1298/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 467/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 147/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-12-2019 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1298/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Και στις δύο όμως πιο πάνω περιπτώσεις, για να κριθεί ένα πρόσωπο ανίκανο για τη σύνταξη διαθήκης, απαιτούνται δύο επιπλέον προϋποθέσεις: 1) η παρεμπόδιση του ελευθέρου προσδιορισμού της βούλησης του διαθέτη εξαιτίας της διαταραχής και 2) η αποφασιστική επιρροή της βούλησης του, δηλαδή η σημαντική μείωση της ικανότητας αντικειμενικού ελέγχου της πραγματικότητας από το διαθέτη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1298 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1298/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παρασκευή Καλαϊτζή, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ζ. Π. του Η., κατοίκου … η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Μιντζιά, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Μ. του Α., 2) Α. Μ. του Π., κατοίκων Πατρών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παρασκευόπουλο - Κόλλια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 467/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 147/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-12-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 147/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 464/2017 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και, αφού εξαφανίσθηκε η απόφαση αυτή, απορρίφθηκε αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας δημόσιας διαθήκης λόγω έλλειψης συνείδησης των πράξεων του διαθέτη και ψυχικών και νοητικών διαταραχών τούτου που περιόριζαν τη λειτουργία της βούλησής του κατά το χρόνο συντάξεώς της, η οποία είχε γίνει δεκτή με την παραπάνω απόφαση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, η διαθήκη, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 αρ.3 του ίδιου Κώδικα, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίηση της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική η διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους.
Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή, στην οποία υπάγονται οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως είναι η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, η παράνοια και οι οργανοψυχικές παθήσεις, που οφείλονται σε παθολογοανατομίες αλλοιώσεις του εγκεφάλου ή άλλες εγκεφαλικές διαταραχές, όπως είναι οι ψυχώσεις της γεροντικής ηλικίας.
Και στις δύο όμως πιο πάνω περιπτώσεις, για να κριθεί ένα πρόσωπο ανίκανο για τη σύνταξη διαθήκης, απαιτούνται δύο επιπλέον προϋποθέσεις: 1) η παρεμπόδιση του ελευθέρου προσδιορισμού της βούλησης του διαθέτη εξαιτίας της διαταραχής και 2) η αποφασιστική επιρροή της βούλησης του, δηλαδή η σημαντική μείωση της ικανότητας αντικειμενικού ελέγχου της πραγματικότητας από το διαθέτη.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 131 παρ.1 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 16 ν.2447/1996, σύμφωνα με την οποία "η δήλωση βουλήσεως είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του", προκύπτει, ότι η προαναφερόμενη ακυρότητα υφίσταται και σε κάθε δήλωση βουλήσεως που πραγματοποιήθηκε υπό το κράτος των ανωτέρω καταστάσεων.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 10/2011). Ακολούθως , διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ.), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΟλΑΠ 8/2005).
Με τον αριθ. 1 β του ως άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όταν δηλαδή το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι, όμως και όταν έγινε χρήση των διδαγμάτων κατά την εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων της ουσίας, όταν δηλαδή το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι, όμως και όταν έγινε χρήση των διδαγμάτων κατά την εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων.
Επί πλέον κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση με την ως άνω 137/2019 απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Η. Π. του Π. και Ε. , κάτοικος εν ζωή …, απεβίωσε την 13.11.2015 στο Νοσοκομειακό Ίδρυμα Γηροκομείο "ΝΕΦΕΛΗ" στην Αθήνα. Ο άνω κατά τον χρόνο του θανάτου του είχε πλησιέστερο συγγενή του την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη κόρη του Ζ.
Π.. Την 23.5.2016 με το υπ'αριθμ. … ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ του Ειρηνοδικείου Πάτρας δημοσιεύθηκε η υπ'αριθμ. …/….1.2008 Δημόσια Διαθήκη του άνω αποβιώσαντος που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πατρών Ελένης Λαλαγιάννη του Παναγιώτη συζύγου Παναγιώτη Σαλόνι κίδη παρουσία και των μαρτύρων Δ.
Κ. του Γ. και Λ. , Κ. Ζ. του Σ. και Β. και Χ. Α. του Γ. και Π.. Με την άνω Δημόσια Διαθήκη ο άνω αποβιώσας δήλωσε τα εξής: Αφήνω την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου, πολυκατοικίας που βρίσκεται στην Πάτρα και επί της οδού ... που μου ανήκει στον Α. Μ. του Π. και της Σ. και την επικαρπία αυτού στον πατέρα του και ανεψιό μου Π.
Μ. του Α. και της Ε.. Ήτοι με την ως άνω Δημόσια Διαθήκη ο αποβιώσας Η. Π. κατέλιπε στους εναγομένους στον μεν πρώτο εξ αυτών την επικαρπία στον δε δεύτερο εξ αυτών την ψιλή κυριότητα του άνω αναφερομένου διαμερίσματος. Όμως δεν αποδεικνύεται ότι κατά τον χρόνο σύνταξης της άνω Δημόσιας Διαθήκης υφίσταντο παρεμπόδιση του ελευθέρου προσδιορισμού της βούλησης του άνω διαθέτη αποβιώσαντος εξαιτίας διαταραχής και αποφασιστική επιρροή της βούλησής του, δηλαδή σημαντική μείωση της ικανότητας αντικειμενικού ελέγχου της πραγματικότητας από τον διαθέτη.
Ο άνω αποβιώσας διαθέτης κατά τον χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης ζούσε μόνος του στην Πάτρα και μάλιστα κατοικούσε στο άνω διαμέρισμα, φρόντιζε τον εαυτό του χωρίς την βοήθεια κάποιου προσώπου. Ο ίδιος διαχειριζόταν την περιουσία του και τα οικονομικά του θέματα, πήγαινε στις τράπεζες , εισέπραττε τη σύνταξή του, μάλιστα την 1η Αυγούστου 2007 ήτοι λίγους μήνες πριν από την σύνταξη της επίδικης διαθήκης ο άνω αποβιώσας υπέγραψε μισθωτήριο συμφωνητικό με το οποίο ενοικίασε βοσκοτόπια του στον κτηνοτρόφο Ι.
Τ.. Τα ανωτέρω δεν μπορούν να αναιρεθούν από τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα έγγραφα ήτοι την υπ'αριθμό. …/….12.2008 Ιατρική Βεβαίωση του ΙΚΑ, ούτε από τις υπ'αριθμ. πρωτ. …/….1.2019 και …/….11.2009 Γνωματεύσεις της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, που εκδόθηκαν οι δύο τελευταίες για χρήση στην εφορία μετά από αίτηση του ίδιου του αποβιώσαντος και αναφέρουν ότι πάσχει από νόσο Αλτσχάιμερ, ή τύπου Αλτσάιμερ χωρίς να αναφέρουν το στάδιο της νόσου δεδομένου ότι η συγκεκριμένη νόσος είναι εξελικτική και δεν παρουσιάζει σε κάθε επίπεδο της τα ίδια συμπτώματα μη αποδεικνυομένου του γεγονότος της ενάρξεώς της από το έτος 2004, μη υπάρχοντος ιατρικού πιστοποιητικού κοντινού χρόνου του έτους αυτού , αντίθετα αποδεικνύεται όπως προαναφέρθηκε ότι ο αποβιώσας ζούσε μόνος του με πλήρη ευθύνη του εαυτού του.
Προς επίρρωση των ανωτέρω πρέπει να αναφερθεί ότι ο αποβιώσας τέθηκε σε δικαστική συμπαράσταση μόλις το έτος 2012 με την υπ'αριθμ. 850/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, ύστερα από την με αριθμό καταθέσεως 356/31.1.2012 αίτηση της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης ήτοι αίτησης του 2012, ενώ προχωρημένη εξέλιξη της νόσου προκύπτει το έτος 2011 ήτοι τρία έτη από τη σύνταξη της διαθήκης (βλ.
το υπ'αριθμ. πρωτ. …/...10.2011 Πιστοποιητικό του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών και το υπ'αριθμ.πρωτ. …/….12.2016 Πιστοποιητικό επίσης του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών). Μάλιστα ο μάρτυρας Σ. Π. του Κ., μάρτυρας ο οποίος είχε στενές σχέσεις με τον αποβιώσαντα, στην υπ'αριθμ. …/….12.2016 ένορκη βεβαίωσή του καταθέτει σαφώς "Στον χρόνο που έφτιαξε την διαθήκη του δεν άφηνε καμία αμφιβολία ότι υστερούσε σε νοημοσύνη, γιατί εκτός από τις άλλες προσωπικές μου επαφές με αυτόν και δραστηριότητές του, συμβούλευε εμένα, που ήμουν πρόεδρος της τοπικής κοινότητας ...
από το έτος 2002 μέχρι το τέλος του έτους 2010, για διάφορα θέματα του χωριού. Έχω ακόμη να καταθέσω ότι ο ίδιος νοίκιαζε και εισέπραττε ενοίκια, από το νοίκιασμα ακινήτου του σε εταιρίες κινητής τηλεφωνίας, καθώς και από αγροτικά ακίνητά του σε κτηνοτρόφους του χωριού. Ο ίδιος διαχειριζόταν και τα άλλα οικονομικά του δηλαδή τα χρήματα και τις συντάξεις του που αναλάμβανε από την τράπεζα.
Από το έτος 2010 και μετά κατάλαβα, ότι δεν λειτουργούσε όπως τον ήξερα, όμως καταλάβαινε τι έκανε και αυτό το καταθέτω διότι το έτος 2009 πηγαίναμε στην … μαζί να κλαδέψουμε τα αμπέλια και δεν είχα καταλάβει μέχρι τότε ότι υστερούσε σε κάτι, αφού έμενε μόνος του και μόνος του φρόντιζε τον εαυτό του για φαγητό, πλύσιμο κλπ.
Από όσα εγώ έχω υπόψη μου από δική μου αντίληψη, καταθέτω ότι ο Η. Π. ήξερε τι έκανε αφήνοντας το διαμέρισμά του μετά τον θάνατο του στον βαφτισιμιό του και έχω τη γνώμη ότι δεν έβλαψε την κόρη του, στην οποία από όσα μου είχε πεί ο ίδιος ο πατέρας της, της είχε δώσει και αφήσει σημαντική περιουσία..." Με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλείται, συλλήβδην, παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 1, 8, 9, 10, 11, 12,17,19 και 20 ΚΠολΔ.
Κατά το μέρος τούτων που αφορά στους αριθμούς 1 παρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη 147/2019 απόφαση ότι με το να δεχθεί ότι η επίδικη διαθήκη δεν είναι άκυρη, με την αιτιολογία ότι κατά το χρόνο σύνταξής της ο διαθέτης δεν ήταν ανίκανος προς σύνταξή της σύμφωνα με το άρθρο 1729 παρ. 3 ΑΚ υπέπεσε τόσο στην κατ' άρθρο 559 αρ. 1, 1 β πλημμέλεια διότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1719, 1724, 1730, 1732 και 1733 ΑΚ και τα διδάγματα κοινής πείρας όσο και στην κατ' άρθρο 559 αρ. 19 πλημμέλεια, διότι αυτή έχει αιτιολογίες αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα με τους λόγους αυτούς αναιρέσεως προβάλλεται ότι η ως άνω από 8.1.2008 δημόσια διαθήκη δεν αντικατοπτρίζει την βούληση του διαθέτη καθώς αυτός ήταν ανίκανος προς τούτο δεδομένου ότι από το έτος 2007 εμφάνιζε αγχωτική κατάθλιψη και γεροντική άνοια και λάμβανε "βαριά φαρμακευτική αγωγή, οπότε ήταν ανίκανος για οποιαδήποτε δικαιοπραξία και φυσικά και για τη σύνταξη δημόσιας διαθήκης..." , ότι "η εκ των προτέρων ύπαρξη δακτυλογραφημένου δισέλιδου κειμένου της, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποδεικνύει ότι για τη διαθήκη αυτή είχε γίνει προσυνεννόηση και είχε διατυπωθεί από άλλα πρόσωπα η δήθεν θέληση του διαθέτη...", ότι οι δύο υπογραφές του διαθέτη απέχοντας "κλάσματα του δευτερολέπτου" η μία από την άλλη εμφανίζουν διαφορές μεταξύ τους καθόσον στην πρώτη ο διαθέτης φαίνεται να υπογράφει με σταθερότητα και ταχύτητα σχηματίζοντας κανονικά και τις δυο κάθετες γραμμές του γράμματος "ΠΙ" του επωνύμου του, ενώ η υπογραφή του στο δεύτερο φύλλο δεν έχει σταθερότητα ούτε κανονικότητα, αλλά καταλαμβάνει ασυνήθιστα μεγάλο χώρο, ωσάν ο διαθέτης να κατέρρεε, χάνοντας το ρυθμό και την προσοχή του .
Ακολούθως η αναιρεσείουσα προβαίνει σε σχολιασμό των ενόρκων καταθέσεων της παριστάμενης ως μάρτυρα κατά τη διαδικασία σύνταξης της δημόσιας διαθήκης, Κ. Ζ., και του Σ. Π., τις οποίες θεωρεί αναξιόπιστες, αλληλοαναιρούμενες, αλληλοδιαψευδόμενες και ερχόμενες σε αντίθεση με το κείμενο της επίδικης διαθήκης, με τον ισχυρισμό ότι ενώ αυτοί κατέθεσαν ότι ο διαθέτης ήθελε να αφήσει το διαμέρισμά του στην οδό ...
στο βαφτιστήρι του Α. Μ., δηλαδή σε ένα μόνο πρόσωπο, με την διαθήκη αυτή τιμήθηκαν δύο πρόσωπα, αφού ο διαθέτης κατέλειπε την ψιλή κυριότητα του ως άνω ακινήτου στον προαναφερόμενο Α. Μ. και την επικαρπία στον πατέρα τούτου και ανεψιό του ίδιου, Π. Μ., γεγονός το οποίο κατά την αναιρεσείουσα έρχεται σε αντίθεση με τα διδάγματα κοινής πείρας.
Παράλληλα αναφέρει η αναιρεσείουσα ότι και οι αναιρεσίβλητοι στην ένδικη έφεσή τους κατά τον σχολιασμό των ιατρικών εγγράφων που είχε επικαλεσθεί η ίδια στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο "ομολογούν" την ύπαρξή τους, με ιδιαίτερη αναφορά σ'εκείνα που είναι πλησιέστερα στον επίδικο χρόνο σύνταξης της δημόσιας διαθήκης (8.1.2008), όπως είναι οι εγγραφές στο ασφαλιστικό βιβλιάριο του διαθέτη για χορήγηση αντικαταθλιπτικών και αντιψυχωτικών φαρμάκων στις 5.7.2007 , η διάγνωση αγχώδους κατάθλιψης στις 15.2.2007 , τη διάγνωση διαταραχών μνήμης τύπου Alzheimer στις 14.2.2008, τη διάγνωση ανοϊκού συνδρόμου στις 19.2.2008, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη αφενός μεν τα παραπάνω αλλά και όλες τις ιατρικές γνωματεύσεις και ιατρικά έγγραφα που η ίδια προσκόμισε και επικαλέσθηκε, τα οποία περιλαμβάνει αυτούσια στο αναιρετήριο προβαίνοντας σε σχολιασμό τους, αφετέρου δε τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της τις οποίες επίσης περιλαμβάνει αυτούσιες στο αναιρετήριο, καταλήγοντας σε συμπέρασμα ότι τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα "αποδεικνύουν" ότι ήδη από το έτος 2007, ο πατέρας της "εμφάνιζε αγχωτική κατάθλιψη και γεροντική άνοια και ελάμβανε βαριά φαρμακευτική αγωγή, οπότε ήταν ανίκανος για οποιαδήποτε δικαιοπραξία και φυσικά για τη σύνταξη δημόσιας διαθήκης".
Πλην όμως η προσβαλλομένη απόφαση που έκρινε, κατά τα όσα εκτέθηκαν, ότι δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο σύνταξης της επίδικης Δημόσιας Διαθήκης υφίστατο παρεμπόδιση του ελευθέρου προσδιορισμού της βούλησης του άνω διαθέτη-αποβιώσαντος εξαιτίας διαταραχής και αποφασιστική επιρροή της βούλησης του, δηλαδή σημαντική μείωση της ικανότητας αντικειμενικού ελέγχου της πραγματικότητας από τον διαθέτη, δεν παραβίασε κάποια διάταξη ουσιαστικού δικαίου και δη τις διατάξεις των άρθρων 1719, 1724, 1730, 1732 και 1733 Α.Κ., ούτε υπέπεσε σε πλημμέλειες από την παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, ενώ δεν διέλαβε στο σκεπτικό της αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Οι σχετικοί δε λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι καθόσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. με τα επιχειρήματα και τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Το ίδιο ισχύει και για την επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας από την προσβαλλομένη απόφαση, δεδομένου ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα από την αναιρεσείουσα ως διδάγματα κοινής πείρας δεν έχουν τον χαρακτήρα αυτό, ούτε άλλωστε χρησιμοποιήθηκαν κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ'αυτόν πραγματικών περιστατικών, αλλά υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται αποκλειστικά η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο ουσία της υποθέσεως με το επιχείρημα ότι δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων κατά την εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων.
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997).
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Επί πλέον ο από τον αρ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως προσκομίσθηκαν με επίκληση για την απόδειξη ή ανταπόδειξη άμεση ή έμμεση ισχυρισμού λυσιτελούς, παραδεκτού και νόμιμου.
Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ., που αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμού" έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου.
Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός. Εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της απόφασης προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 13-14-15/2005) ότι λήφθηκαν υπόψη τα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους ίδιους ως άνω λόγους αναίρεσης αποδίδει πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης από τους αριθμούς 8 και 11 περ. γ' ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα τόσο πρωτοδίκως, όσο και με τις από 10.3.2019 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών προς απόδειξη των ουσιαστικών ισχυρισμών της περί ακυρότητας της επίδικης διαθήκης λόγω ανικανότητας του διαθέτη προς σύνταξή της :
α) το …/….12.2016 πιστοποιητικό του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών (Ρίου) και τη συνοδεύουσα αυτό από 15.12.2016 ιατρική έκθεση - γνωμάτευση του καθηγητή της Νευρολογικής Κλινικής του άνω νοσοκομείου Π. Η. Π., β) φωτοτυπικό αντίγραφο από το ασφαλιστικού βιβλιαρίου του διαθέτη, γ) την από 5.12.2008 ιατρική βεβαίωση του νευρολόγου ιατρού του ΙΚΑ Α.
Π. και την από 11.12.2008 ιατρική γνωμάτευση της ψυχιάτρου - ιατρού του ΙΚΑ -ΕΤΕΑΜ, Μ. Γ., δ) τις 147/19.1.2009 και 8132/16.11.2009 γνωματεύσεις της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν. Αχαίας, ε) το 9612/11.10.2011 πιστοποιητικό του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών (Ρίου), στ) την από 13.10.2011 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου ιατρού της τοπικής μονάδας ΙΚΑ-ΕΤΕΑΜ άνω πόλης Πατρών Α.
Π., ζ) την από 13.10.2011 ιατρική γνωμάτευση της ψυχιάτρου-ιατρού του ΙΚΑ-ΕΤΕΑΜ ,Μ. Γ., η) τις με αριθμούς …, …, …,… και …/...12.2016 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αγγελικής Σακκελάρη των μαρτύρων της αντίστοιχα Μ. Χ. Χ., ψυχιάτρου, Π. Η. Π., καθηγητή νευρολογίας Πανεπιστημίου Πατρών, Ν. Π. Α., συνταξιούχου ΙΚΑ, Α.
Π. Γ., σχολικής συμβούλου Πολιτικών και Νομικών Επιστημών και Μ. Κ. Γ., συνταξιούχου ΙΚΑ. Αιτιάται επίσης η αναιρεσείουσα ότι από τις ως άνω καταθέσεις των μαρτύρων της, οι οποίες δεν λήφθηκαν "παντάπασι" υπόψη από την προσβαλλομένη απόφαση, "προέκυπτε", ότι ο διαθέτης πατέρας της δεν είχε συνείδηση των πραττομένων, ούτε ικανότητα να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης του και τη σημασία και τις συνέπειες των επί μέρους διατάξεων αυτής, επί πλέον δε ότι αυτές έρχονται σε πλήρη αντίθετη με τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των εκκαλούντων - αναιρεσίβλητων, τις οποίες δέχθηκε ως αληθείς η προσβαλλομένη απόφαση, ενώ αυτές αλληλοαναιρούνται μεταξύ τους και διαψεύδονται από τα προαναφερόμενα ιατρικά έγγραφα και ιατρικές γνωματεύσεις.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης κατά το μέρος του που αφορούν στον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι με ειδική μνεία των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής, προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του τόσο τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις όσο και τα ως άνω έγγραφα που επίσης προσκόμισε και επικαλέσθηκε η ίδια.
Οι ίδιοι δε λόγοι κατά το σχετικό τους μέρος από τον αριθμό 8 είναι απαράδεκτοι διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αλλά αναφέρονται στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και στην αξιολόγησή τους από το δικαστήριο και σε επιχειρήματα και συμπεράσματα της αναιρεσείουσας από την εκτίμηση τούτων.
Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ, 12 ΚΠολΔ. εξαιτίας της παράβασης των ορισμών του νόμου, αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα απ' αυτά, τα οποία, κατά το νόμο, έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε σχέση με τα τελευταία (ΑΠ 519/2013).
Επομένως, ο λόγος αυτός δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο, σύμφωνα με το νόμο ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης (ΑΠ 278/2010). Άλλωστε ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1740/2012).
Ενόψει τούτων, ο λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχθηκε ως έχουσες μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε σ' αυτές την βαρύτητα που έχουν κατά τη δική της εκτίμηση, είναι αναιρετικά ανέλεγκτος, παρεκτός του ότι είναι και αβάσιμος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, ενώ τούτο δεν συνέβη, αφού τις συνεκτίμησε ελεύθερα μαζί με τα παραπάνω έγγραφα.
Ακολούθως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιον από τους λόγους αναίρεσης, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αόριστος και αυτεπάγγελτα, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά απαιτείται να προσδιορίζονται και τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαιτούνται, για να στοιχειοθετεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 748/2013).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή της δίκης αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί ερημοδικία.
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της απόφασης δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία αναφορικά με την αίτηση που φέρεται ότι αφέθηκε αδίκαστη, καθώς επίσης και το περιεχόμενο της αίτησης αυτής που υποβλήθηκε στο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, αν η εν λόγω αίτηση ήταν, ως ορισμένη και νόμιμη, ουσιώδης (ΑΠ 651/2009, 1516/1979).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, για την παραδοχή από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινών χωρίς απόδειξη, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πράγματα, ήτοι οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και τους οποίους ισχυρισμούς το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ως αληθινούς χωρίς απόδειξη (ΑΠ 778/2009), ενώ για να είναι ορισμένος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθώς και σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα των διατάξεων αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, επικαλείται, με τους ίδιους ανωτέρω λόγους αναίρεσης, κατά το λοιπό μέρος τους, πλην εκείνων που κρίθηκαν παραπάνω, και παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 9, αναφέροντας ότι το Δικαστήριο άφησε αδίκαστο το αίτημά της αναφορικά με το από 1.8.2007 μισθωτήριο συμφωνητικό βοσκοτόπων, και αριθ. 10 και 17 μόνο με την απλή αναφορά των παραπάνω αριθμών του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και την επανάληψη του κειμένου των σχετικών διατάξεων τούτων, χωρίς όμως να γίνεται επίκληση ή μνεία στο αναιρετήριο:
α) Αναφορικά με τον από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως ποιο ήταν το περιεχόμενο του φερόμενου ως αδίκαστου αιτήματός της σχετικά με το ως άνω μισθωτήριο συμφωνητικό, ώστε να κριθεί αν αυτό αποτελούσε ιδιαίτερο κεφάλαιο που οδηγεί σε εκκρεμοδικία, αφού, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, μόνο με την προϋπόθεση αυτή ιδρύεται ο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης και όχι για οποιαδήποτε αίτηση β) Αναφορικά με τον από το άρθρο 10 των πραγμάτων δηλαδή των αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και τους οποίους ισχυρισμούς το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ως αληθινούς χωρίς απόδειξη και γ) Αναφορικά με τον από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ.
λόγο αναιρέσεως χωρίς να καθορίζονται στο αναιρετήριο διατάξεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες να είναι αντιφατικές, καθώς και σε τι συνίσταται η, τυχόν, αντιφατικότητα των διατάξεων αυτών. Επομένως εφόσον δεν εκτίθενται στην αίτηση αναιρέσεως τα ανωτέρω, αναγκαία για τη θεμελίωση καθενός των παραπάνω προβαλλομένων λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά, οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας.
Τέλος ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 25/2011).
Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ.
εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε:
α) το περιεχόμενο του από 12.12.2008 εγγράφου και συγκεκριμένα της αίτησης του διαθέτη Η. Π. προς την Γραμματεία της Α.Υ.Ε. της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος , η οποία έγινε στο όνομά του με αίτημα να του χορηγηθεί γνωμάτευση ποσοστού αναπηρίας του προκειμένου να το χρησιμοποιήσει στην Εφορία γιατί δέχθηκε ότι αυτή έγινε από τον ίδιο τον διαθέτη, ενώ η συγκεκριμένη αίτηση υπογράφεται από την αναιρεσείουσα, β) του από 1.8.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης γιατί δέχθηκε ότι με αυτό ο διαθέτης μίσθωσε βοσκοτόπια του στον μισθωτή Ι.
Τ., ενώ τα σχετικά μισθωτήρια που "υπεγράφησαν πράγματι το καλοκαίρι 2007 αποτελούν μηχανικές ανανεώσεις μισθώσεων που υπήρχαν από το 1992..." και ότι μετά τις τυπικές αυτές ανανεώσεις των μισθώσεων η αναιρεσείουσα ζήτησε και έλαβε τα τηλέφωνα των μισθωτών για να επικοινωνεί μαζί τους για οποιοδήποτε ζήτημα επειδή ο πατέρας της "δεν ήταν σε θέση να συνεννοηθεί ούτε για απλά πράγματα.".
Σχετικά με τα προαναφερόμενα έγγραφα στις συγκεκριμένες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης αναφέρονται τα εξής: "Ο άνω διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης ζούσε μόνος του στην Πάτρα και μάλιστα κατοικούσε στο ως άνω διαμέρισμα, φρόντιζε τον εαυτό του χωρίς τη βοήθεια κάποιου προσώπου.
Ο ίδιος διαχειριζόταν την περιουσία του και τα οικονομικά του θέματα, πήγαινε στις τράπεζες, εισέπραττε τη σύνταξή του, μάλιστα την 1η Αυγούστου 2007 ήτοι λίγους μήνες πριν από την σύνταξη της επίδικης διαθήκης ο άνω αποβιώσας υπέγραψε μισθωτήριο συμφωνητικό με το οποίο ενοικίασε βοσκοτόπια του στον κτηνοτρόφο Ι.
Τ.. Τα ανωτέρω δεν μπορούν να αναιρεθούν από τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα έγγραφα ήτοι την υπ'αριθμ. πρωτ. …/...1.2019 και …/….11.2009 Γνωματεύσεις της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, που εκδόθηκαν οι δύο τελευταίες για χρήση στην εφορία μετά από αίτηση του ίδιου του αποβιώσαντος...".
Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, απαράδεκτος, γιατί δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" των ως άνω εγγράφων τα οποία ορθά αναγνώσθηκαν, αφού πράγματι το πρώτο αφορούσε αίτηση του διαθέτη για τη χορήγηση γνωμάτευσης προς χρήση στην Εφορία, ανεξάρτητα από το αν στη θέση της υπογραφής φέρεται να υπογράφεται από την αναιρεσείουσα, τα δε μισθωτήρια πράγματι υπογράφηκαν από το διαθέτη, γεγονός που αποδέχεται και η τελευταία.
Στην πραγματικότητα ο λόγος αυτός αναφέρεται σε λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό. Δηλαδή η επικαλούμενη αιτίαση αφορά σε παράπονο αναγόμενο στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου των εγγράφων , ενώ προσέτι ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος γιατί το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως ότι ο διαθέτης ήταν απόλυτα ικανός για τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά η κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά.
Ενόψει τούτων δεν υφίσταται παραμόρφωση εγγράφου και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Συνακόλουθα με τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 147/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττηθείσα διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) που υποβλήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους στο ακροατήριο του δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα πρακτικά τούτου, καθώς οι από 11-10-2020 προτάσεις τους κατατέθηκαν εκπροθέσμως στις 13-10-2020 και δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 εδάφ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.12.2019 αίτηση για αναίρεση της 147/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ