Supreme Court dismisses appeal on tort liability, ruling lower court correctly applied civil code provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's judgment regarding a property dispute. The appellant argued the defendant was liable for damages, but the Court of Appeal found no fault since the appellant knowingly purchased the property with existing debts and interest rates. The Supreme Court upheld this decision, confirming that the lower court correctly applied the civil code and did not err in its legal reasoning or fact-finding.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure; Articles 914, 297, 298, and 330 of the Civil Code: An appeal based on violation of substantive law is inadmissible if the lower court correctly applied the law to the proven facts without error in reasoning or interpretation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1298 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1298/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Χ, δικηγόρου, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός της.
Της αναιρεσιβλήτου : Ψ, Υποθηκοφύλακος ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Παρασκευόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιανουαρίου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 27/1997, 267/1998 μη οριστικές , 72/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 491/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 13 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αναιρέσεως.
Η αυτοπροσώπως παραστάσα αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, δηλαδή αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.
ΑΠ 36/1988). Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με την κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι : α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας που προκλήθηκε από αυτή (ΑΠ 299/2007).
Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι δυνάμει του υπ' αριθμό ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Μαμάνδρα-Γκότση, η ενάγουσα, η οποία είναι δικηγόρος, αγόρασε από τον ΑΑ, αντί τιμήματος 2.260.000 δραχμών, ακίνητο εμβαδού 1699, 31 τ.μ.
με την επ' αυτού διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο και πρώτο όροφο, κείμενο στο χωριό ... της επαρχίας ... και στην θέση " ...". Στο παραπάνω συμβόλαιο το ακίνητο εμφανίζεται να μην έχει κανένα εμπράγματο βάρος, όμως, κατά το χρόνο της μεταβίβασης ήταν βεβαρημένο με πρώτη υποθήκη, που είχε εγγραφεί στις 10.12.1985 στον τόμο ...
και αριθμ. ... των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ... από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα, προς εξασφάλιση δανείου ύψους 2.000.000 δραχμών που είχε χορηγηθεί από την εν λόγω τράπεζα, δυνάμει του ... δανειστικού συμβολαίου, στον δικαιοπάροχο-πωλητή της ενάγουσας. Μετά τη σύνταξη του συμβολαίου αγοραπωλησίας και ειδικότερα στις 12.10.1992, η ενάγουσα υπέβαλε στην εναγομένη Υποθηκοφύλακα ...
την από 7.10.1992 αίτηση, με την οποία ζήτησε τη μεταγραφή του πιο πάνω συμβολαίου και την έκδοση πιστοποιητικού μεταγραφής. Δεν ζήτησε όμως με την ίδια αίτηση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο επίσημο φωτοαντίγραφο της αίτησης, και την έκδοση πιστοποιητικών βαρών, ιδιοκτησίας και μη διεκδικήσεως, καθόσον κατά τη σύνταξη του συμβολαίου, παρότι αναγράφηκε σ' αυτό ότι το ακίνητο ήταν ελεύθερο παντός βάρους, η ενάγουσα γνώριζε τόσο την ύπαρξη της εγγραφής υποθήκης σ' αυτό υπέρ της ΕΚΤΕ, από το έτος 1985, όσο και την αιτία για την οποία έγινε η εγγραφή, αφού αμέσως μετά τη σύνταξη του συμβολαίου, ζήτησε από την Τράπεζα να αποδεχθεί την εκ μέρους της αναδοχή του χρέους του δικαιοπαρόχου της, αίτημα όμως που δεν έγινε δεκτό από την τράπεζα.
Τα παραπάνω προκύπτουν από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας ΑΑ, ο οποίος είναι και ο δικαιοπάροχός της. Ειδικότερα ο μάρτυς αυτός καταθέτει ότι κατά το χρόνο του ελέγχου των τίτλων είχε ενημερώσει την αγοράστρια-ενάγουσα για το υπάρχον βάρος στο πωλούμενο ακίνητο και μάλιστα πριν την αγορά επισκέφθηκαν μαζί με την ενάγουσα την τράπεζα και ενημερώθηκαν για το ακριβές ποσό που ωφείλετο και ότι το ποσό αυτό αφαιρέθηκε από το τίμημα της πώλησης.
Επίσης καταθέτει ότι η ενάγουσα ζήτησε από την Τράπεζα να δεχθεί την αναδοχή του χρέους, όμως η τελευταία δεν δέχθηκε το αίτημα γιατί είχε "κλειδώσει το δάνειο". Η εναγομένη την ίδια ημέρα καταχώρησε την υποβληθείσα από την ενάγουσα αίτηση στο γενικό βιβλίο εκθέσεων του Υποθηκοφυλακείου στον τόμο ... και με την καταχώρηση αυτή πραγματοποιήθηκε αυθημερόν η μεταγραφή του συμβολαίου στον τόμο ...
και αυξ. αριθ. ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου, πλην όμως δεν ενημέρωσε συγχρόνως με την γενόμενη μεταγραφή και τα υπόλοιπα βιβλία και ειδικότερα το γενικό αλφαβητικό ευρετήριο και το βιβλίο μερίδων, ώστε να διασφαλισθεί η δημοσιότητα της εμπράγματης μεταβολής και η πληρότητα της μεταγραφής.
Η μη ταυτόχρονη ενημέρωση και των παραπάνω βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου από την εναγομένη οφείλετο σε πραγματική αδυναμία λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου ..., εξαιτίας της έλλειψης προσωπικού και όχι στη βαριά αμέλεια και ολιγωρία της εναγόμενης, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Ειδικότερα, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., δικηγόρου ...
και ..., συμβολαιογράφου ..., προκύπτουν τα ακόλουθα: Από τον Μάιο του 1990, ημεροχρονολογία που παραιτήθηκαν δύο υπάλληλοι του Υποθηκοφυλακείου, η εναγομένη επανειλημμένα με έγγραφα της ζήτησε από τον Υπουργό Δικαιοσύνης τον διορισμό υπαλλήλων, προκειμένου να αντιμετωπισθεί ο φόρτος εργασίας του Υποθηκοφυλακείου (βλ.
τα υπ'αριθ. ..., ..., ... έγγραφα της εναγομένης προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης). Το Υπουργείο στις 22.4.1992, με το υπ'αριθμ. ... έγγραφό του, απαντώντας στην εναγομένη, αναγνωρίζει μεν τα προβλήματα δυσλειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου εξαιτίας της έλλειψης προσωπικού, δηλώνει όμως ότι δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν με πρόσληψη υπαλλήλων και για την επίλυσή τους η υπηρεσία θα προέβαινε στην αμισθοποίηση του Υποθηκοφυλακείου.
Η εναγομένη μετά ταύτα υπέβαλε στις 28.6.1992 την παραίτησή της η οποία όμως δεν έγινε δεκτή. Το πρόβλημα στη συνέχεια αντιμετωπίσθηκε με αποσπάσεις στο Υποθηκοφυλακείο υπαλλήλων άλλων υπηρεσιών, οι οποίες όμως δεν έλυσαν το πρόβλημα εξαιτίας του ότι οι υπάλληλοι αυτοί δεν είχαν γνώση του αντικειμένου των εργασιών του Υποθηκοφυλακείου.
Στις 14-1-1993 η εναγομένη επανέρχεται και πάλι με έγγραφο της προς το Υπουργείο, στο οποίο εκθέτει ότι υπάρχουν άγραφες υποθήκες δυόμυσι ετών, ότι τα μεριδολόγια δεν έχουν ενημερωθεί από το Μάρτιο του 1991 και ζητεί να προωθηθεί το θέμα της μετατροπής του Υποθηκοφυλακείου σε άμισθο, ώστε να έχει τη δυνατότητα να προσλάβει υπαλλήλους.
Τον ίδιο μήνα, με έγγραφό της ενημερώνει και τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρεθύμνου για την υπάρχουσα εκκρεμότητα, ενώ και ο Δικηγορικός Σύλλογος Ρεθύμνου, με έγγραφό του στο Υπουργείο, ζητεί να ληφθούν μέτρα για την αντιμετώπιση του χρονίζοντος προβλήματος. Το Υποθηκοφυλακείο τελικώς μετετράπη σε Άμισθο τον Σεπτέμβριο του 1993.
Η εναγομένη, παράλληλα, καθόλη την παραπάνω χρονική περίοδο, αλλά και μεταγενέστερα, όταν πλέον το Υποθηκοφυλακείο μετετράπη σε άμισθο, για την ασφάλεια των συναλλαγών, ενημερώνει τους δικηγόρους με πινακίδα που έχει αναρτήσει στο κατάστημα του Υποθηκοφυλακείου, ότι μπορούν οι ίδιοι να ελέγχουν το Γενικό Βιβλίο Εκθέσεων συγκεκριμένες ημέρες και ώρες της εβδομάδας, ώστε να διαπιστώνουν τις γενόμενες εγγραφές, εφόσον τα υπόλοιπα βιβλία, μερίδων κ.λ.π.
δεν ήταν ενημερωμένα. Επίσης σε κάθε πιστοποιητικό που εκδίδετο υπήρχε η σημείωση ότι τα μεριδολόγια ήταν ενημερωμένα μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 1992. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 3.12.1992, ήτοι δύο μήνες μετά τη σύνταξη του συμβολαίου αγοραπωλησίας, η Εθνική Κτηματική Τράπεζα κοινοποίησε στον δικαιοπάροχο της ενάγουσας την από 13.7.1992 επιταγή, επειδή ο τελευταίος καθυστερούσε την καταβολή του ληξιπρόθεσμου ήδη δανείου, με την οποία τον υποχρέωνε να πληρώσει την οφειλή του ύψους 7.200.340 δραχμών, εντόκως από 26-5-1992.
Στις 26-11-1993 η δανείστρια τράπεζα με αίτηση της ζήτησε την εγγραφή της παραπάνω επιταγής στα βιβλία κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου ... στο όνομα του οφειλέτη της -δικαιοπαρόχου της ενάγουσας- και η εναγομένη εξέδωσε το υπ' αριθμό ... πιστοποιητικό εγγραφής κατάσχεσης υπέρ της ΕΚΤΕ για το ποσό των 7.200.340 δραχμών με τη σημείωση ότι τα μεριδολόγια είχαν ενημερωθεί μέχρι και 20.6.1992.
Την ίδια ημέρα εξέδωσε και το υπ'αριθμό ... πιστοποιητικό, στο οποίο βεβαιώνεται ότι στη μερίδα του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας ΑΑ που τηρείται στο ειδικό ευρετήριο μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου καμιά άλλη πράξη εκποίησης από αυτόν προς οποιονδήποτε τρίτο δεν έχει μεταγραφεί που να έχει σχέση με ακίνητο που περιγράφεται στην από 13-7-1992 επιταγή της ΕΚΤΕ.
Και στο πιστοποιητικό αυτό υπάρχει σημείωση ότι τα μεριδολόγια του υποθηκοφυλακείου έχουν ενημερωθεί μέχρι 20.6.1992. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η εναγομένη δεν βεβαίωσε ψευδώς, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, ότι δεν έγινε μεταβίβαση του ακινήτου προς αυτή, αντίθετα με ιδιαίτερη επιμέλεια βεβαιώνει με την υπάρχουσα σημείωση, ότι μέχρι και τις 20-6-1992 που είχε ενημερωθεί το βιβλίο μερίδων, ουδεμία πράξη μεταβίβασης έγινε, καθιστώντας έτσι σαφές, ότι για το προγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι μέχρι την ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού, δεν ήταν σε θέση λόγω της εκκρεμότητας που υπήρχε να βεβαιώσει τυχόν πραγματοποιηθείσα πράξη εκποίησης.
Συνεπώς, ναι μεν η εναγομένη Υποθηκοφύλακας παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ν.δ/τος 4201/1961, σύμφωνα με τις οποίες κάθε μεταγραπτέα πράξη πρέπει να καταχωρίζεται όχι μόνο στα βιβλία μεταγραφών, αλλά και στο ειδικό ευρετήριο μεταγραφών (ευρετήρια μερίδων) και προκειμένου για πώληση ακινήτου η πράξη πρέπει να καταχωρίζεται τόσο στη μερίδα του αγοραστή όσο και στη μερίδα του πωλητή, πλην όμως η "παραβίαση" των διατάξεων αυτών δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της που συνίσταται στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της, αλλά σε πραγματική αδυναμία εύρυθμης λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου.
Πέραν όμως τούτων δεν υφίσταται και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της "παράλειψης" της εναγομένης και της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη η ενάγουσα. Ειδικότερα, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εξαιτίας της μη καταχώρησης του συμβολαίου αγοραπωλησίας στα ευρετήρια μερίδων και της έκδοσης των ως άνω πιστοποιητικών, δεν επιδόθηκε στην ίδια η από 13-7-1992 επιταγή προς εκτέλεση, και έτσι δεν μπόρεσε να εξοφλήσει έγκαιρα την απαίτηση της τράπεζας και να αποτρέψει τον πλειστηριασμό του ακινήτου, με αποτέλεσμα αφενός μεν να επιβαρυνθεί με τους τόκους του υφισταμένου δανείου ύψους 8.210.450 δραχμών, για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία μεταγραφής του πωλητηρίου συμβολαίου μέχρι και την ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού, αφ' ετέρου δε να υποβληθεί σε έξοδα για την άσκηση και συζήτηση της τριτανακοπής που άσκησε κατά της κατακυρωτικής έκθεσης του πλειστηριασμού (η οποία έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η κατακυρωτική έκθεση).
Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι μετά την εγγραφή της κατάσχεσης η ΕΚΤΕ προέβη στην επίσπευση αναγκαστικού πλειστηριασμού του ακινήτου, με το ... πρόγραμμα πλειστηριασμού και ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας με αίτηση του, την οποία υπέγραψε ως πληρεξούσια δικηγόρος του η ενάγουσα, ζήτησε και πέτυχε την διόρθωση του προγράμματος του πλειστηριασμού.
Μετά δε τη διόρθωση του προγράμματος και τον ορισμό νέας ημερομηνίας πλειστηριασμού του ακινήτου, η ενάγουσα ως πληρεξούσια δικηγόρος γνώριζε ότι το ακίνητο θα εκπλειστηριαζόταν, (γεγονός που συνέβη). Έτσι τόσο η επαύξηση των τόκων του δανείου όσο και τα έξοδα στα οποία υπεβλήθη για την άσκηση της τριτανακοπής εναντίον της κατακυρωτικής έκθεσης, είναι ανεξάρτητα από τις παραπάνω ενέργειες της εναγομένης υποθηκοφύλακος.
Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα, πριν ακόμη τη σύνταξη του συμβολαίου αγοραπωλησίας, γνώριζε τόσο την ύπαρξη του τοκοφόρου και ληξιπρόθεσμου δανείου του δικαιοπαρόχου της, όσο και την ύπαρξη του βάρους (υποθήκης) στο ακίνητο που επρόκειτο να αγοράσει και γιαυτό το λόγο αγόρασε το ακίνητο έναντι υπολειπομένου, σε σχέση με την αξία του, τιμήματος.
Επίσης είχε ενημερωθεί από τον αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας ότι επέκειτο πλειστηριασμός του ακινήτου, πλην όμως, αν και είχε αποδεχθεί η ίδια να καταβάλει τη συνολική οφειλή του δανείου του δικαιοπαρόχου της, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων μέχρι την κατάρτιση του συμβολαίου, δεν έπραξε τούτο, με αποτέλεσμα να συνεχισθεί η επαύξηση των τόκων και μετά την κατάρτιση της αγοραπωλησίας.
Ακολούθως απέρριψε την έφεση και την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε τις ως άνω παρατιθέμενες σαφείς, πλήρεις και ορισμένες αιτιολογίες ως προς όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθώς και ως προς την μή συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε.
Ρητώς δέχεται ότι η εναγομένη δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, ώστε παρείλκε οποιαδήποτε άλλη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραλείψεως της εναγομένης και της τυχόν ζημίας της ενάγουσας, καθώς και επί άλλων ισχυρισμών της εναγομένης, οι οποίοι δεν είναι ουσιώδεις. Επομένως, ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Επειδή, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 8 α' και 10 Κ.Πολ.Δ., λόγοι αναιρέσεως, ιδρύονται, ο μεν πρώτος αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ο δε δεύτερος αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ότι δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα της εναγομένης και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και όχι κατά παραδοχή λόγου αίροντος τον άδικο χαρακτήρα της συμπεριφοράς της (παραλείψεώς της), ώστε δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ούτε δέχθηκε τέτοια πράγματα ως αληθή χωρίς απόδειξη.
Συνεπώς, ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 10 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Ακολούθως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2007 αίτηση της Χ περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 491/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ