Legislator Case Law & Legislation
1298/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal and dismisses lawsuit in corporate merger dispute over legal validity and damages.

Case Number 1298/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision, which had rejected the plaintiff's claim. The court found the lower court's ruling on the legal validity of the merger and the award for moral damages to be erroneous. Consequently, the appeal was upheld, the original judgment was annulled, and the lawsuit was dismissed with costs shared between the parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68 and 75 of the Code of Commercial Companies; When an appeal restores a pending second-instance appeal, the Supreme Court may rule on the merits if no further jurisdiction exists, annulling the first-instance judgment and dismissing the lawsuit if the second-instance appeal is upheld.

Keywords

AI generated
corporate merger legal validity moral damages appeal procedure costs allocation annulment of judgment jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Articles 68 paragraphs 1 and 2 and 75 paragraphs 1 and 2 of the Code of Commercial Companies (Law 2190/1920)
Article 179 paragraph 2 letter b of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1298 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1298/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεώργιου Σουμελά και Κωνσταντίνου Κωνσταντέλλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αδάμ Δήμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 903/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2502/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείους6 με την από 26 -9-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 παρ. 1 και 2 και 75 παρ. 1 και 2 του κωδ.ν. 2190/1920, όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του π.δ. 498/1987 και το δεύτερο προστέθηκε με το άρθρο 12 του ίδιου π.δ/τος, προκύπτει ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί η συγχώνευση ανωνύμων εταιρειών είτε με απορρόφηση είτε με σύσταση νέας εταιρείας (άρθρο 68 παρ. 1).

Συγχώνευση δε με απορρόφηση είναι εκείνη με την οποία μία ή περισσότερες εταιρείες (απορροφούμενες), οι οποίες λύονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζουν σε άλλη υφιστάμενη ανώνυμη εταιρεία (απορροφούσα) το σύνολο της περιουσίας τους (ενεργητικό και παθητικό) υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου.

Κατά το άρθρο 75 παρ. 1 του άνω νόμου από την καταχώριση στο Μητρώο των Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, που προβλέπεται από το άρθρο 74, επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα χωρίς καμία άλλη διατύπωση τόσο για τις συγχωνευόμενες εταιρείες όσο και έναντι των τρίτων τα ακόλουθα αποτελέσματα:

α) Η απορροφούσα εταιρεία υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των απορροφούμενων εταιρειών και η υποκατάσταση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, β) οι μέτοχοι της ή των απορροφούμενων εταιρειών γίνονται μέτοχοι της απορροφούσας εταιρείας, γ) η απορροφούμενη ή οι απορροφούμενες εταιρείες παύουν να υπάρχουν.

Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι επί συγχωνεύσεως ανωνύμων εταιρειών με σύσταση νέας εταιρείας οι συγχωνευόμενες εταιρείες λύονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση και συνιστάται νέα ανώνυμη εταιρεία, στην οποία οι διαλυόμενες εταιρείες μεταβιβάζουν το σύνολο της περιουσίας τους (ενεργητικό και παθητικό), από δε την καταχώριση, της εγκριτικής αποφάσεως του αρμόδιου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 78 του κωδ.ν. 2190/1920 (β.δ. 174/1963) και των άρθρων 1-5 του ν. 2166/1993, Υπουργού Ανάπτυξης, στα Μητρώα Ανωνύμων Εταιρειών ολοκληρώνεται η συγχώνευση και ταυτοχρόνως, χωρίς καμιά άλλη διατύπωση, η νέα εταιρεία υποκαθίσταται σε όλα γενικώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εταιρειών που λύονται και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, τόσο για τις συγχωνευόμενες εταιρείες όσο και έναντι τρίτων (ΟλΑΠ 12/1999, ΑΠ 1229/2018, ΑΠ 172/2018, ΑΠ 591/2017, ΑΠ 568/2005).

Έτσι, από του άνω χρόνου της συγχώνευσης με απορρόφηση δύο ανωνύμων εταιρειών ο τρίτος που είχε γεννημένες αξιώσεις κατά της απορροφούμενης εταιρείας έχει πλέον έννομο συμφέρον, κατ' άρθρο 68 ΚΠολΔ, να απευθύνει ενεργητικώς την αγωγή του προς ικανοποίηση των αξιώσεών του μόνο κατά της απορροφήσασας εταιρείας και να προβάλλει όλους τους ισχυρισμούς που είχε κατά της απορροφούμενης εταιρείας κατά τον χρόνο συγχώνευσης, παθητικώς δε νομιμοποιείται κατά του τρίτου ως καθολική διάδοχος η απορροφήσασα εταιρεία, η οποία αμυνόμενη μπορεί να προβάλλει κατά του τρίτου όλες τις ενστάσεις και ισχυρισμούς που είχε η απορροφηθείσα εταιρεία κατά του τρίτου, οι οποίοι είχαν γεννηθεί κατά το προ της συγχώνευσης προηγούμενο χρονικό διάστημα στο πρόσωπο της απορροφηθείσας εταιρείας, η οποία δεν υφίσταται πλέον ως νομικό πρόσωπο, ο χρόνος δε της συγχώνευσης δεν διαφοροποιεί έναντι του τρίτου τα αμυντικά δικαιώματα που είχε κατ' αυτού η απορροφηθείσα εταιρεία, τα οποία έχει πλέον η απορροφήσασα, ως καθολική διάδοχος αυτής.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 2 ΚΠολΔ, όταν η αναγκαστική εκτέλεση που άρχισε πρόκειται να συνεχιστεί κατά κληρονόμου ή κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομιάς, απαιτείται να τους επιδοθεί προηγουμένως η επιταγή. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι αν ο επισπεύδων την εκτέλεση δανειστής έχει ήδη επιδώσει στον οφειλέτη την επιταγή και ο τελευταίος στη συνέχεια αποβιώσει, για τη συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος των κληρονόμων του θα πρέπει να επαναληφθεί σ' αυτούς η επίδοση του εκτελεστού τίτλου με την επιταγή προς εκτέλεση.

Στην επιταγή αυτή θα πρέπει να αναφέρονται και τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίζεται η παθητική νομιμοποίηση του καθολικού διαδόχου. Γενικά η επιταγή που απευθύνεται σε πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στον τίτλο, θα πρέπει να περιλαμβάνει και τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η παθητική νομιμοποίηση του καθ' ου η εκτέλεση (ΑΠ 1167/1988).

Στην έννοια του κληρονόμου, που αποτελεί κλασσική περίπτωση καθολικής διαδοχής, πρέπει να υπαχθούν και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες το ουσιαστικό δίκαιο παραπέμπει ρητά ή σιωπηρά στις περί κληρονομικής διαδοχής διατάξεις, όπως είναι και η περίπτωση της συγχωνεύσεως εταιρειών. Για να συνεχισθεί, επομένως, η αναγκαστική εκτέλεση, η οποία άρχισε εναντίον εταιρείας που συγχωνεύθηκε με άλλη ή απορροφήθηκε από άλλη, απαιτείται επίδοση νέας επιταγής στη νέα εταιρεία που προέκυψε μετά τη συγχώνευση.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η επιταγή προς εκτέλεση, που αποβλέπει στο μέλλον, έχει σκοπό να προδιαγράψει τη συμπεριφορά που αναμένεται από τον καθ'ου η εκτέλεση με βάση τον εκτελεστό τίτλο για τον μετά την επίδοση της επιταγής χρόνο και δεν μπορεί να νοηθεί σε αναφορά με τη συμπεριφορά του οφειλέτη, η οποία εκδηλώθηκε πριν την επίδοση, αφού η συμπεριφορά αυτή αποτελεί παρελθόν που δεν μπορεί να μεταβληθεί.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1864/2011, ΑΠ 329/2007). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής κατά την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.

Πρόκειται, δηλαδή, και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (σχετ. ΟλΑΠ 18/1998, ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 108/2020, ΑΠ 515/2016, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ.

α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011).

Το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 65/2017, 63/2016, 168/2015).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού, εκτός από την παραδεκτή προβολή του περί αοριστίας ισχυρισμού ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, που πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πρέπει, επίσης, να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε από την αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που και αυτό πρέπει να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 945/2019, ΑΠ 601/2017, ΑΠ 119/2014, ΑΠ 220/2012).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 εδ. γ', λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου κλπ. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το συναφές αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή αλυσιτελές ή μη νόμιμο, καθώς και όταν η πρωτόδικη απόφαση δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο με την έφεση, τους πρόσθετους λόγους ή με τις προτάσεις, κατά περίπτωση, και ως προς το φερόμενο ως μη δικασθέν αίτημα (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 467/2019, ΑΠ 670/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της ένδικης, από 27-10-2014, αγωγής, που ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι σ'αυτή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι με την 5554/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων κατόπιν αιτήσεώς του κατά της τότε εργοδότριάς του ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ανώνυμη εταιρεία", καθολική διάδοχος της οποίας είναι από τις 28-6-2013 λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία " Άλφα Τράπεζα ανώνυμος εταιρεία", υποχρεώθηκε η ανωτέρω εργοδότριά του να προβεί στη διατασσόμενη με την απόφαση αυτή πράξη και σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της εν λόγω υποχρέωσής της καταδικάσθηκε σε χρηματική ποινή υπέρ του ενάγοντος .

Ότι, αν και επέδωσε στις 31-5- 2013 την ανωτέρω απόφαση με επιταγή προς εκτέλεση προς την Εμπορική Τράπεζα, τόσο αυτή όσο στη συνέχεια και η εναγομένη καθολική της διάδοχος, παραβίασαν από πρόθεση και δεν συμμορφώθηκαν προς το διατακτικό της ως άνω απόφασης. Ζήτησε δε με την αγωγή του αυτή ο ενάγων να υποχρεωθεί η εναγομένη λόγω μη συμμόρφωσής της προς το διατακτικό της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων α) να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 17.400 ευρώ, άλλως αυτό των 12.400 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 6-6-2013 έως 31-8-2013, β) να αναγνωρισθεί ότι αυτή υποχρεούται να του καταβάλει για το διάστημα από 1-9-2013 έως 30-9-2014 το ποσό των 79.000 ευρώ, άλλως αυτό των 54.400 ευρώ και γ) να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά των προστηθέντων οργάνων της εναγομένης το ποσό των 200.000 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 903/2016 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη ως προς το αίτημά της για επιδίκαση υπέρ του ενάγοντος και σε βάρος της εναγομένης της χρηματικής ποινής στην οποία καταδικάσθηκε η εναγομένη για το διάστημα από 1-9-2013 έως 30-9-2014, νόμιμη δε ως προς τα άλλα δύο αιτήματά της και κρίθηκε βάσιμη κατ' ουσία εν μέρει ως προς τα υπό στοιχεία α και γ αιτήματά της.

Κατόπιν δε ασκήσεως αντίθετων εφέσεων από τους διαδίκους εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτές τις εφέσεις αυτές, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και ακολούθως απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς τα υπό στοιχεία α' και β' αίτηματά της και έκανε εν μέρει δεκτή αυτή ως προς το υπό στοιχείο γ' αίτημα, αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 7.000 ευρώ.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι κακώς κρίθηκε ορισμένη η αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής, εφόσον σ' αυτή δεν αναφέρονται οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας των άρθρων 914, 932 ΑΚ, καθώς και του άρθρου 946 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 232Α ΠΚ, και ειδικότερα δεν αναφέρεται αν επιδόθηκε σ' αυτή, ως καθολική διάδοχο της αρχικής εργοδότριας του ενάγοντος, νέα επιταγή προς εκτέλεση μετά τη συγχώνευση με απορρόφηση της τελευταίας από την αναιρεσείουσα, τον ισχυρισμό δε αυτόν προέβαλε στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο της έφεσής της.

Οι αναφερόμενες στο λόγο αυτό αναίρεσης αοριστίες της αγωγής συνιστούν ποσοτική αοριστία αυτής, γιατί δεν αφορούν στοιχεία που απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση της αξιώσεως του ενάγοντος, αλλά ανάγονται στην έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται στην αγωγή και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής των προαναφερόμενων κανόνων δικαίου.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα στο δικόγραφο της ένδικης αίτησης αν ο ανωτέρω περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός της προτάθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ούτε αναφέρει το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ορισμένη.

Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου η αναιρεσείουσα προβάλλει την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο δεν απάντησε στον ως άνω περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό της, δεύτερο λόγο της έφεσής της κατά της πρωτόδικης απόφασης, τον οποίο άφησε αδίκαστο.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η μη απάντηση σε λόγο έφεσης δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 9 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παρά μόνο από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου.

Περαιτέρω το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους : Ότι επί της

από 01-09-2012 αιτήσεως του ενάγοντος εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η με αριθμό 5554/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε η καθ' ής η αίτηση ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", η οποία ήταν τότε εργοδότρια του ενάγοντος, να προβεί στη διατασσόμενη από την απόφαση αυτή πράξη και σε περίπτωση μη εκπλήρωσής της, καταδικάστηκε σε χρηματική ποινή υπέρ του ενάγοντος και απειλήθηκε προσωπική κράτηση σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της. Ειδικότερα, η ανωτέρω με αριθμό 5554/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διέτασσε με το διατακτικό της κατά λέξη τα ακόλουθα: "Υποχρεώνει την πρώτη καθ' ής να αποδέχεται προσωρινά τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του αιτούντος στη θέση του Αναπληρωτή Διευθυντή στη Διεύθυνση Καθυστερήσεων- Εμπλοκών, καταβάλλοντος σε αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές της θέσεως αυτής, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της από 04-10-2012 τακτικής αγωγής του. -

Καταδικάζει την πρώτη καθ' ής σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς της προς την προηγούμενη διάταξη, στην καταβολή χρηματικής ποινής ποσού 200 ευρώ υπέρ του αιτούντος για κάθε ημέρα που δεν αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του στην ως άνω θέση. - Απειλεί σε βάρος του δεύτερου καθ'ου, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης των καθ' ών, προσωπική κράτηση δέκα ημερών για κάθε ημέρα αρνήσεως της πρώτης των καθ' ών να συμμορφωθεί στην ανωτέρω υποχρέωσή της".

Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην ανωτέρω καθ' ής η αίτηση "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", στις 31-05-2013, με επιταγή προς εκτέλεση και ειδικότερα προς εκούσια συμμόρφωση Μετά την επίδοση της εν λόγω αποφάσεως με επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση, η ανωτέρω καθ' ής η αίτηση "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." αποκατέστησε τον ενάγοντα και τον συμπεριέλαβε και πάλι στο οργανόγραμμά της στο βαθμό και στη θέση που αυτός κατείχε πριν από την αποτοποθέτησή του, που αποτέλεσε και το λόγο της αντιδικίας του με την εργοδότριά του αυτή, ενώ εφάρμοσε την εν λόγω απόφασή και ως προς το ύψος των αποδοχών του.

Ακολούθως, από τις 28-06-2013 η ανωτέρω εργοδότρια του ενάγοντος Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, συγχωνεύτηκε λόγω απορροφήσεως από την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ", η οποία από τότε κατέστη καθολική διάδοχος αυτής και υποκαταστάθηκε στο σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της συγχωνευθείσας Εμπορικής Τράπεζας.

Συνακόλουθα, μετά την προαναφερομένη συγχώνευση της άνω αρχικής εργοδότριας του ενάγοντος Εμπορικής Τράπεζας, η εναγομένη ως καθολική διάδοχος της τελευταίας, υποκαταστάθηκε στις υφιστάμενες με την προηγούμενη εργοδότρια εργασιακές σχέσεις του προσωπικού της απορροφηθείσας Τράπεζας, μεταξύ του οποίου ήταν και ο ενάγων και υπεισήλθε στην εργασιακή σχέση του τελευταίου και στο σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που πήγαζαν από τη σύμβαση εργασίας του.

Μετά την ως άνω συγχώνευση ο ενάγων τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Καθυστερήσεων Λιανικής Τραπεζικής της εναγομένης. Στις 05-07-2013 ο Διευθυντής αυτής Π. Κ. πρότεινε στον ενάγοντα την επιλογή μιας από τις δύο διευθυντικές θέσεις που θα δημιουργούνταν στη Διεύθυνση αυτή, η μία από τις οποίες αφορούσε στο συντονισμό του δικτύου καταστημάτων για τη ρύθμιση των καθυστερούμενων δανείων και η άλλη στο συντονισμό των δικηγορικών εταιρειών για την εγγραφή αναγκαστικών προσημειώσεων και ο ενάγων αποδέχθηκε την πρόταση αυτή, η οποία όμως δεν υλοποιήθηκε και ο ενάγων δεν αξιοποιήθηκε σε καμία των ανωτέρω θέσεων.

Στη συνέχεια, όμως, στις 17-07-2013, η Εντεταλμένη Γενική Διευθύντρια Ανθρώπινου Δυναμικού και Οργανώσεως της εναγομένης Π. Κ., κάλεσε τον ενάγοντα στο γραφείο της και παρουσία και της Υποδιευθύντριας της ίδιας Διευθύνσεως Χ. Μ., αφού του δήλωσε ότι δεν έχει καμία θέση να τον απασχολήσει στην άνω Διεύθυνση όπου είχε τοποθετηθεί, του πρότεινε να αποχωρήσει από την υπηρεσία του στην εναγομένη Τράπεζα με καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, γεγονός που ο ενάγων δεν αποδέχθηκε και όταν ο τελευταίος της υπενθύμισε την υποχρέωση της εναγομένης από την προαναφερόμενη με αριθμό 55 54/2013 δικαστική απόφαση, η οποία δέσμευε και την εναγομένη, που είχε υπεισέλθει ως καθολική διάδοχος σε όλες τις υποχρεώσεις προς αυτόν, που είχε και η άνω αρχική εργοδότριά του, του επανέλαβε ομοίως ότι δεν υπάρχει θέση απασχόλησής του στην άνω Διεύθυνση, εκδηλώνοντας και εκφράζοντας σαφώς τη βούληση της εναγομένης για τη μη εφαρμογή της ως άνω αποφάσεως.

Κατόπιν αυτού ο ενάγων στις 02-08-2013 επέδωσε στην εναγόμενη και στα μέλη του Δ.Σ αυτής, την από 01-08-2013 εξώδικη διαμαρτυρία του, με την οποία αιτήθηκε την εντός δέκα ημερών γνωστοποίηση σε αυτόν της πρόθεσης της εναγομένης περί εφαρμογής του διατακτικού της ανωτέρω με αριθμό 5554/2013 απόφασης. Η εναγομένη απέστειλε στον ενάγοντα την από 22-08-2013 εξώδικη απάντησή της, με την οποία ,αφού εκθέτει μεταξύ άλλων ότι τελεί σε γνώση της αντιδικίας του με την άνω αρχική εργοδότριά του Εμπορική Τράπεζα και τη μέχρι την ημερομηνία του εξωδίκου έκβαση αυτής, αναφέρει περαιτέρω ότι παρακολουθεί και έχει αξιολογήσει την αντιδικία, σεβόμενη σε κάθε περίπτωση, κάθε μέχρι το χρόνο εκείνο προσωρινώς διαμορφωθείσα δικαστική κρίση που αφορά στην υπόθεση και ότι στα πλαίσια αυτά επιβάλλεται να καταστεί στον ενάγοντα σαφές ότι η Τράπεζα θα προβεί στην περαιτέρω αξιολόγηση της εργατική παρουσίας του, εντός πάντοτε των ήδη προσωρινώς διαμορφωμένων δεδομένων, σε συνδυασμό ωστόσο με τις νέες δυνατότητές της, που έχουν μορφωθεί και θα διαμορφωθούν υπό τα νέα εργασιακά δεδομένα που ισχύουν για το σύνολο του ανθρώπινου δυναμικού της Τράπεζας μετά την ολοκλήρωση της συγχώνευσης.

Ακολούθως, όμως, η εναγομένη όχι μόνο δεν εφάρμοσε την ανωτέρω απόφαση, αλλά είτε ανέθετε στον ενάγοντα εργασίες, τις οποίες όμως όταν αυτός τις αποδεχόταν, η εναγομένη δεν προχωρούσε στην υλοποίησή τους, αφήνοντας αυτόν αναξιοποίητο, είτε αντιμετώπιζε τον ενάγοντα ως απλό υπάλληλο στον οποίο δεν ανέθετε κανένα συγκεκριμένο έργο, είτε τον καλούσε να καλύψει διάφορες κατά καιρούς υπηρεσιακές ανάγκες, πάντοτε όμως κατώτερες και υποδεέστερες των καθηκόντων της θέσεως, στην οποία όφειλε να τον απασχολεί με βάση την ανωτέρω απόφαση, για την οποία, ας σημειωθεί ουδέποτε ισχυρίστηκε στον ενάγοντα ότι δεν την δεσμεύει, αλλά αντίθετα τελούσε σε γνώση της δεσμευτικής ισχύος που είχε και όσον αφορά την ίδια ως καθολικής διαδόχου, στην εργασιακή σχέση του ενάγοντος, της προηγουμένης εργοδότριάς του, αλλά σαφέστατα με την ανωτέρω συμπεριφορά της εκδήλωνε τη θέλησή της να μην την εφαρμόσει.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι στη Διεύθυνση Καθυστερήσεων Λιανικής Τραπεζικής, όπου είχε ενταχθεί ο ενάγων, υφίστατο μια θέση Διευθυντή, τέσσερις θέσεις υποδιευθυντών, μία θέση γραμματέα, καθώς και οι θέσεις των υπολοίπων υπάλληλων αυτής, στους οποίους είχε συμπεριλάβει και τον ενάγοντα χωρίς καμία θέση ευθύνης.

Στις 09-09-2013 ο Υποδιευθυντής της ως άνω Διεύθυνσης, στην οποία είχε τοποθετηθεί ο ενάγων, Α.. Σ., του ανέθεσε συγκεκριμένο έργο της εν λόγω Διεύθυνσης, το οποίο όμως στη συνέχεια δεν υλοποιήθηκε από την εναγομένη, με αποτέλεσμα να μην αξιοποιηθεί ο ενάγων σε αυτό με ευθύνη της εναγομένης, αν και ο ίδιος είχε εκφράσει την προθυμία του να συνεργαστεί για την υλοποίησή του.

Στις 09-01-2014 ο Υποδιευθυντής της ως άνω Διεύθυνσης, στην οποία είχε τοποθετηθεί ο ενάγων, Σ.. Π., κάλεσε τον ενάγοντα για να συνεργαστούν, πλην όμως του πρότεινε να του αναθέσει καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας, δηλαδή πολύ κατώτερα αυτών, τα οποία όφειλε η εναγομένη να του αναθέσει σύμφωνα με το διατακτικό της άνω αποφάσεως.

Το Μάρτιο του 2014 του ζητήθηκε από το Διευθυντή και τον Υποδιευθυντή της ως άνω Διεύθυνσης, Δ.. Β. και Σ.. Π. αντίστοιχα, να συνδράμει στο έργο αναπτύξεως των εργασιών της μονάδος Υποστηρίξεως Καθυστερήσεων μέσω του Δικτύου καταστημάτων, πλην όμως και πάλι όχι από θέση ευθύνης και δη αντίστοιχης της άνω θέσεως στην οποία όφειλε να τον απασχολεί η εναγόμενη με βάση την ανωτέρω απόφαση.

Επίσης, καθ' όλο το επίμαχο χρονικό διάστημα από 28-06-2013 έως 30-09-2014 ο ενάγων δεν υπέγραφε κανένα έγγραφο στην εναγομένη και δεν ήταν κάτοχος κανενός δικαιώματος υπογραφής, όπως και οι απλοί υπάλληλοι αυτής, αν και ο ενάγων στην άνω αρχική εργοδότριά του ήταν κάτοχος δικαιώματος Α' οριστικής υπογραφής από το έτος 1992, ενώ επιπλέον ο ενάγων δεν είχε πρόσβαση στα ηλεκτρονικά συστήματα της εναγομένης και δεν ήταν εξουσιοδοτημένος για την παραμικρή έγκριση, όπως ομοίως και οι απλοί υπάλληλοι αυτής.

Ακόμα, από τις 31-08-2013 αφαιρέθηκε από τον ενάγοντα το εταιρικό κινητό τηλέφωνο, τη χρήση του οποίου είχε από το έτος 2001, καθώς και η χρήση θέση σταθμεύσεως, τη δυνατότητα χρήσης της οποίας είχε από το έτος 1991. Πολύ χαρακτηριστικό άλλωστε της απαξιωτικής συμπεριφοράς της εναγομένης προς τον ενάγοντα, είναι και το γεγονός ότι στις 14-10-2013 όλο το προσωπικό της άνω Διεύθυνσης, όπου ανήκε ο ενάγων, μετακινήθηκε στη Διεύθυνση Απαιτήσεων Ειδικού Χειρισμού Λιανικής Τραπεζικής, εκτός από τον ενάγοντα, και από τις αρχές Δεκεμβρίου του 2013 όλο το προσωπικό μετακινήθηκε στις εγκαταστάσεις της εναγομένης στον Άγιο Στέφανο Αττικής, πλην του ενάγοντος, ο οποίος παρέμεινε μόνος του στον 7° όροφο του κτιρίου της οδού Αιόλου στην Αθήνα, μαζί με δύο κλητήρες, που πολύ σύντομα μετακινήθηκαν και αυτοί, με συνέπεια να παραμείνει τελείως μόνος του μέχρι τις 03-02-2014, οπότε μετακινήθηκε και αυτός, χωρίς όλο αυτό το χρονικό διάστημα να έχει τη δυνατότητα έστω και της παραμικρής απασχόλησης.

Κατόπιν αυτών ο ενάγων απευθύνθηκε με την από 25-04-2014 εξώδικη δήλωσή του προς την Εντεταλμένη Γενική Διευθύντρια Ανθρώπινου Δυναμικού και Οργανώσεως της εναγομένης Π. Κ., με την οποία (εξώδικη δήλωση), αφού εξέφραζε τη διαμαρτυρία του για τη μεταχείρισή του ως απλού υπαλλήλου, παραθέτοντας όλες τις σχετικές ενέργειες της εναγομένης που ήταν κατάδηλες της αντιμετώπισής του αυτής ως απλού υπαλλήλου, και της ταπεινωτικής προς το πρόσωπο του συμπεριφοράς της εναγομένης, αιτήθηκε για μια ακόμα φορά την εφαρμογή της ανωτέρω απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς όμως να λάβει καμία απάντηση και χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα στο αίτημά του αυτό.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω πλήρως αποδείχθηκε ότι κατά το επίμαχο στην ένδικη περίπτωση χρονικό διάστημα από τις 28-06-2013, οπότε ολοκληρώθηκε η ανωτέρω συγχώνευση και η εναγομένη υπεισήλθε στο σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της συγχωνευθείσας Εμπορικής Τράπεζας και ως καθολική διάδοχος αυτής δεσμευόταν από την άνω ισχύουσα με αριθμό 5554/2013 απόφαση, και ως εκ τούτου όφειλε να απασχολεί σε θέση Αναπληρωτή Διευθυντή στη Διεύθυνση Καθυστερήσεων - Εμπλοκών τον ενάγοντα, καταβάλλοντος σε αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές της θέσεως αυτής δέσμευση της οποίας τελούσε σε πλήρη γνώση, όπως προκύπτει και από την ανωτέρω από 22-08-2013 εξώδικη απάντησή της προς τον ενάγοντα, και έως και τις 30-09-2014, η εναγομένη από πρόθεση δεν έπραξε τούτο και δεν συμμορφώθηκε προς την προαναφερομένη δικαστική απόφαση, αλλά υπαιτίως παραβίασε αυτή.

Ότι όλες οι ανωτέρω προτάσεις της εναγομένης δια των υπαλλήλων της προς τον ενάγοντα να καλύψει διάφορες κατά καιρούς υπηρεσιακές ανάγκες, δεν αναιρούν την ανωτέρω κρίση, αφού δεν πρόκειται για ρητή και σαφή ανάθεση στον ενάγοντα καθηκόντων Αναπληρωτή Διεύθυνσης, όπως όριζε η ως άνω με αριθμό 5554/2013 δικαστική απόφαση, αλλά για προτάσεις εκτός του διατακτικού της εν λόγω αποφάσεως, αφού αφορούσαν κατώτερα και υποδεέστερα καθήκοντα, πλην των ανωτέρω από 05-07-2013 και 09-09-2013 αντίστοιχων της άνω θέσεως, προτάσεων τις οποίες αποδέχθηκε ο ενάγων, αλλά δεν υλοποιήθηκαν με ευθύνη της εναγομένης, η οποία τελικά δεν του ανέθεσε τα σχετικά προταθέντα έργα.

Ειδικότερα, από την εν λόγω απόφαση προέκυπτε ρητή και σαφής υποχρέωση της εναγόμενης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος στη θέση του Αναπληρωτή Διευθυντή στη Διεύθυνση Καθυστερήσεων - Εμπλοκών, ή σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το οργανόγραμμα της εναγομένης στη θέση Υποδιευθυντή ( ο οποίος αναπληρώνει το Διευθυντή), χωρίς την ύπαρξη άλλων προϋποθέσεων, τις οποίες (υπηρεσίες) ο ίδιος προσηκόντως προσφερόταν να παρέχει, εκφράζοντας την προθυμία του προς τούτο και επιδιώκοντας συνεχώς την ανάληψη τέτοιων καθηκόντων, όπως προκύπτει και από τις προαναφερόμενες εξώδικες δηλώσεις του.

Εξάλλου, οι επικαλούμενες από την εναγομένη "νέες υπηρεσιακές συνθήκες λόγω της συγχώνευσης", εφόσον η άνω δικαστική απόφαση εξακολούθησε να ισχύει, ουδόλως αναιρούν την υποχρέωσή της προς συμμόρφωση σε αυτή. Άλλωστε η αναφορά αυτή από την εναγομένη των νέων υπηρεσιακών συνθηκών λόγω της συγχώνευσης, παρίσταται προσχηματική και όχι πραγματική, αφού η εναγομένη δεν ζήτησε την ανάκληση ή τη μεταρρύθμιση της εν λόγω αποφάσεως, εάν η απόφαση αυτή πράγματι δεν μπορούσε να εφαρμοστεί λόγω των νέων υπηρεσιακών δεδομένων εξαιτίας της συγχώνευσης.

Επίσης, η προεκτιθέμενη από πρόθεση παραβίαση του διατακτικού της ανωτέρω αποφάσεως και η μη συμμόρφωση της εναγομένης προς αυτό, δεν μπορεί να αποδοθεί ούτε στην επικαλούμενη από την εναγομένη έλλειψη πρόβλεψης κατά την οργανογραμματική της δομή θέσεως Αναπληρωτή Διευθυντή Διευθύνσεως, καθόσον η Ανώτερη Διεύθυνση Διαχειρίσεως Καθυστερήσεων Λιανικής Τραπεζικής περιλαμβάνει τέσσερις επιμέρους διευθύνσεις (Καθυστερήσεων Επιχειρήσεων Εσωτερικού, Καθυστερήσεων Επιχειρήσεων Εξωτερικού, Απαιτήσεων Ειδικού Χειρισμού Λιανικής Τραπεζικής και Καθυστερήσεων Λιανικής Τραπεζικής), καθώς και δύο υποστηρικτικές Διευθύνσεις (Παρακολουθήσεως Καθυστερήσεων Wholesale Banking και Παρακολουθήσεως Καθυστερήσεων Λιανικής Τραπεζικής), με διάρθρωση των θέσεων εργασίας σε όλες τις ανωτέρω Διευθύνσεις, Διευθυντή - Υποδιευθυντών και θα μπορούσε ο ενάγων να απασχοληθεί σε αντίστοιχη θέση του Αναπληρωτή Διεύθυνσης [όπως ήταν και αυτή του Υποδιευθυντή, ο οποίος αναπληρώνει το Διευθυντή], ανεξαρτήτως δηλαδή ονομασίας της θέσεως, δεδομένου άλλωστε ότι κατά την κοινή πείρα στο σύνολο σχεδόν των διευθυντικών υπαλληλικών θέσεων εργασίας για την περίπτωση απουσίας υπαλλήλου, προβλέπεται η αναπλήρωση αυτού από άλλα υπάλληλο.

Με τα δεδομένα αυτά η εναγομένη, ως καθολική διάδοχος και ως υπεισελθούσα στις υποχρεώσεις της ανωτέρω συγχωνευθείσας Εμπορικής Τράπεζας, στην οποία είχε λάβει χώρα νόμιμα, κατ' άρθρο 924 του ΚΠολΔ, η επίδοση της ανωτέρω αποφάσεως με επιταγή προς συμμόρφωση, όφειλε να συμμορφωθεί με το διατακτικό αυτής και να μην την παραβιάσει, αλλά να μεριμνήσει για την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος σε θέση Αναπληρωτή Διευθυντή στη Διεύθυνση Καθυστερήσεων - Εμπλοκών ή σε αντίστοιχη Διεύθυνση και με αντίστοιχο βαθμό, ενέργεια στην οποία από πρόθεση δεν προέβη, με αποτέλεσμα καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 28-06-2013 έως 30-09-2014 να παραβαίνει το διατακτικό της αποφάσεως αυτής...

Με βάση τις προϊστορούμενες συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η παράβαση του διατακτικού της άνω αποφάσεως από την εναγομένη, το είδος της προσβολής που υπέστη ο ενάγων, το βαθμό του πταίσματος των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, τη μη ύπαρξη οικείου πταίσματος από την πλευρά του ενάγοντος, τον τόπο, το χρόνο και τη διάρκεια της προσβολής, την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών και την κοινωνική κατάσταση του ενάγοντος, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οφείλεται στον ενάγοντα για την προαναφερομένη αιτία και για το άνω επίδικο χρονικό διάστημα, ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, στο ποσό των 7.000 ευρώ, το οποίο ......" Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Αν όμως αποδειχθεί η αναλήθεια του ισχυρισμού αυτού, τότε αυτή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος. Ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 921/2007, ΑΠ 2102/2007). Ο αναιρετικός έλεγχος της κατά κανόνα νομιμοποιήσεως, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την ΟλομΑΠ 18/2005 (ομοίως και ΟλομΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ωστόσο, αν η σχετική με τη νομιμοποίηση αιτίαση συνδέεται με τις παραδοχές της αποφάσεως επί της ουσίας, ο αναιρετικός έλεγχος για έλλειψη νομιμοποιήσεως μπορεί να θεμελιωθεί και στο λόγο του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παραβίαση των σχετικών κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 659/2019).

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, υπό την επίκληση του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς όμως από τον αριθμό 1, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεχόμενη, με βάση τα αναφερόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, την παθητική νομιμοποίησή της, δεν εφάρμοσε ορθά τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 932 ΑΚ, 925 παρ. 2 ΚΠολΔ και 232Α ΠΚ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι με βάση το ως άνω παρατιθέμενο περιεχόμενο της αγωγής, αληθές υποτιθέμενο, η αναιρεσείουσα με την υπαίτια παράλειψη των προστηθέντων οργάνων της ευθύνεται κατά τις ανωτέρω διατάξεις σε αποζημίωση του ενάγοντος. Επομένως, νομιμοποιείται παθητικά, αφού κατά τα προαναφερόμενα για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης. Αν όμως αποδειχθεί η αναλήθεια του ισχυρισμού αυτού, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 925 παρ. 2 και 946 ΚΠολΔ, 914 και 932 Ακ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 232Α του Π Κ, διότι εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν έγινε επίδοση επιταγής προς εκτέλεση σε αυτή, κάτω από αντίγραφο της 5554/2013 απόφασης του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, παρά μόνο στην αρχική εργοδότρια του ενάγοντος, εσφαλμένα κρίθηκε ότι βάσει του εκτελεστού τίτλου που επιδόθηκε στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος στις 31-5-2013, πριν δηλαδή αποκτήσει η αναιρεσείουσα την ιδιότητα της καθολικής διαδόχου αυτής, χωρίς να γίνει επίδοση νέας επιταγής προς εκτέλεση σ' αυτή, υφίσταται υποχρέωσή της σε συμμόρφωση προς το διατακτικό της ως άνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και κατά συνέπεια αδικοπρακτική συμπεριφορά, επιστηρίζουσα αξίωση προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ. Ο λόγος αυτός, εν όψει των προεκτεθέντων στη μείζονα σκέψη, είναι παραδεκτός και βάσιμος διότι η αναιρεσείουσα κατέστη καθολική διάδοχος της αρχικής εργοδότριας μετά την έκδοση της απόφασης που επέβαλε τις ποινές και την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση και επομένως όφειλε ο ενάγων να επιδώσει σ' αυτή νέα επιταγή προς εκτέλεση, καθόσον δεν μπορεί να αναπληρωθεί το κρίσιμο στοιχείο της επιδόσεως της απόφασης από την τυχόν από αλλού γνώση του περιεχομένου της, αλλά απαιτείται επίσημη γνώση του περιεχομένου της απόφασης, που πραγματώνεται μόνο με την κατ' άρθρο 924 ΚΠολΔ επίδοσή της με επιταγή προς εκτέλεση.

Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσία την από 27 -10-2014 αγωγή και απέρριψε την από 16-5-2016 έφεση της εναγομένης- αναιρεσείουσας κατά το μέρος αυτό. Σημειώνεται εδώ ότι, κατόπιν των ανωτέρω παρέλκει η έρευνα του τρίτου αναιρετικού λόγου, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και προς την παράγραφο 4του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι " οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι όταν, μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.

Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην κρινόμενη υπόθεση δεν υπάρχει. Περαιτέρω, στην προκείμενη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως της αναιρεσείουσας. Στο Εφετείο είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση κατά το μέρος της που είχε γίνει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος εκεί εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου από το Μονομελές Πρωτοδικείο και η εκκαλούσα επιδίωκε την απόρριψή της κατά το μέρος ως προς το οποίο είχε γίνει δεκτή.

Το Εφετείο είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το υπό στοιχείο Α αίτημά της (το υπό στοιχείο Β αίτημα είχε κριθεί μη νόμιμο από το πρωτοδικείο) και στη συνέχεια έκρινε ορισμένη, νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη εν μέρει την αγωγή κατά το Γ αίτημά της (χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), κρίση η οποία σύμφωνα με τις προηγούμενες σκέψεις, δεν ήταν ορθή.

Κατά συνέπεια, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και μετά την αναίρεση της απόφασης, πρέπει η από 16-5-2016 έφεση της εναγομένης να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσία, κατά παραδοχή του λόγου που αναφέρεται στη νομική βασιμότητα της αγωγής, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το μέρος που δέχθηκε τη νομική βασιμότητα της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και ως προς τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων.

Μετά ταύτα πρέπει να ερευνηθεί η αγωγή και να απορριφθεί αυτή στο σύνολο της ως μη νόμιμη και να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερου βαθμού και της παρούσας δίκης λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179εδ. Β β ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2502/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στην απόρριψη της από 16-5-2016 εφέσεως και στα δικαστικά έξοδα.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 16-5-2016 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της 903/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Δέχεται την ως άνω έφεση.

Εξαφανίζει την 903/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και ως προς τη διάταξη περί δικαστικών εξόδων.

Δικάζει επί της αγωγής κατά τούτο.

Απορρίπτει την από 27-10-2014 αγωγή. Και Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερου βαθμού, καθώς και της παρούσας δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ