Legislator Case Law & Legislation
1298/2010 AI generated

1298/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1298/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/2/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8901/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσίβλητοι με την από 9/6/2004 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1298/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Και τούτο, διότι, ενόψει του ανωτέρω περιορισμού, δεν ανατρέχει στο παρελθόν, δηλαδή στο χρόνο από τον οποίο οι τόκοι έγιναν απαιτητοί, αλλά ανατοκισμός αρχίζει από την επίδοση της περί ανατοκισμού αγωγής. Η εξόφληση του τοκοφόρου ποσού των τόκων, ήτοι του εκ τόκων κεφαλαίου, διακόπτει τον ανατοκισμό, όπως διακόπτει γενικώς την παραγωγή τόκων η εξόφληση του κεφαλαίου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1298 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1298/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία ".. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "...Ε.Π.Ε." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Αλεξανδρή και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αικατερίνη Ζερβομπεάκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/2/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8901/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσίβλητοι με την από 9/6/2004 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 838/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 8901/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές, όπου η έφεση συνεκδικάστηκε με την από 4/1/2006 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 2994/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/6/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης ανέγνωσε την από 11/3/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των 1,2,3,4,5.5.2 από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. 6 και 7 λόγων της αναίρεσης και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 296 παρ. 1 του Α.Κ, για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος αν συμφωνήθηκε ή αν ζητηθεί με αγωγή και στις δύο περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολόκληρου τουλάχιστον έτους . Η συμφωνία για την πληρωμή τέτοιου τόκου ή η αγωγή πρέπει να επιδίδεται αφού λήξει το έτος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός, αν δεν υπάρχει για πληρωμή τέτοια συμφωνία, αλλά ασκείται αγωγή μόνο αν καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους.

Δηλαδή, πρέπει να ασκήθηκε καταψηφιστική αγωγή από τον δανειστή μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους , αφού δηλαδή συμπληρώθηκε κατά την άσκηση της ετήσια ή και μακρότερη χρήση του κεφαλαίου και επομένως υπάρχουν δεδουλευμένοι τόκοι ενός τουλάχιστον έτους . Αίτημα της αγωγής δεν μπορεί να είναι η κεφαλαιοποίηση των οφειλομένων και καθυστερουμένων τόκων ενός τoυλάχιστον έτους, ώστε του λοιπού να εισπράξουν και αυτοί τόκο, αλλά η καταψήφιση των εναγομένων στην πληρωμή των καθυστερουμένων τόκων, εντόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.

Και τούτο, διότι, ενόψει του ανωτέρω περιορισμού, δεν ανατρέχει στο παρελθόν, δηλαδή στο χρόνο από τον οποίο οι τόκοι έγιναν απαιτητοί, αλλά ανατοκισμός αρχίζει από την επίδοση της περί ανατοκισμού αγωγής. Η εξόφληση του τοκοφόρου ποσού των τόκων, ήτοι του εκ τόκων κεφαλαίου, διακόπτει τον ανατοκισμό, όπως διακόπτει γενικώς την παραγωγή τόκων η εξόφληση του κεφαλαίου.

Επομένως, εάν έγινε μετά την άσκηση της αγωγής Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα. Οι αναιρεσίβλητοι, με την από25-2-2002 αγωγή τους ισχυρίστηκαν, oτι με το από 26-5-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσαν στην αναιρεσείουσα το κατάστημα, το οποίο με λεπτομέρεια περιγράφεται σε αυτό, για χρονικό διάστημα 20 ετών, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως εστιατόριο (Fast Food).

Το μίσθωμα συμφωνήθηκε σε 1.300.000 δρχ μηνιαίως με ετήσια αναπροσαρμογή του ποσού αυτού σε ποσοστό ίσο με το μέσο όρο του τιμαρίθμου κόστους ζωής του αμέσως προηγούμενου ημερολογιακού έτους, όπως ο μέσος αυτός όρος δημοσιεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος και το οποίο δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσοστού 5%.

Με βάση τα ανωτέρω συμφωνηθέντα τον Αύγουστο του 2001 το μηνιαίο μίσθωμα ανέρχονταν στο ποσόν των 6.716, 46 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου 3,6%. Με την από 16-7-2001 εξώδικη καταγγελία της, που επιδόθηκε στους ενάγοντες στις 18-7-2001, η εναγομένη κατάγγειλε τη μίσθωση λόγω μεταμέλειας, τα αποτελέσματα της οποίας θα επέρχονταν μετά την πάροδο εξαμήνου και οτι η εναγομένη δεν τους έχει καταβάλει τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από Αυγούστου 2001, μέχρι την καταγγελία, την αποζημίωση τεσσάρων μισθωμάτων και ποσόν 250.497, 13 ευρώ για καταπεσούσα ποινική ρήτρα.

Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει για από τις πιο πάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 319.497,13 ευρώ με το νόμιμο τόκο με τις διακρίσεις που αναφέρονται σε αυτήν. Η αγωγή αυτή έγινε μερικά δεκτή με την υπ αρίθμ. 46/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για το ποσόν των 68.615,35 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δέχτηκε την έφεση και, αφού εξαφάνισε την Πρωτόδικη απόφαση δέχτηκε μερικά την αγωγή για το ποσόν των 385, 67 ευρώ.

Κατόπιν αιτήσεως των εναγόντων για αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως του Εφετείου, εκδόθηκε η με αρίθμ. 838/2005 απόφαση του ΑΠ, με την οποία αναιρέθηκε η, ως άνω, απόφαση του Εφετείου, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την προβαλλόμενη απόφαση. Με την τελευταία αυτή απόφαση συνεκδικάστηκαν η έφεση των αναιρεσιβλήτων, με την από 4-1-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή τους, με την οποία ζήτησαν την καταβολή τόκων επί των οφειλομένων ποσών που ζητούσαν, με την κύρια αγωγή τους και τόκων επ αυτών, όπως και την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν την εκτέλεση της αποφάσεως, που αναιρέθηκε, απορρίφτηκε στην ουσία η έφεση της αναιρεσείουσας και έγινε μερικά δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή και η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων.

Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους α) το ποσόν των 10358 ευρώ χωρίς τόκο β) το ποσόν των 83.468,66 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 5-11-2005, οπότε επιδόθηκε η ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου. Οπως αναφέρεται στο σκεπτικό της προβαλλόμενης απόφασης, το πρώτο από τα ανωτέρω επιδικασθέντα ποσά αναφέρεται, ότι οφείλεται για τόκους επί των τόκων του χρονικού διαστήματος από 17-9-2002. (επομένη της συζήτησης της αγωγής στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο ) μέχρι 17-3-2003 και από 11-8-2004 μέχρι 8-1-2005.

Από την αναλυτική, όμως, παράθεση τους προκύπτει, ότι το ποσόν αυτό αφορά νόμιμους τόκους επί του οφειλόμενου κεφαλαίου των 68615,36 ευρώ . Οι τόκοι αυτοί έχουν ήδη επιδικαστεί με την, ως άνω απόφαση του Μονομελούς πρωτοδικείου, οποία επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, και δεν ζητούνται με την παρεμπίπτουσα αγωγή.

Επίσης δεν ζητούνται τόκοι και για το ποσόν των 68.615,36 ευρώ και για το ποσόν των 29.300,71 ευρώ, που υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει και κατόπιν παραδοχής της αίτησης περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Συνεπώς, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 9 περ. α του Κ.Πολ.Δ, που αποδίδεται με τους 1ο και τον τρίτο λόγους της αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Επιπλέον, υπέπεσε και στην πλημμέλεια από το άρθρ 559 αρίθμ. 1 Κ.Πλ.Δ, που αποδίδεται με τον 2ο λόγο της αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 296 Α.Κ με τις παραδοχές, ότι οφείλονται τόκοι τόκων για προγενέστερο χρόνο από την επίδοση της αγωγής και για χρονικά διαστήματα μικρότερα του έτους και πρέπει και αυτός ο λόγος να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 και 581 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, γιατί από το χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ.( Ολ.ΑΠ 5/2001 ).

Όμως, ο αναιρεσείων δεν έχει δικαίωμα να αξιώσει με την αίτηση του τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση αποφάσεως καθώς και της σύνταξης επιταγής για εκτέλεση, διότι, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, επιτρέπεται η απόδοση μόνο εκείνων που η παροχή τους διατάχτηκε με την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση και όχι άρα, και των εξόδων της αναγκαστικής ή της εκούσιας εκτέλεσης που οφείλονται με βάση το νόμο( ΑΠ 8/2008 ).

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχτηκε την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων των αναιρεσιβλητων και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους, εκτός των άλλων, και τα έξοδα αναγκαστικής εκτέλεσης, εσφαλμένα εφάρμοσε τις, ως άνω, διατάξεις, που επικαλείται και η αναιρεσείουσα, και συνεπώς υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ, που αποδίδεται με τον 4ο λόγο της αναίρεσης, όχι δε και της περιπτώσεως 14 του ίδιου άρθρου που εσφαλμένα επικαλείται η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο.

Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης από το άρθρ 559 αρίθμ 1 Κ.Πλ.Δ , ως βάσιμος.

Με τον 5ο λόγο της αναίρεσης προβάλλονται αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την αγωγή των αναιρεσιβλητων απαράδεκτη ως αόριστη δεδομένου, ότι ενώ αναφέρονταν σε αυτήν, ότι το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται κάθε έτος κατά ποσοστό που θα ισούται με τον μέσο όρο του τιμαρίθμου του κόστους ζωής του αμέσως προηγούμενου ημερολογιακού έτους, όπως αυτός ο μέσος όρος δημοσιεύεται κάθε φορά από την Τράπεζα της Ελλάδος και θα έπρεπε για το ορισμένο αυτής να αναφέρεται το ποσοστό του, ως άνω, μέσου όρου για καθένα από τα έτη που μεσολάβησαν από τότε που άρχισε να καταβάλλεται το μίσθωμα μέχρι την τελική διαμόρφωση του για να προσδιορισθεί το ακριβές ύψος του συμφωνημένου μισθώματος και να καταστεί δυνατός ο καθορισμός της οφειλόμενης αποζημίωσης για την καταγγελία της μισθώσεως εν τούτοις ο εν λόγω μέσος όρος δεν αναφέρεται.

Πλήν όμως, εφόσον ο ως άνω, μέσος όρος δημοσιεύεται κάθε φορά από την Τράπεζα της Ελλάδος, οφείλει να τον γνωρίζει ο δικαστής με συνέπεια, εάν αναφέρεται το ύψος του αρχικού μισθώματος με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του τελικού μισθώματος. Ετσι, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία προβάλλονται αξιώσεις για την καταβολή μισθωμάτων το ύψος των οποίων έχει διαμορφωθεί μετά από αναπροσαρμογή δυνάμει συμβατικού όρου της συμβάσεως μισθώσεως, ότι το συμφωνημένο μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται κατ έτος σε ποσοστό 75% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό έχει καθοριστεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, αρκεί η αναφορά του ύψους του αρχικού μισθώματος.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο δέχτηκε τα ίδια και απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για αοριστία της αγωγής για το λόγο ότι δεν αναφέρονταν τα ποσοστά αυξήσεως του μέσου όρου του τιμαρίθμου, δεν παραβίασε τις, ως άνω, διατάξεις, που επικαλείται η αναιρεσείουσα άρα δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 14 Κ.Πολ.Δ που αποδίδεται με τον, ως άνω, λόγο της αναίρεσης περρ. 5.5.6 γ', ο οποίος κατά συνέπεια είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Με τον ίδιο ως άνω λόγο της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες των περ'10 ,8,1 και 13 του ίδιου άρθρου του Κ.Πολ.Δ με τις αιτιάσεις ,ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε ότι το ύψος του μισθώματος διαμορφώθηκε κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως στο ποσό των 2.288634 δρχ., αφού εσφαλμένα υπολόγισε τα ποσοστά της ετήσιας αύξησης του τιμαρίθμου και κατά συνέπεια και την ετήσια αύξηση του μισθώματος , χωρίς να γίνει αναφορά των εν λόγω ποσοστών αυξήσεως από τους αναιρεσίβλήτους , χωρίς καμιά απόδειξη και με την εσφαλμένη παραδοχή ότι τα ως άνω ποσοστά ήταν γνωστά στο δικαστήριο. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες και απορριπτέες, εφόσον όπως αναφέρεται και ανωτέρω, ορθά το Εφετείο δέχτηκε, ότι το δικαστήριο και χωρίς να γίνεται από τους αναιρεσίβλήτους ειδική αναφορά των εν λόγω ποσοστών και χωρίς να αποδεικνύονται από αυτούς, ήταν υποχρεωμένο να καθορίσει το ύψος του μισθώματος που είχε διαμορφωθεί με βάση τα σχετικά δελτία της Τράπεζας της Ελλάδας εφόσον τα δελτία αυτά είχαν δημοσιευτεί νομίμως και όφειλε να τα γνωρίζει ο δικαστής.

Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ 11 Κ.Πολ Δ , με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τα έγγραφα τα οποία αναλυτικά αναφέρονται στο αναιρετήριο, όπως και δύο ένορκες βεβαιώσεις, δεδομένου ότι δεν έγινε νόμιμη επίκληση τους, όπως δε προκύπτει από τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου κατά την μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, δεν αναφέρονται σε αυτές τα ανωτέρω έγγραφα, ενώ η γενική αναφορά με την παραπομπή σε προτάσεις προηγούμενων συζητήσεων δεν συνιστά νόμιμη επίκληση των αποδεικτικών μέσων ( Ολ.

ΑΠ 9/2000 ). Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα εν λόγω έγραφα, εφόσον η μεν γενική διαβεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αναφέρεται σε εκείνα τα οποία προσκομίστηκαν από τους διαδίκους και γίνεται νόμιμη επίκληση αυτών, από όλο δε το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει βεβαιότητα, ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη, αφού δεν γίνεται καμία ειδική αναφορά σε κάποιο από αυτά και οι παραδοχές της στηρίχτηκαν και σε άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν νόμιμα οι διάδικοι.

Περαιτέρω για τις ένορκες βεβαιώσεις υπάρχει νόμιμη επίκληση με την αναφορά του αριθμού αυτών, εφόσον έτσι γίνεται εφικτός ο προσδιορισμός του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου. Κατά συνέπεια ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ( 173 , 200 ΑΚ ) εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας διαπιστώνεται κενό ή αμφιβολία για την έννοια της βουλήσεως των μερών που δηλώθηκε. Παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων υπάρχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνοντας στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία προσέφυγε μεν στους ως άνω κανόνες, με τη δοθείσα όμως ερμηνεία της σύμβασης παραβίασε τη νομική έννοια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλόμενης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, ο οποίος σταθμίζει τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου την ιδιαίτερη προστασία του οποίου επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλόμενων τη φύση της συμβάσεως και προπαντός την αληθινή βούληση των δηλούντων.

Για την εξεύρεση των στοιχείων στα οποία θα στηριχθεί η ερμηνεία το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της συμβάσεως , αλλά μπορεί να λάβει και στοιχεία εκτός της συμβάσεως που θα προταθούν από τους διαδίκους. Περαιτέρω, η λέξη < αέρας > είναι συνηθισμένο στις μισθώσεις καταστημάτων να αναφέρεται στο ποσόν που συμφωνείται να καταβληθεί από τον μισθωτή κατά τη σύναψη της συμβάσεως μισθώσεως στον προηγούμενο μισθωτή του για να αποχωρήσει από το μίσθιο πριν να λήξει ο χρόνος της μίσθωσης γι αυτόν.

Το ποσόν αυτό δεν αποτελεί μέρος του μισθώματος και δεν επιστρέφεται από τον εκμισθωτή οποτεδήποτε και αν λυθεί η σύμβαση μισθώσεως εφόσον δεν το λαμβάνει αυτός. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε, ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε στους αναιρεσίβλη τους κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως το ποσόν των 30.000.000 δρχ, το οποίο στο συμφωνητικό μισθώσεως δηλώθηκε, ότι καταβλήθηκε για συμπληρωματικό μίσθωμα για ολόκληρο το συμφωνημένο χρόνο των 10 ετών που συμφωνήθηκε η μίσθωση.

Η δήλωση, όμως, αυτή ήταν εικονική δεδομένου ότι το ανωτέρω ποσόν καταβλήθηκε ως < αέρας >, ο ποίος σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη καταβάλεται ως κίνητρο για να δελεαστεί ο εκμισθωτής και δεν αποδίδεται μετά τη λήξη της μίσθωσης αλλά παραμένει σε όφελος του μισθωτή. Ετσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την έννοια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, με τις παραδοχές του δε οτι το ποσό που συνηθίζεται να καταβάλεται από τον μισθωτή στον εκμισθωτή ως αέρας δεν αποδίδεται σε κάθε περίπτωση λήξεως της συμβάσεως μισθώσεως δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρ 559 αρίθμ. 1 Κ.Πλ.Δ που αποδίδεται με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης και πρέπει και ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για πράγματα, και συγκεκριμένα για τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την εικονικότητα του όρου του μισθωτηρίου ως προς το ύψος του συμφωνηθέντος μισθώματος και συνεπώς είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς το μέρος της, για το οποίο έγιναν δεκτοί οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρίθμ. 9περ. α του Κ.Πολ.Δ , ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρίθμ. 1 Κ.Πολ.Δ για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 296 Κ.Πολ.Δ , και ο τέταρτος από το αρθρο 559 αρίθμ. 1Κ.Πολ.Δ για εσφαλμένη εφαρμογή των παρ. 1 και 2 του

αρθρ. 579 και 581 παρ 3 Κ.Πολ.Δ .....αφού απορριφθούν όλοι οι υπόλοιποι λόγοι, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας τους ( άρθρ. 176 183 ΚΠολ. Δ), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2994/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων τριακοσίων ( 2.300 )ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ