Legislator Case Law & Legislation
1298/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to missing party names and procedural errors.

Case Number 1298/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Organization for Health Services' appeal against the first-instance judgment regarding hazardous work allowances. The appellant argued procedural flaws but failed to correct specific errors in the appeal document, such as misspelled names of the appellees. The court ruled that these defects rendered the appeal inadmissible under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 566(1), 577, and 118(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal document must list the full names of all parties to avoid identity ambiguity, and any clerical errors in names do not invalidate the appeal unless they create such ambiguity.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal Code of Civil Procedure party identity clerical error hazardous work allowance procedural defect dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 118(3) of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 4024/2011
Article 4 of the Constitution
Article 30 of Law 4038/2012

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1298 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1298/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, όπως εκπροσωπείται νομίμως, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γεωργία Καπόρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. …. και 610. … , κατοίκου Βόλου. Οι 58ος, 65ος, 100ος, 103ος, 122ος, 152ος, 213ος, 263ος, 309ος, 354ος, 367ος, 380ος, 447ος, 456ος, 530η, 550ος, 552ος και 557ος δεν παραστάθηκαν και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο oποίος δήλωσε ότι οι παρακάτω απεβίωσαν: 1) … 19)… (557ος) και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι α) … και γ)… . Στη συνέχεια δήλωσε ότι διορθώνει τα παρεισφρήσαντα γραφικά λάθη ως προς τα προσωπικά στοιχεία των εξής: … και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/5/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1421/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 12649/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 9/12/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ. 1, 577 και 118 αριθ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρει, εκτός από τα άλλα απαιτούμενα στοιχεία, και το όνομα, το επώνυμο και το πατρώνυμο όλων των διαδίκων, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτών. Η τυχόν εσφαλμένη αναγραφή ενός από τα στοιχεία αυτά στο δικόγραφο, εφόσον δεν δημιουργείται εντεύθεν αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του διαδίκου, δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου αυτού (ΑΠ 575/2020, ΑΠ 938/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, στο δικόγραφο της υπό κρίση από 9 Δεκεμβρίου 2020 και με αριθ. κατάθεσης 7429/11/3.2.2021 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) κατά των εξακοσίων δέκα (610) σε αριθμό αναιρεσίβλητων, α) το ονοματεπώνυμο του 12ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως Μ. Π. ενώ τα ορθά του στοιχεία είναι Μ.

Ι., β) το ονοματεπώνυμο του 104ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως Μ. Ι. και του 112ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως Μ. Ι., ενώ πρόκειται περί του ιδίου διαδίκου (διπλοεγγραφή διαδίκου) με τα ορθά στοιχεία Μ. Ι., γ) το ονοματεπώνυμο του 172ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως Ο. Σ. ενώ τα ορθά του στοιχεία είναι Ο. Σ., δ) το ονοματεπώνυμο του 209ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως Π.Ε.

ενώ τα ορθά του στοιχεία είναι Π. Ε., ε)το ονοματεπώνυμο και πατρώνυμο του 210ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως Π. Γ. του Δ. ενώ τα ορθά του στοιχεία είναι Π. Γ. του Α. και στ) το ονοματεπώνυμο του 341ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται ως Σ. Μ. και του 342ου αναιρεσίβλητου αναγράφεται, επίσης, ως Σ. Μ., ενώ πρόκειται περί του ιδίου διαδίκου με τα ως άνω ορθά στοιχεία (διπλοεγγραφή διαδίκου).

Παρά την εσφαλμένη αυτή αναγραφή (λόγω προφανούς παραδρομής) στο δικόγραφο της αναίρεσης των στοιχείων των ως άνω 12ου, 104ου, 172ου, 209ου και 210ου αναιρεσίβλητων και την διπλοεγγραφή ως διαδίκων του 112ου αναιρεσίβλητου (και ως 104ου αναιρεσίβλητου) και 341ου αναιρεσίβλητου (και ως 342ου αναιρεσίβλητου) εν τούτοις δεν γεννάται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτών, κατά τα εκτεθέντα και έτσι, συναφώς, δεν δημιουργείται ακυρότητα του δικογράφου της αναίρεσης από την εσφαλμένη διπλή εγγραφή καθώς και από την εσφαλμένη αναγραφή σ' αυτό των προαναφερθέντων στοιχείων των ως άνω αναιρεσίβλητων, οι οποίοι στο εξής θα προσδιορίζονται με τα ορθά ως άνω στοιχεία τους.

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από τον συνδυασμό, δε, των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1 και 2, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα που αφορούν την διαδικασία προσδιορισμού δικασίμου για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αυτής διάδικο, προκύπτει ότι στην περίπτωση που κάποιος εκ των διαδίκων δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, αν από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ποίος εκ των διαδίκων επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, τότε ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 177/2018).

Τις κλητεύσεις, δε, επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 533/2018). Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22. 12. 2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως συμβαίνει επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 542/2020, ΑΠ 540/2020), αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 533/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της ένδικης από 9 Δεκεμβρίου 2020 αίτησης αναίρεσης, στην ορισθείσα δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (10. 5. 2022), άπαντες οι αναιρεσίβλητοι και οι κληρονόμοι θανόντων αναιρεσίβλητων (με εξαίρεση τον 213ου αναιρεσίβλητο) φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δ.

– Ε. Τ. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος είχε πληρεξουσιότητα να παραστεί κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης ως προς α) τη 19η αναιρεσίβλητη Γ. Μ., β) τον 29ο αναιρεσίβλητο Λ. Μ., γ) την 187η αναιρεσίβλητη Μ. Π., δ) τον 250ο αναιρεσίβλητο Η. Π., ε) τον 457ο αναιρεσίβλητο Δ.

Τ., στ) την 533η αναιρεσίβλητη Ε. Φ., και ζ) την 573η αναιρεσίβλητη Α. Χ., αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς τον ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτόν πληρεξούσια.

Κατά συνέπεια λόγω της μη προσήκουσας παράστασης των ως άνω διαδίκων κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αυτοί θεωρούνται δικονομικά απόντες. Ούτε, επίσης, προκύπτει ότι οι ως άνω απόντες αναιρεσίβλητοι επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ούτε προκύπτει η κλήτευση αυτών, προκειμένου να παραστούν αυτοί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο από το αναιρεσείον, ή από τους παραστάμενους προσηκόντως αναιρεσίβλητους, απλούς ομοδίκους τους.

Επομένως εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση των ως άνω αιτήσεων αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς.

Κατά το άρθρο 62 εδ. α του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).

Εξ άλλου κατά το άρθρ. 313 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη, η οποία διεξήχθη στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη (ΟλΑΠ 27/1987). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του.

Επομένως, εάν η αγωγή ασκηθεί στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου και τούτο διαλάθει του δικαστικού ελέγχου, δεν ιδρύεται με την άσκησή της η έννομη σχέση της δίκης, αφού λείπει ένα από τα υποκείμενα αυτής, η δε τυχόν απόφαση που εκδίδεται δεν παράγει τις έννομες συνέπειες της δικαστικής απόφασης, όπως εκτελεστότητα ή δεδικασμένο, εφόσον καταστεί τελεσίδικη.

Η απόφαση αυτή, πέραν της δυνατότητας έγερσης αναγνωριστικής αγωγής, μπορεί να προσβληθεί με ένδικο μέσο, όπως είναι η αναίρεση, όπου το σχετικό ελάττωμα ιδρύει τον εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 448/2005). Μάλιστα η άσκηση ενδίκου μέσου κατά της απόφασης αυτής, όπου το ως άνω ελάττωμα προτείνεται με σχετικό λόγο έφεσης ή αναίρεσης ή προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας στο πλαίσιο της κατά το άνω άρθρο 73 του ΚΠολΔ αυτεπάγγελτης από το Δικαστήριο έρευνας των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, αποκλείει κατά την παρ. 2 του άρθρου 313 του ΚΠολΔ την έγερση της αγωγής αναγνώρισης της ανυπαρξίας της.

Αν παρότι ασκήθηκε ένδικο μέσο κατά της απόφασης αυτής, δεν προβληθεί σχετικός ισχυρισμός για ανυπαρξία της απόφασης αυτής, με συνέπεια να εκδοθεί και από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απόφαση στο όνομα του προαποβιώσαντος προσώπου, η απόφαση του εφετείου πάσχει από το ίδιο ελάττωμα, δηλαδή είναι και αυτή ανύπαρκτη (ΑΠ 533/2018).

Περαιτέρω η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 729/2019, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 1611/2011, ΑΠ 448/2011). Στάδιο συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος είτε αυτοβούλως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου ότι συνεχίζουν τη δίκη, είτε με κλήτευση αυτών εκ μέρους του αντιδίκου τους, δεν υφίσταται στην περίπτωση έγερσης της αγωγής στο όνομα ήδη προαποβιώσαντος προσώπου, διότι οι διατάξεις των άρθρων 286, 287, 290 και 291 του ΚΠολΔ προϋποθέτουν επελθόντα θάνατο του διαδίκου μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 1681/2007).

Αντιθέτως η αίτηση αναίρεσης που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατο του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή αυτοβούλως εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, κατ' εφαρμογή των άρθρων 291 και 290 του ΚΠολΔ, και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 86/2016).

Ακόμη, ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επανάληψης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 906/2020, ΑΠ 335/2018, ΑΠ 21/2017, ΑΠ 807/2017).

Αν αντίθετα ο αντίδικος προβάλλει αντιρρήσεις, η κληρονομική ιδιότητα εξετάζεται από το Δικαστήριο παρεμπιπτόντως, με ελεύθερη απόδειξη (ΑΠ 2014/2009, ΑΠ 1550/2008). Σε περίπτωση, δε, απλής ομοδικίας, ο θάνατος του απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης μόνον ως προς τον θανόντα διάδικο, ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 193/2018, ΑΠ 382/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσίβλητων με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με το από 12.5.2020 σημείωμα δήλωσε ότι α) ο 58ος αναιρεσίβλητος Παναγιώτης Μελιγδής απεβίωσε στις 9.2.2020 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τη σύζυγό του Ε.

Β. και από τα τέκνα του Δ.-Ν. Μ. και Α. Μ., ως εκ διαθήκης κληρονόμους του, β) ο 65ος αναιρεσίβλητος Μ. - Α. Μ. απεβίωσε στις 22.12.2020 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τον υιό του Χ. Μ., ως εκ διαθήκης κληρονόμο του, γ) ο 100ος αναιρεσίβλητος Χ. Μ. απεβίωσε στις 15.5.2019 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη σύζυγό του Σ.

Μ. και τα τέκνα του Ε. Μ. και Κ.-Ρ. Μ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, δ) ο 103ος αναιρεσίβλητος Χ. Μ. απεβίωσε στις 12.12.2020 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τα τέκνα του Κ. Μ. και Β. - Ε. Μ., ως εκ διαθήκης κληρονόμους του, ε) ο 122ος αναιρεσίβλητος Σ. Μ. απεβίωσε στις 12.4.2021 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη σύζυγό του Ε.

Ζ. και τα τέκνα του Χ. Μ. και Κ. Μ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, στ) ο 152ος αναιρεσίβλητος Π. Ν. απεβίωσε στα 28.8.2019 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη σύζυγό του Α. Λ., ως εκ διαθήκης κληρονόμο του, ζ) ο 213ος αναιρεσίβλητος Π. Π. απεβίωσε στις 24.1.2021 προσκομίζοντας την από 26.1.2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Αθηνών, η) ο 263ος αναιρεσίβλητος Α.

Π. απεβίωσε στις 1..2018 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη σύζυγό του Α. Ι. - Π., ως εκ διαθήκης κληρονόμο του, θ) ο 309ος αναιρεσίβλητος Γ. Ρ. απεβίωσε στις 30.9.2014 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από την αδελφή του Ε. Ρ., ως εκ διαθήκης κληρονόμο του, ι) ο 354ος αναιρεσίβλητος Γ. Σ. απεβίωσε στις 2.8.2016 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη σύζυγό του Α.

Σ. - Μ. και το τέκνο του Η. Σ., ως εκ αδιαθέτου κληρονόμους του, ια) ο 367ος αναιρεσίβλητος Ι. Σ. απεβίωσε στις 2.6.2019 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από το τέκνο του Κ. Σ., ως εκ διαθήκης κληρονόμο του, ιβ) ο 380ος αναιρεσίβλητος Χ. Σ. απεβίωσε στις 15.12.2021 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από την αδελφή του Ζ.

Σ., ως εκ διαθήκης κληρονόμο του, ιγ) ο 447ος αναιρεσίβλητος Ι. Τ. απεβίωσε στις 25.5.2016 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη σύζυγό του Α. Τ., ως εκ διαθήκης κληρονόμο του ιδ) ο 456ος αναιρεσίβλητος Ε. Τ. απεβίωσε στις 21.11.2017 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη σύζυγό του Μ.-Ε. Τ. και τα τέκνα του Β.

Τ. και Θ. Τ., ως εκ αδιαθέτου κληρονόμους του, ιε) ο 480ος αναιρεσίβλητος Α. Τ. απεβίωσε στις 27.1.2017 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη σύζυγό του Σ. Λ. και το τέκνο του Α. Τ., ως εκ αδιαθέτου κληρονόμους του, ιστ) η 530η αναιρεσίβλητη Κ. Τ. απεβίωσε στις 26.3.2015 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τον αδελφό της Θ.

Τ., ως εκ αδιαθέτου κληρονόμο της, ιζ) ο 550ος αναιρεσίβλητος Α. Φ. απεβίωσε στις 28.1.2022 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη σύζυγό του Ν. Κ. και τα τέκνα του Μ. Φ. και Γ. Φ., ως εκ διαθήκης κληρονόμους του, ιη) ο 552ος αναιρεσίβλητος Κ. Φ. απεβίωσε στις 2.7.2020 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη σύζυγό του Ε.

Λ. και το τέκνο του Μ. - Ε. Φ., ως εκ αδιαθέτου κληρονόμους του, και ιθ) ο 557ος αναιρεσίβλητος Γ. Χ. απεβίωσε στις 28.11.2020 και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη από τη σύζυγό του Μ. Χ. και τα τέκνα του Α. Χ. και Α. Χ., ως εκ διαθήκης κληρονόμους του. Ως προς τον με αριθμ. 309ο αναιρεσίβλητο Γ. Ρ., ο οποίος απεβίωσε στην Πάτρα στις 30.9.2014, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθμ. 30/2016 κληρονομητήριο του Ειρηνοδικείου Πατρών και δηλώθηκε η συνέχιση τη δίκης από την εκ διαθήκης κληρονόμο του Ε.

Ρ. και ως προς την 530η αναιρεσίβλητη Κ. Τ., η οποία απεβίωσε στην Αθήνα στις 26.3.2015, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθμ. ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιάρχου Αθηνών και δηλώθηκε η συνέχιση τη δίκης από τον εξ αδιαθέτου κληρονόμο της Θ. Τ., τόσον ο 309ος αναιρεσίβλητος (326ος ενάγων της από 5.5.2015 αγωγής) όσον και η 530η αναιρεσίβλητη (553η ενάγουσα της από 5.5.2015 αγωγής) απεβίωσαν πριν την άσκηση της από 5.5.2015 με αριθμ.

καταθ. 380/4.2015 αγωγής (επί συνόλου 642 εναγόντων) κατά του εναγομένου ΝΠΔΔ ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου. Από την επισκόπηση α) της υπ' αριθμ. 1421/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, ως πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και β) της αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθμ. 12649/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι ως άνω αποβιώσαντες πριν από την άσκηση της αγωγής, εμφανίσθηκαν ως διάδικοι στις σχετικές δίκες χωρίς να δηλωθεί ο θάνατός τους.

Συνακόλουθα η προσβαλλομένη με αριθμό 12649/2020 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είναι ανύπαρκτη (ανίσχυρη) ως προς τους ως άνω διάδικους και κατά συνέπεια ως προς αυτούς δεν επάγεται κανενός είδους αποτελέσματος (εκτελεστότητα, δεδικασμένο). Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των 309ου και 530ης αναιρεσίβλητων είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, λόγω έλλειψης της διαδικαστικής προϋπόθεσης του υποκειμένου της δίκης.

Το ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ γνώριζε κατά το χρόνο κατάθεσης της άνω αίτησης αναίρεσης αυτού στις 3.2.2021, η οποία στρέφεται και κατ' αυτών, τον θάνατο των 309ου και 530ης αναιρεσίβλητων, αφού το ζήτημα αυτό ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στο αναιρεσείον, ενώ μάλιστα κατά τις διεξαχθείσες πρωτοδίκως και κατ' έφεση δίκες, δηλώθηκε, όπως προεκτέθηκε, εκπροσώπηση των ως άνω θανόντων από πληρεξούσιο δικηγόρο, δεν ασκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση έννομη επιρροή, εφόσον δεν καταλείπεται έδαφος συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους τους, αφού δεν γεννάται ζήτημα βίαιης διακοπής της δίκης μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας.

Επισημαίνεται ότι η εκ μέρους των κληρονόμων των ως άνω θανόντων και υπό την ιδιότητά τους αυτή παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στον παραστάντα κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης πληρεξούσιο δικηγόρο, δυνάμει α) της από 10.5.2022 εξουσιοδότησης της Ε. Ρ. ως κληρονόμου του 309ου αναιρεσίβλητου Γ. Ρ. και β) της από 6.5.2022 εξουσιοδότησης του Θ.

Τ. ως κληρονόμου της 530ης αναιρεσίβλητης Κ. Τ., για τον προσδιορισμό της πιο πάνω αίτησης αναίρεσης και την παράσταση αυτών κατά τη συζήτησή της και για την έγκριση των γενομένων από τον ορισθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο διαδικαστικών πράξεων, δεν καθιστά έγκυρη την ανοιγείσα με την αγωγή δίκη, αφού λόγω του προηγηθέντος θανάτου των ως άνω "εναγόντων", δεν ιδρύθηκε έννομη σχέση δίκης.

Ζήτημα καταδίκης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ στην πληρωμή δικαστικών εξόδων, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως προς τους 309ο και 530η αναιρεσίβλητους, κατ' άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ δεν γεννάται, εφόσον οι "δικαιούχοι" αυτών ως άνω αναιρεσίβλητοι είναι ανύπαρκτα πρόσωπα. Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο θάνατος των ως άνω 58ου, 65ου, 100ου, 103ου, 152ου, 263ου, 354ου, 367ου, 447ου, 456ου, 480ου, 552ου και 557ου αναιρεσίβλητων έλαβε χώρα πριν από την άσκηση της ένδικης από 9.12.2020 με αριθ.

καταθ. 7429/11/3.2.2021 αίτησης αναίρεσης. Από κανένα, όμως, αποδεικτικό μέσο προκύπτει ότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, γνώριζε το θάνατο αυτών. Επομένως και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των ως άνω αναιρεσίβλητων που είχαν αποβιώσει πριν την άσκησή της.

Δεδομένου δε ότι το παριστάμενο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ δεν αμφισβητεί την κληρονομική ιδιότητα των κληρονόμων των ως άνω αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων (πλην, των 309ου και 530ης αναιρεσίβλητων), η ημερομηνία του θανάτου εκάστου των οποίων αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες οικείες ληξιαρχικές πράξεις, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτών.

Τέλος, ως προς τον 213ο αναιρεσίβλητο Π. Π., απλό ομόδικο των λοιπών αναιρεσίβλητων, που απεβίωσε στις 26.1.2021, χωρίς να δηλωθεί η επανάληψη της δίκης από κληρονόμο (ή κληρονόμους) του, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτόν, λόγω της επελθούσας, εκ του θανάτου του, βιαίας διακοπής της δίκης. Κατόπιν των ανωτέρω ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, πλην, δηλαδή των α) 309ου και 530ης αναιρεσίβλητων για τους οποίους απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης, β) 19ης, 29ου, 187ης, 250ου, 457ου, 533ης και 573ης, αναιρεσίβλητων για τους οποίους κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση αυτής και γ) 213ο αναιρεσίβλητο για τον οποίο έχει επέλθει βιαία διακοπή της δίκης, η υπό κρίση από 9 Δεκεμβρίου 2020 και με αριθ.

κατάθ.7429/11/3.2.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 12649/10.9.2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 12.3.2018 με αριθ. καταθ. 1406/90/15. 3. 2018 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 1421/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία α) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων η από 5.5.2015 με αριθ.

καταθ. 380/4.6.2015 αγωγή ως προς τους 30ο, 134ο, 289η, 307ο, 526ο, 534ο, 576η και 595η ενάγοντες, μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη (σελ. 78), β) απορρίφθηκε κατ ουσία η αγωγή ως προς τους 95ο, 129ο, 133ο, 152ο, 226ο, 260ο, 265ο, 273ο, 280ο, 305ο, 320ο, 322ο, 363ο, 385ο, 417ο, 556ο, (σελ. 80,81) 638ο, 639ο, 640ο και 641ο ενάγοντες (σελ. 95), επίσης μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη, γ) έγινε δεκτή εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς τους 15η, 19η, 29ο, 32ο, 77ο, 112ο, 136η, 161ο, 175ο, 185ο, 191η, 274ο, 275η, 339ο, 340ο, 376ο, 386ο, 422ο, 427ο, 468ο, 478ο, 502η, 508η, 520η, 560ο, 617ο και 636η ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους και δ) έγινε δεκτή η αγωγή στο σύνολό της ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς τους λοιπούς ενάγοντες (πλην των υπό στοιχεία α, β, γ εναγόντων) και ήδη αναιρεσίβλητους και υποχρεώθηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στους υπό στοιχεία γ και δ ως άνω ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους το αναγραφόμενο για τον καθένα από αυτούς ποσό με το νόμιμο τόκο, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα την 3.2.2021, εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών που άρχισε από την επομένη της ημερομηνίας επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης στις 9.11.2020, όπως προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Ν.

Μ. στο επιδοθέν στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ από τους αναιρεσίβλητους ακριβές αντίγραφο αυτής και δεδομένου ότι από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 83 παρ. 1 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α' 48/31.03.2021) και της ερμηνευτικής διάταξης του άρθρου 25 του Ν 4792/2021(ΦΕΚ A' 54/09.04.2021) προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, ήτοι από 7.11.2020 έως 6.4.2021, δεν υπολογίζεται, μεταξύ των άλλων προθεσμιών και στην προθεσμία των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης για την άσκηση αναίρεσης του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ.

α' του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1361/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον μόνο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με την κρίση της ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται το καθοριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 4024/2011 επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, που σε εκτέλεσή της εκδόθηκε η οικ. 2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 465/2012), με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας, παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και τη διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος, καθότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, που υπηρετούσαν το ένδικο χρονικό διάστημα ως ιατροί σε Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας και σε Υποκαταστήματα του ΙΚΑ, που παρέχουν πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και όχι σε υπηρεσίες νοσηλείας κάποιου από τα πέντε (5) σε αριθμό νοσοκομεία του Ιδρύματος (ΙΚΑ), δεν δικαιούνται με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας το εν λόγω επίδομα, καθότι δεν τελούν σε ίδιες συνθήκες εργασίας με τους νοσηλευτές στους οποίους χορηγείται, με βάση τις ως άνω διατάξεις το επίδομα αυτό και το οποίο επίσης καταβάλλεται σε δικαιούχους που προσφέρουν υπηρεσία πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης σε χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του, ενώ οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι δεν εργάζονταν το επίδικο χρονικό διάστημα με πλήρες ωράριο αλλά με εργασία 5 και 1/2 ωρών την ημέρα, διατηρώντας παράλληλα τα ιδιωτικά τους ιατρεία.

Ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος καθότι δεν διαλαμβάνονται στην αίτηση αναίρεσης οι κρίσιμες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως θεμελιωτικά του αποδεικτικού του πορίσματος ότι οι αναιρεσίβλητοι ιατροί οι οποίοι παρείχαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα τις υπηρεσίες τους σε πρωτοβάθμιες υπηρεσίες υγείας του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ (ΕΟΠΥΥ) υπό συνθήκες εργασίας το ίδιο δυσμενείς με τις συνθήκες εργασίας του νοσηλευτικού προσωπικού των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας των ΝΠΔΔ, του Ταμείου Προνοίας και των Αγροτικών Ιατρείων, στο οποίο χορηγήθηκε το καθοριζόμενο από τη διάταξη του άρθρου 15 του Ν. 4024/2011 και από την κατ' εξουσιοδότηση της ως άνω διάταξης εκδοθείσα με αριθ. 2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 465/24.2.2012) επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, δικαιούνται να λάβουν για το επίδικο χρονικό διάστημα το εν λόγω επίδομα, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας (άρθρο 4 Συντάγματος) και δεδομένου ότι πληρούν την τασσόμενη στην παρ. 6 της ανωτέρω ΚΥΑ προϋπόθεση της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στους χώρους που δικαιολογεί την καταβολή του, προκειμένου να ελεγχθεί, αν υπάρχουν νομικά σφάλματα της προσβαλλομένης απόφασης κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, δηλαδή αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των αναφερομένων στον ως άνω λόγο αναίρεσης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, στις οποίες το αναιρεσείον ΝΠΔΔ επιχειρεί να θεμελιώσει την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια αλλά το αναιρεσείον περιορίζεται στην ανάπτυξη της κατ' αυτό ερμηνείας των σχετικών ρυθμίσεων, με βάση τις οποίες οι αναιρεσίβλητοι δεν δικαιούνται του εν λόγω επιδόματος, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας.

Επομένως και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσίβλητων και των κληρονόμων των θανόντων αναιρεσίβλητων (πλην των κληρονόμων των θανόντων 309ου και 530ης αναιρεσίβλητων), που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), καθότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ έχει όλα τα δικαστικά προνόμια του Δημοσίου και εκπροσωπήθηκε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 30 του Ν 4038/2012 (ΦΕΚ Α 14) (πρβλ.

ΑΠ 233/2021, ΑΠ 506/2019, ΑΠ 1482/2018, ΑΠ 1467/2014).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αποφαίνεται ότι επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου στις 24.1.2021 στην Αθήνα, του 213ου αναιρεσίβλητου Π. Π..

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 9.12.2020 και με αριθ. κατάθ. 7429/11/3.2.2021 αίτηση αναίρεσης ως προς τον 309ο αναιρεσίβλητο Γ. Ρ. και ως προς την 530η αναιρεσίβλητη Κ. Τ..

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς την 19η αναιρεσίβλητη Γ. Μ., τον 29ο αναιρεσίβλητο Λ. Μ., την 187η αναιρεσίβλητη Μ. Π., τον 250ο αναιρεσίβλητο Η. Π., τον 457ο αναιρεσίβλητο Δ. Τ., την 533η αναιρεσίβλητη Ε. Φ. και την 573η αναιρεσίβλητη Α. Χ..

Απορρίπτει την από 9.12.2020 με αριθ. καταθ. 7429/11/3.2.2021 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 12649/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω παραστάμενων προσηκόντως αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ