Legislator Case Law & Legislation
1298/2015 AI generated

1298/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1298/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1298/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1298 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1298/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Χ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Καρακίτσιο και 2) Μ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Καρακίτσιο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) E. (Έ.) B. (Μ.) του F. (Φ.), 2) M. (Μ.) B. (Μ.) του H. (Χ.), 3) F. (Φ.) B. (Μ.) του K. (Κ.), 4) T. (Τ.) B. (Μ.) του R. (Ρ.), 5) H. (Χ.) B. (Μ.) του T. (Τ.), 6) L. (Λ.) B. (Μ.) του P. (Π.), όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 7) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού εκ του νόμου διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανεκλήθη οριστικώς για παράβαση νόμου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Μανουσάκη και Αργυρώ Γρατσία - Πλατή, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2009 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης, 3ου, 4ης, 5ου και 6ης των αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς και συνεκδικάστηκε με την από 12-10-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2010 μη οριστική και 98/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 106/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-6-2014 αίτησή τους και τους από 22-4-2015 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε α) την από 29-1-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης και β) την από 14-5-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των από 22-4-2015 προσθέτων λόγων της από 6-6-2014 αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι του 7ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους (ΑΠ 7/2007), αν υπάγονται, κατά κανόνα, στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει για τους λόγους που αναφέρονται στην ανωτέρω νομική σκέψη να συνεκδικασθούν οι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εκκρεμείς υποθέσεις και συγκεκριμένα η από 6.6.2014 αίτηση για αναίρεση της 106/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων και οι από 22.4.2015 πρόσθετοι λόγοι αυτής.

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 106/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από ζημιές από αυτοκίνητο κατ' αντιμωλία των διαδίκων επί των από 6-6-2013 και 12-6-2013 εφέσεων, που άσκησαν οι αναιρεσείοντες και το έβδομο των αναιρεσιβλήτων ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", αντιστοίχως, καθώς και των δύο αντεφέσεων των έξι (6) πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά της 98/ 2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς.

Με την 98/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς: α) απορρίφθηκε η από 12-10-2009 (και με αριθμό κατάθ. 1538/15-10-2009) αγωγή των εναγόντων - εκκαλούντων της πρώτης έφεσης και ήδη αναιρεσειόντων κατά του πρώτου εναγομένου, πρώτου εφεσίβλητου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου E. (Ε.) B. (Μ.) και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." στην δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχος το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" και ήδη έβδομο αναιρεσίβλητο και β) έγινε εν μέρει δεκτή η από 9-2-2009 (και με αριθμό κατάθ. 223/10-2-2009) αγωγή των έξι (6) πρώτων εναγόντων, των έξι (6) πρώτων εφεσίβλητων της πρώτης από 6-6-2013 εφέσεως και ήδη έξι (6) πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." στην θέση της οποίας υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχος το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" και ήδη έβδομο αναιρεσίβλητο.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του: α) απέρρριψε τις δύο (2) αντεφέσεις των έξι (6) πρώτων αναιρεσιβλήτων, β) απέρριψε την από 6-6-2013 έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων ως απαράδεκτη κατά το μέρος, που στρεφόταν κατά των τριών τελευταίων εφεσίβλητων και κατά το υπόλοιπο μέρος της ως ουσιαστικά αβάσιμη και γ) δέχθηκε την από 12-6-2013 έφεση του εβδόμου αναιρεσιβλήτου (Επικουρικό Κεφάλαιο) και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την από 9-2-2009 (και με αριθμό κατάθ. 223/10-2-2009) αγωγή και μόνον ως προς τους δύο (2) πρώτους ενάγοντες και το τρίτο εναγόμενο "Επικουρικό Κεφάλαιο" και ήδη έβδομο αναιρεσείον αναγνώρισε την υποχρέωση του έβδομου αναιρεσιβλήτου να καταβάλει σε καθένα από τους δύο πρώτους το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' και β' ΚΠολΔ: "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους". Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση, του δικογράφου αυτών τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναίρεσης (και όχι την ορισθείσα μετ' αναβολήν ή ματαίωσή της) καθώς και η επίδοσή του μέσα στην ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπάγγελτα τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους.

Στη προθεσμία αυτή των τριάντα [30] ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης καθώς και εκείνη της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 266/1985, ΑΠ 79/2011). Αν η τελευταία ημέρα της παραπάνω προθεσμίας είναι σύμφωνα με το νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται και επομένως η προθεσμία αυτή λήγει την επόμενη εργάσιμη ημέρα, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 12 της από 29/30-12-1980 πράξεως Νομοθετικού περιεχομένου που κυρώθηκε με το ν. 1157/ 1981, η οποία εφαρμόζεται τόσο στις προθεσμίες ενέργειας όσο και στις προπαρασκευαστικές προθεσμίες, όπως είναι και η παραπάνω προθεσμία των τριάντα ημερών που πρέπει να παρέλθει από την κοινοποίηση των πρόσθετων λόγων μέχρι τη συζήτηση της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 266/1985, ΑΠ 314/1992).

Από την προαναφερθείσα διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ως ημέρα συζήτησης για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, νοείται εκείνη, η οποία κατ' άρθρο 568 ΚΠολΔ ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε, και η μεταγενέστερη, που ορίζεται μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης (ΑΠ 519/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες άσκησαν πρόσθετους λόγους αναίρεσης με το από 22-4-2015 δικόγραφο, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 22-4-2015 με αύξοντα αριθμό 49/2015, όπως προκύπτει από την σχετική πράξη κατάθεσης και επιδόθηκε την ίδια ημέρα στον πρώτο αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την σχετική σημείωση του δικαστικού επιμελητή στο επιδοθέν δικόγραφο. Ενόψει όμως των προαναφερθέντων και δεδομένου ότι η κατάθεση του δικογράφου αυτών και η επίδοσή του δεν έχει συντελεσθεί τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναίρεσης στις 6-2-2015 (αριθμ. πινακίου 11) αλλά στην ορισθείσα μετ' αναβολή στις 22-5-2015, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι είναι εκπρόθεσμοι και ως εκ τούτου πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο.

Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 44/2003, ΑΠ 1702/2001).

Τέλος, επί αδικοπραξίας, σύμφωνα με τα άρθρα 297 και 914 ΑΚ, οι αιτιολογίες πρέπει να καλύπτουν την υπαιτιότητα, την ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο (ΑΠ 16/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα παρακάτω κρίσιμα για την υπόθεση πραγματικά περιστατικά ως προς την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών: "...Στις 15-9-2008 και ώρα 17.40' περίπου, ο Γ. Β. Χ. οδηγούσε το ...

ΕΙΧ αυτοκίνητο στην εθνική οδό ..., με κατεύθυνση προς τα .... Όταν έφθασε στο 52° χιλιομετρικό σημείο, επειδή, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 2 και 3 του ΚΟΚ, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ενώ δεν μείωσε τη μέχρι τότε ταχύτητά του, καίτοι έβαινε σε αριστερή, ως προς την κατεύθυνσή του, στροφή και το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό λόγω αμέσως προηγούμενης βροχής, εξερχόμενος της στροφής, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, με συνέπεια να παρεκκλίνει τούτο της πορείας του προς τα αριστερά και, κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 4 του ΚΟΚ, να εισέλθει και να καταλάβει το τμήμα του οδοστρώματος της ανωτέρω οδού που προοριζόταν για την αντίθετη κυκλοφορία.

Με τον τρόπο αυτό, απέκλεισε την πορεία του ... ΕΙΧ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο E. B., με συνοδηγό τη σύζυγο του M. B. και επιβάτη σε παιδικό κάθισμα, προσαρμοσμένο στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του, τον τριετή γιό τους K., στην ίδια οδό, με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς την ... με συνέπεια να προκληθεί, αναπόφευκτα πλέον, η σύγκρουση των δύο οχημάτων στο ρεύμα κυκλοφορίας προς την ...

καθ' όσον το πρώτο όχημα έπεσε με το εμπρόσθιο μέρος του στο εμπρόσθιο, αριστερό κυρίως, μέρος του δευτέρου οχήματος. Στο σημείο του ατυχήματος, η ανωτέρω οδός, μετά τη στροφή που προαναφέρθηκε, ήταν ευθεία σε μήκος 400 περίπου μέτρων, με δεξιά, στη συνέχεια, ως προς την κατεύθυνση του Γ. Χ., στροφή, στο οδόστρωμά της υπήρχε κατά μήκος διαγράμμιση από δυο παράλληλες συνεχείς γραμμές, η οποία χώριζε τούτο σε δυο τμήματα, καθένα των οποίων, πλάτους 3,90 μέτρων, προορίζονταν για την αντίθετη κυκλοφορία, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και με κλίση από τα αριστερά προς τα δεξιά ως προς την πορεία του Γ.

Χ., ενώ εκατέρωθεν αυτού υπήρχε έρεισμα πλάτους 0,90 μέτρων του ρεύματος πορείας προς ... και 1,10 μέτρων του ρεύματος πορείας προς τα ... και πέραν του τελευταίου μεταλλικό στηθαίο ασφαλείας. Ο E. B., βλέποντας, μετά την έξοδό του από τη δεξιά ως προς την πορεία του Γ. Χ. και αριστερή ως προς τη δική του πορεία στροφή που προαναφέρθηκε, το αυτοκίνητο του Γ.

Χ. να κινείται με τον παραπάνω τρόπο στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας και να κατευθύνεται κατ' επάνω του, επιχείρησε, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση των δυο οχημάτων, ελιγμό αλλαγής κατεύθυνσης προς τα δεξιά στο εναπομένον τμήμα του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του και του πέραν αυτού ερείσματος, χωρίς, όμως, αποτέλεσμα.

Μετά τη σύγκρουση, τα δυο οχήματα ακινητοποιήθηκαν του μεν Γ. Χ. στο ρεύμα πορείας προς ... με κατεύθυνση προς τα ..., του δε E. B. στο ρεύμα πορείας προς τα ..., με κατεύθυνση προς τα εκεί, αφού προηγουμένως προσέκρουσε στο στηθαίο ασφαλείας που προαναφέρθηκε. Κατά το παραπάνω ατύχημα, τραυματίστηκε θανάσιμα ο ανήλικος K.

B., ο οποίος υπέστη συγκεκριμένα κακώσεις κεφαλής, θώρακα και σπονδυλικής στήλης, από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του, ενώ τραυματίστηκαν και οι ανωτέρω επιβαίνοντες των παραπάνω οχημάτων. Αντίθετα, δεν αποδείχτηκε, ότι τα δυο οχήματα συγκρούστηκαν στο ρεύμα πορείας προς τα ..., στο οποίο κινούταν ο Γ.

Χ., λόγω εισόδου σ' αυτό του αυτοκινήτου του E. B., όπως αβάσιμα διατείνονται οι εκκαλούντες των δυο εφέσεων. Σύμφωνα μ' αυτά, το παραπάνω ατύχημα και τα αποτελέσματά του οφείλονται αποκλειστικά σε αμέλεια του Γ. Χ.. Και τούτο, διότι αυτός, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων του ΚΟΚ, δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν μείωσε τη μέχρι τότε ταχύτητά του στα όρια που επέβαλαν η στροφή στην οποία κινούταν, αλλά και οι καιρικές συνθήκες και η εξαιτίας αυτών κατάσταση του οδοστρώματος που προαναφέρθηκαν, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και να εισέλθει και να καταλάβει το τμήμα του οδοστρώματος που προοριζόταν για την αντίθετη κυκλοφορία, με συνέπεια να αποκλείσει την πορεία του αυτοκινήτου του E. B., που κινούταν κανονικά εντός του τμήματος αυτού και να προκληθεί έτσι η σύγκρουση των δύο οχημάτων.

Αντίθετα, αν ο Γ. Χ. οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και είχε μειώσει την ταχύτητά του εντός των ορίων που επέβαλαν οι ανωτέρω συνθήκες και περιστάσεις, δεν θα έχανε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, δεν θα εισερχόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και, συνεπώς, δεν θα συγκρουόταν με το αυτοκίνητο του E. B., αλλά θα διερχόταν με ασφάλεια το σημείο συνάντησής του μ' αυτό και το επίδικο ατύχημα θα είχε αποτραπεί.

Επομένως, ο Γ. Χ. δεν έδειξε, κατά την οδήγηση του παραπάνω αυτοκινήτου του, τη συμπεριφορά που θα έδειχνε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του ίδιου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας, αν βρισκόταν υπό τις συνθήκες, υπό τις οποίες βρέθηκε αυτός κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά, αντίθετα, παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ που προαναφέρθηκαν, η δε συμπεριφορά του αυτή βρίσκεται σε άμεση και απόλυτη αιτιώδη συνάφεια με το ανωτέρω ατύχημα και τα αποτελέσματά του.

Αντίθετα, δεν βαρύνει κάποια αμέλεια τον E. B. ως προς την πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος. Διότι αυτός κινούνταν κανονικά εντός του τμήματος του οδοστρώματος της παραπάνω οδού που προοριζόταν για την κατεύθυνσή του, με ταχύτητα σύμφωνη με τις ανωτέρω συνθήκες, ενώ η αιφνιδιαστική και με τις παραπάνω ειδικότερες συνθήκες και περιστάσεις είσοδος του οχήματος του Γ.

Χ. εντός του ρεύματος κυκλοφορίας στο οποίο αυτός κινούταν, του στέρησε τη δυνατότητα οποιουδήποτε αποτελεσματικού αποφευκτικού ελιγμού του ατυχήματος. .....

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δέχθηκε τα ανωτέρω και έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του επιδίκου ατυχήματος το Γ. Χ., απορρίπτοντας την ένσταση των εκκαλούντων για συνυπαιτιότητα του E. B. στην πρόκληση του ατυχήματος αυτού (άρθρα 300 ΑΚ, 262 παρ. 1 ΚΠολΔ) και στη συνέχεια από τις παραπάνω δυο αγωγές απέρριψε την πρώτη, ενώ δέχτηκε κατά ένα μέρος τη δεύτερη, σύμφωνα με όσα ως προς αυτή εκτίθενται ειδικότερα παρακάτω, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Γι' αυτό, οι λόγοι των εφέσεων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ήτοι η υπαιτιότητα του E. B., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι....". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στην μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού διέλαβε στην απόφασή του για την κατάφαση της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία των εμπλακέντων οχημάτων καθώς και η τελική θέση αυτών, αναφέρονται δε με σαφήνεια τα στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα αυτό κατά το οποίο την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος την εντοπίζει στην είσοδο του οχήματός του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της άνω εθνικής οδού.

Από τις ίδιες δε παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νομική βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή το πραγματικό των εφαρμοστέων ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση άλλων στοιχείων για να αιτιολογηθεί η κατ' αιτιώδη συνάφεια προς το ζημιογόνο αποτέλεσμα τελούσα αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος.

Επομένως όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπόψη από το Δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, ότι δηλαδή δεν έλαβε υπόψη έγγραφο, το οποίο είχε νόμιμα προσκομιστεί με επίκληση και συγκεκριμένα: 1) το από 27-10-2008 δελτίο προς την ΕΣΥΕ το οποίο συνέταξε ο Κ.

Κ. και 2) την ενώπιον του προανακριτικού υπαλλήλου κατάθεση - εξέταση του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Από την βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι αλλά και την αιτιολογία, που περιέχεται στην πρώτη σελίδα του 6ου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ανενδοιάστως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το από 27-10-2008 δελτίο προς την ΕΣΥΕ, που συνέταξε ο Κ.

Κ.. Επομένως ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω είναι αβάσιμος. Αντίθετα, ως προς το τμήμα, που αφορά την μη λήψη υπόψη από το Εφετείο της ενώπιον του προανακριτικού υπαλλήλου κατάθεσης - εξέτασης του πρώτου αναιρεσιβλήτου ο λόγος είναι αόριστος και κατά συνέπεια απαράδεκτος διότι δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα του προανακριτικού υπαλλήλου καθώς και τον χρόνο αυτής.

Η παραπομπή δε στους λόγους έφεσης σελίδα 11 και στις προτάσεις, σελίδα 31 και στην προσθήκη σελίδα 9 δεν αίρει την αοριστία του συγκεκριμένου λόγου ως προς το τμήμα αυτό.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονταν στο έγγραφο αυτό. Για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο (άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ):

α) το έγγραφο, που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) ποιό ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το Δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από την σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί υπάρξεως διαγνωστικού σφάλματος (ΑΠ 333/ 2011, ΑΠ 113/2010), δ) πρέπει να προκύπτει έστω και εμμέσως ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και ε) ποιά ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια του αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 15-9-2008 έκθεσης αυτοψίας και το περιεχόμενο των 11 φωτογραφιών, τις οποίες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και οι οποίες ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στο κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αναφορικά με τα ανωτέρω έγγραφα (έκθεση αυτοψίας και φωτογραφίες) δεν υπέπεσε ως προς αυτά σε διαγνωστικό λάθος ότι δηλαδή περιέχουν περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνουν. Επομένως ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω τμήμα είναι αβάσιμος, απαράδεκτος δε ως προς το τμήμα με το οποίο παραπονείται ότι το Εφετείο συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, διότι πρόκειται για παράπονο, αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγουν από τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 25/2011).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει και η από 6.6.2014 αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμη και οι από 22.4. 2015 πρόσθετοι λόγοι αυτής ως απαράδεκτοι, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ' άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' του ΚΠολΔ και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 6.6.2014 αίτηση και τους από 22.4.2015 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της 106/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Απορρίπτει τους από 22.4.2015 πρόσθετους λόγους της από 6.6.2014 αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτους.

Απορρίπτει την από 6.6.2014 αίτηση για αναίρεση της 106/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ