Legislator Case Law & Legislation
1298/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final court decision regarding tax claims arising from land expropriation.

Case Number 1298/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by anonymous companies against the final judgment of the Kerkira Court of Appeal. The State successfully argued that tax claims generated by the expropriation were already statute-barred and enforceable at the time of the initial lawsuit. The court upheld the lower court's finding that the tax liabilities originated from events occurring during the expropriation period, rendering the appellants' arguments inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible when the lower court's reasoning clearly establishes that the underlying claims were statute-barred at the time of the contested proceedings, thereby precluding the appellant's contention regarding the timing of the claim's generation.

Keywords

AI generated
appeal admissibility statute of limitations tax claims land expropriation code of civil procedure statute-barred claims final judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1298 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1298/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στους ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Β. Σ. του Σ., 3) Ν. Σ. του Β., 4) Σ. Σ. του Β., κατοίκων ..., 5) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσικρικά και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Ρουσσιά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1384/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 81/2015 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/9/2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 27-9-2016 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθ. 81/2015 τελεσίδικη απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 4-3-2014 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 1384/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή η ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας από 10-11-2007 αγωγή του αναιρεσίβλητου, Ελληνικού Δημοσίου, κατά των αναιρεσειόντων, με την οποία ζήτησε τη διάρρηξη των αναφερομένων σ' αυτή απαλλοτριώσεων, που έγιναν, κατά τα αναφερόμενα, από τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες προς τους λοιπούς, με σκοπό τη ματαίωση της ικανοποίησης απαίτησής του κατά της πρώτης αναιρεσείουσας ανωνύμου εταιρείας και του αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ευθυνομένου για τα χρέη προς αυτό, νομίμου εκπροσώπου αυτής, δευτέρου αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η νομική ανεπάρκεια των αναφερομένων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 963/2006).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, πρέπει να γίνεται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 939 έως 942 ΑΚ προκύπτει, ότι δικαιούται να ζητήσει τη διάρρηξη δικαιοπραξίας, με την οποία έγινε απαλλοτρίωση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη με πρόθεση βλάβης των δανειστών του, κάθε δανειστής, του οποίου η απαίτηση είναι, κατά το χρόνο που επιχειρήθηκε η απαλλοτρίωση, γεννημένη, με την έννοια, ότι έχουν συντελεστεί κατά το χρόνο αυτό τα παραγωγικά γεγονότα αυτής και είναι αδιάφορο, αν τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, αν έχει βεβαιωθεί δικαστικά και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, ή είναι ανεκκαθάριστη, αρκεί να έχει καταστεί ορισμένη, απαιτητή και ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής, υπό τις πρόσθετες προϋποθέσεις, ότι συντρέχει και αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία υφίσταται, όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίησή του δανειστή και ότι ο τρίτος, προς τον οποίο έγινε η απαλλοτρίωση γνώριζε την πρόθεση βλάβης του οφειλέτη (ΟλΑΠ 707/1974, 15/2012, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 928/2014).

Για το ορισμένο, επομένως, της σχετικής αγωγής απαιτείται να αναφέρονται στο δικόγραφό της τα ακόλουθα στοιχεία: α) η απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη, υπό την προαναφερόμενη έννοια, κατά το χρόνο, που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) η απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) η εκ μέρους του πρόθεση βλάβης των δανειστών του, δ) η αφερεγγυότητα του οφειλέτη, ομοίως υπό την προαναφερόμενη έννοια και ε) η γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση της πρόθεσης βλάβης του οφειλέτη.

Για τη γνώση του τρίτου, στην περίπτωση που στην απαλλοτριωτική δικαιοπραξία συμβάλλεται ως τρίτος ανώνυμη εταιρεία, αρκεί να αναφέρεται, ότι γνώριζε την καταδολιευτική πρόθεση του οφειλέτη ο νόμιμος εκπρόσωπός της ή τα υποκατάστατα αυτού πρόσωπα και τούτο, διότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 1 και 2, 22 του ν. 2190/1920, όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με το ν. 3604/2007, 65, 67, 68, 70 και 214 του ΑΚ, συνάγεται ότι το δικαίωμα της οργανικής εκπροσώπησης της ανώνυμης εταιρείας ανήκει στο διοικητικό συμβούλιό της, που ενεργεί είτε συλλογικώς είτε με υποκατάστατα πρόσωπα, μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή και τρίτα πρόσωπα, στα οποία, εφόσον το καταστατικό της εταιρείας το επιτρέπει, ανατίθεται, ολικά ή μερικά, η εκπροσώπηση της εταιρείας ή η διαχείριση της περιουσίας της και τα οποία, μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπα διαφορετικά από αυτή, εκφράζουν πρωτογενώς τη βούληση της, ως όργανα της διοίκησής της, αντλώντας την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό (ΑΠ 148/2013, ΑΠ 1363/2011) και από το πρόσωπο αυτών κρίνεται η γνώση της πρόθεσης βλάβης του οφειλέτου, κατά την απαλλοτρίωση, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 214 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της από 10-11-2007 αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου, Ελληνικού Δημοσίου, προκύπτει ότι αυτό εξέθετε ότι έχει κατά των δύο πρώτων εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων), από τους οποίους ο δεύτερος από αυτούς, ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της πρώτης, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με αυτή για τα χρέη προς αυτό, απαιτήσεις, συνολικού ποσού 332.930,48€, από φόρο εισοδήματος, ΦΠΑ και πρόστιμα ΚΒΣ, ότι η πρώτη εναγομένη, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής, δεύτερο εναγόμενο, μεταβίβασε, λόγω πώλησης, την 1-9-2003 και την 25-9-2003 με τα υπ' αριθ. .....2/2003 και ....1/2003 συμβόλαια της συμβολαιογράφου, Μ.

Κ.-Σ., που μεταγράφηκαν νομίμως, τα σ' αυτή περιγραφόμενα, μοναδικά εμφανή περιουσιακά της στοιχεία, ήτοι αγροτεμάχια, αξίας 5.000,00€ και 50.000,00€, αντιστοίχως, προς την πέμπτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα) νομίμως εκπροσωπούμενη από τον τέταρτο από τους εναγομένους (ήδη αναιρεσείοντα), διευθύνοντα σύμβουλο αυτής, ότι περαιτέρω ο δεύτερος εναγόμενος στις 5-12-2003 μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, με το υπ' αριθ. ....82/2003 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, το ομοίως σ' αυτή περιγραφόμενο, μοναδικό εμφανές περιουσιακό του στοιχείο, ήτοι οικόπεδο μετά της επ' αυτού μονόροφης οικοδομής με ισόγειο, αξίας 116.162,36€, προς τα τέκνα του, τρίτο και τέταρτο εναγομένους (ήδη αναιρεσείοντες), ότι τόσο η πρώτη εναγομένη, νομίμως εκπροσωπούμενη από το δεύτερο από αυτούς, όσο και αυτός ατομικά προέβησαν στις άνω απαλλοτριώσεις, με πρόθεση ματαίωσης της ικανοποίησης των εν λόγω απαιτήσεών του, οι οποίες ήταν γεννημένες πριν από το χρόνο που έγιναν οι μεταβιβάσεις, αλλά βεβαιώθηκαν ταμειακά αργότερα και οπωσδήποτε πριν από την άσκηση της αγωγής και γνώριζαν αυτοί και ότι οι τρίτος και τέταρτος από τους εναγομένους υπέρ των οποίων έγινε η απαλλοτρίωση του ακινήτου του δευτέρου εναγομένου, λόγω γονικής παροχής, αλλά και ο τέταρτος, που ενήργησε στην, λόγω πώλησης, απαλλοτρίωση των ακινήτων της πρώτης εναγομένης υπέρ της πέμπτης εναγομένης, ανώνυμης εταιρείας, ως διευθύνων σύμβουλος αυτής, γνώριζαν την άνω πρόθεση βλάβης του εκ μέρους των οφειλετών, λόγω της στενής συγγενικής σχέσης τους, αλλά και λόγω της επαγγελματικής συνεργασίας αυτών με την πρώτη εναγομένη, καθόσον απασχολούντο σ' αυτή και ζήτησε για τους λόγους αυτούς τη διάρρηξη των άνω απαλλοτριώσεων.

Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή ήταν ορισμένη, εφόσον περιείχε όλα τα απαιτούμενα για την νομική θεμελίωσή της στις προαναφερόμενες διατάξεις, στοιχεία και τα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα, σε σχέση με τη γνώση της καταδολιευτικής πρόθεσης των οφειλετών υπό του τέταρτου εναγομένου, κατά το μέρος που ενήργησε στην απαλλοτρίωση των ακινήτων της πρώτης εναγομένης υπέρ της πέμπτης εναγομένης, ανώνυμης εταιρείας, ως διευθύνων σύμβουλος της τελευταίας, ήτοι ως υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αυτής, γεγονός που δεν αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες.

Δεν ήταν δε αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής η αναφορά, ότι τέτοια γνώση είχε και η πέμπτη εναγομένη, καθόσον το προαναφερόμενο φυσικό πρόσωπο, με την ιδιότητα την οποία συμβλήθηκε, δεν ήταν απέναντι στην εταιρεία διαφορετικό πρόσωπο, αλλά εξέφρασε πρωτογενώς τη βούληση αυτής, ως όργανο της διοίκησής της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό και από το πρόσωπο αυτού κρίνεται η γνώση του άνω περιστατικού.

Κατ' ακολουθίαν, το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αγωγή δεν έπασχε από νομική αοριστία, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και δη τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος, από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, ότι το Εφετείο απέρριψε τον προβληθέντα πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης επαναφερόμενο ισχυρισμό τους περί αοριστίας της αγωγής, για το λόγο ότι στο δικόγραφο της δεν εκτίθενται στοιχεία γνώσης εκ μέρους της πέμπτης εναγομένης της καταδολιευτικής πρόθεσης της πρώτης και σε κάθε περίπτωση δεν προσδιορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τη γνώση αυτή, είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο δε συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του λόγου αυτού αναίρεσης, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά και δεν νοούνται οι ελλείψεις ή οι αντιφάσεις σχετικές με την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και με τη νομική ή επί των αποδείξεων επιχειρηματολογία των διαδίκων ή τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, με τα οποία δικαιολογεί, γιατί πείθεται ή δεν πείθεται περί της συνδρομής των κρισίμων περιστατικών (ΑΠ 1350/2017, ΑΠ 1266/2011, ΑΠ 1703/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, σε σχέση με τις αιτιάσεις, που προβάλλονται με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με το υπ' αρ. ....42/17-12-1998 συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Α.

Β., ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος των εναγομένων και η Γ. Σ. (σύζυγος του πρώτου και μητέρα των λοιπών) συνέστησαν την πρώτη των εναγομένων ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ", η οποία είχε ως σκοπό την εκμετάλλευση πλυντηρίων και καθαριστηρίων ειδών ιματισμού, λευκών ειδών και παρεμφερών ειδών, την ίδρυση και εκμετάλλευση μονάδας επεξεργασίας και παραγωγής πλαστικών υλών, την αγορά ή ενοικίαση ελικοπτέρου και εκμετάλλευση του για παροχή υπηρεσιών και έδρα τους ....

Το μετοχικό κεφάλαιο της ανωτέρω εταιρίας ορίστηκε σε 200.500.000 δρχ. και κατανεμήθηκε σε 20.050 μετοχές, από τις οποίες ο δεύτερος των εναγομένων έλαβε 19.047 μετοχές, ο τρίτος και ο τέταρτος των εναγομένων 401 μετοχές έκαστος και η Γ. Σ. 201 μετοχές. Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης των εναγομένων ορίστηκε ο δεύτερος των εναγομένων.

Κατόπιν της υπ' αρ. ....47/26-5-2003 εντολής ελέγχου του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης ..... του ΣΔΟΕ διενεργήθηκε στις 27-5-2003 από υπαλλήλους της ως άνω υπηρεσίας έλεγχος στα στοιχεία της ως άνω επιχείρησης της πρώτης των εναγομένων, για τις διαχειριστικές περιόδους των ετών 1999 έως και 2002, ο οποίος διαπίστωσε ότι η πρώτη εναγομένη είχε λάβει και καταχωρήσει στα βιβλία της εικονικά και πλαστά φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια πωλήσεως και παροχής υπηρεσιών και δελτία αποστολής), και για το λόγο αυτό οι ανωτέρω υπάλληλοι προέβησαν σε κατάσχεση των βιβλίων της πρώτης εναγομένης και των εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων, τα οποία αφορούσαν τις ως άνω διαχειριστικές περιόδους.

Συγκεκριμένα η πρώτη εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της, προέδρου του διοικητικού της συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της, δευτέρου εναγομένου αποδέχθηκε και καταχώρησε στα βιβλία της τα παρακάτω εικονικά και πλαστά τιμολόγια πωλήσεως και παροχής υπηρεσιών:

α) τη διαχειριστική περίοδο του έτους 1999 τα υπ' αρ. ....7/30-11- 1999 και ..../20-11-1999, αξίας, χωρίς ΦΠΑ, 7.000.000 και 18.900.000 δρχ., αντίστοιχα και συνολικής αξίας 25.900.000 δρχ. ή 76.008,80 ευρώ,

β) τη διαχειριστική περίοδο του έτους 2000 τα υπ' αρ. ....34/15-10-2000, .....37/18-10-2000, ....07/12-10-2000, ....19/23-10-2000 και ..../8-7-2000, αξίας, χωρίς ΦΠΑ, 2.700.000, 2.720.000, 1.500.000, 3.225.000, 5.000.000 δρχ., αντίστοιχα και συνολικής αξίας 15.145.000 δρχ. ή 44.446,08 ευρώ,

γ) τη διαχειριστική περίοδο του έτους 2001 τα υπ' αρ. ...2/20-1-2001, ....4/14-8-2001, ....3/17-9-2001, ....4/24-9-2001, ....6/27-9-2001, ....9/13-2-2001 και ....8/29-10-2001, αξίας, χωρίς ΦΠΑ, 4.900.000, 16.750.000, 5.805.450, 5.295.000, 7.925.000, 2.250.000, 8.353.060 δρχ., αντίστοιχα και συνολικής αξίας 51.278.510 δρχ. ή 150.487,19 ευρώ και

δ) τη διαχειριστική περίοδο του έτους 2001 (προφανώς εννοεί 2002) τα υπ' αρ. ....02/24-11-2002, .....3/27-11-2002, ....6/2-12-2002, ....08/3-12-2002, ...10/5-12-2001, ....12/9-12-2002, ...14/1-12-2002, ....7/19-12-2002, ....19/27-12-2002 και ...36/19-9-2002, αξίας, χωρίς ΦΠΑ, 8.500, 6.420, 7.200, 8.200, 7.130, 10.740, 11.730, 11.900, 11.100 και 11.729,50 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικής αξίας 94.649,50 ευρώ. Τα ως άνω φορολογικά στοιχεία ήσαν εικονικά καθώς εκδόθηκαν από ανύπαρκτες επιχειρήσεις, οι οποίες δεν είχαν ποτέ επαγγελματική εγκατάσταση και άρα από την έδρα τους δεν πραγματοποίησαν ποτέ συναλλαγές, καθώς και από φυσικά πρόσωπα, τα οποία ήταν παντελώς αμέτοχα με τις συγκεκριμένες συναλλαγές.

Επίσης τα ως άνω στοιχεία ήσαν και πλαστά, καθόσον δεν είχε καταχωρηθεί στα βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής η σχετική πράξη θεώρησης. Ο δεύτερος εναγόμενος, ενώ γνώριζε ότι τα ως άνω φορολογικά στοιχεία εκδόθηκαν για ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα των ετών 1999-2002, αποδέχθηκε αυτά, με την ως άνω ιδιότητα του προέδρου του Δ.Σ.

και διευθύνοντος συμβούλου της πρώτης εναγομένης και καταχώρησε στα βιβλία της τελευταίας. Επίσης, κατά τον ως άνω έλεγχο διαπιστώθηκε ότι η πρώτη εναγομένη για τη χρήση του έτους 1999 δεν είχε τηρήσει το γενικό ημερολόγιο από 5-11-1999 έως 31-12-1999, και για τις χρήσεις των ετών 2000 και 2001 εκτύπωσε εκπρόθεσμα όλες τις οικονομικές πράξεις, που πραγματοποίησε κατά το διάστημα από 1-1-2000 έως 31-12-2000 και από 1-1-2001 έως 28-2-2001.

Για τις παραπάνω παραβάσεις εκδόθηκαν από την αρμόδια υπηρεσία οι υπ' αρ. 109, 110, 111 και 112/2004 αποφάσεις επιβολής προστίμου, κατά των οποίων η πρώτη εναγομένη άσκησε προσφυγές. Στη συνέχεια η πρώτη εναγομένη παραιτήθηκε από τις ανωτέρω προσφυγές και υπέβαλε με βάση Ν.3259/2004 αίτηση περαίωσης των ως άνω υποθέσεων, που αφορούσαν τις διαχειριστικές χρήσεις των ετών 1999 έως 2002 (οικονομικά έτη 2000 έως 2003).

Με βάση τις διατάξεις του ως άνω νόμου ο φόρος εισοδήματος (περαίωσης) προσδιορίστηκε στο ποσό των 99.403,64 ευρώ, ο ΦΠΑ (περαίωσης) στο ποσό των 78.967,89 ευρώ και τα πρόστιμα του ΚΒΣ περιορίστηκαν στο ποσό των 183.670 ευρώ. Η πρώτη εναγομένη, δια του νομίμου εκπροσώπου της δευτέρου των εναγομένων, προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της, αποδέχθηκε την ως άνω περαίωση και κατέβαλε όπως ήταν υποχρεωμένη το 10% των ανωτέρω ποσών.

Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται ιδίως από την από 21-1-2004 έκθεση ελέγχου της Περιφερειακής Διεύθυνσης ... του ΣΔΟΕ, το υπ' αρ. ...44/1/8-2-2005 εκκαθαριστικό σημείωμα περαίωσης της ΔΟΥ ... με την κάτω από αυτό υπ' αρ. ...44/1/13-7-2005 πράξη αποδοχής και την από 18-5-2007 έκθεση τακτικού ελέγχου φορολογίας εισοδήματος της ΔΟΥ .... Η τελευταία βεβαίωσε ταμειακά στις 13-7-2005 το ποσό των 71.071, 20 ευρώ για τον ως άνω ΦΠΑ περαίωσης και το ποσό των 89.462,70 ευρώ για τον ως άνω φόρο εισοδήματος περαίωσης (αριθμός ταμειακής βεβαίωσης 3818 και 3819/13-7-2005 αντίστοιχα).

Επίσης στις 28-7-2005 η ως άνω ΔΟΥ ... βεβαίωσε ταμειακά για τα ως άνω πρόστιμα Κ.Β.Σ. τα ποσά των 34.600, 20.199, 67.917 και 42.592 ευρώ (αριθμός ταμειακής βεβαίωσης ....20, ....21, ....23 και ....24/28-7-2005, αντίστοιχα). Επομένως τα χρέη της πρώτης εναγομένης προς το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, από τις ως άνω αιτίες και τα οποία αφορούσαν τις διαχειριστικές χρήσεις των ετών 1999 έως 2002, (οικονομικά έτη 2000 έως 2003) ανέρχονταν κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης υπ' αρ.

εκθ. κατ. 449/16-11-2007 αγωγής στο συνολικό ποσό των 325.841,90 ευρώ, πλέον των προσαυξήσεων συνολικού ποσού 7.088,58 ευρώ. Ο δεύτερος των εναγομένων ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης και διευθύνων σύμβουλος αυτής, καθόλο το ένδικο χρονικό διάστημα (έτη 1999-2003) ευθύνεται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τα ως άνω χρέη της πρώτης εναγομένης προς το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 115 του Ν. 2238/1994.

Περαιτέρω στις 16-7-2003, δηλαδή λίγο μετά τη διενέργεια του ως άνω ελέγχου από το ΣΔΟΕ στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, οι μέτοχοι της τελευταίας, ήτοι ο τρίτος και ο τέταρτος των εναγομένων, καθώς και ο Α. Σ., αδελφός του δευτέρου των εναγομένων και θείος των τρίτου και τετάρτου εναγομένων με το υπ' αρ. ....48/16-7-2003 συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Α.

Κ., το οποίο καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της Νομαρχίας .... και περίληψη αυτού δημοσιεύθηκε στο υπ' αρ. 9199/1- 9-2003 ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), συνέστησαν την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." (πέμπτη των εναγομένων), με σκοπό, εκτός των άλλων, την ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία και εκμετάλλευση βιομηχανικής επιχείρησης πλυντηρίων, με μετοχικό κεφάλαιο 900.000 ευρώ, διαιρούμενο σε 300.000 μετοχές.

Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της πέμπτης των εναγομένων ορίστηκε ο τέταρτος εναγόμενος Σ. Σ.. Ακολούθως, την 1-9-2003 η πρώτη των εναγομένων, δια του ως άνω νομίμου εκπροσώπου, προέδρου του διοικητικού της συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της δευτέρου των εναγομένων, με το υπ' αρ. ...22/1-9-2003 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Μ.

Κ. - Σ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...., μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην πέμπτη των εναγομένων, νομίμως εκπροσώπουμένη από τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής τέταρτο των εναγομένων, την πλήρη κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 2.779,51 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του Δ.Δ. ...

του Δήμου ... και συνορεύει με κοινοτική οδο, με ιδιοκτησία ..., με ιδιοκτησία ... και με άλλη ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης, αντικειμενικής αξίας 3.767 ευρώ, έναντι αναγραφομένου στο ως άνω συμβόλαιο τιμήματος 3.900 ευρώ. Επίσης στις 25-9-2003 η πρώτη των εναγομένων δια του ίδιου ως άνω νομίμου εκπροσώπου της δευτέρου των εναγομένων, με το υπ' αρ. ...81/25- 9-2003 συμβόλαιο πώλησης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην πέμπτη των εναγομένων, νομίμως εκπροσωπουμένη από τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής τέταρτο των εναγομένων, την πλήρη κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 2.463 τ.μ., μετά του εντός αυτού λυομένου οικίσκου, εμβαδού 49,32 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." του Δ.Δ. ...

του Δήμου ... και συνορεύει με ιδιοκτησία Β. Γ., με ιδιοκτησία Θ. Μ. και με Αγροτική οδό, αντικειμενικής αξίας 17.163 ευρώ, έναντι αναγραφομένου στο ως άνω συμβόλαιο τιμήματος 17.163 ευρώ. Ακολούθως στις 5-12-2003 ο δεύτερος των εναγομένων με το αριθ ....81/5-12-2003 συμβόλαιο συστάσεως γονική παροχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στον τρίτο και τον τέταρτο των εναγομένων, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, την κυριότητα ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στη θέση ...

του Δ.Δ. ... του Δήμου ..., εκτάσεως 1.541,24 τ.μ. περίπου, μετά της εντός αυτού μονώροφης με ισόγειο οικοδομής, εμβαδού 108,87 τ.μ. και ισογείου γκαράζ, εμβαδού 37,75 τ.μ., που συνορεύει με ιδιοκτησία Χ. Κ., με δημοτική οδό και με ιδιοκτησία Μ. Κ., αξίας 116.162,36 ευρώ. Η αγοραία αξία των ως άνω ακινήτων κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και της πρώτης συζήτησης αυτής ανερχόταν στο ποσό των 5.000 ευρώ (του αγροτεμαχίου εκτάσεως 2.779,51 τ.μ.), 50.000 ευρώ (του αγροτεμαχίου, εκτάσεως 2.463 τ.μ.) και 116.162,36 ευρώ (του οικοπέδου).

Τα ως άνω ακίνητα αποτελούσαν τα μοναδικά εμφανή περιουσιακά στοιχεία της πρώτης και του δευτέρου των εναγομένων, κατά τους παραπάνω χρόνους των μεταβιβάσεων, αλλά και κατά το χρόνο της άσκησης και της πρώτης συζήτησης της ένδικης αγωγής. Ο δεύτερος των εναγομένων, κατά τους παραπάνω χρόνους των απαλλοτριώσεων, γνώριζε ότι είχε διαπράξει με την ως άνω ιδιότητά του τις ανωτέρω φορολογικές παραβάσεις (αποδοχή εικονικών τιμολογίων κ.λ.π.) ότι αυτές είχαν αποκαλυφθεί κατά τον διενεργηθέντα φορολογικό έλεγχο στις 27- 5-2003 και συνακόλουθα ότι επρόκειτο να επακολουθήσει ως αναπόδραστη συνέπεια των παραβάσεων, που διαπιστώθηκαν η επιβολή προστίμων από τη φορολογική αρχή σε βάρος της πρώτης εναγομένης και του ιδίου.

Τα ως άνω χρέη της πρώτης και του δευτέρου των εναγομένων προς το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, συνολικού ποσού 325.841,90 ευρώ, πλέον των προσαυξήσεων συνολικού ποσού 7.088,58 ευρώ, γεννήθηκαν, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα παραπάνω, κατά το προηγηθέν των ως άνω απαλλοτριώσεων χρονικό διάστημα των ετών 1999 έως 2002, κατά το οποίο διεπράχθη το αδίκημα της φοροδιαφυγής με την αποδοχή των εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων και σε κάθε περίπτωση κατά τη διενέργεια του ελέγχου από το ΣΔΟΕ, στις 27-5-2003 και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, κατά τους προαναφερόμενους χρόνους, κατά τους οποίους βεβαιώθηκαν ταμειακά και οι οποίοι είναι προγενέστεροι του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής.

Ο δεύτερος των εναγομένων προέβη στις ανωτέρω απαλλοτριώσεις του συνόλου της εμφανούς περιουσίας του ίδιου και της πρώτης εναγομένης, με συνέπεια να είναι αδύνατη η ικανοποίηση της ως άνω απαιτήσεως του ενάγοντος. Σκοπός λοιπόν του δευτέρου εναγομένου ήταν η βλάβη του ενάγοντος, αφού επεδίωκε να ματαιώσει την ικανοποίηση των ως άνω αξιώσεών του, ο οποίος και πραγματοποιήθηκε, αφού το ενάγον δεν μπορεί να προβεί σε διοικητική εκτέλεση για την ικανοποίηση των ως άνω απαιτήσεών του.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος των εναγομένων γνώριζε, κατά τους ως άνω χρόνους της μεταβίβασης των ανωτέρω ακινήτων προς την πέμπτη των εναγομένων, την οικονομική κατάσταση της πρώτης εναγομένης, την καταχώρηση στα βιβλία αυτής εικονικών τιμολογίων και την πραγματοποίηση του ως άνω ελέγχου από υπαλλήλους του ΣΔΟΕ και συνακόλουθα ότι επρόκειτο να ακολουθήσει η επιβολή προστίμων για τις εν λόγω παραβάσεις.

Επίσης, αυτός γνώριζε, κατά τους ως άνω χρόνους των απαλλοτριώσεων, ότι η πρώτη εναγομένη δεν διέθετε άλλα περιουσιακά στοιχεία (πλην των ανωτέρω μεταβιβασθέντων) από τα οποία να μπορούν να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του ενάγοντος καθώς και ότι πρόθεση του δευτέρου εναγομένου ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της πρώτης εναγομένης ήταν με τη μεταβίβαση των ως άνω ακινήτων να αποστερήσει το ενάγον από τη δυνατότητα να εισπράξει από την πρώτη εναγομένη τις απαιτήσεις του.

Η ως άνω κρίση στηρίζεται στο ότι, όπως αποδείχθηκε, ο τέταρτος των εναγομένων ήταν μέτοχος και ασχολούνταν ενεργά με την επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, η οποία ήταν καθαρά οικογενειακή επιχείρηση, ενώ αμέσως σχεδόν μετά τη διενέργεια του ως άνω ελέγχου προέβη στη σύσταση της πέμπτης εναγομένης με ίδιο κατά βάση αντικείμενο με αυτό της πρώτης εναγομένης, καταλαμβάνοντας τη θέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου αυτής, και με την ιδιότητα αυτή προέβη στην αγορά των επίμαχων ακινήτων.

Περαιτέρω, επειδή η μεταβίβαση του ως άνω τρίτου ακινήτου από το δεύτερο των εναγομένων προς τα τέκνα του, τρίτο και τέταρτο των εναγομένων, αφορά γονική παροχή, η οποία αποτελεί χαριστική δικαιοπραξία,... δεν απαιτείται γνώση των εναγομένων προς τους οποίους έγιναν οι μεταβιβάσεις, ότι ο δεύτερος εναγόμενος απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του (άρθρο 942 ΑΚ).

Εξάλλου, τόσο ο τέταρτος εναγόμενος, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, όσο και ο τρίτος εναγόμενος, λόγω του πολύ στενού συγγενικού τους δεσμού με το δεύτερο εναγόμενο, αλλά και της ενεργής συμμετοχής τους στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης γνώριζαν την ύπαρξη απαιτήσεων του Δημοσίου κατά του δευτέρου εναγομένου, όπως επίσης, αν και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα δεν απαιτείται σχετική γνώση, και τον εκτεθέντα σκοπό για τον οποίο έγιναν οι ανωτέρω μεταβιβάσεις...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, που προέβαλαν με τους λόγους της έφεσης και εντεύθεν την έφεση στο σύνολό της και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχτεί την αγωγή του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσίβλητου, Ελληνικού Δημοσίου, περί διάρρηξης των προαναφερομένων απαλοτριωτικών δικαιοπραξιών ως βάσιμη.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες στη μείζονα σκέψη του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης διατάξεις των άρθρων 939 επ ΑΚ, κάνοντας δεκτή την, εκ του άρθρου 939 ΑΚ, αγωγή του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, περιστατικά, οι απαιτήσεις αυτού κατά της πρώτης αναιρεσείουσας και του αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ευθυνομένου μετ' αυτής, δευτέρου αναιρεσείοντος, νομίμου εκπροσώπου της, από φόρο εισοδήματος, ΦΠΑ και πρόστιμα ΚΒΣ, ήταν, κατά το χρόνο των απαλλοτριώσεων (1-9-2002, 25-9-2003 και 5-12-2003), γεννημένες, τελούσαν όμως υπό την προθεσμία της επιβολής του προστίμου και προσδιορισμού αυτών σε ορισμένο μελλοντικό χρονικό σημείο και κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας (19-2-2013) είχαν ήδη βεβαιωθεί ταμειακά και ήταν συνεπώς και ληξιπρόθεσμες.

Ειδικότερα, ήταν γεννημένες και τελούσαν υπό την προθεσμία της επιβολής των προστίμων και προσδιορισμού αυτών, διότι τα παραγωγικά αυτών περιστατικά είχαν συντελεστεί κατά το προηγηθέν των άνω απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών χρονικό διάστημα, καθόσον η έκδοση των εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων και η αποδοχή αυτών από την πρώτη αναιρεσείουσα, η μη τήρηση από αυτή του γενικού ημερολογίου από 5-11-1999 έως 31-12-1999 και η εκτύπωση από αυτή εκπρόθεσμα όλων των οικονομικών πράξεων, που πραγματοποίησε από 1-1-2000 έως 31-12-2000 και από 1-1-2001 έως 28-2-2001, είχαν γίνει κατά τα έτη 1999 έως και 2001.

Περαιτέρω είχε διενεργηθεί στις 27-5-2003, κατόπιν της υπ' αριθ. 847/26-5-2003 εντολής του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης .... του ΣΔΟΕ, φορολογικός έλεγχος από υπαλλήλους της ως άνω υπηρεσίας στην πρώτη αναιρεσείουσα και είχε διαπιστωθεί έκτοτε, ότι αυτή είχε υποπέσει στις άνω παραβάσεις και γι' αυτό στη συνέχεια συντάχθηκε η από 21-1-2004 έκθεση ελέγχου της Περιφερειακής Διεύθυνσης .....

του ΣΔΟΕ και με τις υπ' αριθ. 109, 110, 111 και 112/ 2004 αποφάσεις της ίδιας υπηρεσίας επιβλήθηκαν τα αναφερόμενα σ' αυτές πρόστιμα για τις άνω παραβάσεις και τελικά, μετά την υποβολή, με βάση το ν. 3259/2004, εκ μέρους της πρώτης αναιρεσείουσας αίτησης περαίωσης των άνω υποθέσεων, που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-12-2001, βεβαιώθηκαν ταμειακά με τις υπ' αριθ. ....18 και ....19/13-7-2006 βεβαιώσεις της ΔΟΥ ...

το ποσό των 71.071,20€ για ΦΠΑ και το ποσό των 89.462,70€ για φόρο εισοδήματος και με τις υπ' αριθ. 1420, 4121, 4123 και 4124/28-7-2005 βεβαιώσεις της ίδιας ΔΟΥ τα ποσά των 34.600€, 20.199€, 67.917€ και 42.592€ για πρόστιμα ΚΒΣ και συνεπώς οι απαιτήσεις αυτές του αναιρεσίβλητου είχαν καταστεί και ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, κατά τη συζήτηση της αγωγής του στις 19-2-2013 ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Επομένως, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι η αγωγή περί διάρρηξης ήταν μη νόμιμη, άλλως αβάσιμη και έπρεπε να απορριφθεί, διότι οι απαιτήσεις του αναιρεσίβλητου δεν ήταν γεννημένες κατά το χρόνο, που έλαβαν χώρα οι απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες, καθόσον αυτές γεννήθηκαν αργότερα και συγκεκριμένα με την έκδοση των αποφάσεων επιβολής προστίμων ΚΒΣ το έτος 2004 και με τον προσδιορισμό του φόρου εισοδήματος και του ΦΠΑ το έτος 2005, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο, με τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές του, διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, ως προς τα ουσιώδη και κρίσιμα ζητήματα θεμελίωσης του αγωγικού δικαιώματος και ιδίως ως προς το ότι οι απαιτήσεις του αναιρεσίβλητου ήταν γεννημένες κατά το χρόνο των απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, υπό την έννοια, ότι είχαν συντελεστεί, κατά το χρόνο αυτό, τα παραγωγικά γεγονότα αυτών, απλώς τελούσε υπό προθεσμία η επιβολή των προστίμων και ο προσδιορισμός του ΦΠΑ και του φόρου εισοδήματος, και είχαν καταστεί ήδη ληξιπρόθεσμες κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής, αφού βεβαιώθηκαν ταμειακά πριν από αυτή και όσα αντίθετα διαλαμβάνονται στο λόγο αυτό αναίρεσης περί αντιφατικής αιτιολογίας, είναι αβάσιμα.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας τους, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183, 189 και 191 ΚΠολΔ, μειωμένη όμως κατ' άρθρο 22 Ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-9-20016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 81/2015 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Κέρκυρας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300)€

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ