Supreme Court quashes appeal court decision for misapplying Ottoman land law regarding monastery property ownership.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the appeal court's decision which had dismissed a monastery's claim to specific land parcels. The monastery argued that the land was historically attached to its property under Ottoman law, requiring only registration in the defterhane, whereas the lower court incorrectly demanded proof of a 1568 state repurchase and a title deed. The court ruled that the appeal court violated the relevant Ottoman land code provisions by imposing unnecessary evidentiary requirements not mandated by the statute, thereby remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticle 122 of the Ottoman Law on Lands; Article 4 of the same Law: The Supreme Court held that for lands historically attached to monasteries, registration in the defterhane suffices for ownership, and the lower court erred by demanding proof of state repurchase and title deeds not required by the statute.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1298 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1298/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ιεράς Κοινοβιακής Μονής ....., νομίμως εκπροσωπουμένης από τον καθηγούμενο αυτής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Δελενίκο.
Των αναιρεσίβλητων: ....(αναφέρονταιι 11 ονόματα), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αναστασίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2166/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-10-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 1-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 122 του νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274(1858), στις μοναστηριακές γαίες ανήκαν, κατά μεν την παραγρ.1 αυτού, οι ανέκαθεν προσαρτημένες στις Ι. Μονές με πλήρη δικαιώματα κυριότητας, αρκεί η "προσάρτησή" τους αυτή να ήταν καταχωρημένη με αντίστοιχη εγγραφή στο αυτοκρατορικό οθωμανικό κτηματολόγιο (defterhane),που αποτελούσε συστατικό τύπο της επικαλούμενης κυριότητας, οπότε δεν εξουσιάζονταν με τίτλο(ταπί) ούτε υπήρχε δυνατότητα αυτές να αγορασθούν ή να πωληθούν και γιαυτές δεν ίσχυαν, ούτε εφαρμόζονταν, οι κοινές διατάξεις του οθνπΓαιών, κατά δε την παραγρ.2, οι κοινές δημόσιες γαίες, οι οποίες αποτελούσαν και αυτές "προσαρτήματα" των Ι.
Μονών, εξουσιάζονταν με τίτλο(ταπί) όχι απ΄ ευθείας στο όνομα της Μονής, αλλά με το όνομα του Μοναχού, εξακολουθούσαν δε να υπάγονται στην ίδια κατηγορία των δημόσιων γαιών του άρθρου 3 του οθνπΓαιών (arazi-i emiriye),εφαρμόζονταν δε σ΄αυτές οι διατάξεις οι σχετικές με την εξουσίασή τους με τίτλο (ταπί) του οθΝπΓαιών.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ.1 του ίδιου νόμου, στις αφιερωμένες (βακουφικές) γαίες, ανήκαν, εκτός των άλλων, και οι αληθώς ιδιόκτητες γαίες(γνήσια βακούφια), οι οποίες είχαν αφιερωθεί σύμφωνα με τον ιερό νόμο, η δε ιδιοκτησία και τα λοιπά δικαιώματά τους ανήκαν στο αφιέρωμα. Επ΄ αυτών δεν εφαρμόζονταν οι διατάξεις του πολιτικού νόμου, αλλά η αποκλειστική κυριότητα και λοιπή διαχείριση διέπονταν από τις διατάξεις και τους όρους του αφιερωτή.
Για την ίδρυση ενός γνησίου βακουφίου, απαιτείτο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12, 35,41 του νόμου περί Βακουφίων της 19ης Τζεμαζήλ -Αχίρ 1280 (1862), του άρθρου 1 των οδηγιών " περί της ενεργείας των αναγκαίων πράξεων επί των υπό του Ντεφτερχανέ εκδιδομένων τίτλων των εν Κωνσταντινουπόλει και εν ταις επαρχίαις κειμένων εστεγασμένων και προσοδοφόρων βακουφίων" της 23ης Μαρτίου 1292 (1876) και τις Οδηγίες του Υπουργείου κτηματολογίου της 7ης Σαφέρ 1308 (1890), η έκδοση ιεροδικαστικής αποφάσεως, βάσει της οποίας ο ιερονομικός κρατικός σύμβουλος(σεϊχουλισλάμης) εξέδιδε γνωμοδότηση (φετφά) που μεταγραφόταν σε ειδικά κτηματολογικά βιβλία ως ιδρυτικός τίτλος του βακουφίου, χωρίς να εκδίδει τίτλο στο όνομα του βακουφίου, διότι ο οθωμανικός νόμος αγνοούσε τη νομική προσωπικότητα του αφιερώματος, τη διεύθυνση και διεξαγωγή των υποθέσεων του οποίου είχε ο οριζόμενος με το αφιερωτήριο ή διοριζόμενος από το δικαστή έφορος(μουτεβελή).
Οι ανωτέρω περί γαιών διατάξεις της τουρκικής νομοθεσίας ρητώς αναγνωρίσθηκαν από την ελληνική Πολιτεία και διατηρήθηκαν σε ισχύ στις νέες χώρες, οι οποίες διατελούσαν τέως υπό τη κυριαρχία του οθωμανικού κράτους, με το άρθρο 2 του ν.147/1914,όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν.262/1914.Ενόψει δε του ότι το οθωμανικό δίκαιο αγνοούσε την έννοια του νομικού προσώπου, και επομένως, εκτός των άλλων, και οι Μονές δεν αναγνωρίζονταν ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, με το άρθρο 3 παρ. 6 του ν.2508/1920 "περί εξακριβώσεως και διαχειρίσεως των περιουσιακών πόρων των εν τοις Νέαις Χώραις από Τουρκοκρατίας Χριστιανικών Κοινοτήτων" ορίστηκε ότι, τα ακίνητα των οποίων τη διαχείριση, ως πραγμάτων που ανήκουν σ΄ αυτές είχαν, κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, οι αρχές και επιτροπές των ορθόδοξων κοινοτήτων ή των επί μέρους ιδρυμάτων που υπάγονται σ΄ αυτές ,στα οποία, όπως είναι φανερό περιλαμβάνονται και τα παντός είδους νομικά.πρόσωπα, των οποίων ακινήτων τις προσόδους οι ανωτέρω αρχές ,επιτροπές, ιδρύματα και νομικά πρόσωπα διέθεταν για την εξυπηρέτηση κάποιου από τους σκοπούς που μνημονεύονται στο νόμο αυτό, μεταξύ των οποίων και οι κοινωφελείς, αναγνωρίζονται ως περιουσίες τους που έχουν αποκτηθεί νομίμως, και αν ακόμη οι τίτλοι τους έχουν εκδοθεί στο όνομα ιδιωτών ή αν εμφιλοχωρεί κάποια ακυρότητα κτήσεως κατά τον οθωμανικό νόμο, είτε λόγω ελλείψεως ικανότητας προς κτήση από το αποκτών νομικό πρόσωπο, είτε λόγω του ανεπίδεκτου μεταβιβάσεως του ακινήτου με πράξη αιτία θανάτου, είτε για μη τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων κατά την μεταβίβαση.
Με τη διάταξη αυτή έπαψε να υπάρχει εξ υπαρχής η ανικανότητα των εν γένει χριστιανικών καθιδρυμάτων, επομένως και των νομικών προσώπων, να αποκτήσουν κυριότητα, η οποία υπήρχε στο παρελθόν σύμφωνα με το καθεστώς το οποίο ίσχυε επί τουρκοκρατίας (ανυπαρξία νομικών προσώπων), η κτήση, όμως, αυτή της κυριότητας από τα πιο πάνω ιδρύματα και νομικά πρόσωπα δεν επερχόταν αμέσως από το νόμο, αλλά, όπως προκύπτει από τις διατάξεις τωνάρθρων 3 παρ. 1 εδ.
β' και 6, 11 παρ. 1, 14 παρ. 1, 15 παρ. 1, 16, 19 παρ. 1 και 2 και 21 παρ. 1 του νόμου αυτού, μετά την τήρηση των διατυπώσεων που αναφέρονται στο νόμο αυτό και την, μετά από τη νόμιμη συλλογή καιεξακρίβωση των αναγκαίων στοιχείων, αναγνώρισή της με απόφαση των αρμοδίων κατά τη διάταξη του άρθρου 11 επιτροπών (ΟλΑΠ 1741/1980). Στην υπόθεση που κρίνεται, η αναιρεσείουσα, προς θεμελίωση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής των περιγραφομένων δύο επίδικων ακινήτων, εκτάσεως 20.730τ.μ.
και 38.240,53τ.μ.,αντιστοίχως, τα οποία αποτελούσαν τμήματα μεγαλύτερης εκτάσεως, εμβαδού 20.000 στρεμμάτων, που ευρίσκεται στην κτηματική περιοχή της τέως Κοινότητας ...., ήδη Δήμου ..., ισχυρίσθηκε, ότι η έκταση αυτή της παραχωρήθηκε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, λόγω δωρεάς, με βασιλικό Χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγου, το έτος 1351,κατά δε την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας καταχωρήθηκε στο αυτοκρατορικό κτηματολόγιο (ντεφτερχανέ) ως ανήκουσα κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στην ίδια, βάσει αυτοκρατορικού διατάγματος και εκδόθηκαν τα μνημονευόμενα πέντε αυτοκρατορικά διατάγματα, που επίσης καταχωρήθηκαν στο κτηματολόγιο, στα οποία αναφέρεται, εκτός των άλλων, ότι η έκταση ήταν καταγεγραμμένη στην ενάγουσα.
Επίσης, ότι η κυριότητά της επί του ακινήτου αναγνωρίσθηκε με την από 13 Ραμαζάν 1277(1861) ιεροδικαστική απόφαση και στη συνέχεια ,βάσει αυτής, εκδόθηκε η απαιτούμενη γνωμοδότηση του αρμόδιου ιερονομικού κρατικού συμβουλίου(σεϊχουλισμάνη),η οποία μεταγράφηκε στον τηρούμενο βακουφικό κώδικα και στο κεντρικό κτηματολόγιο, ως ιδρυτικός τίτλος του βακουφίου, τη διαχείριση δε του ακινήτου ασκούσαν συνεχώς, υπό το οθωμανικό καθεστώς, με τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις, οι εκάστοτε διοριζόμενοι ως έφοροι (μουτεβελή) μοναχοί της ενάγουσας.
Η κυριότητα αυτής αναγνωρίσθηκε, μετά από τήρηση των διατυπώσεων πουαναφέρονται στο ν. 2508/1920 και τη νόμιμη συλλογή καιεξακρίβωση των αναγκαίων στοιχείων, με την ..../16-11-1927 απόφαση του αρμόδιου, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 του εν λόγω νόμου, διοικητικού δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας. Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς της επί των επίδικων τμημάτων, που κατέχουν οι εναγόμενοι οι οποίοι και αμφισβητούν την κυριότητά της επ΄ αυτών, και την απόδοσή τους στην ίδια.
Υπό το περιεχόμενο αυτό η αγωγή περιείχε όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της περιστατικά στις διατάξεις των άρθρων 122 παρ. 1 , 4 παρ.1 του οθωμανικού νόμου περί γαιών, 3 παρ.6 του ν.2508/1920 σε συνδ. με τα άρθρο 2 του ν.147/1914,όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν.262/1914).Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε την αγωγή αόριστη, διότι δεν αναφέρονταν σ΄ αυτήν ότι η ανωτέρω μεγαλύτερη έκταση, τμήματα της οποίας αποτελούν τα επίδικα, επαναγοράσθηκε από το οθωμανικό Δημόσιο, το οποίο είχε διατάξει την δήμευση των μοναστηριακών ακινήτων και την επαναγορά τους από τις Ι.Μονές, το έτος 1568, ούτε ότι εγγράφηκε η επαναγορά της στο αυτοκρατορικό κτηματολόγιο, αποσπάσματα του οποίου δεν αναφέρονται, καθώς και διότι η ενάγουσα δεν επικαλείτο τίτλο (ταπί) για τις επίδικες εκτάσεις, οι οποίες ανήκαν στην κατηγορία των δημοσίων γαιών.
Έτσι όμως παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 122 παρ. 1 του οθωμανικού νόμου περί γαιών, διότι αξίωσε, πέραν των επικαλούμενων, και αναγκαίων για την απόκτηση πλήρους κυριότητας από την ενάγουσα επί της αγωγικής εδαφικής εκτάσεως, εγγραφών στο οθωμανικό κτηματολόγιο με τις οποίες ήταν καταχωρημένη η προσάρτηση του ακινήτου στο όνομα της ενάγουσας, και το ως άνω επιπρόσθετο στοιχείο, της επαναγοράς του ακινήτου από το οθωμανικό Δημόσιο το έτος 1568, το οποίο μάλιστα ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο των επικαλούμενων από την ενάγουσα καταχωρήσεων της προσάρτησης σ΄ αυτήν του ακινήτου στο οθωμανικό κτηματολόγιο, όσο και τη διάταξη του άρθρου 4 εδ 1 του ίδιου Κώδικα, την οποία δεν εφάρμοσε, αλλά αξίωσε στοιχεία που ανάγονται στη διάταξη του άρθρου 122 εδ.β του ίδιου Κώδικα, η οποία δεν τύγχανε εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση.
Πρέπει, συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1ΚΠολΔ,με τον οποίο προβάλλονται οι ανωτέρω πλημμέλειες να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές(άρθρο 580 παρ.3ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2166/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια(1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ