Legislator Case Law & Legislation
1298/2018 AI generated

1298/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1298/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1528/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3491/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω διάδικοι με τις από 5/12/2012 και 6/12/2012 αιτήσεις τους αντίστοιχα, οι οποίες συνεκδικάστηκαν.

Legislator headnote

AI generated

1298/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Εταιριών Λιπασμάτων (ΤΑ. Π. ΠΕ.Λ.)", στην δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος εκ του νόμου (άρθρ. 104 § § 1, 2, 106 § 2, 114 § § 1, 2, 138 § 12 Ν. 3655/2008) το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ.

Keywords

AI generated
staggering of health insurance premiums calculation and rates of reimbursement hospital stay co-payment payment of cost deposit payment by instalments contribution rate
AI generated
776/2018
Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on rent adjustment clause validity in public property lease.
130/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
19/2026
Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 660/2025, 232/2024, 936/2018).
175/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1327/2021
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1298 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1298/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα), Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Αλεξόπουλο και Ευστάθιο Μίντζια και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΕΦΑΠΑΞ ΠΑΡΟΧΩΝ" ("Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.") που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ" ("Τ.Α.Π.Ι.Τ."), καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ" ("Τ.Α.Π.Π.Ε.Λ."), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Γαβαλά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1528/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3491/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω διάδικοι με τις από 5/12/2012 και 6/12/2012 αιτήσεις τους αντίστοιχα, οι οποίες συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η 294/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 3491/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1273/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/3/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 579 παρ.1 Κ.Πολ.Δ αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτό εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 679/2011, ΑΠ 493/2011, ΑΠ 614/2009).

Συνακόλουθα τούτων, το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετάσει λόγους εφέσεως, που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο όπως προαναφέρθηκε, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ (ΑΠ 2072/2007).

Σύμφωνα δε με το άρθρο 562§1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως κατά αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο, κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική, ενώ στο άρθρο 559 αρ. 18 του ίδιου κώδικα ορίζεται, ότι αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος νέος λόγος αναιρέσεως για παράβαση άλλων δικονομικών κανόνων, σε περίπτωση συμμόρφωσης του δικαστηρίου της παραπομπής προς την αναιρετική απόφαση. (ΑΠ 1663/2008).

Τέλος, η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ και ασκείται όπως η αγωγή. Το δικόγραφό της πρέπει να περιέχει με τρόπο σαφή και ορισμένο όλες τις ενστάσεις (λόγους) κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, ενώ στην ανοιγόμενη με την ανακοπή δίκη δεν εκδικάζεται καθολικά η υπόθεση, αλλά στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων της ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί, συνδυαζόμενοι με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας και οριοθετούν δεσμευτικώς το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής (Ολ. ΑΠ 10/1997). Ειδικότερα, το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τους λόγους αυτής, δηλαδή να προσδιορίζει την έλλειψη εκείνων των ουσιαστικών ή διαδικαστικών προϋποθέσεων που δικαιολογούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής. (ΑΠ 50/2004, ΑΠ 1098/2008).

Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο του οριζόμενου στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ και δη με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος στη πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δίκη ή με το δικόγραφο της έφεσης, των πρόσθετων λόγων αυτής ή της αναίρεσης, κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, ακόμη και αν οι λόγοι αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, διότι έναντι των τελευταίων αυτών γενικών διατάξεων κατισχύει, λόγω της ειδικότητάς της, η διάταξη του άρθρου 585 παρ.2 εδ. β' ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται αν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες, οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση. Έτσι, μόνο το περιεχόμενο της ως άνω ανακοπής και εκείνο των, τυχόν κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, ακόμη και αν πρόκειται για αιτιάσεις που ανάγονται στο κατά νόμο παραδεκτό της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής. Ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις, ή την έφεση, τους πρόσθετους λόγους αυτής και την αναίρεση (ΑΠ 1943/2009, ΑΠ 1313/2007, ΑΠ 339/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Εταιριών Λιπασμάτων (ΤΑ. Π. ΠΕ.Λ.)", στην δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος εκ του νόμου (άρθρ. 104 § § 1, 2, 106 § 2, 114 § § 1, 2, 138 § 12 Ν. 3655/2008) το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Ταμείο Προνοίας Ιδιωτικού Τομέα (ΤΑΠΙΤ)" και ήδη "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών ("Ε.Τ.Ε. Α.Ε.Π."), (άρθρα 452 επ.ν. 4052/2012, όπως τροποποιήθηκαν μετά άρθρα 74 επ.ν. 4387/2016), αποκαλούμενο εφεξής το Ταμείο, υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 2.3.2007 και με αριθμό κατάθεσης 2808/2007 αίτηση, με την οποία ιστορούσε, ότι δυνάμει του από 1 5.3.1 994 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...

Α.Ε.",(του λοιπού : η Εταιρία), εκμίσθωσε σ' αυτήν ένα πολυώροφο σταθμό αυτοκινήτων, κείμενο στην ..., αριθμ. 3Γ, για το από 15.3.1994 μέχρι 15.3.1999 χρονικό διάστημα και αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 5.847.000 δραχμών, πλέον χαρτοσήμου εκ 3,6%, προσαυξανομένου κατ' έτος κατά ποσοστό 15%. Ότι η μίσθωση αυτή, ως εμπορική, παρατάθηκε αναγκαστικά (εκ του νόμου).

Ότι με την υπ' αριθμ. 1597/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 21.6.1999 αγωγής της Εταιρίας περί αναπροσαρμογής μισθώματος, καθορίστηκε το ποσοστό της σταδιακής ποσοστιαίας αναπροσαρμογής του μισθώματος, για τον από της επίδοσης της αγωγής αυτής χρόνο και εφεξής, σε 6% ετησίως και ότι η Εταιρία δεν έχει καταβάλλει την διαφορά των μισθωμάτων, μετά του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, των χρονικών περιόδων που αναλυτικά αναφέρονται σ' αυτή και εκτείνονται από τον μήνα Ιούλιο του 1999 μέχρι και τον μήνα Δεκέμβριο του 2006, όπως και το μίσθωμα του μηνός Φεβρουαρίου 2007.

Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησε, όπως υποχρεωθεί η μισθώτρια Εταιρία να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 321.486,88 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από την επομένη ημέρα που κάθε μίσθωμα ήταν απαιτητό μέχρι και την εξόφληση. Επί της αίτησης αυτής, και με βάση τα επικαλούμενα σ' αυτήν και προσκομισθέντα έγγραφα, εκδόθηκε από τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η υπ' αριθμ. 7459/2007 διαταγή πληρωμής, με την οποία και έγινε δεκτή στο σύνολο της.

Κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής άσκησε η Εταιρία; ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 21.9.2007 (αριθμ. κατάθεσης 256/2007) ανακοπή, με την οποία ζήτησε την ακύρωσή της για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους. Επί της ανακοπής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η 1528/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, δεχόμενη εν μέρει αυτή, ακύρωσε εν μέρει την ανακοπτόμενη 7459/2007 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, α) κατά το συνολικό ποσό των 90.460,54 ευρώ (20.720 ευρώ από τον 7ο λόγο + 28.595,63 ευρώ από τον 8ο λόγο + 41.144,91 ευρώ από τους 6ο και 9ο λόγους της ανακοπής) και β) κατά τη διάταξή της με την οποία επιδικάστηκαν τόκοι της απαιτήσεως του καθού από την επομένη ημέρα που κάθε μίσθωμα είναι απαιτητό μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως (5ος λόγος ανακοπής).

Ειδικότερα, με την προαναφερόμενη απόφαση έγινε δεκτή η ανακοπή κατά α) τον πέμπτο λόγο περί αοριστίας της από 2.3.2007 αίτησης του καθ' ού για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, καθόσον δεν προσδιορίζεται σε αυτή η ημέρα που έπρεπε να καταβληθεί το καθένα από τα αιτούμενα υπόλοιπα μισθωμάτων, ώστε να είναι δυνατή η εξατομίκευση της σχετικής με τους τόκους απαίτησής του, υπό την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσής της, β) τον έβδομο λόγο περί μερικής εξόφλησης του επιδικασθέντος μισθώματος Φεβρουαρίου 2007, με την καταβολή έναντι αυτού ποσού 20.720 ευρώ, πριν την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, γ) τον όγδοο λόγο για εσφαλμένη επιδίκαση διαφορών μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος από Απρίλιο 2000 έως Δεκέμβριο 2006, συνολικού ποσού 28.595,63 ευρώ, με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, δ) τους έκτο και ένατο λόγους ενιαίως περί συμψηφισμού προς τις απαιτήσεις του καθ' ού από την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, ανταπαίτησης της ανακότπουσας σε βάρος του, εξαιτίας του καταβληθέντος από αυτή, για αιτία λήξασα, ποσού 41.144,91 ευρώ, ενώ απορρίφθηκαν α) οι δύο πρώτοι λόγοι ανακοπής, με τους οποίους η ανακόπτουσα εταιρεία ισχυρίζεται ότι στην αίτηση του καθού Ταμείου, για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, δεν μνημονεύεται ούτε γίνεται επίκληση και προσαγωγή εγγράφου, αποδεικνύοντος την παράδοση του επίδικου μισθίου σε αυτή από το καθού - εκμισθωτή, ως μη νόμιμος ο πρώτος και ουσιαστικά αβάσιμος ο δεύτερος, επειδή, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση, η παράδοση του μισθίου από τον εκμισθωτή δεν απαιτείται να αναφέρεται ρητά στην αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής για μισθώματα, αλλά τούτο αρκεί και πρέπει να αποδεικνύεται με το μισθωτήριο ή άλλο σχετικό έγγραφο και αφετέρου στην αίτησή του το καθ' ού επικαλέστηκε και επισύναψε το από 15.3.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, υπογραμμένο και από την ανακόπτουσα μισθώτρια, που αποδεικνύει την παραλαβή των κλειδιών του μισθίου από την τελευταία την ημέρα κατάρτισης της μισθωτικής σύμβασης, χωρίς επιπλέον να απαιτείται προς τούτο η σύνταξη πρωτοκόλλου παράδοσης - παραλαβής, για την παράδοση της χρήσης του μισθίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, β) ο τρίτος λόγος, ότι στην αίτηση του καθ' ού Ταμείου, για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, δεν περιέχεται αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον στην παραπάνω αίτηση περιέχεται σαφώς αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) ο τέταρτος λόγος ανακοπής, ότι στην υποβληθείσα από το καθού αίτηση έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής δεν εξειδικεύεται το ποσοστό του οφειλόμενου τέλους χαρτοσήμου ούτε η συμφωνηθείσα ολική επιβάρυνση της ανακόπτουσας με την καταβολή του, ως αβάσιμος, καθόσον το ποσοστό του τέλους χαρτοσήμου προκύπτει από το νόμο (3,6%), η δε επιβάρυνση της ανακόπτουσας μισθώτριας για ολόκληρο το τέλος χαρτοσήμου αποδεικνύεται από το επικαλούμενο και επισυναπτόμενο στην αίτηση μισθωτήριο (αρ.

VI όρος).

Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκαν, α) η από 19.2.2008 (αριθμ. καταθ. 8746/25.9.2008) έφεση της ανακόπτουσας εταιρείας "... Α.Ε.", απευθυνόμενη κατά του ΝΠΔΔ "Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εταιρειών Λιπασμάτων (ΤΑ.Π.Π.Ε.Λ.)" και β) η από 8.9.2009 (αριθμ. καταθ. 9335/8.10.2009) έφεση του ΝΠΔΔ "ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ (ΤΑ.Π.Ι.Τ.)" ως καθολικού διαδόχου, εκ του νόμου (από 1.10.2008) του ΤΑΠΠΕΛ, με τους περιεχόμενους στις από 26.10.2010 έγγραφες προτάσεις του πρόσθετους λόγους αυτής, καθώς και η περιεχόμενη στις ίδιες προτάσεις αντέφεση του τελευταίου ως εφεσίβλητου.

Εκδόθηκε δε επί τούτων, μετά από συνεκδίκασή τους, η 3491/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της ανακόπτουσας μισθώτριας εταιρείας και η αντέφεση του καθ' ού η ανακοπή εκμισθωτή Ταμείου, έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση του τελευταίου και αφού εξαφανίστηκε εν μέρει η εκκαλούμενη 1528/2008, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την διάταξή της, με την οποία δέχθηκε την ανακοπή εν μέρει κατά τον 8ο λόγο της και ακύρωσε την 7459/2007 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το ποσό των 28.595,63 ευρώ, το Εφετείο, δικάζοντας την υπόθεση κατά το προαναφερόμενο μέρος της, απέρριψε την ανακοπή κατά τον 8ο λόγο της.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν 1) η από 6.12.2012 (αριθμ. καταθ. 1060/2012) αναίρεση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Πρόνοιας Ιδιωτικού Τομέα (ΤΑΠΙΤ)" και 2) η από 5.12.2012 (αριθμ. καταθ. 1057/2012) αναίρεση της ανακόπτουσας εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", επί των οποίων εκδόθηκε η 294/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, αφού απορρίφθηκε η από 6.12.2012 αναίρεση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Πρόνοιας Ιδιωτικού Δικαίου (ΤΑΠΙΤ)" και έγινε δεκτή η από 5.12.2012 αίτηση αναίρεσης της ανακόπτουσας εταιρείας, κατά παραδοχή του δεύτερου σκέλους του τέταρτου λόγου αυτής, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη 3491/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απορρίφθηκε ο όγδοος λόγος της από 12.9.2008 έφεση της αναιρεσείουσας εταιρείας και ειδικότερα κατά το μέρος του, με το οποίο κρίθηκε ως απορριπτέα η προταθείσα από την ως άνω εταιρεία ένσταση συμψηφισμού προς τις απαιτήσεις του ΤΑΠΙΤ των υπ' αυτής φερομένων ως αχρεωστήτως καταβληθέντων σ' αυτό ποσών των 12.622,22 και 151.348,01 ευρώ, που μνημονεύονται στον 9ο λόγο της από 21.9.2007 ανακοπής της και στον άνω λόγο της έφεσης της και παραπέμφθηκε κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Σύμφωνα δε με το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατά την έρευνα του τέταρτου λόγου αναίρεσης, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όσον αφορά το δεύτερο από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.ΠολΔ σκέλος του, έκρινε ότι με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δεχόμενο ότι δεν δύναται η αναιρεσείουσα εταιρεία να προβάλλει σε συμψηφισμό τα φερόμενα ως αχρεωστήτως καταβληθέντα στο ΤΑΠΙΤ ανωτέρω ποσά των 12.622,22 και 151.348,01 ευρώ, παραβίασε τις περί συμψηφισμού διατάξεις των άρθρων 440 - 452 του ΑΚ, διότι η δια της ανακοπής γενομένη πρόταση του συμψηφισμού, έστω και αν προεβλήθη μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, οδηγεί στην αμοιβαία απόσβεση των απαιτήσεων από το χρονικό σημείο που συνυπήρξαν και εφόσον αυτές συνυπήρξαν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ενώ απέρριψε ως αβάσιμο τον ίδιο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 παρ. 14 ΚΠολΔ, όπως το όλο περιεχόμενο αυτού προσηκόντως εκτιμήθηκε, κρίνοντας ότι το Εφετείο ορθώς απέρριψε ως αόριστο το υποβληθέν με τον ένατο λόγο της ανακοπής αίτημα της εταιρείας, (το οποίο απορρίφθηκε και πρωτοδίκως), να συμψηφιστούν οι τόκοι των ποσών που φέρονται υπ' αυτής ως επιπλέον των οφειλομένων καταβληθέντα με την από την διαταγή πληρωμής πηγάζουσα απαίτηση του ΤΑΠΙΤ, διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της ανακοπής προκύπτει ότι ο προαναφερόμενος λόγος αυτής, κατά το ερευνόμενο μέρος του, είναι αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται το ποσό της απαίτησης, από τόκους, το οποίο προτείνεται σε συμψηφισμό.

Κατόπιν τούτων, εισαγομένης της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου παραπομπής, με την από 19.2.2014 κλήση του Ταμείου, προς περαιτέρω εκδίκασή της κατά το αναιρούμενο μέρος της, εκδόθηκε επί αυτής η προσβαλλόμενη απόφαση υπ' αριθμ. 1273/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Ειδικότερα, με την ως άνω κλήση του Ταμείου εισήχθη προς περαιτέρω εκδίκαση η από 12.9.2008 (αριθμ. καταθ. 301/9.1.2007) έφεση της εταιρείας, προκειμένου να εξεταστεί από το Δικαστήριο της παραπομπής ο όγδοος λόγος αυτής και συγκεκριμένα κατά το μέρος του, με το οποίο κρίθηκε απορριπτέα η προταθείσα από την άνω εταιρεία ένσταση συμψηφισμού προς τις απαιτήσεις του Ταμείου των υπ' αυτής φερομένων ως αχρεωστήτως καταβληθέντων σ' αυτό ποσόν των 12.622,22 και 151.348,01 ευρώ, που μνημονεύονται στον 9ο λόγο της από 21.9.2007 ανακοπής και στον άνω λόγο της έφεσης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής στη δικάσιμο της 14.10.2014, η εκκαλούσα εταιρεία άσκησε με τις νέες προτάσεις, που κατατέθηκαν σε αυτό, πρόσθετους λόγους έφεσης, προβάλλοντας όπως δέχθηκε και το Εφετείο, α) ότι με την αναιρεθείσα υπ' αριθμ. 3491/2012 απόφαση του Εφετείου δεν ελήφθη υπόψη το δεδικασμένο, αν και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, που απορρέει από την τελεσίδικη 1597/2006 απόφαση τούτου (Εφετείο Αθηνών), με την οποία καθορίσθηκε να καταβάλλεται το αναπροσαρμοζόμενο μίσθωμα από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της από 21.6.1999 αγωγής και συγκεκριμένα από την 22.6.1999 που επιδόθηκε η τελευταία, άλλως από 1.7.1999 κάθε μισθωτικής περιόδου και όχι από τον μήνα Απρίλιο κάθε μισθωτικής περιόδου, όπως εσφαλμένα έκρινε η απόφαση αυτή, όλως δε επικουρικά ότι με την ίδια ως άνω τελεσίδικη 1597/2006 απόφαση του Εφετείου τροποποιήθηκε η ένδικη μισθωτική σχέση όχι μόνο ως προς το ποσοστό της συμβατικώς προβλεθφείσας αναπροσαρμογής του μηνιαίου μισθώματος αλλά και ως προς το χρόνο έναρξης κάθε μισθωτικού έτους, αρχόμενου έκτοτε από την επίδοση της περί αναπροσαρμογής του μισθώματος ως άνω αγωγής, δηλαδή από τον μήνα Ιούλιο και όχι από τον μήνα Απρίλιο, που εσφαλμένα υπολογίστηκε στην ανακοπτόμενη Διαταγή Πληρωμής και γι' αυτό έπρεπε να γίνει δεκτός ο 8ος λόγος της ανακοπής της, β) ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα κατά τη διάταξή της, με την οποία επιδίκασε τόκους από την επομένη της ημέρας που κάθε μίσθωμα κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, καθόσον παραβίασε το άρθρο 626 του Κ.Πολ.Δ.

και συνεπώς έπρεπε να γίνει δεκτός ο 5ος λόγος της ανακοπής της και γ) ότι ακυρωτέα είναι επίσης η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής λόγω αοριστίας της αίτησης, με βάση την οποία εκδόθηκε αυτή, συνισταμένη στο ότι δεν αναφέρεται η από την εκμισθώτρια παράδοση της χρήσης του μισθίου στην ίδια (μισθώτρια εταιρεία - ανακόπτουσα), καθώς και ότι δεν γίνεται στην αίτηση επίκληση και προσαγωγή εγγράφου, που να αποδεικνύει την παράδοση του μισθίου ακινήτου στην τελευταία (μισθώτρια), έσφαλε δε η αναιρεθείσα απόφαση που απέρριψε τον αντίστοιχο αυτό λόγο της έφεσής της.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους ασκηθέντες ενώπιόν του από την ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία πρόσθετους λόγους έφεσης με τις εξής αιτιολογίες: "Όμως η ανωτέρω με αριθμό 3491/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αναιρέθηκε μόνο ως προς το κεφάλαιό της που αφορούσε την απόρριψη της προβληθείσας από την ανακόπτουσα εταιρεία - μισθώτρια, με την ως άνω ανακοπή, ένστασης συμψηφισμού των φερομένων ως αχρεωστήτως καταβληθέντων στο ΤΑΠΙΤ (καθού η ανακοπή), ποσών των 12.622,22 και 151.348,01 ευρώ, ως μη νόμιμης και συνεπώς μόνο ως προς αυτό εξαφανίζεται η απόφαση αυτή, ενώ η εξουσία του παρόντος Δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα κεφάλαια που πλήττονται με τους ως άνω πρόσθετους λόγους (και με τους οποίους επαναφέρονται οι ίδιοι λόγοι έφεσης), που έχουν ήδη κριθεί από την αυτή απόφαση (3491/2012) η οποία κατέστη ως προς αυτούς και αμετάκλητη με την εκδοθείσα ως άνω 294/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά την απόρριψη των σχετικών λόγων της ασκηθείσας από την μισθώτρια εταιρία αναίρεσης, με συνέπεια να έχει παραχθεί δεδικασμένο ως προς αυτά, το οποίο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.

Εξάλλου ούτε από το όλο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης προκύπτει ότι αναιρέθηκε η απόφαση και ως προς τα κεφάλαιά της αυτά, όπως προεκτέθηκε, αλλά ούτε και συνδέονται οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αρρήκτως με το αναιρεθέν αυτό κεφάλαιο. Επιπλέον, όσον αφορά τον υπό στοιχ. α' πρόσθετο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο παραπονείται για παραβίαση δεδικασμένου που απορρέει από την τελεσίδικη 1597/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε μεταξύ των ιδίων διαδίκων και επί αγωγής περί αναπροσαρμογής του μισθώματος κατ' άρθρο 288 του ΑΚ, πρέπει να λεχθούν ειδικότερα τα ακόλουθα:

Με την.....3491/2012 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου κρίθηκε ότι "η διαπλαστική ενέργεια της τελεσίδικης 1597/2006 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου περιορίζεται αποκλειστικώς στην, κατά τις επιταγές του άρθρου 288 ΑΚ, αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος με μείωση του συμβατικώς προβλεφθέντος ποσοστού 15% ετησίως επί του καταβαλλόμενου το προηγούμενο έτος μισθώματος σε ποσοστό 6%, και δεν παρενέβη διορθωτικώς στις λοιπές συμβατικές ρυθμίσεις.

Από το γεγονός ότι το Δικαστήριο όρισε τα ποσοστά σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος σε 6% ετησίως επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου μισθώματος του προηγούμενου έτους από της επιδόσεως της αγωγής, δεν συνάγεται ότι με την απόφασή του τροποποιήθηκε η σύμβαση και ως προς τον καθορισμό από αυτήν των μισθωτικών ετών", απορρίπτοντας τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με σχετικό λόγο ανακοπής από την ανακόπτουσα μισθώτρια εταιρία.

Εξ αυτών καθίσταται σαφές ότι με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε σιωπηρώς η ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από την ως άνω τελεσίδικη (1597/2006) απόφαση, περί καθορισμού με αυτή και των μισθωτικών ετών για τον υπολογισμό της ετήσιας ποσοστιαίας αναπροσαρμογής του μισθώματος και συνεπώς, έχει παραχθεί απορριπτικό δεδικασμένο ως προς το κεφάλαιο αυτό της (3491/2012)απόφασης, (μετά την έκδοση και της ως άνω απόφασης του Αρείου Πάγου), που απαγορεύει να καταστεί εκ νέου αντικείμενο αμφισβήτησης στην παρούσα δίκη μεταξύ των αυτών διαδίκων".

Πράγματι, οι αναφερόμενες στους ως άνω πρόσθετους λόγους αιτιάσεις της ήδη αναιρεσείουσας, έχουν κριθεί αμετάκλητα με την 294/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε επί των αντίθετων αιτήσεων των διαδίκων για αναίρεση της 3491/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και απορρίφθηκαν με αυτή, τόσο η από 6.12.2012 αίτηση αναίρεσης του Ταμείου ως προς το μοναδικό λόγο της, που αφορούσε την παραδοχή του πέμπτου λόγου ανακοπής για ακύρωση της διαταγής πληρωμής κατά τη διάταξή της, με την οποία επιδίκασε τόκους επί των επιδικασθεισών διαφορών μισθωμάτων από την επομένη ημέρα που κάθε μίσθωμα είναι απαιτητό, λόγω αοριστίας της αίτησης προς έκδοσή της, όσο και οι περιεχόμενοι στην από 5.12.2012 αίτηση της εταιρείας λόγοι αναίρεσης, πλην του δεκτού γενόμενου β' σκέλους του τέταρτου λόγου της, όπως προαναφέρθηκε, με τις εξής αιτιολογίες: "Η ήδη αναιρεσείουσα ως άνω ανώνυμη εταιρεία είχε ασκήσει κατά της.....υπ' αριθμ. 7459/2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 21.9.2007 ανακοπή, με την οποία ζητούσε την ακύρωση αυτής, ισχυριζόμενη, με τον πρώτο λόγο της, αοριστία της αίτησης, με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, συνισταμένης στο ότι δεν μνημονεύεται στην αίτηση η....παράδοση του μισθίου σ' αυτήν και με τον δεύτερο λόγο ότι δεν γίνεται με την αίτηση επίκληση και προσαγωγή εγγράφου που να αποδεικνύει την παράδοση του μισθίου ακινήτου σ' αυτήν (ανακόπτουσα - αναιρεσείουσα).

Οι λόγοι αυτοί της ανακοπής απορρίφθηκαν με την υπ' αριθμ. 1528/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας η Εταιρία άσκησε την από 12.9.2008 έφεση, με τους συναφείς λόγους της οποίας επανέφερε τους εν λόγω ισχυρισμούς της, οι οποίοι και απορρίφθηκαν με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3491/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου της από 2.3.2007 αίτησης, επί της οποίας και εκδόθηκε η επίμαχη διαταγή πληρωμής, προκύπτει ότι το αναιρεσίβλητο Ταμείο επικαλέσθηκε προς θεμελίωση της απαίτησής του για καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων εκτελεσμένη ήδη από την Εταιρία σύμβαση μίσθωσης, αλλά ελλιπώς, αφού φέρεται ως οφειλόμενο μέρος των μισθωμάτων, γεγονός το οποίο εμπεριέχει εκ του πράγματος την μνεία της παράδοσης του μισθίου ακινήτου στην Εταιρία και δεν ήταν απαραίτητη για το ορισμένο της αίτησης και η ρητή επίκληση της παράδοσης τούτου (μισθίου) σ' αυτήν.

Το Εφετείο, συνεπώς, το οποίο με την πληττόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τους αριθμούς 1 και 8), είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, από την επισκόπηση και πάλιν της προαναφερόμενης αίτησης για έκδοση της διαταγής πληρωμής, προκύπτει ότι το Ταμείο προς απόδειξη της παράδοσης του μισθίου ακινήτου στην Εταιρία επικαλέσθηκε και προσκόμισε και το από 15.3.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, από δε την επισκόπηση του περιεχομένου της εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο εκείνο έκρινε ανελέγκτως ότι η παράδοση του μισθίου ακινήτου προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο αυτού (μισθωτηρίου), όσο και από τα διαλαμβανόμενα στην επίσης προσκομισθείσα με επίκληση από το Ταμείο υπ' αριθμ. 1597/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναπροσαρμόσθηκε το μηνιαίο μίσθωμα κατά ποσοστό 6% ετησίως.

Ουδόλως δε ήταν ανάγκη να προσκομίσει το Ταμείο και την από 21.3.1993 διακήρυξη του διαγωνισμού για την μίσθωση του ακινήτου, με βάση την οποία και συνάφθηκε η μίσθωση και τούτο διότι τα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα ήσαν ικανά να οδηγήσουν στην έκδοση της αιτουμένης διαταγής πληρωμής. Κατά συνέπεια το Εφετείο το οποίο με την πληττόμενη απόφασή του και με βάση και τα παραπάνω έγγραφα έκρινε ότι προέκυπτε η παράδοση του μισθίου στην μισθώτρια εταιρία, δεν έλαβε υπόψη του παρά το νόμο αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 β' Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.

Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ., που ορίζει, ότι λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για το λόγο αυτό δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού.

Εξάλλου, το δεδικασμένο λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., δεν αφορά, όμως, την δημόσια τάξη και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, ώστε για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη του δεδικασμένου, πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός να έχει προταθεί νόμιμα (άρθρ. 562 § 2 Κ.Πολ.Δ.) στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο........Επομένως, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης της Εταιρίας, ο οποίος, όπως το όλο περιεχόμενο του προσηκόντως εκτιμάται, τείνει να θεμελιωθεί επί του άρθρου 559 αριθμ. 16 εδάφ.

α' Κ.Πολ.Δ (και όχι και επί των αριθμ. 1, 19 και 20) και με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το κατ' αναπροσαρμογή καθορισθέν με την υπ' αριθμ. 1597/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μίσθωμα έπρεπε να καταβάλλεται από τον μήνα Απρίλιο εκάστης μισθωτικής περιόδου και όχι από την επίδοση της από 21.6.1999 αγωγής - η οποία επιδόθηκε στις 22.6.1999 - όπως είχε ορισθεί με την ως άνω απόφαση, άλλως δε από 1.7.1999, όπως είχε ζητήσει το Ταμείο, παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση αυτή, είναι διττώς απαράδεκτος και απορριπτέος.

Ειδικότερα, προεχόντως μεν ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το ζήτημα που αναφέρει ο λόγος αυτός και σε κάθε περίπτωση διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου, τόσο της από 21.9.2007 ανακοπής της ήδη αναιρεσείουσας Εταιρίας, όσο και της από 12.9.2008 έφεσης αυτής δεν προκύπτει προβολή ισχυρισμού περί δεδικασμένου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 440 του ΑΚ "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", ενώ κατά τη διάταξη του επόμενου άρθρου 441 του ίδιου Κώδικα "ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο.

Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων αυτών, οι οποίες περιέχονται στο περί απόσβεσης των ενοχών ένατο κεφάλαιο του ΑΚ και με τις οποίες και τις λοιπές εξ αυτών - μέχρι και εκείνη του άρθρου 452 - ρυθμίζεται ο μονομερής ή αναγκαστικός συμψηφισμός (ο εκούσιος ή συμβατικός είναι αναμφίβολος, ενόψει και της ΑΚ 361), η συνάντηση των αμοιβαίων απαιτήσεων, εφόσον είναι ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες, παρέχει σε καθένα δικαιούχο το διαπλαστικό δικαίωμα να δηλώσει συμψηφισμό.

Μέχρι να γίνει η περί τούτου δήλωση, οι αμοιβαίες απαιτήσεις διατηρούν την νομική τους υπόσταση, υποκείμενες αυτοτελώς σε κάθε αλλοίωση, όπως μεταβίβαση, άφεση, παραγραφή, υπερημερία, απόσβεση κλπ. Όταν, όμως, προταθεί ο συμψηφισμός, που είναι αδιάφορο πότε θα προταθεί, οι απαιτήσεις αυτές αποσβεννύεται αναδρομικώς από το χρόνο που συνυπήρξαν, ως τοιούτου, ήτοι ως χρόνου που συνυπήρξαν, νοουμένου του χρόνου κατά τον οποίο συνέτρεξαν και για τις δύο απαιτήσεις οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού.......Έτσι, η ανταπαίτηση του ανακόπτοντος κατά της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις συμψηφισμού αυτής, μπορεί να προταθεί και με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία έχει ως αντικείμενο την ακύρωση αυτής ως εκτελεστού τίτλου, καθόσον συνιστά ένσταση που αναφέρεται στην αμφισβήτηση της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε αυτή, δηλαδή αποσβεστική ένσταση, εξαιτίας της οποίας δεν ίσχυσε η οφειλή κατά το χρόνο που εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής.....

Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.......η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή......

Στην προκειμένη περίπτωση από την κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση από το Δικαστήριο τούτο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ήδη αναιρεσείουσα Εταιρία είχε εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την στρεφομένη κατά του ήδη αναιρεσίβλητου Ταμείου από 21.6.1999 και με αριθμό κατάθεσης 5176/1999 αγωγή αναπροσαρμογής μισθώματος, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 397/2000 απόφαση του προαναφερόμενου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αυτή, ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη, κατά την επικουρική της βάση, εκ του άρθρου 288 ΑΚ, και καθορίστηκε το ποσοστό αναπροσαρμογής του μισθώματος της επίμαχης εν προκειμένω μίσθωσης σε 10% ετησίως.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η ενάγουσα Εταιρία την από 9.6.2000 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2166/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης, καθόρισε το ποσοστό αναπροσαρμογής σε 8% ετησίως. Με βάση την απόφαση αυτή του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε υπέρ του Ταμείου η υπ' αριθμ. 10343/2003 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε η Εταιρία να καταβάλει στο Ταμείο για οφειλόμενες διαφορές μισθωμάτων των μισθωτικών μηνών Ιουλίου 1999 έως και Νοεμβρίου 2003, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου εκ 3,6%, το συνολικό ποσό των 172.439,62 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης (22.6.1999) της ως άνω από 21.6.1999 αγωγής.

Στη συνέχεια, η εν λόγω διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 2671/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πλην όμως, στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα, η Εταιρία είχε καταβάλει στο Ταμείο, σε εκτέλεση της διαταγής αυτής, διάφορα χρηματικά ποσά σε μηνιαίες δόσεις. Περαιτέρω, κατά της προαναφερόμενης απόφασης του Εφετείου Αθηνών (2166/2003) άσκησε η ενάγουσα Εταιρία την από 24.11.2003 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 503/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.

Με την απόφαση αυτή αναιρέθηκε εν μέρει η προσβληθείσα απόφαση κατά το μέρος της που, κατά παραδοχή της εκ του άρθρου 288 ΑΚ επικουρικής βάσης της αγωγής, είχε καθορίσει το ποσοστό της σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος για το επίμαχο μίσθιο και παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση.

Μετά ταύτα εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1597/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία, αφού εξαφανίστηκε, κατ' αποδοχή της έφεσης της Εταιρίας, η υπ' αριθμ. 397/2000 ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρατήθηκε και δικάστηκε η υπόθεση κατ' ουσία και έγινε εν μέρει δεκτή η πιο πάνω από 21.6.1999 αγωγή, καθορισθέντος του ποσοστού της σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος του μισθίου ακινήτου, για το από της επίδοσης της αγωγής (22.6.1999) και εφεξής χρονικό διάστημα, σε 6% ετησίως επί του εκάστοτε καταβαλλομένου μισθώματος του προηγούμενου (μισθωτικού) έτους, η δε κατ', αυτής της εφετειακής απόφασης ασκηθείσα αναίρεση της Εταιρίας απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 2166/2009 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.

Έτσι λοιπόν και με βάση την ως άνω υπ' αριθμ. 1597/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η επίμαχη υπ' αριθμ. 7459/2007 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία,..........υποχρεώθηκε η Εταιρία να καταβάλει στο Ταμείο το συνολικό ποσό των 321.486,88 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από την επομένη ημέρα που κάθε μίσθωμα ήταν απαιτητό μέχρι και την εξόφληση.

Κατ' αυτής της διαταγής πληρωμής άσκησε η Εταιρία την από 21.9.2007 και με αριθμό κατάθεσης 256/2007 ανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 1528/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αυτή, κατ' αποδοχή των 5ου, 6ου, 7ου, 8ου και 9ου λόγων της, και ακυρώθηκε εν μέρει η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής α) κατά το συνολικό ποσό των 90.460,54 ευρώ, σύμφωνα με τα ειδικότερον στην απόφαση αυτή εκτιθέμενα, και β) κατά την διάταξή της με την οποία επιδικάστηκαν τόκοι της απαίτησης του καθ' ου Ταμείου από την επομένη ημέρα που κάθε μίσθωμα έγινε απαιτητό και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης.

Κατά της εν λόγω απόφασης ασκήθηκε έφεση από αμφότερα τα διάδικα μέρη και ειδικότερα από μεν το Ταμείο η από 8.9.2009 και με αριθμό κατάθεσης 9335/2009, ως και πρόσθετοι λόγοι με τις από 26.10.2010 προτάσεις του, από δε την Εταιρία η από 12.9.2008 και με αριθμό κατάθεσης 8746/2008 και αντέφεση εκ μέρους του Ταμείου, ασκηθείσα με τις ομοίως από 26.10.2010 προτάσεις του επί ης έφεσης αυτής.

Επί των ανωτέρω εφέσεων, προσθέτων λόγων και αντέφεσης, που συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η ήδη προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3491/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία το δικαστήριο εκείνο α) απέρριψε την έφεση της Εταιρίας και την αντέφεση του Ταμείου, β) έκανε δεκτή εν μέρει την έφεση του Ταμείου και γ) αφού εξαφάνισε εν μέρει την υπ' αριθμ. 1528/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 1) ως προς την διάταξή της με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή της Εταιρίας κατά τον 8ο λόγο της και ακυρώθηκε η ως άνω 7459/2007 διαταγή πληρωμής κατά το ποσό των 28.595,63 ευρώ και 2) ως προς την διάταξή της περί δικαστικών εξόδων, στη συνέχεια κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της, απέρριψε την ανακοπή κατά τον 8ο λόγο της και συμψήφισε στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Ειδικότερα δε, όσον αφορά τους έκτο και ένατο λόγους της από 21.9.2007 ανακοπής, οι επί των οποίων παραδοχές του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την υπ' αριθμ. 1528/2008 απόφασή του, επλήγησαν με τους 6ο και 7ο λόγους, αντίστοιχα, της ως άνω από 12.9.2008 έφεσης της Εταιρίας, και οι επί των οποίων λόγων έφεσης εν συνεχεία παραδοχές του Εφετείου, με την υπ' αριθμ. 3491/2012 απόφασή του, ήδη προσβάλλονται με τον ερευνόμενο τέταρτο λόγο της αναίρεσης, πρέπει να λεχθεί ότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης αυτής απόφασης, προκύπτει, όσον αφορά τους λόγους αυτούς της ανακοπής, ότι το δικαστήριο εκείνο (Εφετείο) δέχθηκε τα ακόλουθα : "Στον έκτο λόγο της ανακοπής η ανακόπτουσα εκθέτει ότι το ΤΑΠΠΕΛ στην αίτησή του, με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, εσφαλμένα αναφέρεται σε καταβολές της πλέον μισθωμάτων μόνον 89.379 ευρώ, ενώ είχε προβεί σε επιπλέον καταβολές 130.523,91 ευρώ.

Η εσφαλμένη δε αυτή παραδοχή επαναλαμβάνεται και στη διαταγή πληρωμής. Ενόψει αυτών αιτείται την ακύρωση της διαταγής πληρωμής ώστε να γίνει δεκτό ότι οφείλει ολιγότερα ευρώ 41.144,91. Η ανακόπτουσα στο λόγο αυτό προσδιορίζει χρονικώς και ποσοτικώς τις καταβολές της (11 συνολικώς ισόποσες καταβολές 1 1.865,81 ευρώ η καθεμία στις 12.2.2004, 1 1.3.2004, 10.4.2004, 21.5.2004, 1 1.6.2004, 12.7.2004, 26.8.2004, 26.10.2004, 30.1 1.2004, 12.1.2005, 5.3.2005) υποστηρίζοντας ότι οι καταβολές αυτές ήταν επί πλέον των οφειλομένων κατά την αίτηση και τη διαταγή μισθωμάτων της περιόδου από Απρίλιο 2003 - Μάρτιο 2004 και της περιόδου από Απρίλιο 2004 - Απρίλιο 2005, αναφερόμενη αορίστως σε ρύθμιση, χωρίς να προσδιορίζει σε τι αφορούσε η ρύθμιση αυτή.

Στον 9ο λόγο της ανακοπής επαναλαμβάνει τα περί επί πλέον καταβολών του 6ου λόγου, υποστηρίζει ότι το ΤΑΠΠΕΛ στις 3.4.2006 πληροφορήθηκε ότι εκδόθηκε η 1597/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία καθορίστηκε το ποσοστό αναπροσαρμογής σε 6% ετησίως και έτσι προέκυψε να έχει καταβάλει επί πλέον ποσά και από την ημερομηνία αυτή οφείλει τόκους, κατ' εφαρμογή των άρθρων 911 και 346 ΑΚ, στα ποσά των 12.622,22 και 151.348,01 ευρώ που κατέβαλε επί πλέον των οφειλομένων για την 5η και 6η περίοδο αντιστοίχως και ότι δικαιούται να ζητεί να αφαιρεθούν από το ποσό που τελικά θα γίνει δεκτό ότι οφείλει οι τόκοι των ποσών αυτών, από την ημερομηνία κάθε μερικότερης καταβολής και, επικουρικώς, από το τέλος της κάθε περιόδου, ήτοι από 30.6.2004 για ευρώ 12.622,22 και από 30.6.2007 για ευρώ 151.348,01.

Επικουρικώς (για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οφείλονται τόκοι) η ανακόπτουσα προτείνει σε συμψηφισμό τις απαιτήσεις της για τα πιο πάνω ποσά κατά των απαιτήσεων του ΤΑΠΠΕΛ για διαφορές μισθωμάτων των 4 πρώτων περιόδων (40.654,72 ευρώ) και επ' αυτών τόκων υπολογιζομένων από το τέλος κάθε περιόδου σε 7.725,36 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό 115.590,17 ευρώ (12.622,22 + 151.348,01 - 48.380,05) με το νόμιμο τόκο κατ' άρθρο 346 ΑΚ, προτείνει σε συμψηφισμό κατά των απαιτήσεων της 7ης περιόδου".

Μετά δε την παράθεση του -κατά τα άνω περιεχομένου των 6ου και 9ου λόγων της ανακοπής, το Εφετείο, με βάση το περιεχόμενο των λόγων αυτών, οδηγήθηκε στην κρίση ότι "Εφόσον η ανακόπτουσα δεν υποστήριξε στον 6ο λόγο της ανακοπής της (ούτε άλλωστε στον 9ο) ότι μετά την έκδοση της 1597/2006 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού και πριν την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής πρότεινε σε συμψηφισμό ανταπαιτήσεις κατά του ΤΑΠΠΕΛ, λόγω αχρεώστητης καταβολής επί πλέον ποσών (δυνάμει της προγενέστερης 2166/2003 απόφασης που αναιρέθηκε και την βάσει αυτής εκδοθείσα προγενέστερη διαταγή πληρωμής που ακυρώθηκε, γεγονότα που ουδόλως αναφέρονται στην ανακοπή) ή ότι συμφωνήθηκε ο συμψηφισμός, τα διαλαμβανόμενα στον 6ο λόγο της ανακοπής, δεν θεμελιώνουν απόσβεση της επιδικασθείσας με τη διαταγή πληρωμής απαίτηση, ούτε κατά το ποσό των αχρεωστήτως καταβληθέντων, ούτε βεβαίως και κατά το ποσό των επ' αυτών τόκων που οφείλονται όχι από την κάθε επί μέρους, προγενέστερη της έκδοσης της 1597/2006 απόφασης, επί πλέον καταβολή, όπως υποστηρίζει η ανακόπτουσα στον 9ο λόγο της ανακοπής, αλλά από το χρονικό σημείο που το ΤΑΠΠΕΛ έλαβε γνώση της απόφασης αυτής και συνακολούθως του αχρεωστήτου των καταβολών (3.4.2006 κατά την ανακοπή).

Κατ' ακολουθίαν, τα υποστηριζόμενα στον 6ο λόγο της ανακοπής και στο 1ο σκέλος του 9ου ότι η ανακόπτουσα είχε δικαίωμα να ζητήσει την αφαίρεση των επί πλέον καταβληθέντων κεφαλαίων και των επ' αυτών τόκων (και με τη νόμιμη μάλιστα αφετηρία) είναι νόμω αβάσιμα, αφού ούτε το ΤΑΠΠΕΛ είχε εκ του νόμου υποχρέωση αφαίρεσης μονομερώς των ανταπαιτήσεων της ανακόπτουσας, ούτε η τελευταία απώλεσε τις απαιτήσεις της αυτές.

Όσον αφορά την, δια του προταθέντος επικουρικώς συμψηφισμού απόσβεση, τουλάχιστον ως προς τους τόκους των, κατά την ανακόπτουσα, αχρεωστήτως καταβληθέντων, η ένσταση της είναι παντελώς αόριστη εφόσον η σχετική ανταπαίτηση δεν προσδιορίζεται, δηλαδή δεν προτείνεται σε συμψηφισμό συγκεκριμένο χρηματικό ποσό τόκων, κατόπιν υπολογισμού στον οποίο όφειλε να προβεί η ανακόπτουσα για την ποσοτική εξειδίκευση της προτεινόμενης σε συμψηφισμό απαιτήσεώς της".

Κατόπιν δε τούτων το Εφετείο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι "Υπό τα δεδομένα αυτά, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προς όφελος της ανακόπτουσας και μόνο εξετίμησε ως ενιαίους τους 6ο και 9ο λόγους της ανακοπής και δέχθηκε απόσβεση απαιτήσεων του ΤΑΠΠΕΛ ποσού 41.144,91 ευρώ, με το συμψηφισμό της ισόποσης ανταπαίτησης της ανακόπτουσας από αδικαιολόγητο πλουτισμό (δεχόμενο ότι αποδείχθηκε ότι το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε σε εκούσια εκτέλεση προγενέστερης διαταγής πληρωμής, δυνάμει της αναιρεθείσας απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, η οποία κυρώθηκε τελεσιδίκως κατόπιν ασκήσεως σχετικής ανακοπής) και με ρητή διάταξη της εκκαλουμένης αποφάσεώς του απέρριψε ως αόριστη την ανακοπή κατά το σκέλος του 9ου λόγου της, με τον οποίο η ανακόπτουσα πρότεινε σε συμψηφισμό κατά των απαιτήσεων που επιδικάσθηκαν, την απαίτησή της για τόκους επί των αχρεωστήτως καταβληθέντων.

Επομένως η εκκαλούσα χωρίς έννομο συμφέρον παραπονείται κατά της ανωτέρω εκτίμησης του δικογράφου της ανακοπής της από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αβασίμως ισχυρίζεται ότι άφησε αδίκαστο τον 9ο λόγο της ανακοπής, με τους 6ο και 7ο λόγους, αντιστοίχως, της έφεσης και ως εκ τούτου η έφεση είναι απορριπτέα και ως προς τους λόγους αυτούς".

Σημειώνει δε, τέλος, το Εφετείο, ότι "το ΤΑΠΙΤ με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της, αλλά και με την αντέφεση δεν αμφισβητεί τις παραδοχές της εκκαλουμένης ως προς τους 6ο και 9ο λόγους της ανακοπής". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς απέρριψε ως αόριστο το υποβληθέν με τον ένατο λόγο της ανακοπής αίτημα της Εταιρίας - το οποίο απορρίφθηκε και πρωτοδίκως - να συμψηφιστούν οι τόκοι των ποσών που φέρονται υπ' αυτής ως επιπλέον των οφειλομένων καταβληθέντα με την από την διαταγή πληρωμής πηγάζουσα απαίτηση του ΤΑΠΙΤ.

Τούτο δε (ορθή απόρριψη του ως άνω λόγου της ανακοπής), διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της ανακοπής προκύπτει ότι ο προαναφερόμενος λόγος αυτής, κατά το ερευνόμενο μέρος του, είναι αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται το ποσό της απαίτησής της από τόκους, το οποίο προτείνεται σε συμψηφισμό. Επομένως, τα αντιθέτως προβαλλόμενα με το πρώτο σκέλος, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., του τέταρτου λόγου της αναίρεσης, όπως το όλο περιεχόμενο αυτού προσηκόντως εκτιμάται, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Περαιτέρω, ο ίδιος αυτός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι, με το να δεχθεί ότι δεν δύναται η Εταιρία να προβάλει σε συμψηφισμό τα φερόμενα ως αχρεωστήτως καταβληθέντα στο ΤΑΠΙΤ ως άνω ποσά των 12.622,22 και 151.348,01 ευρώ, παραβίασε τις περί συμψηφισμού διατάξεις των άρθρων 440 - 452 του ΑΚ, κρίνεται, με βάση τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη και τα εκτιθέμενα επί του θέματος τούτου στην εφετειακή απόφαση, ότι είναι βάσιμος και κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτός.

Τούτο δε (βασιμότητα του δεύτερου σκέλους του λόγου τούτου της αναίρεσης) διότι η δια της ανακοπής γενομένη πρόταση του συμψηφισμού, έστω και αν προεβλήθη μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, οδηγεί στην αμοιβαία απόσβεση των απαιτήσεων από το χρονικό σημείο που συνυπήρξαν και εφόσον αυτές συνυπήρξαν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής".

Στη συνέχεια το Εφετείο ερευνώντας το αναιρούμενο κεφάλαιο της 3491/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε ο αντίστοιχος λόγος της από 12.9.2008 έφεσης της εταιρείας και ειδικότερα κατά το μέρος του με το οποίο κρίθηκε ως απορριπτέα η προταθείσα από την ως άνω εταιρεία ένσταση συμψηφισμού προς τις απαιτήσεις του ΤΑΠΙΤ των υπ' αυτής φερομένων ως αχρεωστήτως καταβληθέντων σε αυτό ποσόν των 12.622,22 και 151.348,01 ευρώ, που μνημονεύονται στον 9ο λόγο της από 21.9.2007 ανακοπής και στον ως άνω λόγο της έφεσης, δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: "Με βάση το από 15-3-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό το καθού η ανακοπή ΝΠΔΔ με την επωνυμία " Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Εταιρειών Λιπασμάτων (ΤΑ.Π.Π.Ε.Λ)" στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος εκ του νόμου το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Πρόνοιας Ιδιωτικού Τομέα (ΤΑΠΙΤ)", εκμίσθωσε στην ανακόπτουσα εταιρία με την επωνυμία "...

ΑΕ" ένα πολυόροφο σταθμό αυτοκινήτων, που βρίσκεται στην ... αρ. 3Γ, για το χρονικό διάστημα από 13-3-1994 έως 15-3-1999, αντί μηνιαίου μισθώματος 5.847.000 δραχμών, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%, για το πρώτο μισθωτικό έτος, αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος σε ποσοστό 15% επί του καταβαλλόμενου μισθώματος του προηγούμενου έτους, αρχής δε γενομένης από την ημερομηνία υπογραφής στις 4-4-1994 του πρωτοκόλλου παράδοσης -παραλαβής.

Η μίσθωση αυτή ως εμπορική παρατάθηκε αναγκαστικά εκ του νόμου. Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 397/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της ασκηθείσας από 21-6-1999 αγωγής της μισθώτριας εταιρίας περί αναπροσαρμογής του μηνιαίου μισθώματος κατ' άρθρο 288 ΑΚ, καθορίστηκε το ποσοστό της σταδιακής ποσοστιαίας αναπροσαρμογής του μισθώματος σε 10% ετησίως, από της επιδόσεως της κρινόμενης αγωγής που πραγματοποιήθηκε στις 22-6-1999.

Κατά της απόφασης αυτής η μισθώτρια εταιρία άσκησε την από 9-6-2000 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 2166/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, προσδιόρισε το ποσοστό αναπροσαρμογής σε 8% ετησίως, επί του καταβαλλόμενου μισθώματος του προηγούμενου έτους. Με βάση την τελεσίδικη αυτή απόφαση ο εκμισθωτής ΤΑΓΙΠΕΛ ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της 10343/2003 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η μισθώτρια εταιρία υποχρεώθηκε να καταβάλει στο ΤΑΠΠΕΛ, για οφειλόμενες διαφορές μισθωμάτων του διαστήματος από Ιούλιο του 1999 μέχρι και Νοέμβριο του 2003, το ποσό των 172.439,62 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της από 21- 6-1999 αγωγής.

Ενόψει αυτών, με το από 15-1-2004 πρακτικό του Δ.Σ. του καθού- εκμισθωτή, ρυθμίστηκε να καταβληθεί το οφειλόμενο αυτό ποσό, που ανέρχονταν με τόκους και έξοδα σε 213.584,66 ευρώ, σε δεκαοκτώ ισόποσες δόσεις, εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου κάθε μήνα, αρχής γενομένης από το μήνα Φεβρουάριο του 2004, εντόκως με επιτόπιο 3,725%, γεγονός που αποδέχθηκε η ανακόπτουσα μισθώτρια εταιρία, αφού επιφυλάχτηκε ρητά των δικαιωμάτων της που τυχόν θα προέκυπταν από την έκβαση της ασκηθείσας από 22-12-2003 ανακοπής της κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, καθώς και της αιτήσεως αναιρέσεως που είχε εν τω μεταξύ ασκήσει κατά της ως άνω 2166/2003 εφετειακής απόφασης.

Έτσι με βάση την ρύθμιση αυτή η μισθώτρια εταιρία κατέβαλε στον εκμισθωτή ΤΑΠΠΕΛ (και ήδη ΤΑΠΙΤ) το συνολικό ποσό των 130.523,91 ευρώ και συγκεκριμένα το ποσό των 11.865,81 ευρώ στις 12-2-2004, 11-3-2004, 10-4-2004, 21-5-2004, 11-6-2004, 12-7- 2004, 26-8-2004, 26-10-2004, 30-11-2004, 12-1-2005 και 5-3-2005 (11.865,81 ευρώ Χ 11 δόσεις), όπως άλλωστε και συνομολογείται. 'Εν συνεχεία, η μισθώτρια έπαυσε να καταβάλει τις ανωτέρω δόσεις, δεδομένου ότι εκδόθηκε η 503/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προαναφερθείσα 2166/2003 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (περί αναπροσαρμογής του μισθώματος) και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση εκ νέου στο παρόν Δικαστήριο, ενώ και η προαναφερόμενη (10343/2003) διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε με την 2671/2005 απόφαση του Μον/λούς Πρωτ/κείου Αθηνών.

Ακολούθως, με κλήση της μισθώτριας εταιρείας εισήχθη εκ νέου η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο (Εφετείο) και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1597/2006 απόφασή του, με την οποία καθορίστηκε το ποσοστό της αναπροσαρμογής του μισθώματος της επίδικης μίσθωσης σε 6% ετησίως επί του καταβαλλόμενου κατά το προηγούμενο (μισθωτικό) έτος, από της επίδοσης της από 21-6-1999 αγωγής.

Με βάση πλέον την τελεσίδικη αυτή απόφαση εκδόθηκε, μετά από αίτηση του εκμισθωτή ΤΑΠΠΕΛ (ήδη ΤΑΠΙΤ) η προσβαλλόμενη (7459/2007) διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε η μισθώτρια εταιρία να καταβάλει στο τελευταίο (ΤΑΠΠΕΛ) το συνολικό ποσό των 321.486,88 ευρώ, για οφειλόμενες διαφορές μισθωμάτων από το μήνα Ιούλιο 1999 μέχρι και Δεκέμβριο 2006 καθώς και ολόκληρο το μίσθωμα του Φεβρουάριου 2007.

Κατά αυτής της διαταγής πληρωμής, άσκησε η εκκαλούσα μισθώτρια εταιρία την κρινόμενη από 21-9-2007 ανακοπή, με την οποία ζήτησε την ακύρωσή της για τους ειδικότερα αναφερόμενους λόγους, μεταξύ των οποίων και λόγω συμψηφισμού ανταπαιτήσεων της ίδιας (μισθώτριας) κατά του εκμισθωτή ΤΑΓΙΠΕΛ (εφεσίβλητου), εξαιτίας αχρεώστητης καταβολής επιπλέον ποσών ύψους 12.622,22 και 151.348,01 ευρώ, μετά την ακύρωση, κατά τα προαναφερθέντα, της προγενέστερα εκδοθείσας (10343/2003) διαταγής πληρωμής με την 2671/2005 απόφαση του Μον/λούς Πρωτ/κείου Αθηνών.

Επ' αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη 1528/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, μεταξύ άλλων,'(έγινε εν μέρει δεκτός ο σχετικός αυτός λόγος της ανακοπής και δέχθηκε απόσβεση απαιτήσεων του εκμισθωτή ΤΑΠΠΕΛ ποσού 41.144,91 ευρώ, με τον συμψηφισμό της ισόποσης ανταπαίτησης της ανακόπτουσας μισθώτριας από αδικαιολόγητο πλουτισμό (αιτία λήξασα), ακυρώνοντας εν μέρει την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και για το ποσό αυτό.

Κατά της απόφασης αυτής τα διάδικα μέρη άσκησαν εφέσεις, όπως προαναφέρθηκε και συγκεκριμένα η μισθώτρια εταιρία με την υπό κρίση από 12-9-2008 έφεσή της, παραπονείται, μεταξύ άλλων. με. σχετικό λόγο ότι δεν έγινε δεκτή στο σύνολο της η προταθείσα από την ίδια με λόγο ανακοπής, ένσταση συμψηφισμού προς τις απαιτήσεις του εφεσιβλήτου ΤΑΠΙΤ (πρώην ΤΑΠΠΕΑ) των αχρεωστήτως καταβληθέντων στο τελευταίο ποσών ύψους 12.622,22 και 151.348,01 ευρώ.

Πράγματι, από τα ίδια ως άνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι: Α) για το μισθωτικό έτος από Απρίλιο 2003 μέχρι και Μάρτιο 2004, η μισθώτρια εταιρία- εκκαλούσα κατέβαλε στον εφεσίβλητο-εκμισθωτή ΤΑΠΙΤ (πρώην ΤΑΠΠΕΛ), για δώδεκα μηνιαία μισθώματα, το συνολικό ποσό των 488.197,52 ευρώ, όπως άλλωστε προκύπτει και από την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής αλλά και συνομολογείται.

Όμως, δυνάμει της τελεσίδικης ως άνω 1597/2006 απόφασης περί αναπροσαρμογής μισθώματος του παρόντος Δικαστηρίου έπρεπε να καταβάλει για την ίδια ωςάνο) αιτία και για το αυτό μισθωτικό έτος, το συνολικό ποσό τω^499.306,80 ευρώ και συνακόλουθα οφείλεται από την μισθώτρια η διαφορά των 11.109,28 ευρώ (499.306,80- 488.197,52 ευρώ).

Η τελευταία, κατά το αυτό ως άνω μισθωτικό έτος και δη στις 12-2- 2004 και 11-3-2004, κατέβαλε, όπως προαναφέρθηκε, τις δύο πρώτες δόσεις των 11.865,81 ευρώ η καθεμία και συνολικά 23.731,621 ευρώ, σε εκτέλεση της ρύθμισης, που έγινε, κατά τα προεκτεθέντα, με το από 15-1- 2004 πρακτικό του Δ.Σ. του εφεσίβλητου-εκμισθωτή των οφειλομένων με βάση την εκδοθείσα 10343/2003 διαταγή πληρωμής, η οποία εν συνεχεία ακυρώθηκε με την ως άνω 2671/2005 απόφαση του Μον/λούς Πρωτ/κείου Αθηνών, γεγονός που συνομολογείται από τον εκμισθωτή ΤΑΠΠΕΛ, οπότε και δικαιούται τα ποσά αυτά, αφού έληξε η νόμιμη αιτία για τα οποία είχαν καταβληθεί, με βάση δηλαδή τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Κατά συνέπεια έχει καταβληθεί από την μισθώτρια εταιρία, για την αυτή μισθωτική περίοδο, η διαφορά των 12.622,34 ευρώ (23.731,62 -11.109,28 ευρώ). επιπλέον των οφειλομένων μισθωμάτων, όπως άλλωστε και δεν αμφισβητείται ειδικότερα. Και Β) για το επόμενο μισθωτικό έτος από Απρίλιο 2004 μέχρι και Μάρτιο 2005, η μισθώτρια εταιρία- εκκαλούσα κατέβαλε στον εφεσίβλητο-εκμισθωτή ΤΑΠΙΤ (πρώην ΤΑΠΠΕΛ), για δώδεκα μηνιαία μισθώματα, το συνολικό ποσό των (573.821 ευρώ, όπως προκύπτει από την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και δεν αμφισβητείται.

Όμως, δυνάμει της τελεσίδικης ως άνω 1597/2006 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου έπρεπε να καταβάλει, για την ίδια ως άνω αιτία και για το αυτό μισθωτικό έτος, το συνολικό 529.265,16 ευρώ. όπως συνομολογείται και από την ίδια την μισθώτρια με την κρινόμενη ανακοπή της, αλλά προκύπτει και από την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.

Η τελευταία, κατά το αυτό ως άνω μισθωτικό έτος και δη στις 10-4-2004, 21-5-2004, 11-6-2004, 12-7-2004, 26-8-2004, 26-10-2004, 30-11-2004, 12-1-2005 και 5-3-2005, κατέβαλε, κατά τα προαναφερθέντα, τις εννέα επόμενες δόσεις των 11.865,81 ευρώ η καθεμία και συνολικά (106.792,29 ευρώ ήτοι 11.865,81 ευρώ Χ 9 δόσεις (βλ. προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως σχετικές αποδείξεις), για τα οποία εν συνεχεία έληξε η νόμιμη αιτία καταβολής τους, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν και ως εκ τούτου τα δικαιούται με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Από την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής προκύπτει ότι στις καταβολές από την μισθώτρια εταιρία-ανακόπτουσα καταλογίστηκε εσφαλμένα μόνο το ποσό των 89.379 ευρώ και όχι το ανωτέρω καταβληθέν ποσό των 106.792,29 ευρώ, απορριπτομένων μετά ταύτα των αντιθέτων υποστηριζόμενων από το καθού - εκμισθωτή ως αβάσιμων.

Έτσι, αποδεικνύεται ότι καταβλήθηκε από την μισθώτρια-ανακόπτουσα, για την μισθωτική αυτή περίοδο, η διαφορά των 151.348,13 ευρώ (ήτοι 573.821 ευρώ + 106.792,29 ευρώ = 680.613,29 ευρώ - 529.265,16 ευρώ) επιπλέον των οφειλομένων μισθωμάτων. Ωστόσο, για το ίδιο μισθωτικό έτος (Απρίλιο 2004 έως Μάρτιο 2005) όπως και πάλι προκύπτει από την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής αλλά και συνομολογείται, για τον υπολογισμό των οφειλομένων τότε διαφορών μισθωμάτων, αφαιρέθηκε το συνολικό ποσό των 133.934,84 ευρώ, για καταβολές από μέρους της μισθώτριας - ανακόπτουσας, από τα επιδικασθέντα σε βάρος της με την διαταγή πληρωμής ποσά και συνεπώς η απαίτηση που διατηρεί η τελευταία ανέρχεται στη διαφορά των 17.413,29 ευρώ (ήτοι 151.348,13 - 133.934,84 ευρώ.

Δηλαδή η συνολική ανταπαίτηση της μισθώτριας εταιρίας- ανακόπτουσας. κατά του εκμισθωτή-καθού (ΤΑΠΙΤ), λόγω των εκ μέρους της καταβληθέντων, για αιτία λήξασα, κατά τις ως άνω δύο μισθωτικές περιόδους από Απρίλιο 2003 έως και Μάρτιο 2005), ανέρχεται σε 30.035.69 ευρώ ήτοι 12.622,34 + 17.413,29 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία και προτείνει σε συμψηφισμό με τις απαιτήσεις του καθού - εκμισθωτή ΤΑΠΙΤ (πρώην ΤΑΠΠΕΛ) για οφειλόμενες διαφορές μισθωμάτων από του χρόνου που συνυπήρξαν και συγκεκριμένα από Ιούλιο του 1999 μέχρι Μάρτιο του 2003, ποσού 40.657,72 ευρώ, οπότε και επήλθε ισόποση απόσβεση των αμοιβαίων αυτών απαιτήσεων, δεκτής γενομένης εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της προβαλλόμενης από την μισθώτρια με σχετικό λόγο ανακοπής και εν συνεχεία έφεσης ένστασης συμψηφισμού (κατ' άρθρ. 440-452 ΑΚ).

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε ότι αποσβέστηκαν οι ένδικες απαιτήσεις του καθού η ανακοπή- εκμισθωτή, για την αυτή ως άνω αιτία, κατά μεγαλύτερο ποσό (των 41.144,91 ευρώ), έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, πλην όμως, ενόψει του ότι η επιδίκαση μικρότερου ποσού από το Δικαστήριο τούτο καθιστά επιβλαβέστερη τη θέση της εκκαλούσας - ανακόπτουσας, πράγμα ανεπίτρεπτο από το άρθρο 536 παρ. 1 του Κ.ΠολΔ, δεν συντρέχει λόγος εξαφάνισης της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τούτο και γι' αυτό ο σχετικός (μοναδικός) λόγος της έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".

Ενόψει όμως των εκτεθέντων, με δεδομένου ότι με τη 294/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 3491/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνο κατά το προαναφερόμενο μέρος που απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να παράγεται δεδικασμένο ως προς τα λοιπά κεφάλαιά της, εφόσον οι περιεχόμενες στους ασκηθέντες πρόσθετους λόγους έφεσης αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είχαν ήδη απορριφθεί με την ως άνω αναιρετική απόφαση και αφορούν σε κεφάλαια της 3491/2012 απόφασης του Εφετείου, τα οποία δεν είχαν παραπεμφθεί ενώπιόν του με την ίδια αναιρετική απόφαση, ούτε συνέρχονται άρρηκτα με την παραπεμφθείσα ένσταση συμψηφισμού των επικαλούμενων ανταπαιτήσεων της αναιρεσείουσας προς τις απαιτήσεις του αναιρεσιβλήτου ταμείου, αλλά είχαν αμετακλήτως κριθεί με την 3491/2012 απόφασή του, απορρίπτοντας το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τους ενώπιόν του ασκηθέντες πρόσθετους λόγους έφεσης, που καλύπτονται από το δεδικασμένο της προηγούμενης απόφασης του, με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 14 και 16 Κ.ΠολΔ., όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα και οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά οικεία σκέλη τους, είναι αβάσιμοι.

Παράλληλα, με τους ίδιους λόγους αναίρεσης αποδίδονται στο Εφετείο πλημμέλειες από το άρθρο 559 παρ. 1, 8, 14, 16 και 19 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του α) άφησε παντελώς αδίκαστο το ζήτημα του χρόνου λήξης της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, β) δεν εξέτασε αυτεπαγγέλτως, ως όφειλε, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, την ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσίβλητου Ταμείου να ζητήσει και επιτύχει την έκδοση Διαταγής πληρωμής, δεχόμενο την ύπαρξη ενεργητικής νομιμοποίησης του Ταμείου και ύπαρξη απαίτησής του για δήθεν διαφορές μηνιαίου μισθωμάτων και μηνιαίο μίσθωμα, για το μετά την 8.4.2003 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η σύμβαση μίσθωσης είχε λήξει, οπότε δηλαδή δέχτηκε τη μη ύπαρξη απαραδέκτου, για ζήτημα όμως που υπήρχε απαράδεκτο, γ) αναιτιολόγητα απέρριψε σιωπηρώς, χωρίς να αντιμετωπίσει με οποιοδήποτε τρόπο το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης του Ταμείου να εμφανίζεται ως εκμισθωτής και να διεκδικεί ενδοσυμβατικές απαιτήσεις του από διαφορές μηνιαίων μισθωμάτων και μηνιαίο μίσθωμα, για το μετά την 8.4.2003 χρονικό διάστημα, με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, δ) δεν απάντησε στον ισχυρισμό της, ότι με την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής παραβιάστηκε δεδικασμένο της 3919/1997 αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε διαμορφωθεί το μίσθωμα από δρχ. 5.847.000 δρχ. 5.262.300, λόγω ελαττωμάτων του μισθίου, πλην όμως η απόφαση αυτή δεν αναφέρθηκε στην αίτηση έκδοσης της διαταγής πληρωμής, αλλά και στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ενώ εάν είχε ληφθεί υπόψη θα άλλαζε τελείως ο υπολογισμός του επίδικου μισθώματος με τις διαδοχικές αναπροσαρμογές του, αρχικά με 15% από το 1995 μέχρι το 1999 και μετέπειτα στο 6% δυνάμει της 1597/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, είναι δε άκυρη, κατόπιν τούτου, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, διότι δεν αναφέρεται στο ιστορικό της 3919/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ασκεί ουσιώδη επιρροή στον ορθό υπολογισμό του μισθώματος από την αρχή της μίσθωσης μέχρι και τα επίδικα χρονικά διαστήματα, ε) παρά το νόμο δέχθηκε ότι ήταν δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής για τα επίδικα μισθώματα, καθώς το αναιρεσίβλητο στην αίτησή του δεν είχε επικαλεστεί ούτε απέδειξε με έγγραφα το ληξιπρόθεσμο των μηνιαίων μισθωμάτων, που αναφέρονται σε αυτή, ώστε να είναι επιτρεπτή η έκδοση διαταγής πληρωμής.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που προαναφέρθηκαν μη συνεχόμενες αρρήκτως με το αναιρούμενο μέρος της 3491/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής απόφασης και δεν είναι πλέον επιτρεπτή η επαναφορά τους ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής.

Περαιτέρω το Εφετείο κρίνοντας επί της ένστασης συμψηφισμού, που παραπέμφθηκε ενώπιόν του με την 294/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου εντός των διαγραφομένων με την απόφαση αυτή ορίων, με τις ως άνω παραδοχές του δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 440-452 ΑΚ και επομένως δεν υπέπεσε σε κάποια από τις οριζόμενες στο άρθρο 559 παρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, την οποία άλλωστε ούτε η αναιρεσείουσα στο δικόγραφο της αίτησής της εξειδικεύει, προσδιορίζοντας επακριβώς το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, καθώς και την επίδραση που είχε το σφάλμα αυτό στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή την έννομη συνέπεια που καταγνώστηκε με βάση την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και δη την αοριστία του αιτήματός της για συμψηφισμό των τόκων που της οφείλει το αντίδικο ταμείο λόγω των παραπανίσιων καταβολών της, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν ερεύνησε το περί συμψηφισμού τόκων αίτημά της αναιρεσείουσας, με τον αντίστοιχο λόγο έφεσής της, ως ευρισκόμενο εκτός των ορίων της αναιρετικής διαδικασίας, αφού ως προς αυτά δεν είχε αναιρεθεί η προηγούμενη 3491/2012 απόφασή του, η οποία και παρήγαγε κατά τούτο αντίστοιχο δεδικασμένο, μετά την απόρριψη του σχετικού τέταρτου λόγου αναίρεσής της, κατά το πρώτο σκέλος του, με τη 294/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου και δεν ήταν πλέον επιτρεπτή η επανεξέτασή του από το Δικαστήριο της παραπομπής.

Εξάλλου, το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως πιο πάνω αναφέρεται, δεν στέρησε την απόφασή του αυτή από νόμιμη βάση, αλλά με πλήρεις σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των επικαλούμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 440 επ.

ΑΚ, κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του περί της μερικής παραδοχής της προβαλλόμενης από την αναιρεσείουσα, με τους αντίστοιχους λόγους ανακοπής και έφεσής της, ένστασης συμψηφισμού, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες, τις οποίες άλλωστε ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι αβάσιμος. Τέλος, οι προβαλλόμενες, με τον ίδιο (τρίτο) λόγο αναίρεσης πλημμέλειες, για παραβίαση από το Εφετείο των διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 16 και 20 ΚΠολΔ, σε σχέση με το περιεχόμενο της 1597/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, χωρίς όμως να περιέχονται στο αναιρετήριο τα αναγκαία για τη θεμελίωσή τους στοιχεία, είναι προεχόντως απαράδεκτες ως αόριστες, αλλά και επιπλέον απορριπτέες, ως στηριζόμενες σε εσφαλμένη προϋπόθεση, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση, περιοριζόμενη κατά τα εκτεθέντα, μόνο στην ένσταση συμψηφισμού της αναιρεσείουσας, καλύπτεται κατά τα λοιπά από το δεδικασμένο της 3491/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, όπως επικυρώθηκε από την 294/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου για τα μη αναιρεθέντα κεφάλαιά της, αποκλειομένης της επανεξέτασης τους από το Δικαστήριο της παραπομπής.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την σχετική έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24.3.2017 αίτηση της εταιρείας "... Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1273/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία, ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ