Supreme Court partially allows appeal for failure to examine appeal reason regarding plaintiff's claim rejection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, finding a procedural error in the lower court's handling of the appellant's claim. The appellant argued that the Court of Appeal incorrectly rejected his claim for product replacement or price reduction while accepting the defendant's claim, yet failed to explicitly examine this specific reason in its judgment. The Court ruled that by omitting this examination, the Court of Appeal committed a procedural violation under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure, necessitating a remand for further trial on the appellant's claim.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(8) KPolD; Art. 520(1) KPolD: An appeal is admissible if the court of appeal failed to examine an appeal reason that had a significant impact on the outcome, requiring the appellate court to re-evaluate the entire case rather than just the specific error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1298 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1298/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γκαλεβιτς.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΕΜ ΑΕ" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Ασημακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις αριθ. καταθ. 24211/2006 και 20797/2007 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκε η 19606/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1991/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-4-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 30-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, και τους λόγους της εφέσεως, δηλαδή τις αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, στις οποίες περιλαμβάνεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται, αρκεί να μνημονεύεται ότι συνεπεία του σφάλματος αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το Εφετείο, λόγω του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, μετά από καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως και όχι βάσει των τυχόν αποδιδομένων ειδικότερων σφαλμάτων εκτιμήσεως (ΑΠ 367/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των δικογράφων της παρούσης υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι διάδικοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τις από 26-5-2006 και 2-5-2007 αντίθετες αγωγές από σύμβαση πωλήσεως κινητών πραγμάτων. Με την πρώτη αγωγή η ήδη αναιρεσίβλητη ζητούσε το υπόλοιπο του τιμήματος της πωλήσεως. Ο αναιρεσείων ζητούσε με την αγωγή του α1) αποζημίωση για θετική ζημία και για διαφυγόντα κέρδη συνεπεία των πραγματικών ελαττωμάτων τα οποία είχαν τα πωληθέντα από την αντίδικό του και αγορασθέντα από τον ίδιο κινητά πράγματα και β1) επικαλούμενος και αδικοπραξία εκ μέρους της αντιδίκου του, ζητούσε και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη. Τέλος ο ίδιος, προς απόκρουση της αγωγής της αντιδίκου του, με δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά του δικαστηρίου, αλλά και με τις προτάσεις του, προέβαλε τις από το άρθρο 540 ΑΚ ενστάσεις, α1) περί αντικαταστάσεως των εχόντων, κατ' αυτόν ελάττωμα πραγμάτων και β1) άλλως, περί μειώσεως του τιμήματος. Το δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, με την υπ' αριθμ. 19606/2008 οριστική απόφασή του α1) απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος και β1) αφού απέρριψε κατ' ουσίαν και τις ενστάσεις του, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και την υποχρέωση να καταβάλει σε αυτήν νομιμοτόκως το αιτηθέν ποσό των 12. 472,95 ευρώ.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, στην οποία, εκτός από τους λόγους εφέσεως με τους οποίους παραπονέθηκε κατά της εκκληθείσης αποφάσεως, επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο α1) δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης και β1) απέρριψε τις ως άνω ενστάσεις του, προέβαλε και τα εξής: "Η εκκαλουμένη απόφαση, με μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων ...
και κακώς, απέρριψε τη δική μου αγωγή ως ουσία αβάσιμη, αντί να την κάνει πλήρως δεκτή". Το Εφετείο, εκτιμών το περιεχόμενο του δικογράφου της εφέσεως, έκρινε, ότι " ... ο εναγόμενος ... (Β. Κ.), με τους διαλαμβανόμενους σ' αυτήν (έφεση) λόγους, παραπονείται για την απόρριψη με την εκκαλουμένη των άνω ενστάσεών του, περί αντικαταστάσεως άλλως περί μειώσεως του τιμήματος των ελαττωματικών προϊόντων που αγόρασε από την αντίδικό του.
Όσον αφορά την απόρριψη της δεύτερης (δικής του) αγωγής, δεν προσβάλλεται ειδικώς η εκκαλουμένη με λόγο εφέσεως". Έτσι το Εφετείο δεν έκρινε καθόλου την αγωγή του αναιρεσείοντος. Ερεύνησε δε τους λοιπούς λόγους της εφέσεως και αφού εκτιμώντας τις αποδείξεις δέχθηκε ότι τα πωληθέντα πράγματα είχαν "πραγματικό ελάττωμα" και ότι "ευθύνεται για το ελάττωμα αυτό η εφεσίβλητη ως πωλήτρια τούτων", έκανε δεκτόν τον λόγο για την μείωση του τιμήματος.
Κατόπιν αυτού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε μόνον την αγωγή της αναιρεσίβλητης και δέχθηκε αυτήν μερικώς και δη για το ποσό των 9.593,92 ευρώ. Όμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο δικόγραφο της εφέσεως περιείχε, πλην των άλλων και λόγο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, όσον αφορά την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος.
Επομένως, το Εφετείο, εφόσον δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε αυτόν τον λόγο εφέσεως, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, η οποία προβάλλεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ως εκ τούτου παρέλκει η έρευνα του δευτέρου εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως.
Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, όσον αφορά μόνον την αγωγή του αναιρεσείοντος και μόνον όσον αφορά την ουσιαστική βασιμότητα ή αβασιμότητα των αγωγικών του αιτημάτων (αφού περί του ελαττώματος των πραγμάτων και περί της ευθύνης της αναιρεσιβλήτου γι' αυτόν δεν υπεβλήθη αναιρετικό παράπονο).
Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 580§3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς την υπ' αριθ. 1991/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ