Legislator Case Law & Legislation
1299/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding lawyer fees and rejects claim of negligent calculation of compensation.

Case Number 1299/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the 'Organization of the Press Charter' against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the court failed to properly calculate lawyer fees and that the underpayment resulted from a negligent calculation error. The court rejected this, ruling that the lower court had thoroughly examined the appellant's defense regarding the calculation error and found it substantively unfounded, thus not constituting a procedural flaw warranting reversal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 92 A paragraphs 1 and 2 of the Lawyers Code; The court must examine all defenses raised by the opposing party, including those regarding calculation errors in fees, and reject them if they are substantively unfounded, as such errors do not constitute a procedural defect requiring appellate intervention.

Keywords

AI generated
lawyer fees calculation negligent calculation error appellate review standard procedural defect lawyer compensation court of appeal legal defense examination

Cited Legislation

AI generated
Article 92 A paragraphs 1 and 2 of the Lawyers Code (Law 3026/1954)
Article 527 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure
Article 94 paragraph 1 of the Lawyers Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1299 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1299/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Δημοσιογραφικού Χάρτου Α.Ε.", που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Κοκκίνη.

Του αναιρεσιβλήτου: ........, ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Τσικρικά και Μιχαήλ Τζάνογλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7081/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 28-1-2005 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1399/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 7081/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση.

Εκδόθηκε η 4493/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-9-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 21-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμων των πρώτου, τέταρτου και έβδομου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή κατά τις διατάξεις του άρθρου 92 Α παρ. 1 και 2 του Κώδικα των Δικηγόρων (ν.δ 3026/1954), το οποίο άρθρο προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1093/1980 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1816/1988, σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως:

α) Για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο το 15ο μισθολογικό κλιμάκιο. Β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 8ο μισθολογικό κλιμάκιο. Γ) Για δικηγόρο στον 'Αρειο Πάγο το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο (παρ. 1). Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις.

Για τον καθορισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογίζεται ο συνολικός χρόνος ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος (παρ. 2). Περαιτέρω με την υπ' αριθ. 2022210/2776/002/1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 319 Β'/21-4-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997 για την αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και ισχύει από 1-1-1997, επεκτάθηκαν εν μέρει οι διατάξεις του άνω νόμου και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής και κατατάχθηκαν οι δικηγόροι αυτοί στα αναφερόμενα και στο πιο πάνω άρθρο 92 Α παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ΚΔ) μισθολογικά κλιμάκια, στα οποία αντιστοιχεί ο καθοριζόμενος στο άρθρο 7 του ν. 2470/1997 βασικός μηνιαίος μισθός.

Επιπλέον χορηγούνται σ' αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 92 Α παρ. 2 του ΚΔ, και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το άρθρο 8 του ν. 2470/1997, μεταξύ των οποίων και το επίδομα χρόνου υπηρεσίας, που υπολογίζεται με βάση τα έτη δικηγορίας, κατά τα προαναφερόμενα. Εξάλλου, στο άρθρο 12 παρ. 3 του ν. 1093/1980 ορίζονται τα εξής: "Διατηρούνται εν ισχύ διατάξεις νόμων, καταστατικών ή εσωτερικών κανονισμών ή ειδικαί συμφωνίαι καθορίζουσαι άλλως τα της περιοδικής αμοιβής δικηγόρων, εφόσον δι' αυτών καθορίζεται αμοιβή ευνοϊκωτέρα της εκάστοτε καθοριζόμενης υπό της παραγράφου 1 του άρθρου 2.

Εις τα περιπτώσεις ταύτας, εφ' όσον υπό των εν λόγω διατάξεων ή υπό των μερών δεν ωρίσθη άλλως, αι αμοιβαί προσαυξάνονται βάσει των υπό των παρ. 2 και 3 του άρθρου 2 οριζομένων. Ως βασίς υπολογισμού των προσαυξήσεων λαμβάνονται αι καταβαλλόμεναι αποδοχαί". Με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 1183/1981 η προηγουμένως αναφερόμενη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 12 του ν. 1093/1980 ερμηνεύθηκε αυθεντικώς ως εξής: "Η αληθής έννοια του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 12 του νόμου 1093/1980 είναι ότι ως βάσις υπολογισμού των εις την παράγραφον ταύτην αναφερόμενων προσαυξήσεων λαμβάνονται μόνον αι καταβαλλόμεναι βασικαί αποδοχαί, εφ' ων και θα υπολογίζονται αι προσαυξήσεις αυταί".

Τέλος, με την παράγραφο 4 του άρθρου 12 του ίδιου ν. 1093/1980 ορίστηκε ότι σε περίπτωση καθορισμού στο μέλλον, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (28-11-1980), με συμφωνία των μερών ποσού περιοδικής αμοιβής του δικηγόρου ανωτέρω του καθοριζόμενου από το άρθρο 2 (άρθρο 92 Α του ΚΔ), τούτο, εφόσον τα μέρη δεν όρισαν άλλως, θα προσαυξάνεται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του εν λόγω άρθρου, με βάση το ποσό που θα συμφωνηθεί.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ο δικηγόρος, του οποίου καταγγέλλεται η σύμβαση, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του την προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό αποζημίωση και, σε περίπτωση μη καταβολής αυτής, δικαιούται να λαμβάνει τη συμφωνημένη αμοιβή του μέχρι πλήρους καταβολής της αποζημιώσεως, η αξίωση καταβολής της οποίας απορρέει από τη σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής και όχι από σχέση εξαρτημένης εργασίας (ΟλΑΠ 1/1994 - για όλα αυτά βλ.

και την επί της υποθέσεως εκδοθείσα υπ' αριθ. 1399/2006 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη εφαρμογή. Κατά δε την έννοια του αριθμού 19 του ίδιου ως άνω άρθρου και Κώδικα λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης .

Για το ορισμένο των λόγων αυτών αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. χρειάζεται στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα αντίστοιχα α) οι πραγματικές διαπιστώσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε (ορισμένα άρθρα ορισμένου νόμου) και το νομικό σφάλμα (ΟλΑΠ 18/2005, 28/1998, 1/1995) και β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου και οι πραγματικές αναγκαίες παραδοχές ή η μνεία ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες.

Η παράθεση των παραδοχών είναι σύμφωνοι με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι πράγματι εξασφαλίζει δίκαιη δίκη (ΟλΑΠ 32/1996, 13/1995, 28/1998, ΑΠ 917/2007 και 618/2007). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, κρίνοντας επί της ουσίας της υποθέσεως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ:

Η αναιρεσείουσα εταιρεία, που έχει ως επιχειρηματική δραστηριότητα την εισαγωγή δημοσιογραφικού και άλλων ποιοτήτων χάρτου και την πώληση του σε ρόλους (κυλίνδρους) ή κατόπιν επεξεργασίας, σε δεσμίδες, για την εκτύπωση περιοδικών και εφημερίδων, την 1-1-1956, δηλαδή περίπου κατά το χρόνο ιδρύσεώς της, προσέλαβε τον αναιρεσίβλητο, δικηγόρο Αθηνών, και κατάρτισε με αυτόν σύμβαση έμμισθης εντολής, προκειμένου να της προσφέρει, με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, τις νομικές εν γένει υπηρεσίες του, τόσο στο πλαίσιο της παραστάσεως του για λογαριασμό της στα δικαστήρια, όσο και για να ενεργεί όλες τις εξώδικες πλην συναφείς προς το λειτούργημα του εργασίες.

Ο αναιρεσίβλητος έκτοτε ανελλιπώς και για 47 έτη προσέφερε τις εν λόγω υπηρεσίες με συνέπεια, ήθος και επιστημονική επάρκεια έως τις 31-3-2003, οπότε η αναιρεσείουσα κατάγγειλε αυτήν τη συμβατική σχέση και του κατέβαλε ως αποζημίωση την ανώτατη, προβλεπόμενη από το άρθρο 94 Κ.Δ., τριάντα πάγιων μηνιαίων αμοιβών, αποζημίωση, δηλαδή το ποσό των 89.257 ευρώ, ύψους κάθε μηνιαίας αμοιβής 2.550,20 ευρώ, δηλαδή 2.354,03 ευρώ ως πάγιας αντιμισθίας και 196,17 ευρώ ως αναλογίας της οικονομικής ενίσχυσης που λάμβανε.

Καθ' όλη τη διάρκεια της ένδικης σχέσης κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος παρείχε τις υπηρεσίες του στην αναιρεσείουσα συνεχώς και αδιαλείπτως, για πολλά δε έτη ως μοναδικός δικηγόρος της, η τελευταία κατέβαλλε στον πρώτο ως αμοιβή ένα πάγιο ποσό κατά μήνα, το οποίο τα έτη μετά το 1990 συμφωνούνταν σε ύψος μεγαλύτερο των κατώτατων προβλεπόμενων από το νόμο ορίων.

Όμως τα ποσά αυτά η αναιρεσείουσα ποτέ δεν προσαύξανε με τα προβλεπόμενα για τους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους επιδόματα, παρολές τις επανειλημμένες οχλήσεις του αναιρεσιβλήτου. Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος κατά προηγούμενα έτη κατά πρώτον έθεσε υπόψη της αναιρεσείουσας το θέμα της εφαρμογής των διατάξεων του ν. 1093/1980, ο οποίος τροποποίησε τις διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων και προέβλεψε τα κατώτερα όρια αμοιβών των δικηγόρων και την καταβολή στους δικηγόρους των προβλεπόμενων για τους υπαλλήλους επιδομάτων.

Στη συνέχεια με την από ... επιστολή του ζήτησε την ευθυγράμμιση του μηνιαίου μισθού τουτουλάχιστον με τα κατώτερα όρια του νόμου πλέον των προβλεπόμενων επιδομάτων. Επειδή η αναιρεσείουσα ποτέ δεν ανταποκρίθηκε ουσιαστικά στις αιτήσεις του αναιρεσιβλήτου, παρά το ότι με το από .... έγγραφό της του ζητούσε να πληροφορηθεί ποια είναι η νόμιμη αμοιβή και ποιες οι αξιώσεις του, ο αναιρεσίβλητος επανερχόταν με το αίτημα του ότι "ο κάθε φορά συμφωνούμενος μισθός του θα πρέπει να αυξάνεται με τα επιδόματα που προβλέπει η σχετική νομοθεσία".

Μετά το έτος 1990, δηλαδή μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 1093/1980, ως αποτέλεσμα των πιέσεων του αναιρεσιβλήτου, η αναιρεσείουσα κατέβαλλε πάγιο μηνιαίο ποσό στον αναιρεσίβλητο ως αμοιβή του, το οποίο υπερέβαινε κατά πολύ τα από το άρθρο 92 Α του Κ.Δ. καθοριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, χωρίς ποτέ να συναινέσει στην απαίτηση του αναιρεσιβλήτου να υπολογίζονται επί του μισθού του επιπλέον και τα επιδόματα του χρόνου υπηρεσίας του, του γάμου και το κίνητρο απόδοσης, τα οποία αποτελούν και το αντικείμενο της ένδικης υπόθεσης.

Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι υπό τα περιστατικά αυτά, των συνεχών οχλήσεων του αναιρεσιβλήτου και της επίμονης απαίτησης αυτού για καταβολή των προβλεπόμενων επιδομάτων, καθίσταται σαφές ότι τα μέρη δεν όρισαν άλλως και δη ποτέ δεν συμφώνησαν ότι στα πάγια ανώτερα ποσά θα περιλαμβάνονται τα εν λόγω επιδόματα.

Διότι αντίθετα αυτά επανειλημμένως αιτούνταν και ποτέ δεν υπολογίστηκαν, ούτε αναφέρονται στις αποδείξεις πληρωμής από τις μισθοδοτικές καταστάσεις της αναιρεσείουσας. Τα ίδια περιστατικά συνέβαιναν και κατά το επίδικο διάστημα κατά το οποίο ο αναιρεσίβλητος λάμβανε αυξημένη σε σχέση με τα νόμιμα όρια πάγια κάθε μήνα κατά συμφωνία αμοιβή χωρίς να υπολογίζονται τα ίδια επιδόματα, αν και αυτά επιβάλλονται από το νόμο.

Δέχτηκε δε περαιτέρω το Εφετείο ότι, ενόψει αυτών, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση του διαφορές στις αποδοχές του, ύστερα από συνυπολογισμό και των επιδομάτων αυτών. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχτηκε ως βάσιμους τους σχετικούς λόγους της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατά της εκκληθείσας υπ' αριθ. 57/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακολούθως, με βάση και τις λοιπές παραδοχές του, δέχθηκε και την ίδια την έφεση αυτήν κατ' ουσίαν και, εξαφανίζοντας κατά ένα μέρος την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της την ένδικη από 27-5-2003 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Ήδη, α) Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση και έτσι υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί διέλαβε στην απόφασή του αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του ζητήματος που αφορά τη μη ύπαρξη συμφωνίας για κάλυψη με τις καταβαλλόμενες στον αναιρεσίβλητο υπέρτερες των νομίμων αποδοχές και των ως άνω επιδομάτων.

β) Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο στέρησε την ίδια (προσβαλλόμενη) απόφασή του από νόμιμη βάση, γιατί διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ίδιου ζητήματος, ενώ με τη σχετική κρίση του επί του ζητήματος τούτου παραβίασε ευθέως και τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 4 του ν. 1093/1980 και του άρθρου 361 ΑΚ, υποπίπτοντας έτσι στις από τους αριθμούς 19 και 1, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενες πλημμέλειες.

Και γ) Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, γιατί το Εφετείο με την απόφασή του αυτήν, αν και δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος παρείχε τις δικηγορικές του υπηρεσίες του στην αναιρεσείουσα αδιακόπως κατά το χρονικό διάστημα 1956 - 2003, εν τούτοις τίποτα δεν αναφέρει σχετικά με το αν ο αναιρεσίβλητος λάμβανε μετά το έτος 1990 πάγιες μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από εκείνες που καθορίστηκαν με το ν. 1093/1980 και πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, παραβιάζοντας έτσι όχι μόνο εκ πλαγίου, αλλά και ευθέως τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, υποπίπτοντας στις από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

προβλεπόμενες πλημμέλειες. Και οι τρεις αυτοί λόγοι αναιρέσεως, που κρίνονται ενιαίως, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, να απορριφθούν, προεχόντως, ως αόριστοι στο σύνολό τους, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πιο πάνω αναγκαία για το ορισμένο τους στοιχεία και ιδίως οι αναγκαίες κρίσιμες για την ουσία παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί των σχετικών θεμάτων (δεν αρκούν οι περιορισμένες, επιλεκτικές, μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως), τα νομικά σφάλματα και η εξειδίκευσή τους οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας και τα περιστατικά που προτάθηκαν για θεμελίωσή τους, ως προς τους οποίους παρουσιάζεται η έλλειψη αιτιολογίας και ανεπάρκεια, καθώς και ποια ακόμη περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλόμενη για να καταστούν οι "ελλιπείς" επαρκείς αιτιολογίες, ώστε να αποβαίνει εφικτή με ασφάλεια, η διάγνωση της βασιμότητάς τους.

Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο με το να κρίνει όπως πιο πάνω αναφέρεται και δη με σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα: α) Δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθώς και εκείνη του άρθρου 361 του ΑΚ, κατά το οποίο, "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", αφού πράγματι, με βάση τις σαφείς ως άνω παραδοχές του, ποτέ οι διάδικοι δεν συμφώνησαν ότι στα πάγια ανώτερα χρηματικά ποσά, που καταβάλλονταν από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο κάθε μήνα μέσα στο ένδικο χρονικό διάστημα, περιλαμβάνονταν και τα ως άνω επιδόματα, έτσι ώστε αυτά να μην καλύπτονται από τις εν λόγω μεγαλύτερες πάγιες μηνιαίες αμοιβές.

Και β) Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν κατά τα προεκτιθέμενα, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επί των ως άνω ζητημάτων, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και ιδίως των προαναφερόμενων διατάξεων του άρθρου 92 Α του Κώδικα των Δικηγόρων, του άρθρου 12 παρ. 4 του ν. 1093/1980 και του άρθρου 361 του ΑΚ, οι οποίες διατάξεις έτσι δεν παραβιάστηκαν ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, το Εφετείο με πλήρη επάρκεια και, χωρίς αντιφάσεις ρητώς δέχτηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι ποτέ οι διάδικοι δεν συμφώνησαν ότι στα πάγια ανώτερα χρηματικά ποσά, που καταβάλλονταν από την αναιρεσείουσα στο αναιρεσίβλητο κάθε μήνα μέσα στο ένδικο χρονικό διάστημα, περιλαμβάνονταν και τα ως άνω επιδόματα, που δικαιούνταν να λαμβάνει ο τελευταίος, έτσι ώστε αυτά να μην καλύπτονται από τις μεγαλύτερες αυτές πάγιες μηνιαίες αμοιβές.

Δεν υφίσταται οποιαδήποτε αντίφαση στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως από ότι το Εφετείο δέχτηκε με αυτήν και ότι μετά το έτος 1990, " ως αποτέλεσμα των πιέσεων του αναιρεσιβλήτου, η αναιρεσείουσα κατέβαλλε σ' αυτόν ως αμοιβή του, πάγιο μηνιαίο ποσό, το οποίο υπερέβαινε κατά πολύ τα από το άρθρο 92 Α του Κώδικα των δικηγόρων καθοριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής", εφόσον η παραδοχή αυτή δεν βρίσκεται σε ασυμφωνία με τις λοιπές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δεν τις ανατρέπει, δεδομένου ότι δεν γίνεται δεκτό ότι υπήρξε ιδιαίτερη, έστω και σιωπηρή, συμφωνία μεταξύ αμφοτέρων, με βάση την οποία με τις καταβαλλόμενες στον αναιρεσίβλητο εν λόγω μεγαλύτερες πάγιες μηνιαίες αμοιβές θα καλύπτονταν και τα πιο πάνω επιδόματα που δικαιούνταν αυτός, όπως η αναιρεσείουσα αβάσιμα ισχυρίστηκε.

Εξάλλου, στην προκείμενη περίπτωση, ύστερα από την παραδοχή του Εφετείου ότι μετά το έτος 1990, δηλαδή μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 1093/1980, ως αποτέλεσμα των πιέσεων του αναιρεσιβλήτου, η αναιρεσείουσα κατέβαλλε πάγιο μηναίο ποσό στον αναιρεσίβλητο ως αμοιβή του, το οποίο υπερέβαινε κατά πολύ τα από το άρθρο 92Α του Κώδικα Δικηγόρων καθοριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, δεν χρειαζόταν να αναφερθεί και το αν ο αναιρεσίβλητος και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1093/1980 (28-11-1980) λάμβανε πάγιες μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από εκείνες που καθορίστηκαν από τον τελευταίο νόμο.

Και αυτό γιατί αρκούσε η παραδοχή ότι μετά το έτος 1990 (δηλαδή μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 1093/1980) είχε συμφωνηθεί να καταβάλλεται στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο πάγια μηνιαία (περιοδική) αμοιβή ανώτερη από εκείνη που καθορίζεται στο άρθρο 92Α του Κώδικα Δικηγόρων (άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 1093/1980). Επομένως οι ως άνω ενιαίως κρινόμενοι πρώτος, τέταρτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται, αντίστοιχα, τα αντίθετα, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολό τους.

ΙΙ. Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση, των αποδείξεων.

Περαιτέρω κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, εκτός αν εξαίρεται αναφορικά με το για ύπαρξη ή ανυπαρξία γεγονότος πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, αφού σε περίπτωση μη συνδρομής της εξαιρέσεως αυτής, δεν είναι δυνατή, εξαιτίας της συνεκτιμήσεώς του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που προσδόθηκε σ' αυτό, ενώ η από τη συνεκτίμησή του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα κρίση του δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, ανέλεγκτη.

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αποδείξεων πληρωμής του αναιρεσιβλήτου, τις οποίες έλαβε υπόψη του με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από όσα διαλαμβάνονται στις αποδείξεις αυτές, Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στο σχετικό αποδεικτικό πόρισμά του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των ειδικώς μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων (ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων, ένορκων βεβαιώσεων και εγγράφων, που προσκομίστηκαν με επίκληση από αμφοτέρους τους διάδικους).

Ενόψει αυτών ο προαναφερόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως πέραν της αοριστίας του από το γεγονός ότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται κατά λέξη το ακριβές περιεχόμενο των εγγράφων, ούτε αναφέρεται με ακρίβεια, ποιο είναι το διαφορετικό περιεχόμενο που προσέδωσε στα έγγραφα η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει σε κάθε περίπτωση να απορριφθεί ως απαράδεκτος στο σύνολό του, αφενός διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων (αποδείξεων πληρωμής), δηλαδή απόδοση σ' αυτά περιεχομένου διαφορετικού από το αληθινό, αλλ' απλώς αποδίδεται σφάλμα ως προς την αξιολόγηση περιεχομένου τους και αφετέρου διότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του ύστερα από συνεκτίμηση των πιο πάνω αποδείξεων που νόμιμα προσκομίστηκαν και λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα παραπάνω έγγραφα (αποδείξεις πληρωμής), που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν κατά το περιεχόμενό τους, τα οποία παρά το ότι πράγματι μνημονεύονται και αξιολογούνται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εν τούτοις, όπως εκτιμάται, τελικά δεν εξαιρούνται ως έγγραφα επί των οποίων να βασίστηκε αποκλειστικά ή έστω, κατά κύριο λόγο η κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο αυτό κατέληξε, σχετικά με μη καταβολή από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο των προβλεπόμενων στο νόμο επιδομάτων.

ΙΙΙ. Επειδή, κατά το εδ. α'του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όπως εκείνος του άρθρου 173 του ΑΚ, κατά τον οποίο "κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις".

Έτσι αναίρεση της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί να πραγματοποιηθεί και αν το δικαστήριο α) παρέλειψε να προσφύγει στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 του ΑΚ, αν και βεβαιώνεται ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή γενικά στη δικαιοπραξία ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων ή γενικά του δικαιοπρακτούντος, β) εμμέσως αλλά σαφώς δέχεται την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς τη βούληση του ή των δικαιοπρακτούντων ή κενού της δικαιοπραξίας και δεν καταφεύγει στον πιο πάνω ερμηνευτικό κανόνα των δικαιοπραξιών του άρθρου 173 του ΑΚ, ακόμη και όταν το δικαστήριο βεβαιώνει ότι δεν υπάρχει κενό ή ασάφεια.

Εξάλλου, κατά το εδ. β'του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για τη με βάση αυτά ανεύρεση της αληθούς έννοιας κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, οπότε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (βλ.σχ.

ΑΠ 33/ 1992, 530/1991). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις από τα εδ. α'και β'του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενες πλημμέλειες, γιατί με το να δεχτεί ότι η αναιρεσείουσα, ενδίδοντας σε σχετικές "πιέσεις" του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου, από το έτος 1990, προέβη σε αύξηση των αποδοχών του τελευταίου, έτσι ώστε οι αποδοχές του αυτές υπερβαίνουν κατά πολύ τα από το άρθρο 92 Α του Κώδικα Δικηγόρων καθοριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, χωρίς όμως και να δεχτεί ότι στο έτσι καταβαλλόμενο έκτοτε μηνιαίως, μεγαλύτερο χρηματικό ποσό περιλαμβάνονταν και τα προβλεπόμενα στο νόμο επιδόματα, αντίστοιχα:

α) Εσφαλμένα εφάρμοσε και έτσι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 173 του ΑΚ, επειδή, ειδικότερα, "δεν αναζήτησε το αληθές (και προφανές) περιεχόμενο της επίδικης δήλωσης βούλησης". Και β) παραβίασε διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την ερμηνεία της ως άνω διατάξεως του άρθρου 173 του ΑΚ και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στη διάταξη αυτήν και συγκεκριμένα "διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία, στην περίπτωση που κάποιος υποχωρεί στις πιέσεις κάποιου άλλου, η υποχώρηση αυτή περιέχει αναποφεύκτως βούληση ικανοποίησης των αιτημάτων που διώκονται με τις πιέσεις και όχι πραγμάτων διαφορετικών ή ακόμη περισσότερο αντιθέτων προς αυτές".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, δηλαδή κατ' αμφότερα τα ως άνω μέρη του. Και δη: 1) Κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η από το εδ. α'του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αιτίαση της παραβιάσεως (με εσφαλμένη εφαρμογή του) του άρθρου 173 του ΑΚ, πέραν της αοριστίας του από το γεγονός ότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται με σαφήνεια και πληρότητα ότι το δικαστήριο διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία (ΑΠ 1199/1998,1714/1991), πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν και υπό το πρόσχημα της ευθείας παραβιάσεως της τελευταίας διατάξεως και την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ ανέλεγκτη περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου επί του ως άνω ζητήματος, σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του πρέπει να απορριφθεί, επειδή στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο παρέλειψε να προσφύγει στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 του ΑΚ παρά το ότι δέχτηκε, αν όχι αμέσως τουλάχιστον εμμέσως αλλά σαφώς, την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς τη βούληση των διαδίκων, ή έστω, κενού της σχετικής δικαιοπραξίας, πράγμα όμως το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν συνέβη.

Και β) κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η από το εδ. β'του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω ως διδαγμάτων της κοινής πείρας φερομένων ορισμών, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι, και υπό την εκδοχή ότι οι προαναφερόμενοι ορισμοί αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας, πάντως τα διδάγματα αυτά δεν αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 173 του ΑΚ ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτό ή, έστω, του ως άνω άρθρου 12 παρ. 4 του ν. 1093/1980 και έτσι, και αν ακόμη παραβιάστηκαν, η παραβίασή τους έγινε κατά την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, δηλαδή κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, με αποτέλεσμα η κρίση του Εφετείου να μην υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και να μην ιδρύεται ο από τη διάταξη του αριθμού 1 εδ.

β'του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος. IV. Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση.

Έτσι "πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι βάσεις που περιέχει η αγωγή ή η ανύπαρκτη βάση την οποία λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν.δ 3790/1957, ορίζει, ότι "εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει την συμπεφωνημένη εντός των ορίων του άρθρου 92 του παρόντος αμοιβήν του μέχρι πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως".

Από αυτήν τη διάταξη προκύπτει σαφώς ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής από τη μη καταβολή πλήρους της αποζημιώσεως και επομένως η σύμβαση, που καταγγέλθηκε, λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι την καταβολή πλήρους της αποζημιώσεως είναι μία παροχή από το νόμο (EX LEGE) προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημιώσεως.

Πρόκειται δηλαδή για μη γνήσια ή νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια κατά το άρθρο 330 του ΑΚ εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο. Το πταίσμα του όμως τούτο, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως.

Γίνεται δηλαδή στην περίπτωση αυτήν αντιστροφή του βάρους αποδείξεως και ο δικηγόρος, που ζημιώθηκε, δεν χρειάζεται ν' αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους της αποζημιώσεως κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής. Μπορεί όμως ο εντολέας το μαχητό αυτό τεκμήριο να το ανατρέψει και να απαλλαγεί, αν αποδείξει ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημιώσεως, οφείλεται σε συγγνωστή του πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία του αναφορικά με το ύψος της (ΟλΑΠ 570/1986, ΑΠ 425/1991).

Ο από τον εντολέα προτεινόμενος αυτός ισχυρισμός για έλλειψη υπαιτιότητάς του αναφορικά με τη μη καταβολή πλήρους της αποζημιώσεως στον εντολοδόχο δικηγόρο για τη λύση, εξαιτίας καταγγελίας εκ μέρους του πρώτου, της μεταξύ τους συμβάσεως αποτελεί ένσταση και επομένως "πράγμα", κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (βλ.σχ.

ΑΠ 1290/2006, πρβλ. ΟλΑΠ 570/1986, ΑΠ 425/1991). Όμως ο από την ως άνω διάταξη του αριθμού 8 περ. β'του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως στη πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφέρεται, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι μετά το έτος 1990 η αναιρεσείουσα κατέβαλλε πάγιο μηνιαίο ποσό στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο ως αμοιβή του, το οποίο υπερέβαινε κατά πολύ τα από το άρθρο 92 Α του Κώδικα Δικηγόρων καθοριζόμενα όρια αμοιβής, πλην όμως δέχτηκε και ότι δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για συνυπολογισμό στο μεγαλύτερο αυτό ποσό πάγιας μηνιαίας αμοιβής και των από το νόμο προβλεπόμενων επιδομάτων.

Με το να δεχτεί όμως αυτά το Εφετείο, που προέκυψαν από τις αποδείξεις δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 περ. α'του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενη πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψεως υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν. Και αυτό διότι το Εφετείο κινήθηκε μέσα στα πλαίσια της ένδικης αγωγής η οποία, ειδικότερα, στηριζόταν στο ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, μολονότι καταβαλλόταν στον αναιρεσίβλητο πάγια μηνιαία αμοιβή, η οποία ήταν μεγαλύτερη της καθοριζόμενης από το άρθρο 92 Α του Κώδικα Δικηγόρων, εν τούτοις σ' αυτόν δεν καταβάλλονταν και τα πιο πάνω από το νόμο προβλεπόμενα επιδόματα.

Το δε στην προσβαλλόμενη απόφαση περαιτέρω αναφερόμενο, ότι δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για συνυπολογισμό στο μεγαλύτερο αυτό ποσό πάγιας μηνιαίας αμοιβής και των προαναφερόμενων επιδομάτων αναφέρθηκε αναγκαίως, διότι συνιστά περιστατικό διευκρινιστικό της αγωγής που αποδείχτηκε και σε απόκρουση του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ότι στο εν λόγω μεγαλύτερο αυτό χρηματικό ποσό περιλαμβάνονταν και τα επιδόματα αυτά.

Επομένως ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα με τις πρωτόδικες προτάσεις της ισχυρίστηκε ότι, σε κάθε περίπτωση, η ελλιπής καταβολή της αποζημιώσεως στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο για τη λύση, εξαιτίας της καταγγελίας εκ μέρους της πρώτης, της μεταξύ τους συμβάσεως δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα της, διότι τελούσε, κατ' εκτίμηση των στον ισχυρισμό αυτόν αναφερομένων, σε συγγνωστή πλάνη και σε εύλογη αμφιβολία αναφορικά με το ύψος της οφειλόμενης αποζημιώσεως, ακριβώς διότι υπήρξε "μακρόχρονη και παγίως επί 47 έτη επαναλαμβανόμενη συναίνεση του... (αναιρεσιβλήτου) στις καταβαλλόμενες αποδοχές του, παντελής απουσία επιφυλάξεως κατά την είσπραξη των αποδοχών, υπερκάλυψη κατά πολύ των νόμιμων αποδοχών από τις καταβαλλόμενες, απουσία ειδικής συμφωνίας περί μεταβολής του ύψους του βασικού μισθού κλπ...".

Ο ισχυρισμός (ένσταση) αυτός επαναφέρθηκε στο Εφετείο, όπως ακριβώς είχε διατυπωθεί πρωτοδίκως, με τις προτάσεις που υποβλήθηκαν στο τελευταίο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατά της ως άνω εκκληθείσας υπ' αριθ. 57/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την οποία συζήτηση εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επιτρεπτώς προταθείς, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, ως υπεράσπιση κατά της εν λόγω εφέσεως.

Το Εφετείο όμως, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, έλαβε υπόψη και εξέτασε καθ' όλη του την έκταση (βλ.ιδίως σελ. 19 έως 22 της προσβαλλόμενης) με την απόφασή του αυτήν και τον αμέσως πιο πάνω ισχυρισμό, που αποτελούσε "πράγμα", κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αναφορικά με το μερικότερο αγωγικό αίτημα που αφορούσε την επιδίκαση της συμφωνημένης αμοιβής για το από την εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία της με τον αναιρεσίβλητο υφιστάμενης ως άνω συμβάσεως και εφεξής μέχρι την πλήρη καταβολή της από το άρθρο 94 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων προβλεπόμενης αποζημιώσεως χρονικό διάστημα, και τελικά ως εκ του πράγματος, όπως εκτιμάται, τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο και έτσι δεν υπέπεσε στην από την περίπτωση β' της ως άνω διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενη πλημμέλεια.

Επομένως ο από τη διάταξη αυτήν έβδομος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Δημοσιογραφικού Χάρτου ΑΕ", για αναίρεση της 4493/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ