Legislator Case Law & Legislation
1298/2014 AI generated

1298/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1298/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Κοινοποιούμενη: στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα.

Legislator headnote

AI generated

1298/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1298 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1298/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ. του Ν., κατοίκου ..., (με την ιδιότητα της ως καθολικής, άλλως ειδικής διαδόχου του ήδη αποθανόντος Ν. Γ. Π.), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κουτσουλέλο, για αναίρεση της 4553/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιούμενη: στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2010 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 998/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4553/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-10-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός ανέγνωσε την από 30-12-2013 έκθεση της Αρεοπαγίτου Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της με αριθ. κατάθ. 387/2013 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και όσα αναφέρονται στις από 9-12-2013 και 9-4-2014 κατατιθέμενες προτάσεις του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 387/30-5-20 13 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4553/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ο Ν. Π. με την από 1-12-2008 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε την ανάκληση της 13048/1965 απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε τεθεί σε καθεστώς δικαστικής απαγόρευσης, και την άρση αναδρομικά της κατάστασης δικαστικής συμπαράστασης, υπό την οποία τελεί μετά την ισχύ του νόμου 2447/1995. Μετά το θάνατό του, την ..., η αναιρεσείουσα, ως μοναδική κληρονόμος του, δυνάμει της από ... ιδιόγραφης διαθήκης του, ζήτησε με την από 8-4-2010 αίτηση - κλήση τη συνέχιση της δίκης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 998/2011 απόφασή του απέρριψε την αίτηση, ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι αυτή κατέστη άνευ αντικειμένου Κατ' αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την έφεση αντικαθιστώντας εν μέρει την αιτιολογία της πρωτόδικης, ήτοι κρίνοντας την αίτηση μη νόμιμη, καθ' όσο μέρος στηρίχθηκε στη διάταξη του άρθρου 758 Κ.Πολ.Δ., και άνευ αντικειμένου, εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι επιδίωκε την άρση της δικαστικής συμπαράστασης του Ν. Π..

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.

Α.Π. 9/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999, Α.Π. 9/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, ον το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο• ο λόγος δε αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (βλ. Α.Π. 395/2004, Α.Π. 902/2008).

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριΘ.4, 566 & Ι και 577 & 3 του ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικό έγγραφα. Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 λόγο αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε αυτά υπόψη ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και ον έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Τέλος πρέπει να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερο στο διατακτικό (Α.Π. 1185/2010). Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2447/1996, καταργήθηκε ο θεσμός της δικαστικής απαγόρευσης και ταυτόχρονα εισήχθη ο θεσμός της δικαστικής συμπαράστασης, ο οποίος ρυθμίζεται πλέον από τις διατάξεις των άρθρων 1666 έως 1688 Α.Κ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 59 παρ. 1 του ν. 2447/1996, η δικαστική απαγόρευση εξομοιώθηκε με την στερητική δικαστική συμπαράσταση. Κατά συνέπεια, εάν κάποιο πρόσωπο είχε τεθεί σε καθεστώς δικαστικής απαγόρευσης, σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις του Α.Κ., υπάγεται πλέον αυτοδικαίως, μετά την ισχύ του Ν. 2447/1996 σε καθεστώς στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, ο δε κατά το παρελθόν απαγορευμένος και πλέον τελών υπό καθεστώς στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, συνεχίζει να στερείται δικαιοπρακτικής ικανότητας, κατά το ισχύον άρθρο 1676 αρ. 1 ΑΚ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1685 εδ α ΑΚ, εάν έχουν πλέον εκλείψει σι λόγοι, οι οποίοι προκάλεσαν τη δικαστική συμπαράσταση, τότε αυτή αίρεται, με απόφαση του δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση των προσώπων που μπορούν να τη ζητήσουν ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Κατά το αρθ. 1667 παρ 1 ΑΚ, εκείνος ο οποίος, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή σωματικής αναπηρίας αδυνατεί να επιμεληθεί των υποθέσεών του, νομιμοποιείται ενεργητικά να ζητήσει την υποβολή του σε δικαστική συμπαράσταση και κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο ίδιος έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της δικαστικής συμπαράστασης.

Το ζήτημα του χρόνου έναρξης της ισχύος της απόφασης, με την οποίαν αίρεται η δικαστική συμπαράσταση και κατ' ακολουθία αποκαθίσταται η δικαιοπρακτική ικανότητα είναι αμφισβητούμενο. Κατά μία άποψη τα αποτελέσματα αρχίζουν από την τελεσιδικία της απόφασης, ενώ, κατ' άλλη άποψη αρχίζουν από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης και ανατρέχουν στο χρονικό σημείο, κατά το οποίο κατατέθηκε η αίτηση για άρση της δικαστικής συμπαράστασης, αφού ήδη κατά την υποβολή της αίτησης και με δεδομένο ότι αυτή έγινε δεκτή, οι λόγοι για τους οποίους τέθηκε το πρόσωπο σε συμπαράσταση είχαν ήδη εκλείψει.

Ως προς το ειδικότερο ζήτημα της εγκυρότητας της διαθήκης, στην περίπτωση που ο διαθέτης αποβιώσει πριν την άρση της δικαστικής συμπαράστασης. το άρθρο 1720 ΑΚ προβλέπει ότι εάν ο συμπαραστατούμενος συντάξει διαθήκη μετά από την υποβολή της αίτησης για άρση της δικαστικής συμπαράστασης και στη συνέχεια αποβιώσει, πριν από την τελεσιδικία της απόφασης, που κάνει δεκτή την αίτηση, τότε θεωρείται ότι η διαθήκη συντάχθηκε έγκυρα και τα αποτελέσματα της άρσης της ανικανότητας ανατρέχουν στο χρόνο υποβολής της αίτησης ή της εισαγωγής της υπόθεσης, προς συζήτηση, εάν εισάγεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του δικαστηρίου.

Από τη ρύθμιση του άρθρου 1720 ΑΚ, συνάγεται ότι σε κάθε περίπτωση, εάν κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη δεν είχε προλάβει να εκδοθεί ούτε οριστική απόφαση, τότε η διαθήκη είναι οπωσδήποτε άκυρη, όπως επίσης, οπωσδήποτε άκυρη είναι η διαθήκη, εάν αυτή συντάχθηκε σε χρόνο προγενέστερο της υποβολής της αίτησης για άρση της δικαστικής συμπαράστασης, δεδομένου ότι τα αποτελέσματα της άρσης δεν μπορούν, σε καμμία περίπτωση, να ανατρέξουν σε χρόνο προγενέστερο της υποβολής της αίτησης.

Στην προκειμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης και από τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής: Ο έχων τεθεί υπό δικαστική απαγόρευση, με την 13048/1965 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Π., ζήτησε, με την από 1-12-2008 αίτησή του, την ανάκληση αυτής, επικαλούμενος ότι είχαν πλέον εκλείψει οι λόγοι των ψυχικών και διανοητικών διαταραχών, εξαιτίας των οποίων είχε τεθεί υπό απαγόρευση.

Για την συζήτηση της αίτησης είχε προσδιορισθεί δικάσιμος την 9-6-2009, πλην όμως, πριν από τη συζήτηση της αίτησης αυτής, ο συμπαραστατούμενος απεβίωσε. (την ...). Πριν από την υποβολή της αίτησης για ανάκληση, ο τελευταίος συνέταξε την από 5-4- 2008 ιδιόγραφη διαθήκη του, με την οποία εγκατέστησε τη νυν αναιρεσείουσα ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο του και της κατέλιπε το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο (ένα διαμέρισμα στο Παλ.

Φάληρο Αττικής). Η νυν αναιρεσείουσα, με την από 8-4-2010 αίτηση - κλήση της, εζήτησε, ως έχουσα έννομο συμφέρον, λόγω της ιδιότητάς της ως καθολικής, άλλως ειδικής διαδόχου του θανόντα, τη συνέχιση της δίκης, με σκοπό την έκδοση απόφασης για ανάκληση της ως άνω απόφασης, με την οποία ο θανών είχε κηρυχθεί σε κατάσταση απαγόρευσης και "να επέλθουν αναδρομικά τα αποτελέσματα της άρσης από το χρονικό σημείο, που εξέλειπαν από το πρόσωπό του οι λόγοι, για τους οποίους τέθηκε υπό το καθεστώς αυτό".

Πλην όμως, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον, προς συνέχιση της δίκης, αφού η σύνταξη της διαθήκης, με την οποία ο συμπαραστατούμενος την κατέλιπε ως κληρονόμο του έγινε πριν από την υποβολή της αίτησης για ανάκληση της απόφασης, με την οποία είχε τεθεί σε απαγόρευση και κατ' ακολουθία, δεν μπορεί, σε καμμία περίπτωση να είναι έγκυρη, ώστε η αναιρεσείουσα να δικαιούται, ως κληρονόμος αυτού, να συνεχίσει τη δίκη.

Επομένως, το Εφετείο το οποίο, έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες, έκρινε απορριπτέα την αίτηση, ορθώς κατ' αποτέλεσμα αποφάνθηκε στο διατακτικό του και δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες τις προβλεπόμενες από το άρθρο 559 αριθ. 1, 19, 14 ΚΠολΔ της παραβίασης ευθέως και εκ πλαγίου των διατάξεων των άρθρων 1685, 1720 ΑΚ, 758 ΚΠολΔ και της παρά το νόμο κήρυξης μη νόμιμης και απαράδεκτης της κρινόμενης αίτησης ανάκλησης.

Κατά συνέπεια, σι αναφερόμενοι στις ως άνω πλημμέλειες λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ως εκ της παντελούς αοριστίας αυτού, αφού ουδόλως γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ποια είναι τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε ποιος ήταν ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου ήταν χρήσιμα.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 387/30-5-2013 αίτηση για αναίρεση της 4553/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2014. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ