Legislator Case Law & Legislation
1298/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment due to lack of legal interest and procedural defects.

Case Number 1298/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the single-member court's judgment of July 2021. The appellant argued that the contract was invalid and that the second-instance court erred in rejecting an ancillary claim of unjust enrichment, but the court found no legal interest in overturning the final decision since the outcome remained unchanged. Furthermore, the court ruled that the respondent's failure to appear at the hearing was lawful, as proper summons was served, and thus no costs could be awarded against the absent party.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the appellant lacks a legal interest in the reversal of the decision, particularly when the reversal would not alter the substantive result.

Keywords

AI generated
legal interest in appeal ancillary claim rejection unjust enrichment basis contract invalidity procedural default costs allocation summons validity

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 904 of the Civil Code
Article 143 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1298 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1298/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ασημακόπουλο, ο oποίος ανακάλεσε την από 9-2-2024 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Τ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-4-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θήρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-7-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α' και γ' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1087/2023, ΑΠ 1195/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 955Β/24-11-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου διορισμένης στο Πρωτοδικείο Νάξου Σ. Σ. Ι., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο παριστάμενος αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 4-7-2023 και με αριθ.

κατάθ. 3/5-7-2023 αίτησης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 23/12-7-2021 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, με πράξη ορισμού ως αρμόδιου του ανωτέρω Β2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 13ης Φεβρουαρίου 2024, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτού (αναιρεσείοντος) νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την Παγώνα- Μαρία Ρεκαϊτη πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσίβλητου, με την ιδιότητα της αντικλήτου αυτού (άρθρο 143 παρ.1,2 του ΚΠολΔ).

Εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το δικαστήριο να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτού.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (ενόψει του ότι ο παριστάμενος αναιρεσείων δεν επικαλείται, ούτε προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου στις 5-7-2023 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 12-7-2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ ή, αν πρόκειται για απόφαση Ειρηνοδικείου ή Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (ΟλΑΠ 32/1996). Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης των παραπάνω άρθρων (559 ή 560 του ΚΠολΔ), για τους οποίους ψέγει με τα όσα αποδίδει την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ εξάλλου για το ορισμένο του λόγου δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς προσδιορισμό, κατά τα ως άνω, των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 16/2023, ΑΠ 100/2019, ΑΠ 563/2019).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης".

Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης απαριθμούνται περιοριστικά στην διάταξη αυτή, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνο", και συνεπώς στις αποφάσεις αυτές είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ερείδονται στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ για τις αιτήσεις αναίρεσης κατ' αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1446 2019) όπως, μεταξύ άλλων, είναι ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της παρά το νόμο μη λήψης υπ' όψη αποδεικτικού μέσου, όπως είναι τα έγγραφα, οι ανωμοτί καταθέσεις των διαδίκων και οι καταθέσεις των μαρτύρων. Κατά δε το άρθρο 560 αρ. 5 του ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αιθμ. 8 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996 ΑΠ 784/2023, ΑΠ1795/2022).

Αντίθετα, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προεκτεθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αόριστοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί, εφόσον οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997,ΑΠ 784/2023, ΑΠ 406/2022, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 950/2019).

Για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναίρεσης, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη ισχυρισμού που προτάθηκε, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, επιπλέον δε πρέπει να αναφέρεται ποια επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΑΠ 1593/2017, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 421/2009).

Εξάλλου, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, γιατί η μη πληττόμενη ή η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 483/2022, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 175/2020).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου( ΑΠ 253/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ1082/2018).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ. προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν ελλείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικά) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία.

Επομένως αν η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικά βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη ως προς την αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γιατί, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι όμως να προσφύγει έστω και επικουρικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1450/2017, ΑΠ 493/2010).

Τέτοια περίπτωση, όμως, δεν συντρέχει, όταν στη σωρευόμενη κατά δικονομική επικουρικότητα (ΚΠολΔ 219) βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από σύμβαση, γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, καθότι αυτό αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.

Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο, αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση, κύρια βάση της αγωγής, απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για ορισμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης. (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 1242/2022, ΑΠ 61/2022, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 1151/2017, ΑΠ 438/2017).

Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1611/2008).

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ο αναιρεσείων, αφού εκθέτει το κείμενο των διατάξεων του άρθρου 560 αρ. 1[...], 5 και 6 του ΚΠολΔ, που, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, απαριθμούν ορισμένους από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο ανωτέρω άρθρο λόγους αναίρεσης και κατά των αποφάσεων του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου, όπως στην παρούσα περίπτωση, χωρίς όμως να τους αντιστοιχεί με κάποιον από τους πιο κάτω αναφερόμενους σε αυτήν λόγους αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες πλημμέλειες αναφορικά με την κρίση της ότι η σύμβαση που τον συνέδεε με τον εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο ήταν σύμβαση έργου αντί του ορθού σύμβαση εργασίας: 1) Με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, συνολικά εκτιμώμενους, ότι θεμελίωσε την ως άνω κρίση της μόνο στο ότι αυτός (ενάγων-αναιρεσείων) εργάσθηκε στο ξενοδοχείο "...", που ο εναγόμενος ήδη αναιρεσίβλητος διατηρεί στο νησί Φολέγανδρο, και όχι σε άλλα ξενοδοχεία αυτού στο ίδιο νησί, και μόνο για τους μήνες Φεβρουάριο- Μάρτιο 2016 και περαιτέρω ότι, ενώ χρησιμοποίησε ως αιτιολογία για την παραπάνω κρίση της την ανωμοτί κατάθεσή του, που περιέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στην οποία ο ίδιος αναφέρει το χρονικό διάστημα και τα τρία ξενοδοχεία που εργάστηκε, το ωράριο της εργασίας του και το ημερομίσθιό του, όπως ακριβώς και στην αγωγή του ιστορούσε, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει τι είχε αναφέρει στην κατάθεση αυτή.

Περαιτέρω, ότι δεν έλαβε υπόψη συγκεκριμένα στοιχεία της κατάθεσης του μάρτυρα ανταπόδειξης, επίσης εργαζόμενου στον εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο, ως προς τις συνθήκες και το ωράριο της εργασίας του, ενώ αντίθετα έλαβε υπόψη άλλα στοιχεία της ίδιας κατάθεσης, που όμως ήταν αναξιόπιστα, λόγω της νομικής και οικονομικής εξάρτησης του μάρτυρα από τον εργοδότη του αλλά και του γεγονότος ότι αυτός δεν βρισκόταν στη Φολέγανδρο κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο 2015 μέχρι και τον Ιανουάριο 2016, ώστε να έχει γνώση για το αν ο ίδιος (ενάγων ήδη αναιρεσείων) εργαζόταν τότε, άλλως εκτίμησε εσφαλμένα τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, θεμελιώνοντας έτσι λόγους αναίρεσης.

Τέλος ότι δεν αξιολόγησε ορθά τις μαρτυρίες και ιδίως το γεγονός, που ο ίδιος κατέθεσε, ότι για τα υλικά των εργασιών (χρώματα, πινέλα κ.λπ) μεριμνούσε για την προμήθεια τους ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος. 2) Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ότι εσφαλμένα θεώρησε πως τεκμαίρεται σύμβαση έργου ως έννομη σχέση που συνδέει αυτόν με τον εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο από το γεγονός ότι "[...] ο εναγόμενος δεν επικολλούσε τα ένσημα του ΙΚΑ, νυν ΕΦΚΑ [...]" και, κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι δεν έλαβε υπόψη της και σε κάθε περίπτωση εσφαλμένα εκτίμησε τα πιο κάτω έγγραφα, τα οποία νόμιμα είχε επικαλεστεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του ήδη και κατά τη διαδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και συγκεκριμένα:

α) την από 27-9-2016 καταγγελία του στο ΙΚΑ για μη επικόλληση ενσήμων από τον εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, β) αντίγραφο της από 8-12-2016 έκθεσης ελέγχου του ΙΚΑ και γ) αντίγραφο της υπ' αριθμ. Μ/24/8-12-2016 απόφασης του ΙΚΑ με την οποία έγινε, σχεδόν στο σύνολό της, δεκτή η πιο πάνω καταγγελία και επιβλήθηκε στον εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο πρόστιμο, ύψους 11.569,62 ευρώ, τα οποία (έγγραφα), αν είχε λάβει υπόψη ή είχε εκτιμήσει σωστά, θα είχε καταλήξει σε αντίθετη προς την παραπάνω κρίση, θεμελιώνοντας έτσι λόγο αναίρεσης, 3) Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ότι με το να δεχθεί πως η εργασία που αυτός παρείχε (ελαιοχρωματισμοί στην ξενοδοχειακή επιχείρηση του εναγόμενου ήδη αναιρεσίβλητου) επειδή ήταν εποχική συνάδει, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής με σύμβαση έργου, αντί του ορθού ότι συνάδει με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εσφαλμένα ερμήνευσε τα διδάγματα της κοινής πείρας και οδηγήθηκε σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 681 ΑΚ περί σύμβασης έργου, που εφάρμοσε, αντί της ορθής εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 648 ΑΚ περί σύμβασης εργασίας, που παρέλειψε να εφαρμόσει.

Περαιτέρω, δεν έλαβε υπόψη της τον αγωγικό του ισχυρισμό ότι επί 30 χρόνια αυτός εργαζόταν ως ελαιοχρωματιστής με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ουδέποτε ως εργολάβος, ως και τη συγκεκριμένη αναφορά στην ανωμοτί κατάθεσή του, αλλά ούτε και το δελτίο ενσήμων που νόμιμα είχε προσκομίσει με τις προτάσεις του, θεμελιώνοντας έτσι λόγους αναίρεσης, 4) Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, ότι δεν έλαβε υπόψη το ατύχημα που υπέστη στις 5-2-2016 κατά τη διάρκεια της εργασίας του στον εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την από 6-2-2006 ιατρική γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Σύρου-Τμήμα Φολεγάνδρου, στο ποίο επίσης είχε αναφερθεί στην προαναφερθείσα ανωμοτί κατάθεσή του, θεμελιώνοντας λόγο αναίρεσης και 4) Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης ότι εσφαλμένα απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, την οποία αυτός είχε ασκήσει για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας του ήταν άκυρη, ως νομικά αβάσιμη με την αιτιολογία ότι "[...] η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταζόταν μόνο αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση εργασίας κύρια βάση της αγωγής απορριπτόταν μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, αντίθετα ο ίδιος ο ενάγων αρνούνταν κατηγορηματικά ότι η επίδικη σύμβαση που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων ήταν άκυρη, η δε αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό(άρθρο 904 ΑΚ) είναι επιβοηθητικής φύσης με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή είναι ανίσχυρες κλπ αξιώσεις από σύμβαση ή αδικοπραξία.

Διότι, σε αντίθετη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της νόμιμης αιτίας έτσι ώστε ο πλουτισμός να παρίσταται στερημένος αυτής[...]", καθόσον για τη θεμελίωση της εν λόγω επικουρικής βάσης δεν απαιτείτο η παράθεση διαφορετικών ή επί πλέον γεγονότων από εκείνα που αναφέρονταν στην κύρια βάση της αγωγής, αλλά αρκούσε και μόνον η επίκληση της τυχόν ακυρότητας της σύμβασης, όπως στην αγωγή του ρητά ανέφερε, θεμελιώνοντας λόγο αναίρεσης.

Όμως, στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους σε αυτή διαλαμβανόμενους λόγους, όπως προεκτέθηκαν, ο αναιρεσείων δεν αναφέρει, όπως απαιτείται, για να θεωρηθεί ορισμένη και παραδεκτή, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, για ποιόν από τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, (ενόψει του ότι πρόκειται για αναίρεση κατά απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο), προσβάλλει την παραπάνω απόφαση, αφού δεν υπάγει τα όσα σφάλματα με την αναίρεσή του αποδίδει στην εν λόγω απόφαση σε κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθ. 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, δεν αναφέρει, δηλαδή, τον αριθμό ή τους αριθμούς των λόγων αναίρεσης του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για τους οποίους ψέγει, με τα όσα της αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να διαγνωσθεί ποιο είναι το σφάλμα που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και για ποιον από τους λόγους του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ζητά την αναίρεσή της.

Ενόψει του περιεχομένου της αυτού, η κρινόμενη αίτηση είναι αόριστη, λόγω δε της αοριστίας της αυτής απορριπτέα ως απαράδεκτη. Σε κάθε περίπτωση: Α) Οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, κατά το πρώτο σκέλος του, πέμπτος και έκτος, καθό μέρος οι δύο τελευταίοι αναφέρονται στην ανωμοτί κατάθεσή του, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι προαναφερόμενες πλημμέλειες, που αφορούν, σύμφωνα με το περιεχόμενο τους εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέοι, επίσης ως απαράδεκτοι, γιατί με αυτούς πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Β) Οι τέταρτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη της τα αναφερόμενα σε αυτόν αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), πέμπτος λόγος, κατά το μέρος αυτού που αφορά τη μη λήψη υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του δελτίου ενσήμων του, που νόμιμα είχε προσκομίσει, καθώς και ο έκτος λόγος για τη μη λήψη υπόψη της από 6-2-2006 ιατρικής γνωμάτευσης του Γενικού Νοσοκομείου Σύρου-Τμήμα Φολεγάνδρου, είναι απορριπτέοι επίσης ως απαράδεκτοι, καθόσον αντίστοιχος αναιρετικός λόγος από τον αριθμ. 11 γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείου ή Πρωτοδικείου που εκδόθηκαν επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείου, όπως στην ένδικη περίπτωση.

Γ) Ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού που αφορά την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης περί του χαρακτήρα της σύμβασης που συνέδεε τον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα με τον εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο ως σύμβασης έργου και συνακόλουθα την απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης με την εσφαλμένη ερμηνεία των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι αλυσιτελής και συνεπώς απορριπτέος και εξ αυτού του λόγου ως απαράδεκτος.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η τελευταία δέχθηκε ότι:"[...] Αλλά και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, σε περιπτώσεις που κάποιος ιδιοκτήτης ακινήτου αναθέτει την εκτέλεση εργασιών στο συγκεκριμένο έργο (π.χ.

ελαιοχρωματισμούς, τοποθέτηση πλακιδίων κλπ), δεν συνάπτει συνήθως ο ίδιος με τους απασχολούμενους στο έργο αυτό σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και δη αορίστου χρόνου[...] αλλά σύμβαση έργου που απέβλεπε στην ολοκλήρωση του έργου πριν την έναρξη της τουριστικής περιόδου[...]". Οι πιο πάνω αιτιάσεις πλήττουν μόνο την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που έχει σχέση με το χαρακτήρα της σύμβασης του ενάγοντος και στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ η κύρια αιτιολογία της εν λόγω απόφασης, που επίσης έχει σχέση με το χαρακτήρα της ίδιας σύμβασης ως σύμβασης έργου και στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν πλήττεται επιτυχώς με αναιρετικό λόγο.

Ο ίδιος λόγος , κατά το μέρος που αφορά τη μη λήψη υπόψη του αγωγικού ισχυρισμού ότι επί τριάντα χρόνια ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος εργαζόταν ως ελαιοχρωματιστής ,καθώς και ο έκτος λόγος, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη το ατύχημα που αυτός υπέστη στις 5-2-2016 κατά τη διάρκεια της εργασίας του, αν θεωρηθεί ότι επιχειρείται να θεμελιωθούν στη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 5 του ΚΠολΔ, ταυτόσημη προς τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ίδιου Κώδικα, ανεξάρτητα από την αοριστία τους, αφού δεν εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο ο ως άνω αγωγικός ισχυρισμός επαναφέρθηκε στο Εφετείο, καθώς, όσον αφορά τον έκτο λόγο ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφοράς του στο Εφετείο, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγμα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά πραγματικά επιχειρήματα του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος και, επομένως, δεν θεμελιώνουν τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης Δ) Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων παραπονείται για την απόρριψη της από το άρθρο 904 ΑΚ, επικουρικής βάσης της αγωγής, γιατί για τη θεμελίωσή της δεν απαιτείτο η παράθεση διαφορετικών ή επί πλέον γεγονότων αλλά αρκούσε και μόνον η επίκληση της τυχόν ακυρότητας της σύμβασης.

Πλην όμως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν απέρριψε την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής επειδή έκρινε ότι απαιτείτο η παράθεση διαφορετικών ή επί πλέον γεγονότων από εκείνα που αναφέρονται στην κύρια βάση της αγωγής, ως διαλαμβάνεται στον οικείο αναιρετικό λόγο, αλλά επειδή αυτός αρνείτο ότι η σύμβαση εργασίας του ήταν άκυρη και επομένως οι σχετικές αιτιάσεις ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και ως εκ τούτου είναι αβάσιμες.

Σε κάθε περίπτωση, ενόψει του ότι η κύρια βάση της αγωγής απορρίφθηκε επειδή κατά την περί τούτου ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αποδείχθηκε, ότι η σύμβαση που συνέδεε του διαδίκους ήταν σύμβαση έργου, ορθά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησε την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής και απέρριψε τον έβδομο λόγο της έφεσης του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός παραπονείτο για την απόρριψη ως μη νόμιμης της βάσης αυτής από το πρωτόδικο δικαστήριο, αφού δεν πληρώθηκε η αίρεση(άκυρη σύμβαση εργασίας) υπό την οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή τελούσε η έρευνα της επικουρικής αυτής βάσης, επικυρώνοντας κατά το σκέλος αυτό την πρωτόδικη απόφαση.

Επομένως, ορθά αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής. Εξ άλλου, δεν συντρέχει για τον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου ώστε να αναιρεθεί η 23/2021 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία, αφού η κατά τα άνω αντικατάσταση που άγει στο ίδιο αποτέλεσμα, δεν είναι δυσμενέστερη για τον αναιρεσείοντα (άρθρο 578 του ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, για το μη εμφανισθέντα στη δίκη αναιρεσίβλητο δεν θα επιδικαστούν δικαστικά έξοδα αφού δεν συμμετείχε στη δίκη ώστε να υποβληθεί σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4 Ιουλίου 2023 με αριθμό καταθ. 3/5-7-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 23/12-7-2021 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ