1298/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1298/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 26-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι και να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναιρέσεως.
Full text
Απόφαση 1298 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1298/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Κατσίφα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Στέργιο Σπυρόπουλο και Ζωγραφιά Ευαγγελίδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3311/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2041/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-4-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 26-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι και να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ ΑΠ 27 και 28/ 1998).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1209, 1210, 1211 εδ. β’ , 1218 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται συμπληρωματικώς προς τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 35 - 47 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", όταν το ενέχυρο συνιστάται προς ανώνυμη εταιρία, περιεχόμενο και σκοπός του ενεχύρου είναι η προνομιακή ικανοποίηση της ασφαλιζόμενης απαίτησης από την αξία του ενεχυριασμένου πράγματος.
Και τούτο γιατί το ενέχυρο είναι δικαίωμα αξίας, η οποία θα πάρει τη μορφή του πλειστηριάσματος όταν το πράγμα εκποιηθεί αναγκαστικά με πρωτοβουλία του δανειστή. Ενέχυρο μπορεί να συσταθεί και επί ανωνύμων τίτλων, οπότε σύμφωνα με το άρθρο 1244 ΑΚ εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ενεχύρου κινητών, δηλαδή ως προς τη σύσταση του δικαιώματος του ενεχύρου, την ενεχυρική σχέση, την εκποίηση και την απόσβεση του ενεχύρου εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του ΑΚ περί ενεχύρου κινητών πραγμάτων, εκτός αν από ειδική διάταξη προκύπτει αντίθετη ρύθμιση.
Εξάλλου, από τα άρθρα 297, 298, 330, 1224 εδ. α’ , 1235 αρ. 1, 1243 αρ. 1 και 1256 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Ο ενεχυρούχος δανειστής έχει υποχρέωση να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία στον ενεχυραστή, αυτός δικαιούται αποζημίωση με βάση την ευθύνη από τη σύμβαση ενεχύρου.
Εξάλλου, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (Ολ.
ΑΠ. 967/1973). Περαιτέρω, από τη διάταξη του τελευταίου αυτού άρθρου προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και του αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (αρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει σ’ αυτήν ότι υπήρξε ο ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος μέχρι τον Ιούνιο 2002 και απλό μέλος του διοικητικού συμβουλίου μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου του έτους 2002, οπότε και παραιτήθηκε από τη θέση του, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...
A.E.", που είχε ως αντικείμενο την εμπορία συστημάτων προηγμένης τεχνολογίας και ήδη έχει υπαχθεί στο καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 46 ν. 1892/1990. Ότι στις 24-9-1999 κατάρτισε σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 771.826,85 ευρώ και στις 17-4-2000 έγγραφη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, η οποία ανήλθε κατά μήνα Φεβρουάριο 2007 με τις αυξητικές της αρχικής συμβάσεις στο ποσόν των 2.934.703,86 ευρώ.
Ότι προς εξασφάλιση των ως άνω πιστώσεων ο ενάγων παρέσχε εμπράγματη ασφάλεια, και συγκεκριμένα ενεχυρίασε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη 272.600 ανώνυμες μετοχές του της εταιρείας "... A.E.", η οποία ήταν εισηγμένη στο χρηματιστήριο. Ότι μετά την αποχώρησή του από τη διοίκηση της ως άνω εταιρείας και παρά το γεγονός ότι εξυπηρετούσε με συνέπεια τα δάνειά του προς την εναγομένη, επιδίωξε κατ’ επανάληψη, και ειδικότερα κατά μήνα Ιανουάριο 2003, μέσω συναντήσεων και επαφών με ανώτατα στελέχη της, να προβεί αυτή, ως κάτοχος των ενεχυριασμένων μετοχών του, στη σταδιακή πώληση τούτων μέχρι τέλους Μαρτίου 2003, γιατί λόγω της πλημμελούς διοικήσεως της εταιρείας "...
A.E." και της κακής οικονομικής της πορείας, την οποία γνώριζε αυτός λόγω της προηγούμενης ιδιότητάς του, ήταν βέβαιο ότι η εν λόγω εταιρεία θα οδηγείτο στην οικονομική κατάρρευση, με περαιτέρω επακόλουθο οι μετοχές του να απολέσουν κάθε αξία, ενώ με την πώλησή τους μέχρι τέλους Μαρτίου 2003 αντί τιμήματος 0,70 ευρώ ανά μετοχή θα επιτύγχανε ισόποση κατά το προϊόν της εκποιήσεως μείωση του χρεωστικού υπολοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού και του δανείου που είχε λάβει από την εναγομένη.
Ότι η τελευταία, παρότι η εκποίηση μετοχών, που κατέχουν οι τράπεζες λόγω ενεχύρου, αποτελεί πάγια τακτική τους και παρόλο που την επικείμενη οικονομική κατάρρευση και την έξοδο από το χρηματιστήριο της εκδότριας των μετοχών εταιρείας "... A.E.", γνώριζε και η ίδια, και σε κάθε περίπτωση όφειλε να γνωρίζει μέσω και της σχετικής ενημερώσεως που της έγινε από τον ενάγοντα, ωστόσο από δόλο αλλιώς από βαριά αμέλεια των οργάνων της παρέλειψε να τις πωλήσει σταδιακά κατά το χρονικό διάστημα από 15-1-2003 έως 31-3-2003, με αποτέλεσμα στις 8-8-2003, οπότε και ανεστάλη η διαπραγμάτευση της μετοχής της ως άνω εταιρείας στο χρηματιστήριο, η εναγομένη να διατηρεί στο χαρτοφυλάκιό της τις ως άνω μετοχές με μηδενική αξία και έτσι από υπαιτιότητα των υπαλλήλων της κατέστη αδύνατη η αντίστοιχη μείωση του χρεωστικού υπολοίπου από τον αλληλόχρεο λογαριασμό και το στεγαστικό δάνειο.
Με βάση τα περιστατικά αυτά και μετά την τροπή του αιτήματος σε αναγνωριστικό ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής: α) 190.820 ευρώ ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από τη μη πώληση των 272.600 μετοχών του με βάση τη μέση τιμή των 0,70 ευρώ εκάστης μετοχής κατά το ως άνω διάστημα, το οποίο μετά βεβαιότητας και κατά τις συνήθεις περιστάσεις θα εισέπραττε η εναγομένη από την εκποίησή τους, με αντίστοιχη ισόποση απόσβεση της οφειλής του ως πιστούχου, β) 42.201 ευρώ ως τόκους για το χρονικό διάστημα από Μάρτιο 2003 έως τέλους του έτους 2007 του ως άνω απολεσθέντος κεφαλαίου λόγω μη εκποιήσεως των μετοχών του, (-κονδύλιο το οποίο ωστόσο απορρίφθηκε ως μη νόμιμο με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δεν προσβλήθηκε με λόγο εφέσεως από τον αναιρεσείοντα-), γ) 77.400 ευρώ ως ζημία την οποία υπέστη, όταν κατόπιν πιέσεων της εναγομένης, η οποία εκμεταλλεύθηκε τη δυσχερή οικονομική του θέση, εξαναγκάσθηκε να της πωλήσει την επικαρπία που διέθετε επί του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου, ψιλής κυριότητας της θυγατέρας του, αντί τιμήματος 1.000.000 ευρώ, ενώ η πραγματική του αξία ήταν 1.193.500 ευρώ, και το ποσόν της ζημίας του ισοδυναμεί με την αξία της επικαρπίας του στο απολεσθέν τίμημα, και δ) 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του, και συγκεκριμένα της επαγγελματικής και κοινωνικής του υπόληψης από την αδικοπραξία της εναγομένης.
Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη. Ειδικότερα, δεν συνιστά παράνομη πράξη εκ μέρους της αναιρεσίβλητης το γεγονός ότι αυτή, ως ενεχυρούχος δανείστρια, δεν εκποίησε κατά το χρονικό διάστημα από 15-1-2003 έως 31-3-2003 τις μετοχές της εταιρείας "... A.E.", που της είχε ενεχυράσει ο αναιρεσείων, ως κύριος των μετοχών τούτων, παρά την ιστορούμενη προς αυτήν εντολή και συναίνεσή του, και συνακόλουθα δεν θεμελιώνεται ευθύνη αυτής προς αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη ο ίδιος, συνιστάμενη στην εκμηδένιση της αξίας των μετοχών του στις αρχές Αυγούστου 2003 και στη μη απομείωση του χρέους του προς την αναιρεσίβλητη - εναγομένη κατά το ισόποσο του προϊόντος εκποιήσεως των μετοχών, αν είχε συμμορφωθεί προς την εντολή του.
Πράγματι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει υποχρέωση να φυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά του τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση της απαιτήσεως, και μόνο εφόσον απειλείται ουσιώδης μείωση της αξίας του ενεχύρου (πράγματος ή απαιτήσεως) παρέχεται το δικαίωμα και δεν δημιουργείται υποχρέωση στον εκάστοτε ενεχυρούχο δανειστή να ζητήσει από το δικαστήριο να του παρασχεθεί η άδεια να πωλήσει το ενέχυρο με πλειστηριασμό, εκτός αν ο ενεχυραστής οφειλέτης συμπληρώσει την ασφάλεια μέσα στην εύλογη προθεσμία που του τάσσεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη για έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραλείψεως της αναιρεσίβλητης να προβεί στην εκποίηση των ενεχυρασμένων μετοχών κατά το χρόνο της σχετικής εντολής και στη ζημία που προκλήθηκε στον αναιρεσείοντα από την εκμηδένιση της αξίας τους σε μεταγενέστερο χρόνο, με το αιτιολογικό ότι η αξία των εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών είναι συνέπεια της διαπραγμάτευσής τους ως χρηματοπιστωτικών μέσων και λόγω της φύσεώς τους η αξία αυτή κυμαίνεται με βάση καθημερινά μεταβλητά στοιχεία, όπως το διατραπεζικό επιτόκιο, οι χρηματιστηριακοί δείκτες, αλλά και οι κερδοσκοπικοί και πολιτικοί παράγοντες, και ότι συνακόλουθα η απομείωση της αξίας των μετοχών αυτών δεν μπορεί να αποδοθεί σε πταίσμα της ενεχυρούχου δανείστριας.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα κατ’ άρθρο 578 ΚΠολΔ κατέληξε σε ορθό διατακτικό, και συνακόλουθα οι από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (και όχι από τον αρ. 8 κατ’ ορθή εκτίμηση) πρώτος και δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, για έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου, με την προαναφερθείσα αιτιολογία, είναι αβάσιμοι.
Επίσης ο δεύτερος ως άνω λόγος κατά το οικείο μέρος του από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου που αποδίδει επικουρικά στην προσβαλλόμενη ανεπαρκή αιτιολογία σε σχέση με αυτά που δέχθηκε στη μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι ο λόγος αυτός θεμελιώνεται μόνον όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογικών υπάρχει στις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια για εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων περί ενεχύρου. Ειδικότερα επικαλείται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο απορριπτικό της ένδικης αγωγής πόρισμα, δέχθηκε με επάλληλη αιτιολογία, ότι η αναιρεσίβλητη είχε το δικαίωμα εκποιήσεως του ενεχύρου μόνο ύστερα από άδεια του δικαστηρίου, ενώ αν ερμήνευε ορθά τις διατάξεις περί ενεχύρου έπρεπε να δεχθεί ότι είχε αυτή το δικαίωμα να προβεί στην εκποίηση του ενεχύρου μετά από τη δική του εντολή και συναίνεση, λόγω του ότι απειλείτο ουσιώδης μείωση της αξίας του.
Ο λόγος αυτός προεχόντως είναι αλυσιτελής, εφόσον, μετά την απόρριψη, κατά τα ανωτέρω, των πρώτου και δευτέρου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, κατέστη ατελέσφορη η προσβολή της κύριας αιτιολογίας, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ ΑΠ 25/2003). Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον, σύμφωνα με τη σαφή διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 1228 ΑΚ, παρέχεται το δικαίωμα και δεν θεμελιώνεται υποχρέωση στον εκάστοτε ενεχυρούχο δανειστή, εφόσον απειλείται ουσιώδης μείωση της αξίας του, να ζητήσει από το δικαστήριο να του παρασχεθεί η άδεια να πωλήσει το ενεχυρασθέν πράγμα με πλειστηριασμό, εκτός αν ο ενεχυραστής οφειλέτης συμπληρώσει την ασφάλεια μέσα στην εύλογη προθεσμία που του τάσσεται.
Οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα διατάξεις των άρθρων 1224 και 1254 ΑΚ, οι οποίες διαλαμβάνουν για την έλλειψη δυνατότητας διαθέσεως του ενεχυράσματος εκ μέρους του ενεχυρούχου δανειστή χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του ενεχυραστή οφειλέτη, δεν μπορούν να δημιουργήσουν επιχείρημα a contrario ότι σε περίπτωση που συναινεί ο ενεχυραστής οφειλέτης υποχρεούται ο ενεχυρούχος δανειστής να διαθέσει το ενέχυρο.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Απριλίου 2014 αίτηση του Α. Ζ. για αναίρεση της 2041/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, και τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ