Legislator Case Law & Legislation
1298/2016 AI generated

1298/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1298/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη - Eισηγητή και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1298/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η βλάβη με την επέλευση της οποίας τελειώνεται το αδίκημα είναι δυνατόν να επέλθει, τόσο από ενέργεια δικηγόρου όσο και από παράλειψη (ΑΠ 1374/2009).

Keywords

AI generated
fraudulent insurance claim brokerage fee extortion of excessive official fees offenses against legal certainty vehicle keeper party costs of attorney
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1298 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1298/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη - Eισηγητή και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Η. Μ. του Μ., κατοίκου ..., που παρέστη αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 12/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Το Πενταμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2015 κοινή αίτησή του αναιρέσεως η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 55/2016.

Αφού άκουσε

Τον αναιρεσείοντα που παρέστη αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, από 23-3-2015 αίτηση του Η. Μ. του Μ., για αναίρεση της 12/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου, με την οποία αυτός (αιτών) καταδικάσθηκε, για απιστία δικηγόρου κατά συρροή δια παραλείψεως, σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια, ασκήθηκε νομότυπα, εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, περιέχουσα ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ, Ε και Β Κ.Π.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 233 εδ. α’ του ΠΚ δικηγόρος ή άλλος νομικός παραστάτης που βλάπτει με πρόθεσή του εκείνον, των συμφερόντων του οποίου έχει αναλάβει τη νομική προστασία, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Κατά δε το εδαφ. Β’ της άνω διάταξης αν όμως ενήργησε αφού συνεννοήθηκε με αυτούς που έχουν αντίθετα συμφέροντα ή επιδιώκοντας κέρδος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

Από την παραπάνω διάταξη (233 εδ. α’ ) προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας δικηγόρου απαιτείται: α) η ιδιότητα του δράστη ως δικηγόρου, ή άλλου νομίμου συμπαραστάτη β) η ανάθεση σ’ αυτόν υπόθεσης με εντολή ή με έμμισθη εντολή ακόμη και ενέργεια στα πλαίσια της εντολής, που η υπόθεση μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη γ) η από πρόθεση πρόκληση βλάβης των συμφερόντων εκείνου του οποίου έχει αναλάβει τη νομική προστασία η οποία μπορεί να μην είναι αποκλειστικά περιουσιακή δ) ενέργεια στα πλαίσια του επαγγέλματος του δικηγόρου και όχι άσχετη με αυτό (ΑΠ 1128/2004).

Η βλάβη με την επέλευση της οποίας τελειώνεται το αδίκημα είναι δυνατόν να επέλθει, τόσο από ενέργεια δικηγόρου όσο και από παράλειψη (ΑΠ 1374/2009).

Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ’ αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις, με ης οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ και εν σχέσει προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ’ είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίστανται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού της (ΑΠ 180/2014, ΑΠ 1213/2014) δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1499/2013, ΑΠ 303/2013).

Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠοινΔ εσφαλμένη ερμηνεία ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτής, όταν ο δικαστής, χωρίς να την παρερμηνεύει, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά της τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, αλλά σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Υπάρχει τέτοια περίπτωση και όταν η ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, όπως συμβαίνει, όταν στην απόφαση δεν αναφέρονται κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο τα πιο πάνω περιστατικά ή, κατά την παράθεση αυτών, υπάρχει αντίφαση είτε μεταξύ αυτών στην αιτιολογία που τα περιέχει είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, κατά τρόπο ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 257/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 12/2015 απόφασή του με συνδυασμό του σκεπτικού και διατακτικού της που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα, την 15-10-2008 μέχρι 2-8-2013, τυγχάνοντας δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Χίου με περισσότερες από μία πράξεις έβλαψε με πρόθεση εκείνους, των συμφερόντων των οποίων είχε αναλάβει τη νομική προστασία.

Συγκεκριμένα, όντας υποχρεωμένος με την παραπάνω ιδιότητά του, κατά το άρθρο 46 του Κώδικα περί Δικηγόρων, να εκτελεί ανατεθειμένη σ’ αυτόν εντολή ευσυνειδήτως και επιμελώς και να μην παραμελεί την εκτέλεσή της, στην Αθήνα την 15-10-2008, ενώ είχε αναλάβει την νομική προστασία του πρώτου των εγκαλούντων, κατοίκου ..., σχετικά με την εκδίκαση της με αριθμό κατάθεσης 57720/2008 αγωγής αποζημίωσης του εγκαλούντος από τροχαίο ατύχημα κατά των 1)Α.

Α. του Ι., κατοίκου περιοχής εργατικών ..., 2)της στην Αθήνα εδρεύουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", 3)της στην Αθήνα εδρεύουσας εταιρίας με την επωνυμία "..." και 4)Σ. Κ. του Α., κατοίκου της πόλης της …, το οποίο τροχαίο ατύχημα είχε λάβει χώρα την 12-5-2007 στην πόλη της Χίου (στην περιοχή ...), ματαίωσε την εκδίκαση της προαναφερόμενης-αγωγής του - Ι.

Π., χωρίς σχετική εντολή του τελευταίου και χωρίς να τον ενημερώσει σχετικά, ενώ δεν την επανέφερε ποτέ προς συζήτηση, διαβεβαιώνοντας αυτόν, αντιθέτως, ότι τάχα όλα έβαιναν καλώς, με αποτέλεσμα να υποστούν βλάβη τα συμφέροντα του εγκαλούντος - ενάγοντος, διότι, εξαιτίας της προπεριγραφόμενης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, παραγράφηκαν οι προβληθείσες με την αγωγή αξιώσεις του ενάγοντος από το ως άνω τροχαίο ατύχημα σε βάρος των ανωτέρω εναγομένων.

Επίσης, κατά το χρονικό διάστημα από 15-10-2008 μέχρι 2-8-2013, ενώ είχε αναλάβει την νομική προστασία της εγκαλούσας Π. Χ. Μ., κατοίκου ..., σχετικά με την διεκδίκηση των αξιώσεών της από το ανωτέρω τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο αυτή είχε τραυματιστεί σοβαρά, δεν προέβη στην έγερση αγωγής κατά των υπευθύνων κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, παρά το γεγονός ότι η τελευταία του είχε δώσει σχετική εντολή και είχε προκαταβάλει αμοιβή 300 Ε, (που καταβλήθηκε σε συνεργάτη του, δικηγόρο Αθηνών) διαβεβαιώνοντάς την καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα για το αντίθετο, καθώς και ότι η υπόθεσή της έβαινε καλώς, με αποτέλεσμα να βλάψει τα συμφέροντα της, καθόσον, όταν η τελευταία ανακάλυψε ότι ο ίδιος δεν είχε προβεί σε καμία ενέργεια σχετικά με την έγερση της ανωτέρω αγωγής, οι αξιώσεις της από το ανωτέρω τροχαίο ατύχημα είχαν παραγραφεί, αποτέλεσμα την επέλευση του οποίου ο ίδιος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει.

Ο κατηγορούμενος επιχειρεί να δικαιολογήσει το γεγονός ότι προέβη σε ματαίωση συζήτησης της αγωγής του 1ου εγκαλούντος, χωρίς σχετική εντολή του, καθώς και το γεγονός ότι δεν κατέθεσε την αγωγή της 2ης, με το επιχείρημα ότι οι εντολείς του δεν προσήλθαν στο γραφείο του για την υπογραφή ιδιωτικού συμφωνητικού καθορισμού δικηγορικής αμοιβής.

Ο ισχυρισμός του, ωστόσο, αυτός αναιρείται από το γεγονός ότι, όπως αποδείχθηκε, σε χρόνο κατά πολύ μεταγενέστερο της δικασίμου της αγωγής, παραστάθηκε αυτός στο ποινικό δικαστήριο κατά τη συζήτηση της συναφούς ποινικής υπόθεσης, γεγονός το οποίο δεν δικαιολογεί την κατά τους ισχυρισμούς του, αποστασιοποίησή του από την υπόθεση των εντολέων του εξ αιτίας της έλλειψης υπογραφής συμφωνητικού της αμοιβής του.

Ο ισχυρισμός του, επίσης, ότι παρέστη στο ποινικό δικαστήριο σε αρκετά μεταγενέστερο χρόνο, προκειμένου να βοηθήσει τους εντολείς του, αντιφάσκει και ως εκ τούτου αποδυναμώνει τον προηγούμενο ισχυρισμό του, για μη σύναψη συμφωνίας διεξαγωγής της δίκης και καθορισμού της αμοιβής του και της εντεύθεν αδράνειας του για την άσκηση και εκδίκαση αγωγής στα πολιτικά δικαστήρια.

Ο ισχυρισμός του, τέλος, ότι είχε δανείσει στους εγκαλούντες, εντολείς του χρηματικά ποσά, τα οποία δεν του επέστρεψαν, δεν αποδείχτηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο και αντιστρατεύεται άλλωστε προς τα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας, αφού δεν συνηθίζεται οι νομικοί σύμβουλοι να προβαίνουν σε δανεισμό των εντολέων τους και μάλιστα χωρίς αποδεικτικό έγγραφο.

Σε κάθε δε περίπτωση, αλυσιτελώς ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται, διότι δεν ασκεί επιρροή στην ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου και δεν τον απαλλάσσει από το καθήκον πίστεως και την υποχρέωση επιμέλειας των υποθέσεων των εντολέων του. Σε περίπτωση, άλλωστε, που δεν επιθυμούσε ο κατηγορούμενος να διεκπεραιώσει την ως άνω υπόθεση, αντί καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα να διαβεβαιώνει και να καθησυχάζει τους εντολείς του, ότι όλα βαίνουν καλώς με την πορεία και την εξέλιξη της υπόθεσής, όφειλε να ενημερώσει τους εντολείς του, ότι απεκδύεται των καθηκόντων του, ούτως ώστε αυτοί να έχουν τη δυνατότητα προσφυγής και ανάθεσης της υπόθεσης σε άλλον νομικό παραστάτη, κατά τον χρόνο που η αξίωσή τους ήταν ενεργός.

Αντιθέτως, όπως ήδη σημειώθηκε, ματαίωσε τη συζήτηση της αγωγής του 1ου εγκαλούντος χωρίς την εντολή και συναίνεση αυτού και χωρίς να ασκήσει έκτοτε άλλη διαδικαστική πράξη και δεν άσκησε ποτέ την αγωγή της 2ης. Οι ανωτέρω πράξεις του αντιβαίνουν στη νόμιμη υποχρέωσή του, που πηγάζει από το άρθρο 46 του Κώδικα περί Δικηγόρων να εκτελεί την ανατεθειμένη σ’ αυτόν εντολή ευσυνειδήτως και να μη παραμελεί την εκτέλεσή της.

Με τα δεδομένα αυτά στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά το πλημμέλημα της απιστίας, το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο δικηγόρο και πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος και να του αναγνωρισθεί όπως και πρωτοδίκως, το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου ...". Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στην Αθήνα την 15-10-2008 και στη Χίο, κατά το χρονικό διάστημα από 15-10-2008 μέχρι 2-8-2013 με περισσότερες από μία πράξεις του, όντας δικηγόρος έβλαψε με πρόθεση εκείνους των συμφερόντων των οποίων είχε αναλάβει τη νομική προστασία.

Συγκεκριμένα όντας δικηγόρος και υποχρεωμένος με βάση το άρθρο 46 του Κώδικα περί Δικηγόρων να εκτελεί την ανατεθειμένη σ’ αυτόν εντολή ευσυνειδήτως και επιμελώς και να μην παραμελεί την εκτέλεση της ανατεθειμένης σ’ αυτόν εντολής: α) Στην Αθήνα την 15-10-2008, ενώ είχε αναλάβει τη νομική προστασία του Ι.

Π. του Χ., κάτοικο ..., σχετικά με την εκδίκαση της με αριθμό κατάθεσης 57720/2008 αγωγής αποζημίωσής του από τροχαίο ατύχημα κατά των: 1) Α. Α. του Ι. κατοίκου περιοχής εργατικών ..., 2)της στην Αθήνα εδρεύουσας ανώνυμης ασφαλιστικής -εταιρίας με την επωνυμία "...", 3)της στην Αθήνα εδρεύουσας εταιρίας με την επωνυμία "..." και 4)Σ.

Κ. του Α., κάτοικου της πόλης της Χίου, το οποίο τροχαίο ατύχημα είχε λάβει χώρα την 12-5- 2007 στην πόλη της Χίου στην περιοχή ..., ματαίωσε την εκδίκαση της προαναφερόμενης αγωγής του ανωτέρω, Ι. Π., χωρίς σχετική εντολή του τελευταίου και χωρίς να τον ενημερώσει σχετικά και δεν την επανέφερε ποτέ, διαβεβαιώνοντας τον αντιθέτως ότι όλα έβαιναν καλώς, με αποτέλεσμα να υποστούν βλάβη τα συμφέροντα του τελευταίου, διότι εξαιτίας της συμπεριφοράς του, παραγράφτηκαν οι αξιώσεις του Ι.

Π., εκ του τροχαίου ατυχήματος σε βάρος των ανωτέρω εναγομένων.

β)Στην Χίο κατά το χρονικό διάστημα από 15-10-2008 μέχρι 2-8- 2013 ενώ είχε αναλάβει την νομική προστασία της Π. Χ. Μ., κάτοικου Χίου, σχετικά με την διεκδίκηση των αξιώσεων της από τροχαίο ατύχημα που είχε λάβει χώρα την 12-5-2007 στην Χίο στην περιοχή ..., κατά το οποίο η Π. Χ. Μ. είχε τραυματιστεί σοβαρά, δεν προέβη στην έγερση αγωγής κατά των υπευθύνων κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, παρά το γεγονός ότι η τελευταία του είχε δώσει σχετική εντολή, διαβεβαιώνοντάς την καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, για το αντίθετο, καθώς και ότι η υπόθεσή της έβαινε καλώς, με αποτέλεσμα να βλάψει τα συμφέροντά της, καθόσον όταν η τελευταία ανακάλυψε ότι ο ίδιος δεν είχε προβεί σε καμία ενέργεια σχετικά με την έγερση της ανωτέρω αγωγής, οι αξιώσεις της από το ανωτέρω ατύχημα είχαν παραγραφεί, αποτέλεσμα την επέλευση του οποίου ο ίδιος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει.

Δέχεται ότι ο κατηγορούμενος, έζησε έως το χρόνο τελέσεως των ανωτέρω πράξεων έντιμη, ατομική, οικογενειακή επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.

Από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου διέλαβε σ’ αυτήν την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείου του εγκλήματος της απιστίας δικηγόρου κατά συρροή και δια παραλείψεως, για το οποίο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που θεμελιώνουν την αξιόποινη αυτή πράξη και τους νομικού συλλογισμού με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική διάταξη (άρθρ. 233 του ΠΚ την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρεται η ιδιότης του δράστη ως δικηγόρου, η ανάθεση σ’ αυτόν της ένδικης υποθέσεως, η πρόκληση βλάβης στα συμφέροντα των αναθεσάντων τις ένδικες υποθέσεις και η από πρόθεση πρόκληση βλάβης, με παράλειψη, του αναιρεσείοντος που έγινε στα πλαίσια του επαγγέλματός του ως δικηγόρου.

Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 § 1Δ’ και Ε’ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας νόμιμη βάση και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι εμφιλοχώρησε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο απόλυτη ακυρότητα, συνιστάμενη στη μη ανάγνωση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, της εκκαλούμενης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου και των ταυταρίθμων με αυτή πρακτικών συνεδριάσεως.

Κατά το άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠΔ "αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στις περιπτώσεις των άρθρων 340 παρ. 1 και 501 παρ. 3 η συζήτηση αρχίζει και ο Εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση .... Σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ...

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η ανάγνωση στην κατ’ έφεση δίκη των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των περιεχομένων σε αυτό καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν είναι υποχρεωτική, πλην όμως η μη ανάγνωση αυτών επάγεται ακυρότητα, μόνον αν ζητηθεί η ανάγνωσή τους και το δικαστήριο παρά το νόμο δεν επέτρεψε αυτή (ΑΠ 736/10, 491/2013) περιπτώσεις που δεν υφίστανται εν προκειμένω.

‘ Οσον αφορά την αιτίαση περί μη ανάγνωσης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της εκκαλουμένης, υπ’ αριθμ. 5/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορ. Αιγαίου και της εκ του λόγου τούτου επισυμβάσης στο ακροατήριο ακυρότητας λεκτέα τα εξής: Στα πρακτικά συνεδριάσεως της υπ’ αριθμ. 12/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου) αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "Ο Εισαγγελέας αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο είπε ότι η υπόθεση εισάγεται μετά από έφεση του κατηγορουμένου κατά της 5/2014 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου.

Ανέπτυξε την έφεση και πρότεινε να γίνει δεκτή. Από την προαναφερθείσα περικοπή, που αναφέρεται, ως ελέχθη, στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι μετά την εισαγωγή και ανάπτυξη της εφέσεως, από τον Εισαγγελέα, κατά τις 5/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αυτονόητη η ανάγνωση της εκκαλούμενης απόφασης και των πρακτικών αυτής καθώς και η συνεκτίμηση όσων διαλαμβάνονται σ’ αυτά (βλ.

και ΑΠ 491/2013). Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 510 παρ. 1 περ. Α’ ). πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Μετά από όλα αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-3-2015, υπό κρίση, αίτηση του Η. Μ. του Μ., δικηγόρου, κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της 12/14-1-2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Βορείου Αιγαίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ