηκε, ο αναλυτικός προσδιορισμός γενικών οικοδομικών εργασιών θα ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 103.447.353 δραχμών και ο προϋπολογισμός κατασκευής προσθήκης νέου ορόφου στο ποσό των 4.017.195 δραχμών, βάσει των οποίων η συνολική πλήρης αμοιβή ήταν 10.018.933 δρχ., η αμοιβή του ενάγοντος, σύμφωνα με τα άρθρα 83 παρ.2 και 87 παρ.3 του ΠΔ 696/1974, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το ΠΔ 515/1989, ανέρχεται σε 7.814.768 δραχμές, ήδη 22.934,02 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18% εκ 4.128,12 ευρώ, η οποία έπρεπε να του καταβληθεί αμέσως μετά την παράδοση του άνω έργου, ήτοι την 31-7-1995.

Περαιτέρω, με απόφαση των μετόχων της άνω εταιρίας της 30-6-1998, αποφασίσθηκε η λύση της εταιρίας και τέθηκε υπό εκκαθάριση, ενώ με την ίδια απόφαση ορίσθηκαν ως εκκαθαριστές αυτής ο Χ1 και η εναγομένη σύζυγός του, οι οποίοι προέβησαν σε έναρξη και ολοκλήρωση της εκκαθάρισης και συνυπέγραψαν τους ισολογισμούς: 1) από 30-6-1998 έναρξης της εκκαθάρισης και 2) από 31-12-1998 πέρατος της εκκαθάρισης.

Σύμφωνα με τους ανωτέρω ισολογισμούς το καταβεβλημένο μετοχικό κεφάλαιο ανερχόταν σε 190.000.000 δραχμές, και η εταιρία διέθετε προς διανομή το ποσό των 166.385.391 δραχμών, ενώ οι ζημίες προηγούμενων χρήσεων ανέρχονταν σε 22.980.283 δραχμές και τα έξοδα διοικήσεως και λειτουργίας σε 634.326 δραχμές. Ακολούθως, την 26-1-1999 απεβίωσε ο εκ των εκκαθαριστών της άνω εταιρίας Χ1, και η εναγομένη, η οποία συμμετείχε μόνη στην ολοκλήρωση της εκκαθάρισης της άνω εταιρίας, με το με αριθμό ...συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Ευσταθίας Σταματίου Κυριακού μεταβίβασε το ανωτέρω ακίνητο σε τρίτους.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η συνολική απαίτηση του ενάγοντος κατά της άνω εταιρίας την 31-12-1998 αποτελούμενη: 1) από την οφειλόμενη σε αυτόν ως άνω αμοιβή συνολικού ποσού, μετά του αναλογούντος ΦΠΑ 27.062,14 ευρώ και 2) από τους οφειλόμενους σε αυτόν τόκους υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-8-1995 μέχρι 31-12-1998, συνολικού ποσού 6.776.582 δρχ., σύμφωνα με τα ισχύοντα επιτόκια του διαστήματος αυτού όπως αυτά καθορίστηκαν, αντίστοιχα, βάσει των: 1)Από 31.7.95-21.4.96 ΠΔ/ΤΕ 2365/27.7.95, σε ποσοστό 29% (Α' ΦΕΚ 158/31.7.95), 2)Από 22.4.96-22.8.96 ΠΔ/ΤΕ 2386/19.4.96, σε ποσοστό 28% (Α' ΦΕΚ 74/30.4.96), 3)Από 23.8.96-16.2.97 ΠΥΣ 261/20.8.96, σε ποσοστό 25% (Α' ΦΕΚ 193/23.8.96), 4)Από 17.2.97-12.5.97 ΠΔ/ΤΕ 2406/14.2.97, σε ποσοστό 24% (Α' ΦΕΚ 23/26.2.97), 5)Από 13.5.97-8.1.98 ΠΔ/ΤΕ2411/12.5.97, σε ποσοστό 23% (Α' ΦΕΚ 94/22.5.97), 6) Από 9.1.98-30.3.98 ΠΔ/ΤΕ 2428/8.1.98, σε ποσοστό 27% (Α' ΦΕΚ 15/21.1.98), 7)Από 31.3.98-30.7.98 ΠΣΝΠ 1/30.3.98, σε ποσοστό23% (Α' ΦΕΚ 74/8.4.98), και 8)Από 31.7.98-13.1.99 ΠΥΣ 39/98, ΠΣΝΠ1/30.3.98, σε ποσοστό 23% (Α' ΦΕΚ 184/5.8.98 και 74/8.4.98), ανερχόταν, μετ' αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων υπέρ του ΤΕΕ, ΟΓΑ και νομίμου χαρτοσήμου (ΒΔ 30/31.5.1956), στο συνολικό ποσό των 14.292.519 δραχμών, ήδη 41.944,30 ευρώ, και περαιτέρω η εναγομένη και ο συνεκκαθαριστής σύζυγός της Χ1, ενώ εγνώριζαν την ύπαρξη της άνω οφειλής της εταιρείας "ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΣΤΑΥΡΑΚΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕ" προς τον ενάγοντα, αδικαιολόγητα και υπαίτια, δεν προέβησαν σε εξόφληση της απαίτησής του αυτής, ούτε την περιέλαβαν στον ανωτέρω ισολογισμό, με συνέπεια να υποστεί ο ενάγων ισόποση, προς το ανωτέρω ποσό των 41.944,30 ευρώ, ζημία.

Μετά την άρνηση καταβολής στον ενάγοντα της οφειλόμενης ως άνω αμοιβής του, αυτός άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 4-12-2000 (Αριθ. κατάθ. 643/2000) αγωγή του και το Δικαστήριο αυτό με την 202/2001 απόφασή του υποχρέωσε την άνω εταιρεία "ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΣΤΑΥΡΑΚΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕ" να καταβάλει στο παρεμβάν κατά τη δίκη αυτή Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, ως εκ του νόμου υποκατάστατου του ενάγοντα, το ποσό των 7.814.768 δραχμών νομιμότοκα, από 1-8-1995, καθώς και το ποσό των 1.406.658 δραχμών.

Την απόφαση αυτή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον ενάγοντα με αριθμό... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., ο ενάγων κοινοποίησε στην εναγομένη, ως εκκαθαρίστρια της άνω εταιρείας, πλην αυτή πάλι δεν προέβη στην εξόφληση της απαίτησης αυτής του ενάγοντος, με σκοπό να ζημιώσει αυτόν.

Κατόπιν των ανωτέρω, αποδεικνύεται κατ' ουσίαν αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το άνω κεφάλαιο της εταιρείας "ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΣΤΑΥΡΑΚΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΑΕ" ήταν εικονικό και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να υπάρξει προϊόν εκκαθάρισης και να εξοφληθεί η απαίτηση του ενάγοντος, γεγονός που γνώριζε και ο ίδιος.

Ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμους κατ' ουσίαν τους λόγους της εφέσεως. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σαφείς, πλήρεις και μή αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς όλα τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 914 και 75 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, κατά τα διαληφθέντα.

Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πρώτος, δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος (κατά το οικείο μέρος του ) και έβδομος, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Ακολούθως πρέπει να απορριφθεί η αίτησή αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-5-2007 αίτηση της ...χήρας Χ1,, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 8.606/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ